Πέμπτη, 29 Απριλίου 2010

Κάθε χρόνο καλύτερη αλλά με αβέβαιο μέλλον


7η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης
(22 - 25 Απριλίου 2010)
10.000 τ.μ., 500 εκδότες από 24 χώρες, χιλιάδες βιβλία για όλες τις προτιμήσεις, 151 συγγραφείς, μια θεματική έκθεση αφιερωμένη στην αρχαιότητα και το παρόν, μια ευφάνταστη Παιδική Γωνιά, δύο καινοτομίες (Γωνιά για τους Εφήβους και Gourmet αποδράσεις) και μία τιμώμενη χώρα, την Κίνα, ήταν η «ταυτότητα» της φετινής διοργάνωσης.
 
Άποψη πλευράς του εντυπωσιακού περίπτερου της Τουρκίας

Ο συγγραφέας Κώστας Ακρίβος περιεργάζεται το βιβλίο μας
"ΔΙΣΤΟΜΟ 10 Ιουνίου 1944, το ολοκαύτωμα" 

Με το Μιχάλη Γκανά στο περίπτερο των εκδόσεων ΜΕΛΑΝΙ

Ο Γιώργος Θεοχάρης στο πάνελ ομιλητών με θέμα τα περιοδικά της επαρχίας

Ο Νίκος Σιδέρης με τον εκδότη Νώντα Παπαγεωργίου σε μια από τις δημοφιλέστερες παρουσιάσεις
"Τα παιδιά δεν θέλουν ψυχολόγο. Γονείς θέλουν!"
και "Δεν παίζεις μόνο εσύ. Υπάρχουν κι άλλοι!" 

Τρίτη, 27 Απριλίου 2010

ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΤΖΑΚΑΣ: Έκανε την πικρή και βαριά σκευή που η ζωή του δώρισε, λογοτεχνία

Τον Γιάννη Ατζακά είχαν την ευκαιρία να γνωρίσουν από κοντά οι φίλοι του βιβλιοπωλείου μας και να τον αγαπήσουν διπλά. Τόσο ως συγγραφέα όσο και ως άνθρωπο. Ζεστός και άμεσος δέθηκε με το ακροατήριο και η βραδιά κύλισε με τη μαγεία που μπορεί να προκαλέσει μια τέτοια συνύπαρξη.

Ο Γιώργος Θεοχάρης προλόγισε την εκδήλωση και μικρό απόσπασμα του λόγου του παραθέτουμε:
Ο Γιάννης Ατζακάς εμφανίστηκε από το πουθενά και έκανε τη λογοτεχνική κοινότητα να μιλά για τη γραφή του. «Από το πουθενά» είναι βέβαια σχήμα λόγου, αφού αναδύθηκε από τα τρίσβαθα του μεγάλου τραύματος που του δώρισε η ζωή στα νηπιακά και παιδικά του χρόνια και μ’ αυτή την πικρή και βαριά σκευή έκανε λογοτεχνία. Γιατί ο κίνδυνος που ελλοχεύει για όποιον κάνει λογοτεχνία το βίωμα, είναι να εκτραπεί ο λόγος του σε στεγνό και αδιάφορο συγγραφικά και αναγνωστικά μελοδραματισμό. Κάτι που ο Ατζακάς απέφυγε.
Το 2007 με το βιβλίο Διπλωμένα φτερά διηγήθηκε τα παιδικά του χρόνια στο χωριό Θεολόγος της Θάσου, από το 1941 που γεννήθηκε ως το 1949 που έφυγε από το νησί. Ορφανεμένος από μάνα σχεδόν ασαράντιστος και με πατέρα αντάρτη στο Δημοκρατικό Στρατό, αγνοούμενο με τη λήξη του Εμφυλίου και τελικώς επιζώντα στις χώρες της σοσιαλιστικής υπερορίας, μεγαλώνει στο χωριό με τον παππού Γιάννη και τη γιαγιά Βενετία –μιαν αρχετυπική γυναικεία φιγούρα της ενεργητικής, αποφασιστικής, και συμπονετικής μητριαρχίας. Μέσα από τα χείλη του ενήλικα που επιστρέφει στο χωριό του και στο από χρόνια εγκαταλελειμμένο πατρικό σπίτι, διηγείται τις μνήμες που τον πονούν και τον ευφραίνουν, με τον τρόπο που τα μάτια και η ψυχή του μικρού παιδιού αποτύπωσαν τις συνθήκες ζωής στο χωριό και στο νησί, τους τρόπους των ανθρώπων, το πολιτικό πλαίσιο, έτσι όπως προσλαμβάνεται και διερμηνεύεται συναισθηματικά από το παιδί, καθώς και τη σχέση ζωής που αναπτύχθηκε ανάμεσα στον μικρό και τη γιαγιά και τον παππού. Σχέσεις στοργής, καθοδήγησης, μαθητείας, ευγνωμοσύνης.
Το βιβλίο λειτουργεί επιπλέον ως εγχειρίδιο αγροτικής οικιακής και κοινοτικής οικονομίας, ως οδηγός πατριδογνωσίας της ελληνικής υπαίθρου. Όσοι μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1960 ζήσαμε στην επαρχία, διαβάζοντας τα Διπλωμένα φτερά, θα βρούμε γνώριμους χώρους και τρόπους ζωής.

