Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2009

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΠΑΛΙ: Σώτη Τριανταφύλλου



Ο χρόνος πάλι
Συγγραφέας: Σώτη Τριανταφύλλου

«Ο χρόνος πάλι» είναι ένα παιχνίδι αυτοβιογραφίας: Η συγγραφέας περιπλανιέται στην ίδια της τη ζωή• η μυθοπλασία συγχέεται με την πραγματικότητα, όσα συνέβησαν συγχέονται με όσα θα μπορούσαν να έχουν συμβεί, με όσα θα ήταν ωραίο να συμβούν• «αν είχα μια δεύτερη ευκαιρία, μια δεύτερη ζωή, θα γινόμουν…»
Το βιβλίο αυτό –τα απομνημονεύματα ενός ανθρώπου που έζησε «έναν αστερισμό από γεγονότα»– είναι άλλοτε κοινωνική ιστορία, άλλοτε λογοτεχνική κριτική, άλλοτε ταξιδιωτική πεζογραφία• η καταγραφή μιας προσωπικής φιλοσοφίας για την ύπαρξη και για το γράψιμο, για τη ζωή στη μεγαλούπολη, για την αποτυχία του έρωτα, για τον Σαίξπηρ, για το δίκιο του Κερένσκυ έναντι των μπολσεβίκων, για τους αγώνες της Φόρμουλα 1 και για τις τηγανητές πατάτες. Στις σελίδες του «Ο χρόνος πάλι» –που μπορούν να διαβαστούν σε τυχαία σειρά– οι στιγμές ξεδιπλώνονται σαν χάρτης• τα λογοτεχνικά τοπία είναι τοπία της ψυχής. Στα περιθώρια σημειώνονται παρατηρήσεις και ερωτηματικά για την ποίηση, την πολιτική, τη φιλία, την αγάπη, την απώλεια• για την αρρώστια και τον θάνατο• για το πώς μπορείς να μεταμορφώσεις την απελπισία στην πιο ακλόνητη ελπίδα. Ανάμεσα σε όσα έφερε το πέρασμα του χρόνου –του χρόνου που σε βλάπτει «μόνο αν είσαι τυρί…»– είναι μια υπέροχη παιδική ηλικία, μια νεότητα που παρατράβηξε, μια εξέγερση που δεν τελείωσε ποτέ.


«Ο χρόνος πάλι» είναι μια επινοημένη βιογραφία• προπάντων, είναι ένα έργο τιμής για τα βιβλία, για το πώς η ανάγνωση μπορεί να σώσει τη ζωή σου.

Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2009

«Τα παιδιά δεν θέλουν ψυχολόγο. Γονείς θέλουν» Χειμαρρώδης και γλαφυρός αλλά πάνω απ’ όλα πειστικός ο Ν. Σιδέρης εντυπωσίασε το κοινό που κατέκλυσε το βιβλιοπωλείο μας


