Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2008

Τον ξέρουμε τον ένοχο κι είναι γνωστή η αιτία

Εικόνα από βομβαρδισμό της Βυρητού
«Γι’ άλλη μια φορά προσπαθήσαμε να ξαναφτιάξουμε τη ζωή μας, αλλά το 1982 εισέβαλαν οι Ισραηλινοί και τα πολεμικά τους πλοία άρχισαν να βομβαρδίζουν τη Βηρυτό. Καθώς ήταν πάνω στον παραλιακό δρόμο, το διαμέρισμα ήταν πολύ εκτεθειμένο. Επί δεκαπέντε ημέρες δεχόμασταν επίθεση και από τη θάλασσα και από την ξηρά. Ήταν τρομακτικό. φοβόμουν κυρίως για τα παιδιά μου, μήπως ζήσω εγώ και σκοτωθούν εκείνα. Όλες τις ημέρες τις περάσαμε μέσα στο καταφύγιο, στο υπόγειο της πολυκατοικίας, ξαπλωμένοι στο πάτωμα. υπήρχαν πενήντα πέντε διαμερίσματα σ’ εκείνη την πολυκατοικία, πενήντα πέντε οικογένειες, περίπου 250 άνθρωποι. Οι Ισραηλινοί όμως είχαν εφεύρει ένα ειδικό τύπο βόμβας που δεν έσκαγε παρά μόνο τη στιγμή που χτυπούσε το υπόγειο, κι έτσι ξέραμε ότι ούτε κάτω από τη γη δεν ήμαστε ασφαλείς.
Κάποια μέρα έριξαν μία από αυτές τις βόμβες θραυσμάτων σ’ ένα κτίριο δίπλα από το δικό μας. Καταστράφηκε εντελώς. Οι τετρακόσιες οικογένειες στο υπόγειο –μπορεί και χίλιοι άνθρωποι συνολικά- καταπλακώθηκαν και σκοτώθηκαν. Είχαμε πολλούς συγγενείς μας εκεί μέσα, από τη μεριά του πατέρα μου. Ήταν όλοι απ’ την αλ-Μπάσα, ένα χωριό δίπλα στο Καφρ Μπίριμ. Είχε κυκλοφορήσει η φήμη ότι σε εκείνο το υπόγειο βρισκόταν ο Αραφάτ. Φυσικά, δεν ήταν αλήθεια αλλά τους Ισραηλίτες τι τους ένοιαζε; Εκείνες τις μέρες κάτι άλλα ξαδέρφια μας ήταν σε ένα κτίριο που βομβαρδίστηκε με φώσφορο. Σκοτώθηκαν κι αυτοί, αλλά με το φώσφορο αργείς πολύ να πεθάνεις. Σου καίει σιγά σιγά το δέρμα και φτάνει μέχρι τα κόκαλα».


Πρόκειται για αφήγηση Χριστιανής Παλαιστίνιας στον Ουίλιαμ Ντάλριμπλ συγγραφέα του βιβλίου «Ταξίδι στη σκιά του Βυζαντίου» σελ. 383-384 εκδ. ΩΚΕΑΝΙΔΑ. Χιλιάδες παρόμοιες αφηγήσεις πλέκουν το γαϊτανάκι του αίματος στην πολύπαθη Παλαιστίνη με διάφορες παραλλαγές, και όσο περνούν τα χρόνια αυτό που αλλάζει είναι η αυξανόμενη αγριότητα και η χρήση της υψηλής τεχνολογίας στην υπηρεσία του τρόμου.
Και συνεχίζει ο συγγραφέας

Από το βιβλίο του Ρόμπερτ Φισκ, Pity the Nation, ήξερα κάποια πράγματα για τις βόμβες φωσφόρου που είχαν ρίξει οι Ισραηλινοί στις κατοικημένες περιοχές του Λιβάνου. Σ’ ένα βιβλίο γεμάτο φρικιαστικές ιστορίες το χειρότερο σημείο είναι η περιγραφή της επίσκεψης του Φισκ σ’ ένα μαιευτήριο, λίγες μέρες μετά από ένα τέτοιο βομβαρδισμό. Εκεί συνάντησε μια νοσοκόμα. Μετά το τέλος του βομβαρδισμού είχε βάλει όλα τα φλεγόμενα βρέφη μέσα σε ένα μεγάλο κουβά νερό, προσπαθώντας να σβήσει με αυτόν τον τρόπο τις φλόγες. Όταν τα έβγαλε, μισή ώρα αργότερα, τα βρέφη ακόμη καίγονταν. Ακόμη και μέσα στο παγερό κρύο του νεκροτομείου τα κορμάκια τους σιγοκαίγονταν. Την επόμενη μέρα η γιατρός έβγαλε τα μικροσκοπικά πτώματα από το νεκροτομείο για να τα κηδέψουν. Με φρίκη είδε τις φλόγες να φουντώνουν γι’ άλλη μια φορά.