Μέσα από το πρώτο βιβλίο αρχίζει να γράφεται το δεύτερο, ο Θολός βυθός. Εκδίδεται το 2008 και παίρνει το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος. Επάξια, κατά τη γνώμη μου. Θεωρώ πως αν ποτέ γίνει αντικειμενική αποτίμηση της αξίας των βραβευμένων κειμένων με κρατικά βραβεία, σε σχέση με τη λογοτεχνική τους αξία και μπορέσει να διερευνηθεί το επίπεδο διαπλοκής των συγγραφέων και των εκδοτών με τα μέλη των επιτροπών βράβευσης, τότε η περίπτωση Ατζακά θα είναι από τις ελάχιστες πεντακάθαρες και πιστεύω πως περιποιεί τιμή στους κριτές αυτή τους η επιλογή.
Στο βιβλίο μαθαίνουμε για τη ζωή του μικρού Γιάννη Αρχοντή –alter ego του συγγραφέα- στις Παιδουπόλεις της «Πρόνοιας Βορείων Επαρχιών της Ελλάδος», επί 6 χρόνια, από το 1949 ως το 1955.
Δυο φωνές ακούγονται στο κείμενο, και οι δυο του Γιάννη Αρχοντή. Η πρώτη είναι του Παιδιού, το οποίο αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο. Η δεύτερη, σε τρίτο πρόσωπο, κοινολογεί τις σκέψεις του ενήλικα, εξηντάχρονου Αρχοντή.
Ο ενήλικας «ακούει» το παιδί προσδοκώντας από την αφήγηση ν’ ανασυνθέσει την πραγματική εικόνα του εαυτού του (ποιος και γιατί είναι ο Γιάννης Αρχοντής σήμερα). Η αφήγηση του παιδιού σιγά-σιγά ξεθολώνει τον μνημονικό βυθό μπροστά στα μάτια του ενήλικα. Η αφηγηματική αναδρομή από το παιδί ολοκληρώνεται σε μια νύχτα μυθιστορηματικού χρόνου του ενήλικα. Ο συγγραφέας βάζει το παιδί να αφηγείται με ηθελημένη αφέλεια.
Ο Ατζακάς, με ήπιο λόγο, περιγράφει την απόπειρα αποξήρανσης των αισθημάτων και συρρίκνωσης της ατομικότητας των παιδιών που έζησαν στις Παιδουπόλεις την ταραγμένη εκείνη εποχή. Αυτό προσπάθησαν να το πετύχουν με την ήπια συμπεριφορά απέναντι στα παιδιά, πολλά των οποίων προέρχονταν από αριστερές οικογένειες της υπαίθρου. Μέσω της «μητρικής – βασιλικής» φροντίδας, χωρίς βίαιες μεθόδους, στόχευαν στην αλλοτρίωση των παιδιών προσδοκώντας έναν ιδιότυπο ελληνοχριστιανικό γενιτσαρισμό.

Ο Ατζακάς δεν μεγεθύνει κάποιο ή κάποια γεγονότα της ζωής στις Παιδουπόλεις. Ο ήρωάς του διηγείται ψύχραιμα τη ζωή του και όπου νομίζει ότι απαιτείται αποδίδει δικαιοσύνη και κυρίως εκφράζει την ευγνωμοσύνη του σε όποιους του παραστάθηκαν παραμερίζοντας την καθεστωτική ιδιοτέλεια και σκοπιμότητα.
Ο Ατζακάς δεν ιστορεί, μυθιστορεί. Ο Θολός βυθός είναι μυθιστόρημα και ως τέτοιο βραβεύτηκε. Δεν είναι ιστορική καταγραφή, δεν είναι αυτοβιογραφία, όπως δεν είναι αυτοβιογραφία και τα Διπλωμένα φτερά. Και δεν είναι ηθογραφία. Όπου υπάρχει τέτοια «παρέκβαση» είναι μάλλον έκθεση της ανάμνησης από τις ψυχικές καταστάσεις στις οποίες περιήλθε ο ήρωας με αφορμή τα γεγονότα που κάθε φορά περιγράφει, όταν αυτά συνέβαιναν. Ο Ατζακάς έχει την ικανότητα να κάνει τη μαρτυρία του λογοτεχνία –εκεί είναι που κερδίζει το συγγραφικό παιχνίδι.

Τετάρτη, 21 Απριλίου 2010

«Μνήμες εμφυλίου … μνήμες ιστορίας… τη Δευτέρα 26 Απριλίου με το Γιάννη Ατζακά

«Μνήμες εμφυλίου … μνήμες ιστορίας…
Η επιστροφή του πολιτικού μυθιστορήματος»

Το βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ
σας προσκαλεί στην παρουσίαση των βιβλίων
του ΓΙΑΝΝΗ ΑΤΖΑΚΑ
• Διπλωμένα φτερά
• Θολός βυθός (Κρατικό βραβείο μυθιστορήματος)

Θα προλογίσει ο ποιητής Γ. Χ. Θεοχάρης
και θα ακολουθήσει συζήτηση με το συγγραφέα

τη Δευτέρα 26 Απριλίου 2010, ώρα 8.30 μ.μ.
στο βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ
(Δημάρχου Ι. Ανδρεαδάκη 49, πρώην Πεσ. Μαχητών, Λιβαδειά).


Ένας στερνός αποχαιρετισμός σ' έναν κόσμο που έφυγε για πάντα και μαζί του έφυγαν κι εκείνοι που τον κράτησαν στις πλάτες τους και τον έφεραν ώς τις δικές μας μίζερες μέρες...

Στον «Θολό βυθό» ακούγεται η φωνή ενός παιδιού που περιφέρεται σε ορφανοτροφεία. Σαν αντίστιξη ακούγεται ενίοτε η φωνή του ενήλικου αφηγητή, που σχολιάζει με την απόσταση του χρόνου. Γιατί; Στο πρώτο βιβλίο σας αυτό δεν υπάρχει.
«Στα "Διπλωμένα φτερά" οι "άνεμοι της μνήμης" ανασηκώνουν τον ώριμο άντρα από τον ξένο τόπο και τον εναποθέτουν στα πατρογονικά χώματα. Έτσι είναι ο άντρας που επιστρέφει κι αναστοχάζεται τα πρώτα παιδικά χρόνια του, φτωχικά κι ανέφελα, στο νησί του, κοντά στη γιαγιά Βενετιά. Αντίθετα, στον "Θολό βυθό" είναι το παιδί των παιδοπόλεων που αναδύεται σαν φάσμα από τα βάθη της μνήμης του. Οι παρεμβάσεις του άντρα, με όλο το φορτίο εμπειριών, γνώσεων, ιδεών και αισθημάτων που αυτός πια διαθέτει, γίνονται για να συνδέσουν την πρώιμη "μνήμη" με την ύστερη "κρίση", το "τραύμα" με την "ίαση". Αφήνεται, έτσι, ο αναγνώστης να ανασυνθέσει μόνος του το διχασμένο πρόσωπο του κεντρικού ήρωα και να κάνει τις δικές του αποτιμήσεις για εκείνο το καινοφανές μετεμφυλιακό μόρφωμα που υπήρξαν οι παιδοπόλεις».