Πλημμύρησε στην κυριολεξία το βιβλιοπωλείο μας την Κυριακή το βράδυ 15 Νοεμβρίου από συμπολίτες μας που διψούσαν να μάθουν από ένα ειδικό πώς μπορούν να γίνουν καλύτεροι γονείς. Ο ψυχίατρος, οικογενειακός θεραπευτής κ. Νίκος Σιδέρης παρουσίασε το βιβλίο του «Τα παιδιά δεν θέλουν ψυχολόγο. Γονείς θέλουν» και μετά συζήτησε μαζί τους σε μια εκδήλωση που κράτησε πάνω από δύο ώρες αποσπώντας τα κολακευτικά σχόλια όσων την παρακολούθησαν. Ήταν χειμαρρώδης και γλαφυρός ο κ. Σιδέρης αλλά πάνω απ’ όλα πειστικός  στη διατύπωση των απόψεών του. 
Σας δίνουμε μια ευρεία περίληψη όσων ακούστηκαν στην αίθουσα του βιβλιοπωλείου σε αυτή την εκδήλωση.
Το κείμενο αυτό είναι ταυτόχρονα επιστημονική μελέτη και εμπιστευτική επιστολή σε γονείς που σκέφτονται. Απευθύνεται σε συνήθεις γονείς, που μέσα σε συνήθεις οικογένειες ανατρέφουν συνήθη παιδιά. Και στην πορεία συναντούν δυσκολίες, απορίες, προβλήματα, ίσως και αδιέξοδα. Όλο και συχνότερα, αυτοί οι συνήθεις γονείς θέτουν το ερώτημα: "Μήπως το παιδί χρειάζεται ψυχολόγο;". Η εμπειρία και ο στοχασμός, ωστόσο, με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι, κατά κανόνα, τα παιδιά δεν θέλουν ψυχολόγο. Γονείς θέλουν! Αυτή η ανοιχτή επιστολή, λοιπόν, εξηγεί με τρόπο κατανοητό τι σημαίνει η σχέση γονιού-παιδιού, τι περιμένει το παιδί απ' τους γονείς του, πως μπορεί να στέκεται ο γονιός στη θέση του και πως ν' αντιμετωπίζει τα προβλήματα που εκδηλώνονται με συμμετοχή του παιδιού. Παράλληλα, εκθέτει τη θεμελιώδη λογική και συγκεκριμένες οδηγίες, που μπορούν να υποστηρίξουν την τέχνη του γονιού. Μια τέχνη βασισμένη σε δύο πράγματα που κάθε συνήθης γονιός μπορεί να προσφέρει στο παιδί του: αγάπη και κανόνες. 
Όπως ακριβώς ανάμεσα στους ανθρώπους υπάρχουν αναπομείωτες βιολογικές ασυμμετρίες δομής, λειτουργίας και θέσης, έτσι υπάρχουν και συμβολικές ασυμμετρίες: Ο στρατηγός δεν είναι την ίδια στιγμή και στρατιώτης. Ο αρχιεπίσκοπος δεν είναι την ίδια στιγμή και νεωκόρος. Ο επιβάτης ενός αεροπλάνου ή ενός πλοίου δεν είναι την ίδια στιγμή και πιλότος ή καπετάνιος – ακόμη κι αν το επάγγελμά του είναι πιλότος ή καπετάνιος… (Χαρακτηριστικό παράδειγμα: Αν–ό μη γένοιτο– πέσει το αεροπλάνο, οι εφημερίδες δεν θα γράψουν “Σκοτώθηκαν δύο πιλότοι και 100 επιβάτες”, αλλά “Σκοτώθηκε ο πιλότος και οι 101 επιβάτες”.) Ο γιατρός, την ώρα που ασκεί την ιατρική και κάνει διάγνωση ή θεραπεία, δεν είναι την ίδια στιγμή και ασθενής, ακόμη κι αν πάσχει από την ίδια ασθένεια με τον ασθενή του: Δεν του επιτρέπεται να τον προσεγγίζει με οδηγό τη σκέψη “Βρε, τι κακό μας βρήκε και τους δυο ” ή να του πει “Τι να σου πω, βρε άνθρωπέ μου, κι εγώ τα ίδια βάσανα περνάω”… Ο καταδικασμένος δεν είναι την ίδια στιγμή και δικαστής, ακόμη κι αν το επάγγελμά του είναι “δικαστής” και το έγκλημά του συνδέεται με το επάγγελμά του (βλέπε “παραδικαστικό κύκλωμα” και “επίορκους δικαστές”): Η θέση που κατέχει κατά τη δίκη του είναι στο εδώλιο, όχι στην έδρα, ακόμη κι αν το έγκλημά του το διέπραξε όταν βρισκόταν στην έδρα…Σε κάθε κατάσταση και σε κάθε σύστημα, λοιπόν, ορισμένοι κανόνες καθορίζουν συμβολικές θέσεις και λειτουργίες. Και οι άνθρωποι που μετέχουν στην εν λόγω κατάσταση ή ανήκουν στο εν λόγω σύστημα χαρακτηρίζονται από ορισμένες συμβολικές ιδιότητες, κατέχουν καθορισμένες θέσεις και επιτελούν προσδιορισμένες λειτουργίες. Στο κατεξοχήν συμβολικά θεμελιωμένο σύστημα οικογένεια, αυστηροί κανόνες (με πρωταρχικές τις σχέσεις της συγγένειας και το ταμπού της αιμομιξίας), καθώς και λειτουργικές αναγκαιότητες και σκοπιμότητες (που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από κοινωνικές και πολιτισμικές συνθήκες και προβλέψεις) επισημαίνουν κάθε μέλος με ορισμένες ιδιότητες, το τοποθετούν σε καθορισμένη θέση και του υπαγορεύουν προσδιορισμένες λειτουργίες. Οι συμβολικές ιδιότητες, θέσεις και λειτουργίες των μελών μιας οικογένειας είναι ασύμμετρες. Χαρακτηρίζουν μονοσήμαντα κάθε μέλος και δεν μπορούν να του αφαιρεθούν, να μεταβιβαστούν σε κάποιο άλλο ή να ακυρωθούν μονομερώς: Αν κάτι τέτοιο επιχειρηθεί, η οικογενειακή δυσλειτουργία είναι αναπόφευκτη – όπως και οι συνέπειές της, που τις είδαμε.Στις σχέσεις γονέων και τέκνων, η ασυμμετρία είναι ολοφάνερη. Ας ρίξουμε μια γρήγορα ματιά στην περίπτωση του μικρού παιδιού: Μπορεί να μοιάζουν τα μαλλιά, τα μάτια, η μύτη και το στόμα και “το τούτο του” με τα μαλλιά, τη μύτη, τα μάτια και το στόμα και “το τούτο” του ενός ή του άλλου γονιού. Όμως, για τις τοπικές αυτές ομοιότητες, πόσες βιολογικές ασυμμετρίες: Στο ανάστημα, στο φύλο (ως προς τον ένα βιολογικό γονέα), στη φωνή, στη μυϊκή ισχύ… σε τόσα.Είναι λοιπόν χειροπιαστές οι βιολογικές ασυμμετρίες. Άλλο τόσο χειροπιαστές είναι, ωστόσο, και οι συμβολικές ασυμμετρίες, καθώς και οι συνέπειες και οι επιπτώσεις τους: Οι γονείς θα δώσουν το όνομά του στο παιδί, όχι το παιδί στους γονείς του. Οι γονείς έχουν την υποχρέωση να το φροντίζουν, σε κλίμα στοργής, σεβασμού και ασφάλειας, μέχρι να ενηλικιωθεί. Οι γονείς θα μεταδώσουν τη γλώσσα (τη μητρική γλώσσα) και τα θεμελιώδη στοιχεία του πολιτισμού στο παιδί, όχι το αντίστροφο. Το παιδί έχει την υποχρέωση να πάει στο σχολείο που θα επιλέξουν οι γονείς του σύμφωνα και με τους νόμους (π.χ. εννιάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση στη σημερινή Ελλάδα). Το παιδί έχει την υποχρέωση να σέβεται τους γονείς του. Σε θέματα κοινής ζωής, όπως οι ώρες φαγητού και ύπνου ή το ύψος των διαθέσιμων για το παιδί χρημάτων, οι γονείς έχουν την υποχρέωση να ακούσουν τη γνώμη, τις ευχές και τις προτιμήσεις του παιδιού τους, αλλά και να λάβουν εκείνοι την τελική απόφαση, στην οποία το παιδί υποχρεούται να εναρμονισθεί.Είναι προφανές ότι μιλάμε για οικογένειες όπου οι γονείς δεν είναι τόσο διαταραγμένοι ώστε οι απόψεις και οι αποφάσεις τους να είναι εντελώς παράλογες και άσχετες με τις πραγματικές ανάγκες και επιθυμίες του παιδιού τους. Σε τέτοιες “συνηθισμένες οικογένειες ”, λοιπόν, είναι φανερό ότι υπάρχουν και ότι σχεδόν σε κάθε περίπτωση εκδηλώνονται οι συστατικές ασυμμετρίες της πραγματικότητας – της βιολογικής και της συμβολικής. Λέω “σχεδόν σε κάθε περίσταση”, γιατί σε κάποιες οριακές στιγμές (κύρια, στο παιχνίδι και στις πλάκες) μπορεί να γίνουν και οι γονείς για λίγο “ξανά παιδιά” – και να παίζουν έτσι με το παιδί τους. Όμως, αν θέλουμε να ακριβολογήσουμε, ακόμη και σ’ αυτές τις ώρες που όλοι “κάνουν σαν παιδιά”, οι γονείς δεν παύουν, έστω και μόνο “παρασκηνιακά”, να έχουν και ασύμμετρες λειτουργίες: Την έγνοια τους για την ασφάλεια του παιδιού μέσα στο παιχνίδι, για την ακεραιότητα των επίπλων και των αντικειμένων, για την ώρα που θα σταματήσει το παιχνίδι…Μπορεί αυτές οι λειτουργίες των γονιών στο πλαίσιο του παιχνιδιού να καθίστανται κάπως “αφανείς”, να κρύβονται στο παρασκήνιο. Όμως, ακόμη και στο πλαίσιο του παιχνιδιού οι γονείς παραμένουν, σε κάποιες πλευρές τους, γονείς, επιφορτισμένοι με φροντίδες που είναι αδιανόητο να περιμένεις από το παιδί να τις αναλάβει: Ας φανταστούμε τι θα γίνει αν ο μικρός Αλέξανδρος ή η μικρή Ναταλία έχουν μόνοι εκείνοι την ευθύνη για το πώς, που, πότε και πόσο θα παίξουν με τους γονείς τους ή με τους συνομηλίκους τους…Οι δομικές ασυμμετρίες που χαρακτηρίζουν τις θέσεις, τις σχέσεις και τις λειτουργίες γονιών και παιδιών είναι, συνεπώς, πάντοτε παρούσες και ενεργές – ακόμη και όταν το προσκήνιο επιτρέπει την εντύπωση ότι έχουν μπει σε παρένθεση. Επειδή μάλιστα, εδώ και πολλά χρόνια, η Δυτική Ευρώπη πλήττεται από την τάση “γονείς φιλαράκια”, με δυσάρεστα αποτελέσματα, θέλω να πω μια απλή κουβέντα: Γονείς, από σας το παιδί σας δεν θέλει να του δώσετε “φιλαράκια”. Δεν περιμένει από τους γονείς του να καλύψουν και την ανάγκη του για φίλους και φιλία – να είναι, σα να λέμε, “διπλής όψεως”, και γονείς και φίλοι, άνθρωποι για όλες τις δουλειές. Ακριβέστερα, φίλους θα ψάξει και θα βρει τόσο πιο εύκολα και ουσιαστικά, όσο λιγότερο σφιχτός είναι ο εναγκαλισμός της οικογένειας. Δηλαδή, όσο πιο πολύ χώρο για φίλους του αφήνουν οι γονείς και τα άλλα μέλη της οικογένειάς του κι όσο πιο πολύ αισθάνεται το κάλεσμα για να ανοιχτεί στον κόσμο πέρα από την οικογένεια. Κι αν ακόμη προκύψει, ανάμεσα σε κάποιους γονείς και κάποια παιδιά, κάποιες στιγμές, μια πτυχή φιλίας, και πάλι αυτή η φιλία είναι ασύμμετρη. Αρκεί να αναλογιστούμε το εξής: ακόμη και αν το παιδί θέλει και μπορεί να σας εμπιστευθεί τα πάντα, εσείς δεν μπορείτε, ούτε και επιτρέπεται να μοιραστείτε μαζί του τα πάντα! Πως θα μοιραζόσαστε μαζί του, αλήθεια, τις οικονομικές κι επαγγελματικές σκοτούρες σας, τις οικογενειακές εντάσεις και συγκρούσεις, τις συναισθηματικές σας ταραχές και εμπλοκές; Το παιδί ούτε αντέχει να επωμισθεί τέτοια συναισθηματικά φορτία, ούτε έχει τον διανοητικό εξοπλισμό και την εμπειρία ώστε να συζητήσει τέτοια θέματα και να μοιραστεί τέτοια βάρη μαζί σας…Έτσι, λοιπόν, η ασυμμετρία της πραγματικότητας είναι το πρωταρχικό και απαράκαμπτο πλαίσιο της σχέσης γονιών-παιδιών ακόμη και στην πιο χαλαρή και άτυπη ώρα, όπως η ώρα του παιχνιδιού. Οπότε, καθόλου δεν είναι παράξενο ότι αυτή η ασυμμετρία καθορίζει τον χώρο και τον τρόπο που διαμορφώνονται, εξελίσσονται και εκδηλώνονται οι ιδιαιτερότητες του κάθε μέρους. Και μάλιστα είναι τόσο αποφασιστική η σημασία της, ώστε κάθε απόπειρα άρνησης, ακύρωσης, υπεκφυγής ή αλλοίωσης της θεμελιακής ασυμμετρίας μεταξύ γονιών και παιδιού να είναι η καταδικασμένη να αποτύχει ή επιζήμια έως και καταστροφική αν επιτύχει. (σελ. 42–47)
Με άλλα λόγια: Η μαθητεία στη ζωή και η εκμάθηση του κόσμου των ανθρώπων, η κατάκτηση των μυστικών του βίου (από την επιβίωση μέχρι το παιχνίδι, από το να μην πέσεις μέχρι το να απολαύσεις ένα παγωτό “αν φας όλο το φαγητό σου”…), το να γίνεις “άνθρωπος κι εσύ” περνάει μέσα από την εμπειρία του “Μη!”: Δεκάδες φορές, κάθε μέρα, κάποιος από τους μεγάλους θα σου πει ότι αυτό πονάει, αυτό δεν κάνει, εκείνο είναι επικίνδυνο, το άλλο δεν είναι δικό σου, δεν μιλάμε έτσι, δεν… μη… όχι… μετά… Αρνήσεις, αρνήσεις, αρνήσεις… καθημερινή διανοητική και συναισθηματική τροφή για το παιδί: Κάθε τόσο, το θέλω, το μ’ αρέσει και το έτσι σκοντάφτουν στο “Μη!”, στο “Όχι” και στο “Αλλιώς…” των μεγάλων.Κάποιες φορές, μπροστά σ’ ένα παιδί που κλαίει και μουτρώνει και φωνάζει ή σ’ έναν έφηβο που διαμαρτύρεται, θυμώνει, επιχειρηματολογεί ή απειλεί, ένας γονιός, που καλείται να του αρνηθεί κάτι, ταλαντεύεται. Τη μια φορά θυμάται την κουβέντα της γιαγιάς του παιδιού, “Μην το φαρμακώνεις το παιδί! Η ζωή έχει τόσες πίκρες να του δώσει αργότερα…”. Την άλλη δεν αντέχει να το βλέπει να στενοχωριέται. Την παρ’ άλλη προτιμά να του πει το παιδί “Τι καλός / τι καλή που είσαι!”, “Σ’ αγαπάω”, παρά να ακούσει το “Δεν μ’ αγαπάς”, “Είσαι κακός / είσαι κακιά!”, “Δεν σ’ αγαπάω!”. Ή είναι κουρασμένος και για να ξεμπερδεύουμε… Ή, πιο περίπλοκο αλλά όχι σπάνιο, σκέφτεται ότι το παιδί θα τρέξει στον άλλον, θα του παραπονεθεί – κι ο άλλος θα του δώσει αυτό που θέλει το παιδί ή και θα ’ρθει να τσακωθεί μαζί του…