Κι η σφαγή των αμάχων και των παιδιών συνεχίζεται αμείωτη. Τα θύματα του Β' Παγκοσμίου πολέμου μετατράπηκαν σε θύτες. Με την Ευρώπη να παρακολουθεί χρόνια τώρα απαθής και τις ΗΠΑ να χειροκροτούν υστερικά. Είτε ο πρόεδρός τους είναι Δημοκρατικός είτε Ρεπουμπλικάνος.
Εμείς όμως, οι απλοί πολίτες,
τον ξέρουμε τον ένοχο
κι είναι γνωστή η αιτία.

Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2008

Να τα πούμε;


Τα κάλαντα του Γιώργου Χ. Θεοχάρη

Τα κάλαντα ξεκίνησα να πω
κι η πάχνη τα πλευρά μου κοκαλώνει,
η μάνα το χριστόψωμο ζυμώνει
καθώς τελειώνει το '58.

Διάφανα κρύσταλλα-σπαθιά στα κεραμίδια
τα δάκρυα του χειμώνα παγωμένα,
στα ρείθρα τα νερά κρουσταλλιασμένα
ακίνητα σαν ναρκωμένα φίδια.

Γνωστούς και συγγενείς θα πάρω στη σειρά.
Οι θείοι θα μου δώσουν διφραγκάκια
οι γείτονες δραχμές, πενηνταράκια
που θα τα ρίξω μέσ' στον κουμπαρά.

Οι πάρα πέρα μπακλαβάδες και τσαπέλες
και χάρτινο δεκάρικο η νονά
κι όταν περάσω από την αγορά
ο μπακάλης θα μου δώσει καραμέλες.

Αργά το μεσημέρι θα επιστρέψω
χαρούμενος και πουντιασμένος
θ' αχνίζει ο τραχανάς σερβιρισμένος
και με τα σπιρτοκούτια μου θα παίξω.

Θα δω τη Νέα Υόρκη χιονισμένη
στην κάρτα που μας έστειλεν η θεία,
θα ταξιδέψω με τη φαντασία
ως την Αμέρικα που ζει ξενιτεμένη.

Το βράδυ μέσ' στην ησυχία
θ' ακούω στις πάχνες το Χριστό
στα ζα μας να μοιράζει το σανό
και σύνταχα θα πάω στην εκκλησία.
................................................................
Ξυπνώ και βρίσκομαι σ' άλλον αιώνα
πενήντα εφτά χειμώνες με βαραίνουν
και τα Χριστούγεννα σημαίνουν
στης τηλεόρασης τον κυκεώνα.

Όσοι με φίλεψαν σαν ήμουνα παιδάκι
είναι φευγάτοι από καιρό
κι εγώ να ξέρω δεν μπορώ
για πόσο ακόμα θα κρατώ το δοιάκι

του τιμονιού, στη βάρκα αυτής της ζήσης
που πλέει σαν καρυδότσουφλο σπασμένο
στο καθημερινό το κύμα τ΄ αφρισμένο,
γιομάτο από τις παιδικές μας αναμνήσεις.

Γιώργος Χ. Θεοχάρης

Ο Γιώργος Χ. Θεοχάρης (Δεσφίνα Φωκίδος 1951) ζει στα Άσπρα Σπίτια Βοιωτίας και εργάζεται στην εταιρεία Αλουμίνιον της Ελλάδος. Τύπωσε τις ποιητικές συλλογές: Πτωχόν Μετάλλευμα, εκδόσεις Εμβόλιμον, 1990, Αμειψισπορά, εκδόσεις της Δημόσιας Βιβλιοθήκης Λεβαδείας, 1996, Ενθύμιον, εκδόσεις Καστανιώτη, 2004. Δημοσιεύει κείμενα λογοτεχνικής κριτικής και επιμελείται την έκδοση του λογοτεχνικού περιοδικού Εμβόλιμον.
.
Και η ΑΓΙΑ ΝΥΧΤΑ με την ανεπανάληπτη φωνή της MAHALIA JAKSON

Απολαύστε την
Mahalia Jackson - Silent Night, Holy Night





ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ

Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2008

ΑΝΘΟΣ ΤΟΥ ΓΙΑΛΟΥ : Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης


Eλληνικά Χριστούγεννα με τον Καρκαβίτσα, τον Κόντογλου και τον Παπαδιαμάντη
από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ.

O Θωμάς Κοροβίνης επιλέγει και διαβάζει τρία αγαπημένα ελληνικά διηγήματα σε μια έκδοση εικονογραφημένη με παλιές χριστουγεννιάτικες κάρτες που συνοδεύεται από CD και προλογίζει με τα ακόλουθα.