Η... σωστή πλευρά : αποτιμώντας την προπαγανδιστική συμπεριφορά των ιθυνόντων στις παιδοπόλεις:
«Έπρεπε, λοιπόν, να κατακεραυνώνουν και να καταρρακώνουν συστηματικά κι επίμονα τη νικημένη πλευρά, που έτσι κι αλλιώς δεν είχε πουθενά πλέον δικαίωμα στον αντίλογο. Από εκεί ήταν οι απάτριδες, οι προδότες, οι άθεοι, οι άτιμοι, οι άνανδροι, οι δειλοί, οι βάρβαροι, οι αντάρτες, οι κατσαπλιάδες, οι εγκληματίες, οι φονιάδες, οι σφαγείς, τα κτήνη με τα τρομερά πρόσωπα, τα άγρια γένια, τα γαμψά νύχια, τα αιματοβαμμένα χέρια, και με μια λέξη που τα έλεγε όλα, οι μισητοί συμμορίτες. Από εδώ ήταν το έθνος, η πατρίδα, η σημαία, οι βασιλείς, ο στρατός, η χωροφυλακή, οι δικαστές, ο κλήρος, ο σταυρός, η Παναγία, ο Χριστός, ο Θεός ο ίδιος. Τα παιδιά μπορούσαν να επιλέξουν ελεύθερα. Και όλα είχαν, βέβαια, επιλέξει τη σωστή πλευρά. Οι άλλοι, οι μιαροί, ποτέ δεν θα μπορούσαν να ήταν γονιοί δικοί τους• κι αυτά ποτέ δεν θα ήθελαν να είναι τα δικά τους παιδιά».

Απόσπασμα από σκέψεις του ενήλικα Γιάννη,
στον ΓΙΩΡΓΟ ΒΙΔΑΛΗ Ελευθεροτυπία, Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2009

Περισσότερα για τα βιβλία στου Γιάννη Ατζακά στις προηγούμενες αναρτήσεις μας αλλά και ΕΔΩ

Τρίτη, 20 Απριλίου 2010

ΑΤΖΑΚΑΣ ΓΙΑΝΝΗΣ: Διαβάστε τον! Το αξίζει


Τον Γιάννη Ατζακά «Τέκνον πολίτου ενταχθέντος εις τους συμμορίτας» τον πρωτογνωρίσαμε πριν δύο χρόνια με το εξαιρετικό μυθιστόρημα "Διπλωμένα φτερά" ένα βιβλίο στερνός αποχαιρετισμός σ' έναν κόσμο που έφυγε για πάντα και μαζί του έφυγαν κι εκείνοι που τον κράτησαν στις πλάτες τους και τον έφεραν ως τις δικές μας μέρες.
Το κρατικό βραβείο μυθιστορήματος για το βιβλίο του "Θολός βυθός" (δείτε την προηγούμενη ανάρτηση) μας δίνει την ευκαιρία να αναφέρουμε λίγα λόγια και για το πρώτο και γι ακόμα μια φορά να σας προτρέψουμε να τον διαβάσετε.

Διπλωμένα φτερά
"Η κακορίζικη εκείνη χρονιά -η καταραμένη θα την πω τώρα- είχε δεν είχε φτάσει ακόμη στα μισά της και πήγαινε όπως άρχισε, πάντα πάνω στην κόψη του ξυραφιού. Και τα χειρότερα δεν είχαν ακόμη συμβεί. Τότε ήρθε η ώρα του όξους και της χολής, η ώρα του αίματος και του θανάτου".
Είχε από χρόνια αποτραβηχτεί στο παλιό σπίτι στην πλαγιά του βουνού. Τα δειλινά, κάτω από τα δέντρα που μαζί τους είχε ριζώσει στα καρπερά της χώματα, βλέποντας τον ήλιο να χαμηλώνει στη θάλασσα, ζούσε και το δικό του λυκόφως. Μέχρις, ότου, εντελώς αναπάντεχα, οι "άνεμοι της μνήμης" τον ανασήκωσαν από τον ξένο τόπο και τον εναπόθεσαν απαλά στο μακρινό νησί του, μπροστά στην πατρογονική εστία, τον γύρισαν πίσω στη σημαδιακή εκείνη χρονιά, τη χρονιά του ξεριζωμού.
'Ηρθαν τότε κοντά του, όπως ήταν στον καιρό τους, στη ρημαγμένη ζωή τους, οι σκιές της γιαγιάς και του παππού: η γριά-Βενετιά, που από βρέφος τη φώναζε μάνα, να τρέχει από χάραμα ως νύχτα να προλάβει να τα φέρει όλα σε πέρας· και τα βράδια, στο φως του δαυλού, η ακάματη και γνωστική γερόντισσα με τις "ορμήνιες" της να πολεμά να τον πλάσει για έναν κόσμο που νόμιζε ότι θα διαρκέσει για πάντα. Ως τα στερνά της, που πήρε να ψυχανεμίζεται τον άγγελό της κι "αγγελιάστηκε".
Τέλειωνε το 1949. Ο πατέρας είχε χαθεί, χωρίς ίχνη, στους σκοτεινούς δρόμους της Ιστορίας. Η μάνα είχε σβήσει στη γέννα του, πριν από οκτώ ακριβώς χρόνια. Κι αυτός θα έβρισκε, πριν καλά βγει το δίσεκτο εκείνο έτος, μιαν ακόμη μητέρα -τη "Μεγάλη Μητέρα" των απορφανισμένων παιδιών ενός αδικαίωτου κι αδυσώπητου πολέμου.

Ο Γιάννης Ατζακάς γεννήθηκε το 1941 στον Θεολόγο της Θάσου. Αποφοίτησε το 1966 από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και μετά το 1975 εργάστηκε στην ιδιωτική και τη δημόσια μέση εκπαίδευση. Τα "Διπλωμένα φτερά" ήταν το πρώτο πεζογράφημα που δημοσίευσε, το 2007. Ακολούθησε το μυθιστόρημα "Θολός βυθός", την επόμενη χρονιά, που τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος.