Οι παραλλαγές σ’ αυτό το θέμα είναι πλήθος. Όμως, ο πυρήνας της κατάστασης είναι πολύ απλός: Ο γονιός, για δικούς του λόγους, φοβάται να πει “Μη!” και “Όχι” στο παιδί του. Ξέρει ότι το σωστό είναι να αρνηθεί. Όμως, φοβάται να το κάνει. Φοβάται να υποστηρίξει την άρνησή του, με λόγια και με πράξεις. Φοβάται να εκφράσει την αντίθεσή του, με ή χωρίς πλήρη αιτιολογία. Φοβάται ότι ίσως δεν πρέπει ν’ αρνηθεί, για ν’ αποφύγει να εμπλακεί σε κουβέντες, εντάσεις, συγκρούσεις. Φοβάται ότι δεν μπορεί να υποστηρίξει, συναισθηματικά και πρακτικά, την άρνησή του… Μέχρι που φτάνει κάποιες φορές να φοβάται και να σκεφτεί ακόμη ότι εδώ πρέπει να πει “Μη!” – κι αφήνει να τον κυβερνά και να τον οδηγεί ο δικός του φόβος… και οι απαιτήσεις, οι γκρίνιες ή το χαμόγελο του παιδιού…
Όμως, το παιδί δεν είναι χαζό. Γρήγορα αντιλαμβάνεται, από την εμπειρία του την ίδια, ότι η άρνηση του άλλου είναι κομμάτι της ζωής – δυσάρεστο ή εκνευριστικό, όμως αναπόφευκτο. Αυτή τη γνώση τι μπορεί να την κάνει; Πρώτη δυνατότητα, να προσπαθήσει να την παρακάμψει, πιέζοντας τους άλλους με γοητεία και απειλή ή κοροϊδεύοντας τον εαυτό του με φαντασίες και στρουθοκαμηλισμούς: Αργά ή γρήγορα, σε συνήθεις οικογένειες και καταστάσεις, θα σπάσει τα μούτρα του, θ’ ακούσει κάποιες εξηγήσεις και θα διαπιστώσει ότι αυτή η τακτική της απόλυτης αυταπάτης δεν οδηγεί πουθενά. Δεύτερη λύση, προσπαθεί να παζαρέψει, “Εντάξει, μη μου κάνεις αυτό το χατίρι – όμως, θα μου κάνεις ένα άλλο;”: Αποδέχεται τη λογική της άρνησης αναζητώντας ή παρηγοριές ή κάποιο χρύσωμα στα χάπι – στην ουσία, περισώζοντας κάποιες αυταπάτες (συχνά ανώδυνες). Τρίτη στάση, ζορίζεται και δυσαρεστείται, αλλά αποκτά μια πιο λειτουργική και ρεαλιστική αντίληψη για τον κόσμο, τους άλλους και τον εαυτό του: Οπότε αποχαιρετά κάποια αυταπάτη (μικρή ή μεγάλη) και ψάχνει να βρει τρόπους να εντοπίσει ή να επινοήσει εναλλακτικές πηγές ικανοποίησης, πιο ταιριαστές με τη λογική των πραγμάτων.
Είναι φανερό ότι, βλέποντας το θέμα με τη λογική, η τρίτη επιλογή (αποχαιρετισμός στην αυταπάτη) έχει πολλά πλεονεκτήματα. Η πρώτη επιλογή (οχύρωση στην αυταπάτη) έχει μόνο μειονεκτήματα. Και η δεύτερη (διάσωση στοιχείων αυταπάτης) είναι ανάμικτη. Σ’ αυτό το πλαίσιο, ο γονιός μπορεί να σταθεί σταθερά και με λόγια απλά και στρογγυλά να μιλήσει στο παιδί του με τη γλώσσα που εκείνο καταλαβαίνει. Εξηγώντας του ότι το να του πει “Μη!” και “Όχι” δεν σημαίνει “Δεν σ’ αγαπάω”, αλλά εξαρτάται από δύο παράγοντες: Από τους κανόνες του παιχνιδιού και από τις περιστάσεις.
Ιδού λοιπόν ποια είναι η παλέτα με την οποία το παιδί ζωγραφίζει και η μεζούρα με την οποία το παιδί μετρά κι αξιολογεί τους γονείς του. Αποτελείται από τρεις θετικές και τρεις αρνητικές θεμελιώδεις ιδιότητες. Οι θετικές θεμελιώδεις ιδιότητες είναι: Αίσθηση άχρονης παρουσίας, απόλυτη υπαρξιακή κατάφαση, άφοβο “Μη!” και “Όχι”. Ενώ οι αρνητικές θεμελιώδεις ιδιότητες είναι: Απουσία και αποξένωση, υπαρξιακή παραγνώριση, οικογενειακή ακυβερνησία. Με αυτά τα κριτήρια το παιδί σκιαγραφεί και τους γονείς του (τις καλές και τις κακές πλευρές τους) και τον κόσμο που προκύπτει σύμφωνα με την αναλογία θετικών και αρνητικών πλευρών των γονιών του. Ένας αρκετά καλός γονιός δεν χρειάζεται ποτέ να είναι τέλειος. Ένας επαρκής γονιός είναι εκείνος, που λειτουργεί με οδηγό του τα βασικά. Κι όταν βρίσκεται σε αμηχανία, κατά κανόνα δεν είναι ανάγκη να χάνεται ακόμη πιο πολύ σε υπερ-περίπλοκες ερμηνείες, ψυχολογίες, ιδεολογίες, φιλοσοφίες… Ας ξεκινήσει κι ας πιάσει το θέμα με οδηγό του τα βασικά. Που είναι:

Παρουσία με συναισθήματα, λόγο και παράδειγμα
Σεβασμός στους άλλους και απαίτηση σεβασμού προς τον ίδιο
Αναγνώριση της ασυμμετρίας της πραγματικότητας
Ο καθένας στη θέση του Παίζουμε με κανόνες
Οι γονείς εγγυώνται και επιβάλλουν τους κανόνες
Απλότητα, αμεσότητα, στρογγυλές κουβέντες
Με μια κουβέντα: Στο μέτρο που η στάση των γονιών παρέχει αγάπη και κανόνες , το παιδί θα συγκροτηθεί και θα ζει με αγάπη και ισορροπία. Αν δεν γίνεται σεβαστή αυτή η ύψιστη αρχή –αγάπη και κανόνες– τότε αρχίζουν, στρεβλώσεις, εντάσεις, συγκρούσεις, ανισορροπίες και μια απέραντη, κενή φλυαρία, που ούτε φωτίζει την κατάσταση, ούτε την εξισορροπεί. Γιατί, σε τέτοια θέματα όλως ιδιαιτέρως, τα πολλά τα λόγια είναι φτώχεια: Σκέτη αγάπη μπορεί να οδηγήσει σ’ ένα ακυβέρνητο πνιγηρό κουβάρι. Σκέτοι κανόνες ισοδυναμούν με άψυχη πειθαρχική μηχανή. Ούτε αγάπη ούτε κανόνες σημαίνει τίποτε, πουθενά, θάνατος. Αγάπη και κανόνες σημαίνει τα ουσιώδη που τρέφουν και στηρίζουν τη ζωή. 
Περισσότερα για τη δραστηριότητα του Νίκου Σιδέρη στην ιστοσελίδα του  http://www.siderman.gr/

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2009

ΣΟΦΙΣΤΕΣ οι συκοφαντημένοι στοχαστές. Εκτενής αναφορά της ομιλίας.


Ικανοποιούμε την παράκληση πολλών φίλων μας και παρουσιάζουμε ορισμένες από τις θέσεις  που ανέπτυξε (με συμπληρωματική αναφορά στο θέμα της συκοφάντησης των σοφιστών εκ μέρους του Πλάτωνα) στην εκδήλωση της Δευτέρας 2 -11 - 09 στο βιβλιοπωλείο μας με θέμα "Σοφιστές οι συκοφαντημένοι στοχαστές" ο δρ Φιλοσοφίας, συγγραφέας Γιώργος Ν. Οικονόμου.

ΣΟΦΙΣΤΕΣ OI ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΜΕΝΟΙ ΣΤΟΧΑΣΤΕΣ
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο Πλάτων είναι από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους όλων των εποχών. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να δεχθούμε ό, τι έχει γράψει χωρίς συζήτηση και κριτική ως μοναδική και ιερή αλήθεια. Αν ήταν έτσι τότε η φιλοσοφία θα είχε σταματήσει στον Πλάτωνα και δεν θα είχε υπάρξει ο Αριστοτέλης, ο Επίκουρος, οι στωικοί, οι σκεπτικοί ούτε οι φιλόσοφοι των Νέων Χρόνων, οι μετέπειτα και οι σημερινοί. Αυτό που έχει σημασία στο χώρο της φιλοσοφίας είναι τα ερωτήματα, η κριτική, η αμφισβήτηση και η προσπάθεια τεκμηρίωσης των απόψεων με έλλογα επιχειρήματα και νηφάλια σκέψη. Αυτό έχουν κάνει πολλοί όταν μελετούν τόσο τον Πλάτωνα όσο και τους άλλους φιλοσόφους. Η παρούσα κριτική δεν αμφισβητεί την αξία του μεγάλου φιλοσόφου αλλά προσπαθεί να αποκαταστήσει ένα ιστορικό ατόπημα εκ μέρους του Πλάτωνα και να αποδώσει δικαιοσύνη σε μία κατηγορία στοχαστών γνωστών με το όνομα «σοφιστές».
Το ζήτημα είναι πολύ σημαντικό διότι ένα από τα πιο αξιοσημείωτα γεγονότα στην ιστορία της σοφιστικής σκέψεως είναι οι επιθέσεις του Πλάτωνα εναντίον της, οι οποίες φθάνουν μέχρι τη συκοφάντηση. Πράγμα που έχουν επισημάνει πολλοί ερευνητές, όπως ο G. Romeyer Dherbey που σημειώνει ότι η πλατωνική και αριστοτελική παράδοση κατάφερε να δημιουργήσει τους «καταραμένους στοχαστές», ακριβώς όπως υπάρχουν οι καταραμένοι ποιητές. Γράφει χαρακτηριστικώς ότι «το ίδιο το όνομα του ‘σοφιστή’, που σημαίνει ‘σοφός’, αποσπασμένο από την αρχική σημασία του, έγινε συνώνυμο του δασκάλου της ψευδούς γνώσεως, που επιδιώκει την απάτη, χρησιμοποιώντας προς τούτο ευρέως τον παραλογισμό».(1) 

Επίσης ο Θ. Βέικος σημειώνει: «Είναι χαρακτηριστικό ότι η πιο γνωστή και πιο διαδεδομένη εικόνα των σοφιστών οφείλεται στη μαρτυρία των εχθρών τους, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Έτσι δεν είναι παράξενο που η εικόνα των σοφιστών παρουσιάστηκε αλλοιωμένη, παραποιημένη και κακογραμμένη. Αν ο Πλάτων, ιδιαίτερα, που ήταν σφδρός πολέμιος των σοφιστών, αποτελή την κύρια πηγή μας γι’ αυτούς, αυτό βέβαια σημαίνει ότι πρέπει να είναι κανείς πολύ προσεκτικός στη μαρτυρία του. Διότι είναι πολύ φυσικό να βλέπη ο Πλάτων τους αντιπάλους του μέσα από τα δικά του μάτια και να μεροληπτή όσον αφορά την ακριβή μετάδοση των ιδεών τους».(2)
Ενώ στον υπόλοιπο κόσμο πριν από πολλές δεκαετίες οι Σοφιστές είχαν αποκατασταθεί και βρει τη θέση τους στην ιστορία της φιλοσοφίας, αντιθέτως στην τριτοκοσμική από όλες τις απόψεις Ελλάδα θεωρούνταν μέχρι πριν από λίγα χρόνια αυτό που κατόρθωσαν να επιβάλλουν επί αιώνες οι πλατωνικές και αριστοτελικές διαστρεβλώσεις. Ο Β. Κύρκος σημειώνει σχετικώς: «Οι παλαιότεροι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι της Φιλοσοφίας συνέχιζαν την πλατωνική αντιμετώπιση της σοφιστικής, ουσιαστικά δηλ. ήταν δέσμιοι των αντιλήψεων του Πλάτωνα και της πολεμικής του εναντίον των σοφιστών. Έτσι οι γενεές των μορφωμένων Ελλήνων, και κυρίως οι εκπαιδευτικοί, έμειναν με την εντύπωση ότι η σοφιστική και οι σοφιστές σημαίνουν άρνηση και εκφαύλιση του φιλοσοφικού λόγου, όπως περίπου τους είδε ο Πλάτων. Άλλωστε οι πλατωνικοί διάλογοι που διδάσκονταν στα σχολεία αυτή την αντίληψη συντηρούσαν».(3) 

