Πέμπτη, 20 Μαΐου 2010

Στην εφημερίδα Η ΕΠΟΧΗ ολοσέλιδο αφιέρωμα για το νέο μας βιβλίο ΔΙΣΤΟΜΟ 10 ΙΟΥΝΙΟΥ 1944 ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ

Όταν ιστορούν οι ποιητές
Κυριακή, 16 Μαΐου 2010
Εφημερίδα Η ΕΠΟΧΗ

Μια πολύτιμη συλλογή μαρτυριών για τη σφαγή στο Δίστομο το 1944 από τον ποιητή Γιώργο Θεοχάρη

Το βιβλιοπωλείο «Σύγχρονη Έκφραση» στη Λειβαδιά είναι μια πνευματική όαση, όχι μόνο για την πόλη στην οποία εδράζεται αλλά και για ολόκληρη τη Βοιωτία. Όχι μόνο πεισματικά παραμένει βιβλιοπωλείο και μόνο βιβλιοπωλείο, αλλά είναι και ο τόπος σημαντικών εκδηλώσεων -ευλαβικά, κάθε δεύτερη Δευτέρα του μήνα- που αναζωογονούν πνευματικά την περιοχή και φέρνουν σε επαφή τους κατοίκους της με σημαντικούς ανθρώπους των τεχνών και των γραμμάτων. Ο ιδιοκτήτης του και ψυχή της όλης προσπάθειας εδώ και είκοσι πάνω κάτω χρόνια, ο Νίκος Λαμπρόπουλος, πλαισιωμένος από φανατικούς φίλους, που συμμετέχουν στις συζητήσεις και δίνουν ιδέες για τις επόμενες εκδηλώσεις με τα ερωτήματά τους, τον τελευταίο καιρό προχώρησε και σε μια νέα δραστηριότητα, την εκδοτική. Μετά από δύο παιδικά βιβλία του Αρ. Ρούσσαρη («Μύθοι και Ιστορίες της Αρχαίας Βοιωτίας» και «Ο Μύθος της Έρκυνας και το ποτάμι της στη Λεβάδεια»), εξέδωσε το βιβλίο «Δίστομο, 10 Ιουνίου 1944», πόνημα μιας μακρόχρονης έρευνας για τη σφαγή στο Δίστομο από τα ναζιστικά στρατεύματα κατοχής του Γιώργου Θεοχάρη, γνωστού ποιητή, που στο έργο του συνυπάρχει ο πολιτικός προβληματισμός, η ιστορική μνήμη, αλλά και ένας πλούσιος, βαθύς λυρισμός, ο πόνος για τους ανθρώπους και τους τόπους τους.
Μια αξιόλογη έρευνα
Ο Γ. Θεοχάρης, που είναι επίσης διευθυντής του πολύ ενδιαφέροντος περιοδικού «Εμβόλιμον», με έδρα τα Άσπρα Σπίτια στη Βοιωτία -«περιοδικάριος», αυτοσυστήνεται- συγκεντρώνει εδώ και χρόνια υλικό γι’ αυτήν τη γερμανική θηριωδία. Μέρος του υλικού έχει ήδη δημοσιευτεί σε δύο τεύχη του Εμβολίμου (21-22, Ιούνιος 1994 και τεύχος εκτός σειράς, Ιούνιος 2009). Όλη αυτή η ερευνητική προσπάθεια κατέληξε σε ένα ογκώδες βιβλίο στο οποίο περιλαμβάνονται χρονικά που εξιστορούν όχι μόνο την ίδια τη σφαγή αλλά και τι προηγήθηκε στην ευρύτερη περιοχή καθώς και τις επόμενες μέρες (Τάκης Λάππας, Γιάννης Μπασδέκης, Καίτη Μανωλοπούλου, Λάμπρος Μάλαμας, Pierre Amandry), μαρτυρίες ανθρώπων που είδαν με τα μάτια τους τη σφαγή και επίσημα κείμενα (μεταξύ των οποίων η εμπιστευτική αναφορά του νομάρχη Ι. Γεωργόπουλου προς το Υπ.Εσ. και η Έκθεση του αντιεισαγγελέα Αρείου Πάγου, Δ. Κιουσόπουλου, διευθυντή της κεντρικής Υπηρεσίας του Ελληνικού Εθνικού Γραφείου Εγκλημάτων Πολέμου, που διατάσσει ανάκριση κατά των Γερμανών αξιωματικών για τη σφαγή Διστόμου και Καλαμίου κ.ά). Παρατίθεται επίσης πλούσιο υλικό σχετικά με την τύχη των υπευθύνων και το ακανθώδες ζήτημα των αποζημιώσεων, που δεν έχουν ακόμη (!) αποδοθεί. Το βιβλίο ολοκληρώνεται με μια επιλογή λογοτεχνικών καταθέσεων για τη σφαγή του Διστόμου, όπου ανθολογούνται κείμενα των Ασημάκη Πανσέληνου, Γιάννη Ρίτσου, Νικηφόρου Βρεττάκου, Σάββα Αγουρίδη, Καίτης Μανωλοπούλου, Χρήστου Μαλεβίτση, Σωτήρη Πατατζή κ.ά. Πολύ αξιόλογο είναι και το φωτογραφικό υλικό με φωτογραφίες -μεταξύ των οποίων επτά της Bούλας Παπαϊωάννου, και η περίφημη φωτογραφία της Μαρίας Παντίσκα που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Life» του Dmitri Kessel.
«Δεν είμαι ιστορικός»...
Το βιβλίο «Δίστομο, 10 Ιουνίου 1944», παρουσιάστηκε, την Τρίτη, 4 Μαΐου, στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων Μεταίχμιο. Ο Γ. Θεοχάρης μίλησε με συγκίνηση για την τραγωδία του Διστόμου, το προσωπικό του ενδιαφέρον για το ζήτημα, την πολύχρονη δουλειά συγκέντρωσης του υλικού του -από βιβλία, περιοδικά, εφημερίδες, αρχεία ακόμα και από το διαδίκτυο. «Δεν είμαι ιστορικός», είπε μερικές φορές, ζητώντας από τους μελλοντικούς αναγνώστες να συγχωρήσουν κάποια ατοπήματα και ελλείψεις που ίσως υπάρχουν στο βιβλίο. Μα καθώς διαβάζουμε το δικό του πεζοποίημα «Σ’ εσέ που με ταχύτητα περνάς προς την Αράχωβα» (σ. 516), δεν μπορούμε να μην θυμηθούμε τον Αριστοτέλη και τη σύγκριση ποίησης και ιστορίας: «φιλοσοφώτερον και σπουδαιότερον ποίησις ιστορίας εστίν» ούτε και να μην κάνουμε τη σκέψη πως κάποτε η ιστορική μνήμη έχει ανάγκη την ευαισθησία των ποιητών πριν να περάσει στων ιστορικών τα χέρια η αφήγηση και η ερμηνεία της ιστορίας. 