Στο βιβλίο ΘΟΛΟΣ ΒΥΘΟΣ του Γιάννη Ατζακά το κρατικό βραβείο μυθιστορήματος 2009


Ο Γιάννης Ατζακάς πήρε το κρατικό βραβείο μυθιστορήματος 2009 για το βιβλίο του "Θολός βυθός" .
Σας το προτείνουμε ανεπιφύλακτα και παραθέτουμε την κριτική της Μικέλας Χαρτουλάρη στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ / βιβλιοδρόμιο στις 6-12-08
Σαν βουβή γροθιά
Δεν μπόρεσε ποτέ του να χορέψει,γιατί του παρέλυαν, λέει, τα πόδια οι βαριοί ρυθμοί των εμβατηρίων με τα οποία είχε μεγαλώσει... Ο Γιάννης Ατζακάς έζησε από τα οκτώ ώς τα δεκατέσσερα σε παιδοπόλεις της Φρειδερίκης. Είναι ένα παιδί του Εμφυλίου, «πικρός καρπός από τα στάχυα που θέρισε το δίκοπο δρεπάνι», και μόλις κυκλοφόρησε τον Θολό Βυθό (Άγρα). Ένα αφήγημα αυτοβιογραφικό, αναπάντεχο σαν βουβή γροθιά, για εκείνα τα «κλειδωμένα χρόνια» και εκείνα τα περίπου 30.000 ορφανεμένα παιδιά στα οποία η παράταξη των νικητών θέλησε μεταπολεμικά να προσφέρει στέγη, παιδεία και, κυρίως, μια συνείδηση με ανοσία στο μικρόβιο του κομμουνισμού. Στο βιβλίο ακούγονται δύο φωνές του Γιάννη Αρχοντή, ο οποίος είναι το διαφανές alter ego του Ατζακά. Σε πρώτο πρόσωπο ακούγεται η φωνή του παιδιού- μαθητή που αναζητά στους θολούς βυθούς της μνήμης του τα σπαράγματα μιας πρώιμα ραγισμένης ζωής και τα παρουσιάζει ανεπεξέργαστα, όπως τα βίωνε τότε, φανερώνοντας και ανεκμυστήρευτα γεγονότα που τον βάρυναν.
Έτσι, μπροστά στα μάτια του αναγνώστη, ξεδιπλώνεται η καθημερινότητα των παιδοπόλεων από το 1949 ώς το 1955, με έναν τρόπο ψύχραιμο και σπαρακτικό που δεν τον έχουμε διαβάσει ούτε στα μυθιστορήματα του Βασίλη Μπούτου ή του Θανάση Σκρουμπέλου ούτε στις διεισδυτικές ιστορικές προσεγγίσεις λ.χ. της Ρίκης Βαν Μπουσχότεν κ.α. Παράλληλα, σαν σφήνα, ακούγεται σε τρίτο πρόσωπο η φωνή του σημερινού, συνταξιούχου πια, άντρα- συγγραφέα ο οποίος σχολιάζει ιδεολογικά τον κρυφό μηχανισμό των παιδοπόλεων και αναστοχάζεται τον ίδιο του τον αντιφατικό χαρακτήρα ως παράγωγο των παιδικών εμπειριών του. Ο Θολός βυθός παύει έτσι να είναι μια απλή μαρτυρία και αποκτά μια κοινωνική-πολιτική-υπαρξιακή διάσταση. Άνθρωπος με μυστικές λαβωματιές, ο 67χρονος σήμερα Ατζακάς ανέπτυξε, σε πείσμα της μαύρης προπαγάνδας, μια συνείδηση αριστερή την οποία μάλιστα πλήρωσε ακριβά στη δικτατορία. Ωστόσο προσπαθεί να είναι δίκαιος και με τις δυο πλευρές. Το βιβλίο μιλά λοιπόν για τη βιομηχανία υιοθεσιών στην Αμερική που είχε στήσει η «καλλιτέρα μητέρα της Ελλάδος» προκειμένου να διαγραφεί η μνήμη των κόκκινων σπόρων, αλλά δεν επιμένει σ΄ αυτό, ούτε αναμασά την κομμουνιστική ρητορική. Κι ο Γιάννης δεν έχει να αφηγηθεί κανένα τραυματικό γεγονός, καμιά περίπτωση κακοποίησης, όπως θα περίμεναν ορισμένοι. Αυτό το βιβλίο σοκάρει γι΄ άλλο λόγο: επειδή δείχνει ανάγλυφα πώς ερήμωσε η παιδική καρδιά του, πώς ναρκώθηκαν τα αισθήματά του, πώς σβήστηκε σιγά σιγά κάθε ίχνος της ατομικότητάς του.
«Δεν υπάρχει βαρύτερη μοναξιά από εκείνη μέσα στους άλλους• δεν είναι καμιά στέρηση της αγάπης σκληρότερη, από εκεί όπου η αγάπη διακηρύσσεται αλλά ποτέ δεν πραγματώνεται». Να, κάτι που συνειδητοποίησε βγαίνοντας από τα «φιλανθρωπικά ιδρύματα» και μπαίνοντας «στην πραγματική ζωή», ο Ατζακάς. Γεννημένος στη Θάσο, ορφανός από μάνα, με πατέρα κυνηγημένο και άφαντο από το ΄46, μεγάλωσε με τη γιαγιά του τη Βενετιά, συνταρακτική ηρωίδα του πρώτου του αφηγήματος Διπλωμένα φτερά (Άγρα 2007). Εκείνη, αναλφάβητη, πάμφτωχη και γερασμένη, τον έδωσε με πόνο στη βασίλισσα «για να τον σπουδάσει και να του μάθει μια τέχνη» και σε έξι χρόνια δεν κατάφερε να τον δει παρά δυο φορές. «Τέκνον πολίτου ενταχθέντος εις τους συμμορίτας», ο Ατζακάς έφθασε το 1949 στον «Απόστολο Παύλο» στο Καστρί, έβγαλε την Γ΄ Δημοτικού στο Ιωσηφόγλειο Ορφανοτροφείο της Νέας Σμύρνης, πέρασε «τα πιο ευτυχισμένα του» τρία χρόνια στην «Καλή Παναγιά» έξω από τη Βέροια και τέλειωσε την Α΄ Γυμνασίου στον «Άγιο Δημήτριο» στη Θεσσαλονίκη. Τότε τον έδιωξαν επειδή έβγαλε γενικό βαθμό 16 και όχι 17, αλλά χάρη στον ναυτικό θείο του τέλειωσε το Γυμνάσιο στη Θεσσαλονίκη. Ο αναγνώστης παρακολουθεί πώς δεν έβρισκε μέρος να απομονωθεί για να κλάψει ώσπου «ξεπόνεσε» κι έφτασε να ντρέπεται για τη γιαγιά του• πώς συνήθισε τη στρατιωτική οργάνωση και τα παραγγέλματα σαν κάτι φυσικό• πώς ξέδινε με τα ελάχιστα, με φωτογραφίες λ.χ. ποδοσφαιρικών φάσεων από πεταμένες εφημερίδες• πώς κάποιοι δάσκαλοι τον ενθάρρυναν, πώς άρχισε να αγαπά τη λογοτεχνία• πώς παρασύρθηκε στις φονταμενταλιστικές, θα λέγαμε σήμερα, Χριστιανικές Μαθητικές Ομάδες• και φυσικά πώς βομβαρδιζόταν με αντικομμουνιστικά κηρύγματα τα οποία δεν πολυκαταλάβαινε μέχρι που η ανελέητη σπίλωση της τιμής των ανταρτών- άρα και του πατέρα του- τού προκάλεσε αμφιβολίες και τον αφύπνισε...
Τόση καλοσύνη δεν ήταν άδολη.Ο Θολός Βυθός καταδεικνύει ότι η χειραγώγηση των παιδιών του Εμφυλίου πέτυχε, επειδή ακριβώς ο μηχανισμός δεν κατέφυγε στη βία. Επειδή στις παιδοπόλεις στήθηκε μια αταξική μικροκοινωνία ίσης μεταχείρισης, με εσωτερική δικαιοσύνη και αμεροληψία. Τόση ώστε τα παιδιά με τις στολές δεν αντιλαμβάνονταν την πλύση εγκεφάλου που τους γινόταν, έπαυαν να νοιάζονται για την τύχη των γονιών τους και κατέληγαν να αρνούνται ότι οι πατεράδες τους ήταν αντάρτες. Σπίτι τους ήταν πια ο θάλαμός τους και η μνήμη τους χαρασσόταν από την αρχή. Ο κατοπινός συγγραφέας ήταν πια 16άρης όταν επιτέλους ξαναγύρισε στη Θάσο. Εκεί, το 1958 ήρθε το πρώτο γράμμα του πατέρα του από τη Βουλγαρία αλλά μόνο το 1975, όταν πια δούλευε ως δάσκαλος, κατάφερε να τον πρωτοσυναντήσει στο Μπρνο της Τσεχοσλοβακίας. Ο κόσμος είχε αλλάξει, ωστόσο ο Γιάννης Ατζακάς ακόμα να απαλλαγεί από την αίσθηση ότι ένα αυστηρό μάτι τον επιτηρεί άγρυπνα...