Αναφέρω ενδεικτικώς ορισμένα χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιων καθηγητών που συνετέλεσαν στην εδραίωση της πλατωνικής-αριστοτελικής απαξίωσης των Σοφιστών. Ο Κ. Τσάτσος γράφει: «Η σοφιστική έγινε το δηλητήριο της ελληνικης κοινωνίας και, καθώς σιγά-σιγά διοχετεύθηκε σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής, μπορούμε να πούμε πως αυτή έγινε η κύρια πνευματική αιτία που οδήγησε στην κατάρρευση τον αρχαίο ελληνικό κόσμο». Επίσης: «η σοφιστική σκέψη, ακόμα και στην καλύτερη της έκφανση, έχει στα ίδια τα πνευματικά της θεμέλια κάτι χαλασμένο».(4) Ιδια απαξίωση των Σοφιστών από τον ένθερμο υποστηρικτή του Πλάτωνα τον Ι. Θεοδωρακόπουλο, σύμφωνα με τον οποίο η σοφιστική εξάρθρωσε «τα δεσίματα και τα δυναμάρια που κρατάνε την οικοδομή του λόγου», συνετέλεσε στην καταστροφή του λόγου, «εσκυβάλισε» την αλήθεια και όλες τις αξίες της ζωής.(5) Ο Κ. Γεωργούλης κινείται στο ίδιο κλίμα: «παρ’ όλας τας αναμφισβητήτους υπηρεσίας τας οποίας προσέφερον δια την ανάπτυξιν της επιστήμης και δια την διαμόρφωσιν της διδακτικής τεχνικής, εν τω συνόλω των αποτέλεσαν αρνητικόν παράγοντα ως προς την ευδοκίμησιν του αρχαίου ελληνισμού».(6) Για τον Ε. Μουτσόπουλο ο λόγος κινδυνεύει εξ αιτίας του Πρωταγόρα και των άλλων Σοφιστών.(7) Επίσης ο Δ. Δημητράκος (8)και ο Κ. Κατσιμάνης (9) απορρίπτουν και απαξιώνουν πλήρως τη σοφιστική και εξιδανικεύουν τον Σωκράτη. Από την άλλη, απάντηση σε αυτή την αντισοφιστική χορεία αποτέλεσαν ο Π. Λεκατσάς, ο Χ. Θεοδωρίδης, ο Θ. Βέικος, ο Β. Κύρκος, η Γ. Αλατζόγλου-Θέμελη και άλλοι νεώτεροι.
Στη συνέχεια αναφέρομαι κυρίως στη στάση του Πλάτωνα έναντι των Σοφιστών και όχι τόσο στις θέσεις και αντιλήψεις των Σοφιστών.(10) 

Ο Πλάτων στα περισσότερα έργα του, όχι μόνο σε αυτά που αναφέρονται ρητώς σε κάποιον σοφιστή (Ιππίας ελάσσων, Ιππία μείζων, Ευθύδημος, Πρωταγόρας, Μένων, Γοργίας, Σοφιστής), αλλά και στα υπόλοιπα λ.χ. Πολιτεία, Νόμοι, προβαίνει στην απαξίωση της σοφιστικής. Σημειωτέον ότι τα περισσότερα έργα του Πλάτωνα αναφέρονται και διαδραματίζονται στον 5ο αιώνα, με κύρια πρόσωπα που τα περισσότερα, εκτός του Σωκράτη, δεν γνώρισε προσωπικώς ο ίδιος. Συνεπώς οι διάλογοι με τα πρόσωπα αυτά είναι σχεδόν επινοημένοι και σκηνοθετημένοι από τον ίδιο τον Πλάτωνα και λίγη σχέση έχουν με την πραγματικότητα. Αυτό σημαίνει ότι η «ζωντανή» δραματική ατμόσφαιρα των διαλόγων χρησιμοποιείται από τον μεγάλο φιλόσοφο για απαξίωση των Σοφιστών, και έχει ως αποτέλεσμα να στρέφει τον αναγνώστη εναντίον τους, κατ’ αρχάς συναισθηματικώς και μετά τα φιλοσοφικώς.
Αντιθέτως ο Σωκράτης, ο συνήθης συνομιλητής τους και αντίπαλός τους, παρουσιάζεται πάντοτε με τα καλύτερα χρώματα, άψογος, ήρεμος, διαλεκτικός και κερδίζει αβίαστα τη συμπάθεια, τη συγκατάθεση και τη συναίνεση του αναγνώστη. Όλες οι εικόνες του Σωκράτη είναι θετικές, ηθικώς και φιλοσοφικώς. Ο Σωκράτης είναι το αδιαμφισβήτητο πρόσωπο των περισσότερων πλατωνικών διαλόγων που κυριαρχεί και οδηγεί σε αδιέξοδο τους συνομιλητές του, που έχει πάντα το δίκαιο και το σωστό με το μέρος του.
Τα έλλογα επιχειρήματα του Πλάτωνα κατά των σοφιστικών θέσεων, πέρα από τη φιλοσοφική τους αξία στην ιστορία της φιλοσοφίας, ουσιαστικώς δεν πείθουν. δεν πείθουν για πολλούς και διαφόρους λόγους. Κατ’ αρχάς διότι προσπαθούν να υποστηρίξουν πράγματα παράλογα από λογικής απόψεως ή που καταφανώς συγκρούονται με το κοινό αίσθημα. Λ.χ. στον Πρωταγόρα ο Σωκράτης ταυτίζει τις αρετές σοφία, ανδρεία, δικαιοσύνη, οσιότητα και σωφροσύνη, ενώ στον Ιππία μείζονα αφ’ ενός ταυτίζει τον αληθή και ψευδή άνθρωπο και αφ’ ετέρου υποστηρίζει ότι όποιος διαπράττει κάποιο σφάλμα εκουσίως είναι καλύτερος από αυτόν που σφάλλει ακουσίως. Εδώ ο Σωκράτης χρησιμοποιεί αυτό που ο ίδιος κατηγορεί στους άλλους, το σόφισμα.
Την αδυναμία πειθούς τη διαισθάνεται ίσως και ο ίδιος ο Πλάτων, και γι’ αυτό καταφεύγει στη συναισθηματική και δραματική απαξίωση των αντιπάλων του. Άλλωστε και στη σύνολη φιλοσοφία του τελικώς καταφεύγει στα απόλυτα και έσχατα μέσα της μεταφυσικής και της θεολογίας, δηλαδή σε μέσα μή ελέγξιμα από τα εργαλεία του λόγου και της έλλογης επιχειρηματολογίας, σε μέσα μη υποκείμενα στον κοινό λόγο της κοινότητας και της πραγματικότητας.
Στα επόμενα θα αναφερθούν μερικές περιπτώσεις από τα πλατωνικά έργα στα οποία η προσπάθεια απαξίωσης και συκοφάντησης των Σοφιστών είναι εμφανής. Φυσικά, δεν αναφέρομαι στο γεγονός ότι ο Πλάτων διαφωνεί με θέσεις των Σοφιστών, που είναι θεμιτό και ανθρώπινο, ούτε το ότι προσπαθεί να επιχειρηματολογήσει που είναι αναμενόμενο και επιβεβλημένο, αλλά αναφέρομαι τόσο στη αρνητική δραματουργική εικόνα των Σοφιστών στα έργα του όσο και στις απαξιωτικές εκφράσεις του, που αποβλέπουν στην ηθική απαξίωση και φιλοσοφική συκοφάντησή τους.

Η αρνητική δραματουργική εικόνα των σοφιστών στους πλατωνικούς διαλόγους

Οι εικόνες των Σοφιστών στα πλατωνικά έργα είναι σχεδόν όλες απαξιωτικές, τους παρουσιάζει ότι είναι με το μέρος της αδικίας, του λάθους, της αντίφασης, του ψεύδους. Μερικά παραδείγματα.
Ο σοφιστής Πρωταγόρας στον ομότιτλο διάλογο του Πλάτωνα παρουσιάζεται να ενοχλείται από τη διαδικασία των ερωτημάτων του Σωκράτη και να αγριεύει ενώ ο Σωκράτης είναι γλυκός και ήρεμος (334a).
Όταν διακόπτεται η συζήτηση ο Σωκράτης, που θέτει τις ερωτήσεις στον Πρωταγόρα ο οποίος είναι υποχρεωμένος να απαντά, λέει ότι: «Τότε κατάλαβα ότι δεν έμεινε (ο Πρωταγόρας) ικανοποιημένος από τον εαυτό του για τις προηγούμενες απαντήσεις του και δεν θα δεχθεί πρόθυμα να συνεχίσει τη συζήτηση απαντώντας σε ερωτήσεις» (335b). Σε άλλο σημείο ο Σωκράτης λέει ότι «Από τα λόγια του Αλκιβιάδη και τις παρακλήσεις του Καλλία και όλης σχεδόν της συντροφιάς μου φαίνεται ότι ντράπηκε ο Πρωταγόρας, αποφάσισε λοιπόν, απρόθυμα, να συνεχίσει τη συζήτηση» (348c).