«Τρεις από τους εξέχοντες μα και εξόχως ταπεινούς νεοέλληνες πεζογράφους διαλέξαμε για να γιορτάσουμε φέτος τις άγιες μέρες που έρχονται. Όλοι τους στοχεύουν με τα τρία αυτά αφηγήματα να ανακουφίσουν τον άνθρωπο από τα καθημερινά του μαρτύρια, να τον παρηγορήσουν και να τον εμψυχώσουν.Ο Ανδρέας Καρκαβίτσας διαλέγει την αγρυπνία μιας συντροφιάς μεροκαματιάρηδων της θάλασσας κάποια χριστουγεννιάτικη νύχτα για να μας κοινωνήσει στα γνησίως ανθρώπινα. Ο Φώτης Κόντογλου βάζει τον Αϊ-Βασίλη να οδοιπορεί αποκαρδιωμένος από την ανθρώπινη αδιαφορία ανάμεσα στα παγωμένα φτωχοχώρια για να ανταμωθεί στο φτωχότερο απ’ αυτά μ’ ένα νεαρό άγιο του λαού.. Κι ο κυρ Αλέξανδρος, ο μυσταγωγός, μας φανερώνει την αλήθεια για την απόλυτη αγνότητα. Πόσοι και ποιοι έχουν την “ευλογία” να δουν το άστρο του γιαλού; Ελάχιστοι μόνον, οι “καθαροί”».

Κι εμείς σας δίνουμε την ευκαιρία ν'απολαύσετε ένα μικρό μέρος του έξοχου βιβλίου.