Δευτέρα, 19 Απριλίου 2010

Συναρπαστική η Κατερίνα Σχινά στην εκδήλωση του βιβλιοπωλείου μας για την Αλεξάνδρεια μέσα από τα γραπτά του Λόρενς Ντάρελ, του Τσίρκα και του Καβάφη


Συναρπαστική η κριτικός λογοτεχνίας – μεταφράστρια Κατερίνα Σχινά στην εκδήλωση του βιβλιοπωλείου μας για την Αλεξάνδρεια μέσα από τα γραπτά του Λόρενς Ντάρελ, του Τσίρκα και του Καβάφη, μας ταξίδεψε με μοναδικό τρόπο στην πόλη που ο καθένας τους με τον τρόπο του ύμνησε και τη διαφορετική ματιά που την  έβλεπαν και καθοριζόταν από τη σχέση τους μ’αυτή σε επίπεδο κοινωνικό αλλά και ιδεολογικοπολιτικό.

Υπάρχουν, στ’ αλήθεια, είπε η Κατερίνα Σχινά ξεκινώντας, πολλοί τρόποι να δει κανείς μια πόλη και πολλοί τρόποι να τη ζήσει.  Μπορεί να την αφήσει να διαποτίσει με τη χαρακτηριστική της ατμόσφαιρα την ύπαρξή του, ή να τη θεωρήσει αδιάφορο σκηνικό που πλαισιώνει το βίο του. Όμως υπάρχουν πόλεις που είναι αδύνατο να μη σφραγίσουν ανεξίτηλα όποιον ανάσανε τον αέρα τους και κυκλοφόρησε στους δρόμους τους. Πόλεις συναρπαστικές, γεμάτες μυστικά, πόλεις που κουβαλούν την ιστορία αιώνων. Σε τέτοιες πόλεις κανείς δεν μπορεί παρά να αναρωτιέται, όπως ο Λώρενς Ντάρελ στο «Αλεξανδρινό Κουαρτέτο» του : «Τι είναι στην ουσία η πόλη μας; Τι συνοψίζεται στη λέξη Αλεξάνδρεια;» Για μας, που γνωρίσαμε την Αλεξάνδρεια μέσα από τα βιβλία, τα ποιήματα του Καβάφη, τις Ακυβέρνητες πολιτείες του Στρατή Τσίρκα, το μαγευτικό  Αλεξανδρινό Κουαρτέτο του Λώρενς Ντάρελ, είναι μια πόλη κατασκευασμένη από το υλικό της μνήμης, μια πόλη γεμάτη αναπάντεχες συναντήσεις, στιγμές που σημαδεύουν και εμπνέουν σπουδαίες λογοτεχνικές σελίδες. Δεν θα μπορέσουμε ίσως ποτέ να την κατανοήσουμε, αν δεν την επισκεφθούμε, αν δεν την ζήσουμε. Και φυσικά, η πόλη, η πόλις του Καβάφη που μεταφέρει αλεξανδρινούς απόηχους, πόλη του πρώτου τέταρτου του 20ου αιώνα∙ η πόλη των παιδικών χρόνων του του ήρωα του Τσίρκα Μάνου Σιμωνίδη, μια πόλη που εγκατέλειψε για να την ξαναβρεί μέσα στη φωτιά του πολέμου∙ η φασματική πόλη του Λώρενς Ντάρελ,   δεν υπάρχει πια. Αυτό πρέπει να το έχει πάντα κανείς στο μυαλό του, αν τυχόν προσπαθήσει να κάνει την αναγωγή από το σήμερα στο τότε. Είναι λανθασμένοι και ατελέσφοροι τέτοιοι αναχρονισμοί... 
Ολόκληρο το κείμενο της κ. Σχινά θα το εκτυπώσουμε στα γνωστά μας φυλλάδια ΣΥΝ – ΟΜΙΛΙΕΣ.