Ο σοφιστής Γοργίας στον ομότιτλο διάλογο παρουσιάζεται να πέφτει σε αντίφαση κάτω από τις καταιγιστικές ερωτήσεις του Σωκράτη, και να αποχωρεί με ντροπή (461a). Ο Σωκράτης συνεχίζει τη συζήτηση με τον μαθητή του Γοργία Πώλο για να απαξιώσει έτι περαιτέρω τη ρητορική. Στη συνέχεια ο Σωκράτης συζητεί με τον πολιτικό Καλλικλή, ο οποίος δεν αναφέρεται από καμία άλλη πηγή. Όπως δέχονται οι ερευνητές ο Πλάτων κατασκευάζει, επινοεί, τον Καλλικλή για να οδηγήσει τη συζήτηση εκεί που θέλει. Πράγματι του αποδίδει τη θέση ότι το δίκαιο που επιβάλλει η φύση είναι ο καλύτερος να έχει περισσότερα από τον χειρότερο, και ο δυνατώτερος από τον αδυνατώτερο (483δ). Είναι το δόγμα για το δίκαιο του ισχυροτέρου, το οποίο αναδιατυπώνει πιο κάτω ως εξής: το κατά φύσιν δίκαιο είναι να λαμβάνει ο ισχυρότερος με βίαιο τρόπο τα πράγματα των ασθενεστέρων, να ηγεμονεύει ο καλύτερος επί των χειροτέρων (488b). Ο Καλλικλής με τη θεωρία του αυτή, βασισμένη στη φύση, γίνεται υπέρμαχος της βίας, της εξουσίας του ισχυροτέρου και της τυραννίδος. Γίνεται ο προάγγελος του υπερανθρώπου του Νίτσε (483e-484b). Στο πρόσωπο του επινοημένου κυνικού Καλλικλή ο Πλάτων δυσφημεί τους σοφιστές υποστηρικτές του φυσικού δικαίου, όπως ο Ιππίας, ο Αντιφών, ο Αλκιδάμας, οι οποίοι ευνοούν εξισωτικές αντιλήψεις και όχι μόνο δεν ταυτίζονται με τις θέσεις του πλατωνικού Καλλικλή αλλά βρίσκονται στον αντίποδά τους.
Ας σημειωθεί ότι ο P. Vidal- Naquet θεωρεί ότι ο Καλλικλής είναι μία καρικατούρα του Περικλή φιλοτεχνημένη από τον Πλάτωνα. Ο σκοπός του Αθηναίου φιλοσόφου ήταν να δυσφημήσει ταυτοχρόνως και τη σοφιστική και τον μεγάλο πολιτικό Περικλή, τον κύριο συντελεστή του αθηναϊκού μεγαλείου. Μάλλον ο Πλάτων πέτυχε τον σκοπό του αν κρίνουμε από το γεγονός ότι πολλοί μελετητές θεωρούν τον Καλλικλή αφ’ ενός σοφιστή, ενώ δεν είναι παρά ένας πολιτικός, και αφ’ ετέρου αντιπρόσωπο ενός φυσικού δικαίου που πρεσβεύει την ανισότητα, ενώ δεν υπάρχει τέτοια αντίληψη στους Σοφιστές.
Ο σοφιστής Θρασύμαχος στο πρώτο βιβλίο της Πολιτείας (336b) εισάγεται από τον Πλάτωνα στη συζήτηση με τον εξής αρνητικό τρόπο (μιλάει ο Σωκράτης): «Όση ώρα συζητούσαμε ο Θρασύμαχος επανειλημμένα επιχείρησε να πάρει τον λόγο, δεν τον άφηναν όμως οι διπλανοί του, που ήθελαν να ακούσουν το επιχείρημα ως το τέλος. όταν όμως κάναμε μια παύση (...) εκείνος δεν ηρεμούσε αλλά μαζεύτηκε και σαν θηρίο χύμηξε καταπάνω μας να μας κατασπαράξει. Από τον τρόμο μας εγώ και ο Πολέμαρχος τα χρειαστήκαμε. κι εκείνος, βάζοντάς μας τις φωνές μπροστά σε όλους είπε, Τι φλυαρία είναι αυτή που σας δέρνει τόσην ώρα, Σωκράτη; Και τι ανοησία αυτές οι υποχωρήσεις – όλο ευγένεια – του ενός προς τον άλλον».
Ο Πλάτων παρουσιάζει τη θέση που εκφράζει ο Θρασύμαχος ώς ένα Δέον ενώ δεν είναι. Ο Θρασύμαχος εκφράζει μία διαπίστωση: «αυτό που ισχύει ως δίκαιο σε κάθε κοινωνία είναι το συμφέρον του ισχυροτέρου». Όπως όμως δέχονται πια οι ερευνητές ο Θρασύμαχος δεν είναι υπέρ αυτής της αντίληψης, πράγμα που φαίνεται από άλλα αποσπάσματά του που έχουν διασωθεί.(11) Άρα ο Πλάτων τον διαστρεβλώνει και η διαστρέβλωση αυτή είχε ως συνέπεια πολλοί να εντάσσουν τον Θρασύμαχο στην άποψη ή στη σχολή του επινοημένου Καλλικλή.

Απαξιωτικές εκφράσεις κατά των σοφιστών

Οι απαξιωτικές εκφράσεις και οι μειωτικοί χαρακτηρισμοί κατά των Σοφιστών είναι αρκετές στα πλατωνικά έργα. Αναφέρω μερικές:

Στον Ευθύδημο. Όλος ο διάλογος είναι μία απαξίωση της σοφιστικής, στο πρόσωπο δύο αγνώστων και δευτερευόντων Σοφιστών του Ευθύδημου και του Διονυσόδωρου.
Στον Μένωνα 91b-92a, όπου στη συζήτηση μεταξύ Άνυτου και Σωκράτη αναφέρεται ότι οι Σοφιστές διαφθείρουν τους νέους και είναι σκέτη συμφορά και καταστροφή σε όσους τους πλησιάζουν (91c), ότι εξαπατούν και διαφθείρουν ενσυνειδήτως τους νέους (92a) και ότι ο Πρωταγόρας διέφθειρε τους μαθητές του και τους παρέδιδε στην κοινωνία χειρότερους από ό,τι τους παρελάμβανε για περισσότερο από σαράντα χρόνια (91e). Επίσης αυτοί που πληρώνουν τους Σοφιστές για να ακούσουν τη διδασκαλία τους χαρακτηρίζονται παράφρονες (μαίνεσθαι). Αλλά ακόμη πιο πολύ παράφρονες χαρακτηρίζονται οι πόλεις που δίνουν την άδεια εισόδου στους σοφιστές και αρνούνται να τους απελάσουν (92b).
Στον Πρωταγόρα 312a4-7: «Και εσύ, για όνομα των θεών, δεν θα ντρεπόσουν να παρουσιασθείς στους Έλληνες ως σοφιστής; - Μα τον Δία, ναι Σωκράτη». Επίσης Πρωταγόρας 338a: παρουσιάζει τον Πρωταγόρα ως κάποιον που απλώνει στον άνεμο όλα τα πανιά του και χύνεται σε πέλαγα απεραντολογίας, χάνοντας από τα μάτια του τη στεριά.
Στην Πολιτεία 6, 493a κατηγορεί τους Σοφιστές ότι πληρώνονται για να διδάσκουν τις γνώμες των πολλών, αυτά που πιστεύουν οι πολλοί όταν συνεδριάζουν, και τα ονομάζουν σοφία, ενώ δεν έχουν ιδέα ποιο είναι το καλό ή το αισχρό, το αγαθό ή το κακό, το δίκαιο ή το άδικο.
Στον Πολιτικό 291c έχει την έκφραση «τον μεγαλύτερο απαταιώνα από όλους τους σοφιστές, και τον πιο έμπειρο στην τέχνη της απάτης».
Στον Θεαίτητο 161c: αποκαλεί τον Πρωταγόρα δημαγωγό («δημούμενον λέγειν»).
Στον Σοφιστή. Το ζήτημα με το οποίο ασχολείται ο διάλογος αυτός είναι ο ορισμός του Σοφιστή γενικώς. Τον κατατάσσει σε διάφορες κατηγορίες: πλαστογράφο, απατεώνα, λαοπλάνο, κ.ά και καταλήγει με τη θέση ότι ο Σοφιστής δεν κατέχει την αλήθεια αλλά κάποια φαινομενική γνώση (τη δόξα), δηλαδή την απλή γνώμη (268d).
Στους Nόμους 10, 890α: Οι Σοφιστές παρουσιάζονται ως αυτοί που «διδάσκουν τους νέους ότι το δίκαιο είναι εκείνο που επιβάλλει κανείς όταν νικά κάποιον με τη βία. Γι’ αυτό η ασέβεια κατακλύζει τη νεολαία μας, αφού δεν υπάρχουν θεοί τέτοιοι, που μας διατάζει ο νόμος να πιστεύουμε πως πρέπει να είναι. Γι’ αυτό ξεσπούν και οι επαναστάσεις...».
Συνεπώς, όπως φαίνεται από τους ανωτέρω χαρακτηρισμούς, η αντιμετώπιση της σοφιστικής δεν μπορεί να θεωρηθεί έντιμη και αντικειμενική. Αντιθέτως, είναι εμφανώς πολεμική και προκατειλημμένη, και σκοπό έχει να μειώσει γενικώς τη σοφιστική, χωρίς ουσιαστικά επιχειρήματα. Αυτό ονομάζεται συκοφάντηση.