Άνθος του γιαλού
του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Επί πολλάς νύκτας κατά συνέχειαν έβλεπεν ο Μάνος του Κορωνιού, εκεί οπού έδενε την βάρκαν του κάθε βράδυ, κοντά στα Κοτρώνια του ανατολικού γιαλού, ανάμεσα εις δύο υψηλούς βράχους και κάτω από ένα παλαιόν ερημόσπιτον κατηρειπωμένον – εκεί έστρωνε συνήθως την κάππαν επάνω στην πλώρην της βάρκας, κι εκοιμάτο χορευτόν και νανουρισμένον ύπνον, τρεις σπιθαμές υψηλότερ’ από το κύμα, θεωρών τα άστρα, και μελετών την Πούλιαν και όλα τα μυστήρια του ουρανού– έβλεπε, λέγω, ανοικτά εις το πέλαγος, έξω από τα δύο ανθισμένα νησάκια, τα φυλάττοντα ως σκοποί το στόμιον του λιμένος, εν μελαγχολικόν φως –κανδήλι, φανόν, λαμπάδα, ή άστρον πεσμένον– να τρεμοφέγγη εκεί μακράν, εις το βάθος της μελανωμένης εικόνος, επιπολής εις το κύμα, και να στέκη επί ώρας, φαινόμενον ως να έπλεε, και μένον ακίνητον.
Ο Μάνος του Κορωνιού, λεμβούχος ψαράς, ήτον αδύνατος στα μυαλά όπως και πας θνητός. Αρκετόν ήτο ήδη οπού έδενε την βάρκαν του κάθε βράδυ εκεί, δίπλα εις τους δύο μαυρισμένους βράχους, κάτω από το ερημόσπιτον εκείνο, τ’ ολόρθον άψυχον φάντασμα, το οποίον είχε την φήμην ότι ήτο στοιχειωμένον. Εκαλείτο κοινώς «της Λουλούδως το Καλύβι». Διατί; Κανείς δεν ήξευρεν. Ή, αν υπήρχον ολίγα γραΐδια λαδικά, ή και δύο τρεις γέροι γνωρίζοντες τας παλαιάς ιστορίας του τόπου, ο Μάνος δεν έτυχεν ευκαιρίας να τους ερωτήση.
Έβλεπε, βραδειές τώρα, το παράδοξον εκείνο μεμακρυσμένον φως να τρέμη και να φέγγη εκεί εις το πέλαγος, ενώ ήξευρεν ότι δεν ήτο εκεί κανείς φάρος. Η Κυβέρνησις δεν είχε φροντίσει δι’ αυτά τα πράγματα εις τα μικρά μέρη, τα μη έχοντα ισχυρούς βουλευτάς.
Τι, λοιπόν, ήτο το φως εκείνο; Ησθάνετο επιθυμίαν, επειδή σχεδόν καθημερινώς επέρνα με την βάρκαν του από εκείνο το πέραμα, ανάμεσα εις τα δύο χλοερά νησάκια, και δεν έβλεπε κανέν ίχνος εκεί την ημέραν, το οποίον να εξηγή την παρουσίαν του φωτός την νύκτα, να πλεύση τα μεσάνυκτα, διακόπτων τον μακάριον ύπνον του και τους ρεμβασμούς του προς τ’ άστρα και την Πούλιαν, να φθάση έως εκεί, να ιδή τι είναι, και εν ανάγκη να το κυνηγήση, το μυστηριώδες εκείνο φέγγος. Όθεν ο Μάνος, επειδή ήτο ασθενής άνθρωπος, καθώς είπομεν, νέος εικοσαετής, εκάλεσεν επίκουρον και τον Γιαλήν της Φαφάνας, δέκα έτη μεγαλύτερόν του, αφού του διηγήθη το νυκτερινόν όραμά του, διά να του κάμη συντροφιάν εις την ασυνήθη εκδρομήν.
Επήγαν μίαν νύκτα, όταν η σελήνη ήτο εννέα ημερών κι έμελλε να δύση περί την μίαν μετά τα μεσάνυκτα. Το φως εφαίνετο εκεί, ακίνητον ως καρφωμένον, ενώ ο πύρινος κολοβός δίσκος κατέβαινεν ηρέμα προς δυσμάς κι έμελλε να κρυφθή οπίσω του βουνού. Όσον έπλεαν αυτοί με την βάρκαν, τόσον τους έφευγε, χωρίς να κινήται οφθαλμοφανώς, ο μυστηριώδης πυρσός. Έβαλαν δύναμιν εις τα κουπιά, εξεπλατίσθηκαν. Το φως εμακρύνετο, εφαίνετο απώτερον ολονέν. Ήτο άφθαστον. Τέλος, έγινεν άφαντον από τους οφθαλμούς των.
Ο Μάνος μαζί με τον Φαφάναν έκαμαν πολλούς Σταυρούς. Αντήλλαξαν ολίγας λέξεις:
«Δεν είναι φανάρι, δεν είναι καΐκι, όχι».
«Και τι είναι;»
«Είναι…»
Ο Γιαλής της Φαφάνας δεν ήξευρε τι να είπη.
Την νύκτα της τρίτης ημέρας, και πάλιν δύο ή τρεις ημέρες μετ’ αυτήν, οι δύο ναυτίλοι επεχείρησαν εκ νέου την εκδρομήν. Πάντοτε έβλεπαν την μυστηριώδη λάμψιν να χορεύη εις τα κύματα. Είτα, όσον επλησίαζαν αυτοί, τόσον το όραμα έφευγε. Και τέλος εγίνετο άφαντον. Τι άρα ήτο;
Εις μόνον γείτων είχε παρατηρήσει τας επανειλημμένας νυκτερινάς εκδρομάς των δύο φίλων με την βάρκαν. Ο Λίμπος ο Κόκοϊας, άνθρωπος πενηντάρης, είχε διαβάσει πολλά παλαιά βιβλία με τα ολίγα κολλυβογράμματα που ήξευρε, και είχεν ομιλήσει με πολλάς γραίας σοφάς, αίτινες υπήρξαν το πάλαι. Εκάθητο όλην την νύκτα, αγρυπνών, σιμά εις το παράθυρόν του, βλέπων προς την θάλασσαν, και πότε εδιάβαζε τα βιβλία του, πότε ερρέμβαζε προς τα άστρα και προς τα κύματα. Η καλύβη του, όπου έρημος και μόνος εκατοικούσεν, έκειτο ολίγους βράχους παραπέρα από το Σπίτι της Λουλούδως, όπου έδενε την βάρκαν του ο Μάνος, ανάμεσα εις το σπίτι της Βάσως του Ραγιά και της Γκαβαλογίνας.
Μίαν νύκτα, ο Κορωνιός και ο εγγονός της Φαφάνας ητοιμάζοντο να λύσουν την βάρκαν και να κωπηλατήσουν, τετάρτην φοράν, διά να κυνηγήσουν το ασύλληπτον θήραμά των.
Ο Λίμπος ο Κόκοϊας τους είδεν, εξήλθεν από την καλύβην του φορών άσπρον σκούφον και ράσον μακρύ, όπως εσυνήθιζε κατ’ οίκον, επήδησε δύο τρεις βράχους προς τα εκεί, κι έφθασε παραπάνω από το μέρος όπου ευρίσκοντο οι δύο φίλοι.
«Για πού, αν θέλη ο Θεός, παιδιά;» τους εφώναξεν. «Είναι βραδειές τώρα που τρέχετε έξω από το λιμάνι, χωρίς να γιαλεύετε, χωρίς να πυροφανίζετε – και τα ψάρια σας δεν τα είδαμε. Μήπως σας ωνείρεψε και σκάφτετε πουθενά για να βρήτε τίποτε θησαυρό;»
Ο Μάνος παρεκάλεσε τον Κόκοϊαν να κατεβή παρακάτω και να ομιλή σιγανώτερα. Είτα δεν εδίστασε να του διηγηθή το όραμά του.
Ο Λίμπος ήκουσε μετά προσοχής. Είτα εγέλασε:
«Αμ’ πού να τα ξέρετε αυτά εσείς οι νέοι!» είπε, σείων σφοδρώς την κεφαλήν. «Τον παλαιόν καιρόν, τέτοια πράματα σαν αυτό που είδες, Μάνο, τα έβλεπαν όσοι ήταν καθαροί, τώρα τα βλέπουν μόνον οι ελαφροΐσκιωτοι. Εγώ δεν βλέπω τίποτα!... Το ίδιο κι ο Γιαλής, βλέπεις αυτό που λες πως βλέπεις;»
Ο Γιαλής ηναγκάσθη, με συστολήν κατωτέραν της ηλικίας του, να ομολογήση ότι δεν έβλεπε το φως, περί ου ο λόγος, αλλ’ επείθετο εις την διαβεβαίωσιν του Μάνου, όστις έλεγεν ότι το βλέπει.
Ο Κόκοϊας ήρχισε τότε να διηγήται:
«Ακούστε να σας πω, παιδιά. Εγώ που με βλέπετε έφτασα τη γρια-Κοεράνω του Ραγιά, τη μαννού αυτής της Βάσως της γειτόνισσας, καθώς και τη μάννα της Γκαβαλογίνας ακόμα, κι άλλες γριές. Μου είχαν διηγηθεί πολλά πρωτινά, παλαιικά πράματα, καθώς κι αυτό που θα σας πω τώρα:
»Βλέπετε αυτό το χάλασμα, το Καλύβι της Λουλούδως, που λένε πως είναι στοιχειωμένο; Εδώ, τον παλαιόν καιρό, εκατοικούσε μια κόρη, η Λουλούδω, οπού την είχαν ονοματίσει για την εμορφιά της –έλαμπε ο ήλιος, έλαμπε κι αυτή–, μαζί με τον πατέρα της, τον γερο-Θεριά (ελληνικά τον έλεγαν Θηρέα) οπού εκυνηγούσε όλους τους δράκους και τα στοιχειά με την ασημένια σαγίττα και με φαρμακωμένα βέλη. Ένα βασιλόπουλο από τα ξένα την αγάπησε την όμορφη Λουλούδω. Της έδωκε το δαχτυλίδι του κι εκίνησε να πάη στο σεφέρι, και της έταξε με όρκον ότι, άμα νικήση τους βαρβάρους, την ημέρα που θα γεννηθή ο Χριστός, θα έρθη να την στεφανωθή.
»Επήγε το βασιλόπουλο. Έμεινεν η Λουλούδω, ρίχνοντας τα δάκρυά της στο κύμα, στον αέρα στέλνοντας τους αναστεναγμούς της και την προσευχή στα ουράνια, να βγη νικητής το βασιλόπουλο, να έρθη η μέρα που θα γεννηθή ο Χριστός, να γυρίση ο σαστικός της να την στεφανωθή.
»Έφθασε η μέρα που ο Χριστός γεννάται. Η Παναγία, με αστραφτερό πρόσωπο, χωρίς πόνο, χωρίς βοήθεια, γέννησε το βρέφος μες στη σπηλιά, το εσήκωσε, το εσπαργάνωσε με χαρά και το ’βαλε στο παχνί για να το κοιμίση. Ένα βοϊδάκι κι ένα γαϊδουράκι εσίμωσαν τα χνώτα τους στο παχνί κι εφυσούσαν μαλακά να ζεστάνουν το Θείο Βρέφος. Να! τώρα θα ’ρθη το βασιλόπουλο να πάρη την Λουλούδω!
»Ήρθαν οι βοσκοί, δύο γέροι με μακρυά άσπρα μαλλιά, με τις μαγκούρες τους, ένα βοσκόπουλο με τη φλογέρα του, θαμπωμένοι, ξαφνιασμένοι, κι έπεσαν κι επροσκύνησαν το Θείο Βρέφος. Είχαν ιδεί τον Άγγελον αστραπόμορφον, με χρυσογάλανα λευκά φτερά, είχαν ακούσει τ’ αγγελούδια που έψαλλαν “Δόξα εν υψίστοις Θεώ”. Έμειναν γονατιστοί, μ’ εκστατικά μάτια, κάτω από το παχνί, πολλήν ώρα, κι ελάτρευαν αχόρταγα το θάμα το ουράνιο. Να! τώρα θα ’ρθη το βασιλόπουλο να πάρη τη Λουλούδω!
»Έφτασαν κι οι τρεις μάγοι, καβάλα στις καμήλες τους. Είχαν χρυσές μίτρες στο κεφάλι κι εφορούσαν μακριές γούνες με πορφύρα κατακόκκινη. Και τ’ αστεράκι, ένα λαμπρό χρυσό αστέρι, εχαμήλωσε κι εκάθισε στη σκεπή της σπηλιάς, κι έλαμπε με γλυκό ουράνιο φως, που παραμέριζε της νύχτας το σκοτάδι. Οι τρεις βασιλικοί γέροι ξεπέζεψαν απ’ τις καμήλες τους, εμπήκαν στο σπήλαιο, κι έπεσαν κι επροσκύνησαν το Παιδί. Άνοιξαν τα πλούσια τα δισάκκια τους, κι επρόσφεραν δώρα: χρυσόν και λίβανον και σμύρναν. Να! τώρα θα ’ρθη το βασιλόπουλο να πάρη την Λουλούδω!