Παρασκευή, 16 Απριλίου 2010

ΚΑΣΤΑΝΙΑΔΑ (Ραψωδία ζ) Ανοιχτή επιστολή στο φίλο και συνεργάτη Θανάση Καστανιώτη

Ανοιχτή επιστολή στο φίλο και συνεργάτη Θανάση Καστανιώτη

Αν η απόπειρα των εκδόσεων ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ πριν καμιά δεκαριά χρόνια μας είχε (τους βιβλιοπώλες) αγανακτήσει με την προσφορά κάποιων τίτλων μαζί με χαρτιά υγείας, από την άλλη μας είχε διασκεδάσει και χαλαρώσει με την επιλογή να προσδώσουν στα βιβλία αυτά αξία αντίστοιχη των κωλόχαρτων, - δίχως βέβαια να τους αξίζει μια τέτοια υποτίμηση.
Σήμερα όμως με την κρίση που διέρχεται ο κλάδος είναι το λιγότερο εξοργιστικό και δε θα πρέπει να περάσει χωρίς αντιδράσεις, η διάθεση εμπορικότατων και διαχρονικών τίτλων συγγραφέων που βραβεύτηκαν με Νόμπελ λογοτεχνίας, στα περίπτερα κάτω από τη μισή τους τιμή και με σαφώς καλύτερη βιβλιοδεσία.
Οι εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ με τη σημερινή τους συμπεριφορά προκαλούν το βιβλιοπωλικό κόσμο αλλά και το αναγνωστικό κοινό το οποίο αντιλαμβάνεται πως έχει προτρέξει να προμηθευτεί και να πληρώσει βιβλία σε υπερδιπλάσια τιμή. Άρα έχει εξαπατηθεί και οι πρώτες υπόνοιες στρέφονται στα «υπερκέρδη» που έχουν τα βιβλιοπωλεία. Οι δε βιβλιοπώλες γι άλλη μια φορά απολογούνται για άλλους και προδίδονται από εκδότες με ιστορία και σχέσεις όπως πίστευαν άρρηκτα δεμένες.
Και το κυρίαρχο πρόβλημα, φίλε Θανάση, δεν είναι κάποια χρήματα που θα χαθούν με τα συγκεκριμένα βιβλία, αλλά η έλλειψη εμπιστοσύνης που δημιουργείται - και με τη δική σας συνδρομή – με τους αναγνώστες, και ακόμα χειρότερα ο τορπιλισμός μιας πολυετούς προσπάθειας να μάθουμε τον Έλληνα να αγοράζει τα βιβλία του μέσα στο βιβλιοπωλείο, το φυσικό χώρο πώλησης.
Όμως μετά τα τσαντίρια στις παραλίες, μετά τα πρακτορεία τύπου που ανεξέλεγκτα πωλούν όλα τα μπεστ – σελερ, έρχονται τώρα και τα περίπτερα με αναρτημένο το Σαραμάγκου δίπλα στη τσόντα της κάθε Τζούλιας.
Οι βιβλιοπώλες οφείλουν να αντιδράσουν. Έχουν τον τρόπο. Δεν χρειάζονται οδηγίες από τα αναξιόπιστα και εν υπνώσει τελούντα συνδικαλιστικά τους όργανα. Μπορεί ο καθένας μόνος.
Όταν ζητηθεί η συνδρομή τους για την προώθηση των βιβλίων της Ζυράννας, του Μήτσου, του Λιόσα κ.τ.λ. θα προμηθευτούν όσα τους είναι άκρως απαραίτητα και τα άλλα ευγενικά θα συμβουλέψουν να διατεθούν μέσω των περιπτέρων και μάλιστα μισοτιμής.
Και για να μην παρεξηγηθώ τονίζω ότι αυτό θα γίνεται με όλους όσους ακολουθούν μια τέτοια τακτική. Κι αν σήμερα μπήκαν στο στόχαστρο οι εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ είναι γιατί πρόκειται για την πιο προκλητική μέχρι σήμερα περίπτωση (με τον τρόπο που προωθείται διαφημιστικά), για τους επιλέξιμους τίτλους και τέλος γιατί  προέρχεται από εκδότη που δεν περιμέναμε.
Λαμπρόπουλος Νίκος
Βιβλιοπώλης

Τρίτη, 13 Απριλίου 2010

ΚΑΣΤΑΝΙΑΔΑ (Ραψωδία ε΄) με πολύ θυμό προς πολλούς αποδέκτες

Όταν αντί πινακίου φακής μοιράστηκε Το κατά Ιησούν Ευαγγέλιον υποκριτικά οι εκδότες ρωτούσαν Για ποιον χτυπά η καμπάνα όταν μια δική τους Η Δεσποινίδα όπως την αποκαλούσαν μας ειρωνευόταν φωνάζοντας πως έρχεται Η πτώση με Πάρτι και αερομαχίες.
Ένας τυχαίος εραστής των βιβλίων εν είδει θρήνου απάγγειλε έξω από τα βιβλιοπωλεία αποσπάσματα από Το μυθιστόρημα ενός ανθρώπου δίχως πεπρωμένο. Η Βουή και η Μανία που δημιουργήθηκε ήταν πέρα από κάθε προηγούμενο. Μέσα σ' αυτό το Χάος, οι φέροντες τα ψευδώνυμα Ο σκλάβος, Ο Άρχοντας των Μυγών, και Το πέμπτο παιδί συναντήθηκαν στη γιάφκα που ονομάτισαν Το σπίτι των κοιμισμένων κοριτσιών κι αποφάσισαν κοινή δράση.
Το πήραν ως Μια προσωπική υπόθεση και είπαν ότι δεν θα κάτσουν σαν τις Καλαμιές στον άνεμο να τους σαρώσουν Οι Νάνοι και Η μοναδική στο είδος της Η οικογένεια του Πασκουάλ Ντουάρτε. Κρύφτηκαν στο αγρόκτημα Ροσάλντε και τύπωσαν προκηρύξεις με τον παράξενο τίτλο Το τραγούδι του εκκρεμούς τις οποίες μοίρασε Ο Νάνος που αυτομόλησε από τη συμμορία των 24. Τότε ως Δαίμονες των κυμάτων βιβλιοπώλες με νου και λόγο απ’ όλη την Ελλάδα, διαπιστώνοντας πως και Ο Προμηθέας ελεύθερος δεσμώτης είναι μαζί τους έκαναν ύμνο το Εστραβαγάριο του Πάμπλο Νερούδα και κήρυξαν τη δική τους επανάσταση με καταγγελία - μανιφέστο που θα δοθεί στη δημοσιότητα τις προσεχείς μέρες.
• Κατά δημοσιογραφικές πληροφορίες οι βιβλιοπώλες αντιδρούν αρχικά αναρτώντας συμβολικά στις προθήκες τους το βιβλίο που δεν πήρε ποτέ του Νόμπελ και φέρει τον τίτλο «Έγκλημα και τιμωρία».
• Η γιάφκα των επαναστατών εντοπίζεται στην πόλη της Λιβαδειάς και παραρτήματά της σε πολλές ακόμα πόλεις.
Λαμπρόπουλος Νίκος