Αυτό άλλωστε έγινε και στην εκδήλωση: τον ποιητή διαδέχτηκε στο βήμα ο ιστορικός Μιχάλης Λυμπεράτος, διδάκτωρ Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, ο οποίος ανέλυσε το ιστορικό γεγονός της σφαγής του Διστόμου και τη βιβλιογραφική προσέγγισή του. Χαρακτήρισε το βιβλίο ως «το πιο πλήρες μέχρι σήμερα σώμα ιστορικών πληροφοριών για τη σφαγή του Διστόμου», ενός γεγονότος που δεν έχει διερευνηθεί ιστορικά όσο θα έπρεπε, τονίζοντας πως «στην Ελλάδα η πραγματική ιστορία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου παρέμεινε, ως επί το πλείστον, ακαδημαϊκή υπόθεση, έτυχε μιας ασφυκτικής διαμεσολάβησης από τον πολιτικό λόγο, υπέστη τη διαστρέβλωση μιας εκτεταμένης ιδεολογικής χειραγώγησης, και παρέμεινε σχεδόν στα σπάργανα στη σχολική εκπαίδευση». Υπογράμμισε ότι στο βιβλίο το γεγονός διερευνάται ως ιστορική πραγματικότητα αλλά και ως ιστορικό βίωμα, ως «τμήμα της δημόσιας ιστορίας, διακύβευμα της κοινής γνώμης, αναδεικνύοντας τους αναπόφευκτους μηχανισμούς επικαθορισμού της μνήμης από επάλληλα στρώματα ερμηνειών, που γεννά η ίδια η εξέλιξη της κοινωνικής πραγματικότητας».
Ποιος είπε ότι δεν μπορούμε να αλλάξουμε το παρελθόν; Και πράγματι αυτό είναι ένα ιδιαίτερο στοιχείο του βιβλίου. Βοηθά τον αναγνώστη να δει τις ερμηνείες που έλαβε η ναζιστική θηριωδία, τους τρόπους που αναγνώστηκε από την επίσημη πολιτεία η τραγωδία, τις προσπάθειες ακόμη και αλλοίωσης της ιστορικής μνήμης, όχι μόνο με την υποβάθμιση της σημασίας τέτοιων γεγονότων αλλά κάποτε και με μια προσπάθεια δικαιολόγησης της σφαγής. Είναι άλλωστε πολύ παλιά τέχνη αυτό. Το 414 η ναυμαχία μεταξύ Αθηναίων και Συρακουσίων έληξε με ήττα της Αθήνας. Στην αναπαράστασή της, όμως, στα εγκαίνια του ανακαινισμένου Φλαβιανού Αμφιθεάτρου, ο αυτοκράτορας Τίτος προτιμά να της δώσει μια διαφορετική έκβαση: τώρα οι Αθηναίοι είναι οι νικητές και κατορθώνουν την απόβαση. Δεν χρειάζεται να πούμε πως οι Ρωμαίοι ταυτίζονταν με τους Αθηναίους και, άρα, δεν έπρεπε να χάσουν σ‘ αυτήν την σύγκρουση. Η αρένα εκείνη τη στιγμή ήταν το ίδιο το πεδίο της Ιστορίας και οι κυρίαρχοι Ρωμαίοι, ξανάγραφαν την Ιστορία όπως αυτοί ήθελαν. Ποιος είπε ότι δεν μπορούμε να αλλάξουμε το παρελθόν; Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο βιβλία σαν αυτό είναι και χρήσιμα και απαραίτητα. Άξιο μνείας και το καλοστημένο φωτογραφικό κολάζ που κοσμεί το εξώφυλλο (ρίχνοντας μια πρώτη πρόχειρη ματιά, νόμιζα πως έβλεπα φωτογραφίες από τη γενοκτονία των Αρμενίων ή τη μικρασιατική καταστροφή, αλλά μήπως δεν ενώνονται από την αλυσίδα του αίματος όλες αυτές οι συμφορές;).
Μαρώ Τριανταφύλλου