Ο Πλάτων με τους αντιπάλους του εν γένει δεν είναι γαλαντόμος, πράγμα που φαίνεται και στην αντιμετώπιση του μεγάλου στοχαστή Δημοκρίτου. Δεν υπάρχει η παραμικρή νύξη γι’ αυτόν και τις απόψεις του σε όλο το πλατωνικό έργο. Ενώ σε αυτό βρίσκει κανείς πολλούς φιλοσόφους μικρούς και μεγάλους, και ποικίλα άλλα πρόσωπα ή απόψεις, εν τούτοις δεν υπάρχει ούτε κάν το όνομα του μεγάλου Αβδηρίτη σοφού. Πώς μπορεί να χαρακτηρισθεί αυτή η damnatio memoriae (καταδίκη μνήμης, καταδίκη στη σιωπή) εις βάρος του Δημοκρίτου - που επισημαίνει ο Κ. Καστοριάδης;

Δεν θα αναφερθώ στη στάση του Ξενοφώντα, του Ισοκράτη και του Αριστοτέλη έναντι των Σοφιστών, διότι το κείμενο θα μεγάλωνε αρκετά πιο πολύ. Πολύ σύντομα αναφέρω για τον Αριστοτέλη ότι και αυτός, ακολουθώντας τον δάσκαλό του τον Πλάτωνα, συντελεί στην απαξίωση των Σοφιστών. Αναφέρω ενδεικτικώς δύο στοιχεία. Κατ’ αρχάς αποκλείει τους Σοφιστές από την ιστορία της φιλοσοφίας που έχει στο πρώτο βιβλίο των Μετά τα φυσικά.(12) Αυτό σημαίνει ότι δεν τους θεωρεί φιλοσόφους όπως ρητώς άλλωστε αναγνωρίζει στο έργο του Περί σοφιστικών ελέγχων Ι, 165a21: «η σοφιστική είναι φαινομενική σοφία και όχι πραγματική, και ο Σοφιστής είναι αυτός που πλουτίζει από φαινομενική σοφία και όχι ουσιαστική». Ομοίως στα Τοπικά Ι, 100b21.

Συκοφάντηση των Αθηναίων πολιτικών, του αθηναϊκού δήμου και της δημοκρατίας

Η συκοφάντηση των Σοφιστών δεν είναι η μόνη. Ο Πλάτων έχει και άλλους ομολογημένους αντιπάλους τους οποίους μεταχειρίζεται ανάλογα με τους Σοφιστές. Τα βέλη του στρέφονται κατά του δήμου, κατά της δημοκρατίας και κατά των πολιτικών ανδρών, όχι των υποτιθέμενων δημαγωγών, αλλά των σημαντικών πολιτικών που συνέβαλαν στην ακμή και το μεγαλείο της Αθήνας. Κατά τον Πλάτωνα όλοι οι σημαντικοί Αθηναίοι πολιτικοί άνδρες δεν έκαναν καλύτερους τους πολίτες. ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης, ο Περικλής, ο Θουκυδίδης ο Μελησίου απέτυχαν στη μετάδοση της αρετής (Μένων 93a-94c).

Επίσης στον Γοργία (515c-d, 516d-e) καταφέρεται κατά των Αθηναίων πολιτικών: Περικλή, Κίμωνα, Μιλτιάδη, Θεμιστοκλή. Για τον Περικλή λέει ότι έκανε τους Αθηναίους «οκνούς και δειλούς, φλύαρους και φιλάργυρους επειδή εισήγαγε τη μισθοφορία των αξιωμάτων» (515e). Και καταλήγει για την πολιτική ζωή των Αθηνών με την εξής συκοφαντική άποψη: «δεν ξέρουμε κανέναν σε ετούτη την πόλη που να έχει αναδειχθεί άξιος στα πολιτικά» (517a). Ο Πλάτων δηλαδή έχει στόχο όχι περιφερειακές ή δευτερεύουσες προσωπικότητες, αλλά την ίδια τη καρδιά της δημοκρατίας. Μισεί τη δημοκρατία, δεν το κρύβει, το τονίζει σε κάθε ευκαιρία και προσπαθεί να την απαξιώσει με κάθε μέσον, όπως φαίνεται σε αρκετά έργα του και κυρίως στο όγδοο βιβλίο της Πολιτείας. Γι‘ αυτό και στρέφεται εναντίον των Σοφιστών και προσπαθεί να τους συκοφαντήσει, διότι τους θεωρεί υποστηρικτές των πολλών και του δήμου, υπέρμαχους της ελευθερίας, της ισότητας και της δημοκρατίας.(13) 

Εκτός αυτών των διαστρεβλώσεων και των συκοφαντιών ο Πλάτων προβαίνει και σε πλαστογράφηση της ιστορίας. Ο Κ. Καστοριάδης γράφει: «Ο Πλάτων πλαστογραφεί ενσυνειδήτως την ιστορία, είναι ο πρώτος επινοητής των σταλινικών μεθόδων σε αυτόν τον χώρο. Εάν γνωρίζαμε την ιστορία των Αθηνών μόνο από τον Πλάτωνα (Γ΄ βιβλίο των Νόμων) θα αγνοούσαμε τη ναυμαχία της Σαλαμίνος, τη νίκη του Θεμιστοκλή και του ελεεινού αυτού δήμου των κωπηλατών».(14) Ο Κ. Καστοριάδης στο εξαίρετο βιβλίο του Ο Πολιτικός του Πλάτωνα (μτφ. Ζ. Καστοριάδη, Πόλις, Αθήνα, 2001) αποδεικνύει τα ποικίλα πλάγια και αθέμιτα μέσα που μεταχειρίζεται ο Πλάτων για να απαξιώσει το συνομιλητή του, τις αντίπαλες απόψεις και τη δημοκρατία. Αποδεικνύει επίσης με πειστικό τρόπο τις αλλοιώσεις πολλών ελληνικών αντιλήψεων στις οποίες προβαίνει ο Πλάτων.(15)