»Πέρασαν τα Χριστούγεννα, τελειώθηκε το μυστήριο, έγινε η σωτηρία, και το βασιλόπουλο δεν ήρθε να πάρη την Λουλούδω! Οι βάρβαροι είχαν πάρει σκλάβο το βασιλόπουλο. Το φουσσάτο του είχε νικήσει στην αρχή, τα φλάμπουρά του είχαν κυριέψει με αλαλαγμό τα κάστρα των βαρβάρων. Το βασιλόπουλο είχε χυμήξει με ακράτητην ορμή, απάνω στο μούστωμα και στη μέθη της νίκης. Οι βάρβαροι με δόλο τον είχαν αιχμαλωτίσει!
»Τα δάκρυα της κόρης επίκραναν το κύμα τ’ αρμυρό, οι αναστεναγμοί της εδιαλύθηκαν στον αέρα, κι η προσευχή της έπεσε πίσω στη γη, χωρίς να φθάση στο θρόνο του Μεγαλοδύναμου. Ένα λουλουδάκι, αόρατο, μοσχομυρισμένο, φύτρωσε ανάμεσα στους δυο αυτούς βράχους, οπού το λέν’ Άνθος του Γιαλού, αλλά μάτι δεν το βλέπει. Και το βασιλόπουλο, που είχε πέσει στα χέρια των βαρβάρων, επαρακάλεσε να γίνη Σπίθα, φωτιά του πελάγους, για να φτάση εγκαίρως, ως την ημέρα που γεννάται ο Χριστός, να φυλάξη τον όρκο του που είχε δώσει στην Λουλούδω.
»Μερικοί λένε πως το Άνθος του Γιαλού έγινεν ανθός, αφρός του κύματος. Κι η Σπίθα εκείνη, η φωτιά του πελάγου που είδες, Μάνο, είναι η ψυχή του βασιλόπουλου, που έλειωσε, σβήσθηκε στα σίδερα της σκλαβιάς, και κανείς δεν την βλέπει πια, παρά μόνον όσοι ήταν καθαροί τον παλαιόν καιρόν, και οι ελαφροΐσκιωτοι στα χρόνια μας».

Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2008

Στο βιβλίο «Όλα σού τα 'μαθα, μα ξέχασα μια λέξη» το βραβείο αναγνωστών 2008

Στο μυθιστόρημα «Όλα σού τα 'μαθα, μα ξέχασα μια λέξη» του Δημήτρη Μπουραντά (εκδόσεις Πατάκη) απονεμήθηκε το φετινό Βραβείο Αναγνωστών, έναν θεσμό που τελεί υπό την αιγίδα του ΕΚΕΒΙ.
Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα αυτογνωσίας, μέσα από τη δοκιμασμένη σχέση δάσκαλου - μαθήτριας.
Η σχετική ψηφοφορία το ανέδειξε πρώτο, μεταξύ των δεκαπέντε μυθιστορημάτων της «βραχείας λίστας» που είχε προκύψει σύμφωνα με τις προτάσεις (χωρίς συγκεκριμένα κριτήρια) των μελών από τις Λέσχες Ανάγνωσης σε όλη την Ελλάδα (150 τον αριθμό).

Η βράβευση του βιβλίου αποτυπώνει απολύτως την επιρροή που ασκούν τα ΜΜΕ στο μέσο αναγνώστη - τόσο με την προβολή στα σαλόνια τους όσο και με τις αμφιλεγόμενες λίστες ΕΥΠΩΛΗΤΩΝ - και επιβεβαιώνει απόλυτα τις θέσεις που αναπτύξαμε σ’ αυτό το blog με κυρίαρχη τη ρήση του Άρη Μαραγκόπουλου
« Ας μην εθελοτυφλούμε. Κατά τη
.
χώρα και η ανάγνωσή της. Κατά
.
την ανάγνωση και οι βραβεύσεις..»

Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2008

ΤΑ ΑΔΙΕΞΟΔΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΚΑΙ Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΥΠΟΚΟΥΛΤΟΥΡΑ

Μες στον ορυμαγδό της αμετροέπειας και της πλειοδοσίας λαϊκιστικών δηλώσεων και εκδηλώσεων από αρχηγούς πολιτικών κομμάτων, συνδικαλιστές, φοιτητές και μαθητές, μέχρι τους μαϊντανούς της δημοσιογραφίας που πάντα έχουν άποψη για όλα, σε μια πρωτοφανή προσπάθεια να εκμεταλλευτούν πολιτικά την τραγική ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ενός μαθητή αδιαφορώντας για τις κοινωνικές επιπτώσεις και τα αδιέξοδα μιας κοινωνίας που ήδη βρίσκεται σε αποσύνθεση, έλαμψε η θέση του βαθειά πολιτικοποιημένου δάσκαλου ΛΑΟΚΡΑΤΗ ΒΑΣΣΗ στο ραδιόφωνο του ΣΚΑΙ το πρωί της Τετάρτης 10 Δεκεμβρίου.

Αν και πάμε κόντρα στο ρεύμα σας προτρέπουμε να τον ακούσετε.

Η θέση του ΛΑΟΚΡΑΤΗ ΒΑΣΣΗ.
Κάντε κλικ ΕΔΩ

Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2008

Η Κωνσταντινούπολη με το βλέμμα του Ξανθούλη

Απολαυστικός στις αναπαραστάσεις, χορταστικός στις περιγραφές, καταιγιστικός στο λόγο του ο Γιάννης Ξανθούλης - μας χάρισε τη Δευτέρα 6-12-08 - μια ανεπανάληπτη ξενάγηση, στα καλντερίμια, στα χαμάμ, στους αστρολόγους, στα σπίτια όπου φιλοξενήθηκε, στα μουσεία, στην μουσική παράδοση αλλά και στην ιστορία της Πόλης.

Ο Ξανθούλης μάς ταξίδεψε με το μοναδικό του τρόπο στη δικιά του Κωνσταντινούπολη. Αποκάλυψε μια άγνωστη πόλη ακόμα και σε κείνους που την έχουν επισκεφθεί κατ’ επανάληψη. Μετέφερε το άρωμά της ακόμα και σε κείνους που δεν την έχουν δει.
Μια βραδιά ξεχωριστή. Μια βραδιά αξέχαστη.

Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2008

Η Κωνσταντινούπολη των ασεβών φόβων του Γιάννη Ξανθούλη


Το βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ
και οι εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
σας προσκαλούν στην παρουσίαση του νέου βιβλίου

του Γιάννη Ξανθούλη

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ
Των ασεβών μου φόβων

τη Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2008, στις 8:15 το βράδυ
στο βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ
(Δημάρχου Ι. Ανδρεαδάκη 49, πρώην Πεσόντων Μαχητών, Λιβαδειά).

Ο Γιάννης Ξανθούλης θα μιλήσει για το νέο του βιβλίο,
και θα διαβάσει αποσπάσματα

ο Νίκος Μπακουνάκης προσέγγισε με το δικό του τρόπο το βιβλίο
στο ΒΗΜΑ της Κυριακής 30 Νοεμβρίου 2008
Παραθέτουμε το κείμενό του