Τρίτη, 18 Μαΐου 2010

Λόγος και αντίλογος με πάθος, ένταση και σεβασμό

Οι συγγραφείς Τηλέμαχος Κώτσιας "Στην απέναντι όχθη" και Θοδωρής Παπαθεοδώρου "Οι κόρες της λησμονιάς" που παρουσίασαν τα βιβλία τους τη Δευτέρα 17 Μαΐου  συναντήθηκαν για πρώτη φορά στο βιβλιοπωλείο μας αν και οι δύο έχουν κοινό εκδότη (εκδόσεις Ψυχογιός).
Συνέδεσαν τα μυθιστορήματά τους με τον υπέρτιτλο του κύκλου εκδηλώσεων ΜΝΗΜΕΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ... ΜΝΗΜΕΣ ΕΜΦΥΛΙΟΥ ... Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ.   
Περιέγραψαν πως μέσα από τα βιώματά τους (κυρίως ο Κώτσιας) και την έρευνα (περισσότερο ο Παπαθεοδώρου) δημιούργησαν τους ήρωες των βιβλίων τους και η συζήτηση άναψε για τα καλά, τόσο μεταξύ των δύο ομιλητών όσο και με το κοινό και κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον για ένα δίωρο.
Οι ομιλητές ανέπτυξαν τις θέσεις τους και τις υπερασπίστηκαν απέναντι στο κοινό μας που για μια φορά ακόμα υπέδειξε υποδειγματικό σεβασμό στους προσκαλεσμένους αλλά και αποφασιστικότητα στην έκφραση του δικαιώματος της διαφωνίας αλλά και της εξαντλητικής αναζήτησης μέσω της συζήτησης της διελεύκανσης κάποιων σημείων των τοποθετήσεων.

Τετάρτη, 12 Μαΐου 2010

ΟΙ ΚΟΡΕΣ ΤΗΣ ΛΗΣΜΟΝΙΑΣ : Γυναίκες του εμφυλίου... Στάχυα που τα άλεθαν αλύπητα οι μυλόπετρες της Ιστορίας.