1Romeyer Dherbey, Les sophistes, puf, Paris, 1993, σ. 3
2. G.Θ. Βέικος, Αρχαία σοφιστική, Θεσ/νίκη, 1971, σ. 29.
3. Β. Κύρκος, Αρχαίος ελληνικός διαφωτισμός και σοφιστική, Ιωάννινα, 1986, σ. 7.
4. Κ. Τσάτσος, Η κοινωνική φιλοσοφία των αρχαίων Ελλήνων, Εστία, Αθήνα, 1980, σ. 56-57.
5. Ι. Θεοδωρακόπουλος, Εισαγωγή στον Πλάτωνα, Αθήνα, 1970, σ. 36-47. επίσης στο Πλάτωνος Φαίδρος, Αθήνα, Αθήνα,    1968, σ. 48 κ.ε. και στην Ιστορία του Ελληνικού Εθνους, τόμ. Γ2, Αθήνα, 1972, σ. 458.
6. Κ. Γεωργούλης, Ιστορία της ελληνικής φιλοσοφίας, Α΄, Αθήνα, 1975, σ. 120.
7. Ε. Μουτσόπουλος, Προσωκρατική διανόησις, Αθήνα, 1978, σ. 68
8. Δ. Δημητράκος, Το Βήμα 19-08-01, σ. Α45.
9. Κ. Κατσιμάνης, Πρακτική φιλοσοφία και πολιτικό ήθος του Σωκράτη, Αθήνα, 1981.
10. Ορισμένες σημαντικές θέσεις και αντιλήψεις των Σοφιστών, που έχουν σπουδαία σημασία και για μας σήμερα, ανέπτυξα στη διάλεξή μου στον φιλόξενο χώρο του εξαίρετου βιβλιοπωλείου «Σύγχρονη έκφραση» του Ν. Λαμπρόπουλου, στη Λιβαδειά στις 2 Νοεμβρίου 2009. Eπίσης στοιχεία της σοφιστικής υπάρχουν στο Γ. Ν. Οικονόμου, Η άμεση δημοκρατία και η κριτική του Αριστοτέλη, Παπαζήσης, 2007.
11. Bλ. Γ. Μιχαηλίδης-Νουάρος, «Νέα αξιολόγηση του διαλόγου του Θρασυμάχου με τον Σωκράτη», Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνων, τόμ. 53, Αθήνα, 1978.
12. Βλ. Θ. Βέικος, Αρχαία σοφιστική, Θεσ/νίκη, 1971, σ. 29 και Β. Κάλφας, «Εισαγωγή», στο Αριστοτέλης Μετά τα φυσικά, εισαγ. – μτφρ. – σχόλ. Β. Κάλφας, 
Πόλις, Αθήνα, 2009, σ. 56. G. B. Kerferd, Η σοφιστική κίνηση, Καρδαμίτσα, Αθήνα, 1999, σ. 61
13. Πλάτων Πολιτεία 6, 493a, που αναφέρθηκε προηγουμένως.
14. Κ. Καστοριάδης, «Οι διανοούμενοι και η ιστορία», Ο θρυμματισμένος κόσμος, Ύψιλον, Αθήνα, 1992, σ. 119-120.
15. Βλ. επίσης Γ. Ν. Οικονόμου, «Πλάτων και Καστοριάδης: Η συγκάλυψη και η ανάδειξη της δημοκρατίας», στη Νέα Εστία, τχ. 1760, Οκτώβριος 2003.


Ενδεικτική βιβλιογραφία περί Σοφιστών για περαιτέρω μελέτη
Όλα τα σωζόμενα αποσπάσματα των Σοφιστών μεταφρασμένα στη νεοελλληνική υπάρχουν στο βιβλίο
Η αρχαία σοφιστική, Γνώση, Αθήνα, 1991 με επιμέλεια, μετάφραση, σχόλια του N. M. ΣΚΟΥΤΕΡΟΠΟΥΛΟΥ.
W. K. C. GUTHRIE, Oι Σοφιστές, μτφ., ΜΙΕΤ, Αθήνα, 1989.
Ε. DUPREEL, Les sophistes, Neuchatel, 1980.
G. B. KERFERD, H σοφιστική κίνηση, μτφ., Καρδαμίτσα, Αθήνα, 1999.
Β. ΝΕΣΤΛΕ, Από τον μύθο στον λόγο, τόμ. Β΄, μτφ., Γνώση, Αθήνα, 1999.
G. ROMEYER DHERBY, Les sophistes, puf, Paris, 1993.
M. UNTERSTEINER, Les sophistes, trad. fran., Vrin, 1993.
Θ. ΒΕΪΚΟΣ, Αρχαία σοφιστική, Θεσ/νίκη, 1971.
Β. ΚΥΡΚΟΣ, Αρχαίος ελληνικός διαφωτισμός και σοφιστική,  Ιωάννινα, 1986.
Χ. Η. ΑΝΤΩΝΙΟΥ, Σοφιστές και παιδεία, Κυριακίδη, Θεσ/νίκη, 1997.
Γιώργος Ν. Οικονόμου
Δρ Φιλοσοφίας

Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2009

Τα παιδιά δεν θέλουν ψυχολόγο. Γονείς θέλουν!


«Σίγουρα, είναι μια τέχνη το να είσαι καλός γονιός. Στις συνηθισμένες περιπτώσεις, η κοινωνία, ο πολιτισμός και η οικογενειακή ιστορία εξοπλίζουν τους γονείς με την τεχνογνωσία και με τους ψυχικούς πόρους που θα τους επιτρέψουν να ανταποκριθούν και να λειτουργήσουν αρκετά καλά, δηλαδή επαρκώς, σαν γονείς. Ωστόσο, και σ’ αυτό το ζήτημα, για να μπορέσει να λειτουργήσει μια οικογένεια και να αναθρέψει ένα παιδί ψυχικά ισορροπημένο, η απόλυτη προϋπόθεση δεν είναι το καλός, αλλά το γονιός: Εκατομμύρια παιδιά έχουν μεγαλώσει με γονείς μετριότατους ως προς τη γονεϊκή τους λειτουργία. Και ποτέ κανένα παιδί δεν ανατράφηκε με τέλειους γονείς: Όλοι είχαν ατέλειες, ανεπάρκειες, κενά, προβλήματα …Όμως, το δίλημμα δεν είναι ή τέλειοι γονείς ή καθόλου γονείς. Το πρωταρχικό και απόλυτο ζητούμενο είναι να υπάρχουν γονείς».

Το βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ
και οι εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου
ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΔΕΝ ΘΕΛΟΥΝ ΨΥΧΟΛΟΓΟ. ΓΟΝΕΙΣ ΘΕΛΟΥΝ!
την Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2009, στις 7:30 μ.μ.,
στο βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ
(Δημ.Ι. Ανδρεαδάκη 49, πρώην Πεσ. Μαχητών, Λιβαδειά).

Ο Νίκος Σιδέρης θα συνομιλήσει με το κοινό για το νέο του βιβλίο

Το βιβλίο αυτό είναι ταυτόχρονα επιστημονική μελέτη και εμπιστευτική επιστολή σε γονείς που σκέφτονται. Απευθύνεται σε συνήθεις γονείς, που μέσα σε συνήθεις οικογένειες ανατρέφουν συνήθη παιδιά. Και στην πορεία συναντούν δυσκολίες, απορίες, προβλήματα, ίσως και αδιέξοδα. Όλο και συχνότερα, αυτοί οι συνήθεις γονείς θέτουν το ερώτημα: «Μήπως το παιδί χρειάζεται ψυχολόγο;». Η εμπειρία και ο στοχασμός του Νίκου Σιδέρη τον οδηγούν στο συμπέρασμα ότι, κατά κανόνα, τα παιδιά δεν θέλουν ψυχολόγο. Γονείς θέλουν.

Ο Νίκος Σιδέρης γεννήθηκε το 1952 στην Αθήνα. Σπούδασε στην Ιατρική Αθηνών. Συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι (ειδικότητα ψυχιατρικής, νευροψυχολογία-νευρογλωσσολογία, ιστορία). Είναι διδάκτωρ του τμήματος Ψυχολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου, διδάσκων ψυχαναλυτής της Ψυχαναλυτικής Σχολής του Στρασβούργου (Ε.P.S.) και μέλος της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Ψυχανάλυσης (FEDEPSY). Εργάζεται στην Αθήνα ως ψυχίατρος, ψυχαναλυτής και οικογενειακός θεραπευτής. Έχει διδάξει, μεταξύ άλλων, στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, στο Κολλέγιο Αθηνών, στο Deree College. Από το 2003 διδάσκει στη Σχολή Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ το μάθημα «Αρχιτεκτονική και Ψυχανάλυση». Έχει εκδώσει μελέτες, δοκίμια καθώς και ποίηση και πεζογραφία.