Δεν μου έχει ξανασυμβεί να διαβάζω ένα βιβλίο και να αισθάνομαι ότι τυλίγομαι από τη μυρωδιά του δυόσμου. Συνέβη με την Κωνσταντινούπολη, Των ασεβών μου φόβων, το τελευταίο βιβλίο του Γιάννη Ξανθούλη (εκδόσεις Μεταίχμιο), αφήγηση με ηρωίδα την Πόλη. Ο Ξανθούλης γνωρίζει καλά την Κωνσταντινούπολη και μέσα από τις σελίδες του γοητευτικού βιβλίου του παρουσιάζει την πραγματικότητα αλλά και το παραμύθι μιας πόλης που για πολλούς από μας είναι χώρος του φαντασιακού μας κόσμου. Τα τελευταία χρόνια έχουμε διαβάσει σημαντικά βιβλία για την Κωνσταντινούπολη. Το ένα είναι βεβαίως το Ιστανμπούλ του Ορχάν Παμούκ (εκδόσεις Ωκεανίδα), η πόλη μέσα από την εμπειρία του αυτόχθονα, μια εμπειρία σχεδόν ψυχαναλυτική, αφού ο συγγραφέας ταυτίζοντας την πόλη με την οικογένειά του επιχειρεί ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Το άλλο είναι το βιβλίο του γάλλου δημοσιογράφου και συγγραφέα Ντανιέλ Ροντό Η Πόλη, μια περιδιάβαση (εκδόσεις Αλεξάνδρεια), όπου αναγνωρίζουμε τη ματιά του δυτικού ανθρώπου, μια ματιά θρεμμένη με περιηγητικά κείμενα και ιστορίες οριενταλισμού. Η ματιά του Ξανθούλη είναι διαφορετική και οπωσδήποτε είναι μια ματιά που μας ταιριάζει. Ο Ξανθούλης δεν βλέπει την Πόλη εργαστηριακά. Μπαίνει στη ζωή της, τη σκάβει, την αναμοχλεύει. Από την πρώτη στιγμή καταλαβαίνουμε ότι είναι γοητευμένος απ΄ αυτήν αλλά δεν της παραδίδεται ποτέ ολοκληρωτικά. Αυτή η αίσθηση αποτυπώνεται θαυμάσια στις σελίδες όπου περιγράφεται η επίσκεψη του συγγραφέα σ΄ έναν «φαλτζί», αστρολόγο-μέντιουμ. Μια μέρα καύσωνα, κάπου στην ασιατική πλευρά της Ιστανμπούλ, κοντά σε ένα από τα επιβλητικότερα νεκροταφεία της Πόλης, μια μαντεμένια πόρτα «ριγέ από σκουριά και μεταφυσικές οξειδώσεις» ανοίγει στο βασίλειο του «φαλτζί», σ΄ έναν χειμωνιάτικο κήπο καταμεσής του καλοκαιριού. «Χιονολούλουδα και ξεθαρρεμένα λευκά κυκλάμινα, με πέργκολες στολισμένες από γυμνά πλοκάμια γλυσίνας, μερικά παγκάκια από μαύρο γρανίτη με μαρκετερί από μάρμαρα αστακού, ένα αληθινό χολυγουντιανό σκηνικό με εξαίρεση το διάχυτο άρωμα δυόσμου». Τι εκπροσωπεί ο «φαλτζί»; «Δεν χρειάζεται να τον πιστέψεις. Του αρκεί να νιώσει την έκπληξή σου για το θράσος του». Το ίδιο συμβαίνει και με την Πόλη. Δεν χρειάζεται να της παραδοθούμε απόλυτα. Αρκεί να εκπλαγούμε από το φανερό και το κρυφό, από το σύνθετο και το απλό, από το βαρύ και το ελαφρό, απ΄ όλα αυτά που είναι η Πόλη. Εχοντας ως οδηγούς του δύο έκκεντρους Τούρκους ο Ξανθούλης μάς οδηγεί παντού. Από τη λεωφόρο Βαγδάτης, έναν τόπο υψηλού καταναλωτισμού, στο καφενείο του φωτογράφου Αρά Γκιουλέρ. Από το Φατίχ, την πιο μουσουλμανική γειτονιά της Πόλης, σ΄ ένα γυαλί (βίλα πάνω στον Βόσπορο) κοσμοπολιτών Τούρκων, απογόνων της παλιάς σουλτανικής τάξης. Από τα ιστορικά χαμάμ, με τους ατμούς των ερωτικών υπαινιγμών, στο ευρωπαϊκό καφέ του μουσείου Σαπαντζί. Από τα τουρσάδικα στον στρατό από γάτες, που, ιερά ζώα, διαιωνίζονται ανενόχλητα μέσα στα μνημεία της δόξας και της φτώχειας, στις αυλές των τζαμιών και προπαντός στα μνήματα των παλιών πεθαμένων. Από το Κους Παζαρού, την αγορά πουλιών και ερπετών του Εμίνονου, στα βιβλιοπωλεία της Ιστικλάλ, της παλιάς λεωφόρου του Πέραν. Από τους νεόπλουτους, που στα τουρκικά λέγονται «σονραντάν γκιορμούς», δηλαδή αυτοί-που-είδαν-μετά, στους εσωτερικούς μετανάστες. Ο Ξανθούλης μάς δείχνει μια Κωνσταντινούπολη που δεν ξέρουμε. Μας αποκαλύπτει ουσιαστικά μιαν άγνωστη πόλη. Και ταυτόχρονα μας βυθίζει σε μια παραμυθιτική ιστορία, που ξεκινάει σαν παραμύθι, με μια ψηφίδα που καταπίνει ο συγγραφέας στην παιδική του ηλικία, μια ψηφίδα που λέγαν ότι ερχόταν κατευθείαν από την Αγιά Σοφιά. Αλήθεια ή εύρημα, σημασία έχει ότι ο συγγραφέας μεταφέρει και σε μας αυτή την ψηφίδα, παρασύροντάς μας στη δική του Κωνσταντινούπολη.