ΟΙ ΚΟΡΕΣ ΤΗΣ ΛΗΣΜΟΝΙΑΣ :
ΘΟΔΩΡΗΣ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ

Κοριτσάκι τόσο δα ήταν όταν την άρπαξαν από την αγκαλιά μου. Ένα μπουμπούκι το κορμάκι της που δεν αξιώθηκα να το δω ν' ανθίζει. Δεν το χάρηκα. Δεν το χόρτασα. Μόνο τ' αγκάθια… τ' αγκάθια μόνο χόρτασα. Τα βράδια, όταν οι σκιές της αβάσταχτης απουσίας απλώνονταν και μ' έπνιγαν, στα γόνατα έπεφτα, προσευχόμουν μόνο κι έλπιζα: "Κι αν σου ζητάω πολλά, Παναγιά μου, μάνα είσαι κι Εσύ και με νιώθεις. Σαν την αγάπη της μάνας, το ξέρεις -Θεέ μου!- όμοια δεν υπάρχει σ' αυτό τον κόσμο που 'φτιαξες…". Γυναίκες του εμφυλίου... Στάχυα που τα άλεθαν αλύπητα οι μυλόπετρες της Ιστορίας. Πατρίδα, κόμμα, προδοσίες, επαναστάσεις, αντάρτικα, σφαγές και, τέλος, το παιδομάζωμα. Η πιο απάνθρωπη, η πιο σκοτεινή σελίδα του αδελφοκτόνου σπαραγμού. Γυναίκες του εμφυλίου… Κεριά αναμμένα. Σαν την Αγγέλα, τη Μέλπω και την Αριάδνη. Ρωτούσαν, έτρεχαν, πόρτες χτυπούσαν μέρα και νύχτα, με μια μονάχα ελπίδα. Πως ίσως ξανανταμώσουν μια μέρα τα βλαστάρια τους. Κάποιες τα κατάφεραν. Κάποιες άλλες όχι. Γυναίκες του εμφυλίου... Μάνες της άδειας αγκαλιάς. Αυτή είναι η ιστορία τους…

Στην απέναντι όχθη : Τηλέμαχος Κώτσιας .............. Ζωές και όνειρα κομμένα στη μέση.

Ο Πέτρος Χαρίσης παντρεύεται... (την 15χρονη Ακρίβω) και αμέσως φεύγει μετανάστης για την Αμερική, ενώ εκείνη περιμένει το παιδί τους. Στο γυρισμό του έπειτα από πέντε χρόνια, βρήκε το χωριό του πάνω στη γραμμή των νέων συνόρων, χωρισμένο στα δυο, μισό στην Ελλάδα και μισό στην Αλβανία...
Στην απέναντι όχθη : Τηλέμαχος Κώτσιας
Ο Πέτρος Χαρίσης θα θυμάται για πάντα εκείνο το πρωινό του 1924, όταν επέστρεφε από την Αμερική. Tα ξερά φύλλα που είχαν σκεπάσει το μονοπάτι του δάσους έτριζαν κάτω από τα πόδια του, και το κυπρί του μουλαριού χτυπούσε ρυθμικά σε κάθε του βήμα. Αναρωτιόταν αν η επιστροφή αυτή θα ήταν η στερνή έπειτα από τόσες περιπέτειες ή, αντίθετα, θα αποτελούσε μια νέα σελίδα στη ζωή του.Κάπως έτσι, κοντά στα βουνά της Μουργκάνας, στα σύνορα Αλβανίας και Ελλάδας, ο Πέτρος Χαρίσης κάνει το καινούργιο του ξεκίνημα. Εκεί, στην όχθη του Ξεριά, αποφασίζει να χτίσει μια παράγκα γύρω από την οποία στη συνέχεια θα αναπτυχθεί το κέντρο του νέου χωριού. Η φαμίλια του αβγαταίνει, το ίδιο και η περιουσία του, ώσπου τα σύνορα που είχαν χωρίσει το χωριό στα δύο έκλεισαν. Ο Πέτρος Χαρίσης θα θεωρείται πλέον Αλβανός πολίτης. Και η ζωή του, όπως την ονειρευόταν, δε θα είναι ποτέ πια η ίδια.Πολιτικές συγκρούσεις, εθνικοί κατατρεγμοί, διαψεύσεις προσδοκιών, υποθέσεις κατασκοπείας που διαπλέκονται με προσωπικές ιστορίες, ζωές και όνειρα κομμένα στη μέση, οικογενειακά δράματα, όλα ρίχνουν φως σε μια σκοτεινή ιστορική περίοδο τριάντα πέντε χρόνων.
Εκδόσεις Ψυχογιός 2009