Σάββατο, 3 Απριλίου 2010

Αλεξάνδρεια, εξωτική και παρηκμασμένη, γεμάτη ομορφιά και γραφικότητα

Το βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ και οι εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
με αφορμή το αριστούργημα
του Λόρενς Ντάρελ
ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΟ ΚΟΥΑΡΤΕΤΟ
που κυκλοφόρησε πρόσφατα
σε επίτομη έκδοση και σε νέα μετάφραση
σας προσκαλούν
σε συζήτηση με θέμα
Η Αλεξάνδρεια στον Λόρενς Ντάρελ,
τον Στρατή Τσίρκα, τον Κ.Π. Καβάφη.

Δευτέρα, 12 Απριλίου 2010, στις 8:30 μ.μ.,
στο βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ
(Δημάρχου Ι. Ανδρεαδάκη 49, πρώην Πεσόντων Μαχητών, Λιβαδειά).

Η Κατερίνα Σχινά, κριτικός λογοτεχνίας-μεταφράστρια,
θα παρουσιάσει τις διαφορετικές όψεις μιας θρυλικής πόλης
μέσα από τα κείμενα των τριών αυτών μεγάλων συγγραφέων.



ΛΟΡΕΝΣ ΝΤΑΡΕΛ
ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΟ ΚΟΥΑΡΤΕΤΟ
Μετάφραση: Μαριάννα Παπουτσοπούλου
(Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, σελ.: 1.000, τιμή: 32,00 €)

Ό,τι πιο μεθυστικό έχει γραφτεί για την πόλη της Αλεξάνδρειας την εποχή του μεσοπολέμου και των χρόνων που ακολούθησαν. Ένας λογοτεχνικός ύμνος στα κάλλη της, μα και στην οσμή από τη σαπίλα μιας παρηκμασμένης γραφικότητας που κατατρέχει την ιστορία της. Οι ήρωες αυτής της θρυλικής τετραλογίας υπάρχουν και δεν υπάρχουν. Αφουγκράζεσαι τα πάθη τους, τους ήχους των ηδονών τους, τις κραυγές της ανείπωτης φρίκης. Και την ίδια στιγμή αναρωτιέσαι εάν είναι γήινη η ομορφιά της Ιουστίνης, ο ορυμαγδός του Μπαλτάζαρ, ο θρήνος του Μαουντόβιλ, η αερική οπτασία της Κλέας. Αν ο Καβάφης μάς τη χάρισε ερωτική και ο Τσίρκας την προσγείωσε ανθρώπινη και έντονα πολιτική, ο Ντάρελ επιφύλαξε για την Αλεξάνδρεια ένα άλλο σπάνιο δώρο: την αιωνιότητα. Και αυτό το κατάφερε γιατί η γραφή του γνωρίζει να περιγράφει παραστατικά και ταυτόχρονα να αφηγείται με ολοζώντανη διάθεση. Προπάντων, όμως, επειδή χειρίζεται με μαεστρικό τρόπο το χιούμορ καθώς το μπολιάζει στην τραγικότητα των ηρώων του, την ώρα που αυτοί βαδίζουν με σταθερό βήμα προς τη μοίρα τους.
Ένα έργο σταθμός στη παγκόσμια λογοτεχνία. Ένα ανάγνωσμα αντίδοτο στη ρηχότητα και τη φτήνια πολλών «βιβλίων».

Με αυτό τον τρόπο υποδέχτηκε ο συγγραφέας Κώστας Ακρίβος την επανέκδοση του σπουδαίου βιβλίου «Αλεξανδρινό κουαρτέτο»
Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό INDEX

Στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία - 29/11/2009 (Έντυπη Έκδοση Επτά),
 ο Χρήστος Σιάφκος
έγραψε για το ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΟ ΚΟΥΑΡΤΕΤΟ

Η πόλις θα σ' ακολουθεί
Είναι οι μεγάλες ταραγμένες εποχές που γεννούν τα μεγάλα έργα. Έτσι γεννήθηκε και το παλίμψηστο μιας πόλης μοναδικής, της Αλεξάνδρειας, που είχαν χτίσει οι Ιταλοί, κυβερνούσαν οι Άγγλοι ενώ το εμπόριο διαφέντευαν οι Έλληνες, οι Εβραίοι και οι Αρμένιοι.

Η ιστορία της Αλεξάνδρειας αλλά και των ανθρώπων της ζωντανεύει ξανά μέσα από το κλασικό βιβλίο του Λόρενς Ντάρελ, που βγαίνει, τώρα, σε νέα μετάφραση.