...Ξαφνιάστηκαν οι χωριανοί στη Βάλτιστα. Χαρές, κλάματα, ιστορίες, ο γαμπρός του κατέβηκε στο κατώι κι έσφαξε αμέσως ένα βετούλι. μαζεύτηκαν οι συγγενείς. Εκεί ο Πέτρος έμαθε τα νέα. Το θάνατο του πατέρα του τον είχε πληροφορηθεί από το γείτονά του τον Σταύρο Χρόνη, ο οποίος τον είχε ακολουθήσει στην Αμερική ύστερα από ένα χρόνο. Ο μικρός Αντώνης μεγάλωνε ώρα την ώρα, του είπε η Τασία. Είχε πάρει το όνομα του παππού, αλλά μόλις περπάτησε ο μικρός, ο θεός απέσυρε τον πρεσβύτερο. Πέρσι πέρασε την οστρακιά και κόντεψαν να τον χάσουν, αλλά τώρα ήταν καλά. Τα σύνορα, του είπαν, είχαν παραμείνει στην Κατούνα όπως ορίστηκαν το 1914, και καθώς το χωριό βρισκόταν πάνω στο σέλωμα, είχε χωριστεί στα δυο, το μισό είχε πέσει στην Αλβανία και το άλλο μισό στην Ελλάδα. Το σπίτι τους ήταν στην Αλβανία, αλλά το αχούρι και το πηγάδι είχαν μείνει στην Ελλάδα. τι να πει κανείς… Ύστερα οι άντρες μίλησαν για την πολιτική, για τον Βενιζέλο, το βασιλιά, τη Μικρασιατική καταστροφή. Είχαν πιστέψει ότι τα σύνορα θα μετακινούνταν βορειότερα, αλλά αποδείχτηκε ότι δεν ήταν θέλημα θεού. Έμεινε στην Αλβανία όλη η Δρόπολη. Στην Κακαβιά, είπαν, έβαλαν τελωνείο – ένα νόμιμο λησταρχείο που γυρεύει διαβατικά από τους περαστικούς. Η Κακαβιά είχε πέσει στην Αλβανία, αλλά το μεγαλύτερο μέρος του κάμπου της έμεινε στην Ελλάδα. Κάτω, εκεί που σμίγουν το Ραγόζι και ο Ξεριάς, υπήρχαν πολλά χωράφια που κανένας δεν ήξερε σε ποια χώρα ανήκαν. Τα δυο ποτάμια άλλαζαν συχνά κοίτη έπειτα από κάθε μεγάλη πλημμύρα. Εκεί που έσμιγαν, πάλευαν και κουλουριάζονταν σαν φίδια που βατεύονται...

Τρίτη, 11 Μαΐου 2010

Όταν οι Ούνοι ζήλεψαν τον Νέρωνα

Tου Χρήστου Λιόλιου

Εδώ 'ναι το πικρό το χώμα του Διστόμου/ Ω, εσύ διαβάτη όπου πατήσεις να προσέχεις./ Εδώ πονά η σιωπή, πονάει κι η πέτρα κάθε δρόμου/ κι απ' τη θυσία, κι απ' τη σκληρότητα του ανθρώπου...
Γιάννης Ρίτσος