Ο Λόρενς Ντάρελ αποβιβάστηκε σ' αυτή την 1η Μαΐου 1941 από ένα αυστραλιανό μεταγωγικό που έκανε το επικίνδυνο ταξίδι από την Κρήτη. Είχε ήδη κατά νου το «Αλεξανδρινό Κουαρτέτο», το εμβληματικό αυτό έργο που τώρα κυκλοφορεί σε νέα θαυμάσια μετάφραση της Μαριάννας Παπουτσοπούλου από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο».
Γεννημένος στην Ινδία, ο άγγλος συγγραφέας δεν πέρασε στη χώρα του παρά μόνο το διάστημα των σπουδών του για να χαράξει στη συνέχεια μια πορεία που είχε ως σημαντικούς σταθμούς την Κέρκυρα, την Αθήνα, τη Μέση Ανατολή, τη Ρόδο και τέλος την Κύπρο και τη Γαλλία, όπου ολοκλήρωσε το «Κουαρτέτο».
Οι πραγματικοί ήρωες
Ήταν ερωτευμένος με την Αλεξάνδρεια, την πόλη που χώρεσε στους τέσσερις τόμους την «Τζαστίν» (και όχι «Ιουστίνη», όπως ήθελε η παλιά μετάφραση του Αιμίλιου Χουρμούζιου στις εκδόσεις «Γρηγόρη»), τον «Μπαλτάζαρ», τον «Μαουντολίβ» και την «Κλέα».
Είναι παράξενο, ωστόσο, ότι τους πρώτους μήνες του 1941 έγραφε ο συγγραφέας στον Χένρι Μίλερ από την Ελλάδα: «Μοιάζει ειρωνεία, αλλά χτες το απόγευμα το σύννεφο διαλύθηκε και είδα όλο το ''Βιβλίο των νεκρών'' μπροστά στα μάτια μου σαν απαγορευμένη έξοχη πόλη. Είμαι έτοιμος να το αρχίσω τώρα».
Το «Βιβλίο των νεκρών» ήταν ο προσωρινός τίτλος γι αυτό που τελικά ονομάστηκε «Αλεξανδρινό Κουαρτέτο» και που ο Ντάρελ άρχισε να γράφει το 1953, όταν αποσπάστηκε στην Κύπρο, έχοντας μαζί του τη μικρή του κόρη Σαπφώ, κι αγόρασε ένα σπίτι στο Μπέλλα Παΐς κοντά στην Κερύνεια.
Τι είναι εν κατακλείδι το «Κουαρτέτο»; Μα το παλίμψηστο της ιστορίας της πόλης και των ανθρώπων της. Υπάρχουν σ' αυτό και ο «νεαρός πολεμιστής, που ζει την αιωνιότητα κλεισμένος στο γυάλινο φέρετρό του» (Αλέξανδρος) αλλά και ο γέροντας ποιητής (Καβάφης). Υπάρχει ο επίσης ερωτευμένος με την Αλεξάνδρεια Ε. Μ. Φόρστερ και πλήθος άλλοι χαρακτήρες «κλεμμένοι» από τους άρχοντες, τους αστούς, τους επαγγελματίες, τους περιθωριακούς της πόλης. Και βέβαια υπάρχουν αυτές οι υπέροχες γυναίκες, οι πρωταγωνίστριες του Ντάρελ.
Όμως εκείνη που πραγματικά πρωταγωνιστεί είναι η Αλεξάνδρεια «πριγκίπισσα και πόρνη. Βασιλική πολιτεία και anus mundi. Δεν θα άλλαζε ποτέ εφόσον οι φυλές εξακολουθούσαν να βράζουν όπως ο μούστος στα βαρέλια».
Τον Οκτώβριο του 1977 ο συγγραφέας επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια, έχοντας πειστεί από το BBC να συμμετέχει σε μια εκπομπή με τίτλο «Spirit of Place». Περιπλανήθηκε στους δρόμους της ακολουθούμενος από το τηλεοπτικό συνεργείο. Του φάνηκε αδιάφορη και άψυχη. Τα περίφημα καφέ της, του «Παστρούδη» και το «Μπωντρό» δίχως φώτα. Το αγαπημένο του βιβλιοπωλείο, το «Cite du Livre» στη οδό Φουάντ 2 είχε κλείσει. Η κάμερα στράφηκε σε μεγαλοπρεπείς βίλες γεμάτες μπουκαμβίλιες, «όπου ο Νεσίμ και η Τζαστίν έδιναν τις δεξιώσεις τους», εγκαταλειμμένες ή δημευμένες ή ρημαγμένες από την αδιαφορία των απόρων ιδιοκτητών τους.
Όμως και πάλι, όπως αφηγείται ο Μάικλ Χάαγκ στην «Αλεξάνδρεια, πόλη της μνήμης» (εκδόσεις «Ωκεανίδα»), βιβλίο που μπορεί να λειτουργήσει ως υπέροχο επίμετρο στο «Κουαρτέτο», ο συγγραφέας μπόρεσε να ξαναβρεί την πόλη του. Έστω και μέσα σ' έναν οίκο απωλείας όπου στο «μισοσκόταδο στέκονταν καμιά δεκαριά κοριτσόπουλα ντυμένα με γελοία βιβλικά νυχτικά, με βαμμένα χείλη, κομπολόγια με κρόσσια και φτηνά δαχτυλίδια, ενώ η παράξενη αθωότητά τους που άστραφτε κάτω από τα φανταχτερά ρούχα ερχόταν σε αντίθεση με τη βάρβαρη ενήλικη φυσιογνωμία του γάλλου ναύτη που στεκόταν στη μέση του δωματίου».
Σε αντιδιαστολή με την παραπάνω εικόνα, η μεταφράστρια του Κουαρτέτου επιμένει: «Η αθωότητα αυτή είναι η καρδιά του βιβλίου. Η πηγή η επτασφράγιστη του ''Άσματος Ασμάτων'', που γίνεται νερό που γουργουρίζει στην άμμο του Αμπουσίρ και γεννά τη ζωή. Γίνεται πρόσωπα: ο παππούλης Παναγιώτης που φροντίζει, ο ύμνος του μουεζίνη μιαν αυγή που ανεβαίνει ψηλά στα άνω στρώματα του ουρανού, το μωρό που κοιμάται με το δάχτυλο στο στόμα. Γιατί -πώς να γίνει;- κάθε καλό βιβλίο περιέχει κοντά στο σκοτάδι του κόσμου και το φως του - είτε σαν νοσταλγία είτε σαν προσευχή».

Ο Λόρενς Ντάρελ γεννήθηκε στην Ινδία το 1912 από γονείς Βρετανούς. Στην πατρίδα του βρέθηκε μόνο για τις πανεπιστημιακές του σπουδές, τις οποίες γρήγορα εγκατέλειψε για να αρχίσει μια ζωή περιπλανήσεων με επίκεντρο τη λεκάνη της Μεσογείου. Αφού γεύτηκε την μποέμικη ζωή των καλλιτεχνών στο Παρίσι, εγκαταστάθηκε από το 1935 ως το 1941 στην Ελλάδα, χώρα που γνώρισε κι αγάπησε βαθιά. Στα χρόνια του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου βρέθηκε στο Κάιρο, ενώ αργότερα εργάστηκε στη Ρόδο, στην Κύπρο και στην Αργεντινή. Από το 1957 ως τον θάνατό του, τον Νοέμβριο του 1990, έζησε στη νότια Γαλλία όπου αφοσιώθηκε στο γράψιμο. Μεταξύ άλλων εξέδωσε: Το κουιντέτο της Αβινιόν, Ο σκοτεινός λαβύρινθος, Η θαλάσσια Αφροδίτη. Από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ κυκλοφορούν τα έργα του: Η σπηλιά του Πρόσπερου και Τα ελληνικά νησιά.