Η σφαγή των 223 Διστομιτών από το 4ο Σύνταγμα Αστυνομίας των SS, στις 10 Ιουνίου του 1944, είναι από τα πιο γνωστά ολοκαυτώματα των κατοχικών δυνάμεων στην Ελλάδα, μαζί με αυτά των Καλαβρύτων και του Κομένου Άρτας. Ωστόσο, εκείνο που το κάνει ιδιαίτερο είναι το μέγεθος της βαρβαρότητας που επέδειξαν τα SS και όχι τόσο ο αριθμός των θυμάτων. Σε αυτό ακριβώς το σημείο προσπαθεί να ρίξει φως το βιβλίο "Δίστομο - 10 Ιουνίου 1944 - Το Ολοκαύτωμα", σε έρευνα και επιμέλεια του Γιώργου Χ. Θεοχάρη, που εκδόθηκε από το βιλιοπωλείο "Σύγχονη Έκφραση" της Λιβαδειάς και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Μεταίχμιο".
Στις 536 του σελίδες ο Γ. Θεοχάρης παρουσιάζει την ιστορία όπως αυτή γράφτηκε επίσημα αλλά και μέσα από τις σελίδες των εφημερίδων της εποχής, λογοτεχνικές αναφορές, μαρτυρίες και αναμνήσεις επιζησάντων της σφαγής, επίσημες καταγραφές των κατοχικών δυνάμεων αλλά και του κατοχικού νομάρχη και ολοκληρώνεται με την πολύχρονη μάχη των κατοίκων του Διστόμου για αποζημιώσεις. Με λίγα λόγια, μια πλήρης παρουσίαση της σφαγής και των συνεπειών της.
Πριν όμως αναφερθούμε στο περιεχόμενο του βιβλίου καλό θα ήταν να πούμε λίγα λόγια για την ίδια τη σφαγή. Στις 10 Ιουνίου του 1944 ο Fritz Laufenbach, λοχαγός των SS του 2ου λόχου του 1ου τάγματος του 7ου τεθωρακισμένου συντάγματος της αστυνομίας SS, έλαβε διαταγή να μετακινήσει τον λόχο του από τη Λιβαδειά προς το Δίστομο και τα γειτονικά χωριά Στείρι και Κυριάκι, με σκοπό τον εντοπισμό ανταρτών στην δυτική πλευρά του Ελικώνα. Οι Γερμανοί, με δύο επιταγμένα ελληνικά φορτηγά γεμάτα με άνδρες των SS μεταμφιεσμένους σε χωρικούς, προπορεύονταν της κύριας φάλαγγας. Ταυτόχρονα ο 10ος και 11ος λόχος του 3ου τάγματος από την Άμφισσα κατευθύνονταν προς το Δίστομο για να συναντήσουν τον 2ο λόχο. Οι τρεις λόχοι συναντήθηκαν χωρίς να έχουν εντοπίσει αντάρτες, εκτός από 18 παιδιά που κρύβονταν σε γύρω στάνες. Έξι από τα παιδιά που προσπάθησαν να δραπετεύσουν εκτελέστηκαν. Οι Γερμανοί μπήκαν στο Δίστομο και, εκφοβίζοντας τους χωρικούς, έμαθαν ότι υπήρχαν αντάρτες στο Στείρι. Ο 2ος λόχος κατευθύνθηκε προς τα εκεί και στη θέση Λιθαράκι, περιοχή του Στειρίου, έπεσε σε ενέδρα των ανταρτών του 11ου λόχου του 3ου τάγματος του 34ου συντάγματος του ΕΛΑΣ. Η μάχη αυτή έληξε με οδυνηρές απώλειες για τους Γερμανούς.
Μετά απ' αυτή τη μάχη, οι Γερμανοί μπήκαν στο Δίστομο και, σε αντίποινα για τις απώλειές τους, άρχισαν τη σφαγή όσων κατοίκων έβρισκαν στο χωριό. Η μανία τους ήταν τόσο μεγάλη που δεν ξεχώριζαν από το μακελειό ούτε τα γυναικόπαιδα και τους ηλικιωμένους. Τον ιερέα του χωριού τον αποκεφάλισαν, βρέφη εκτελέστηκαν και γυναίκες βιάστηκαν πριν θανατωθούν. Η σφαγή σταμάτησε μόνο όταν νύχτωσε και αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στη Λιβαδειά, αφού πρώτα έκαψαν τα σπίτια του χωριού. Οι εκτελέσεις συνεχίστηκαν και κατά την επιστροφή των Γερμανών στην βάση τους, σκοτώνοντας όποιον άμαχο έβρισκαν στον δρόμο τους.
Η πρωτοφανής θηριωδία έγινε αμέσως γνωστή μέσω του BBC στο εξωτερικό και προκάλεσε κατακραυγή διεθνώς. Η Γερμανική Διοίκηση της Αθήνας επέρριψε την ευθύνη αποκλειστικά στους κατοίκους του Διστόμου, επειδή, όπως ανέφερε σε ανακοίνωσή της, δεν συμμορφώθηκαν με τις στρατιωτικές εντολές.
Αυτή, λοιπόν, η αγριότητα μαρτυρείται ανάγλυφα στις σελίδες του βιβλίου. Παιδιά που επέζησαν, αν και είχαν καταπλακωθεί από τα νεκρά σώματα των γονιών τους και μέσα σε λίμνες αίματος, κράταγαν την ανάσα τους προκειμένου να θεωρηθούν νεκρά από τους κατακτητές. Μανάδες που είδαν τα μωρά τους να λιώνουν από την μπότα των SS και γυναίκες που είδαν τις έγκυες αδερφές τους να ξεκοιλιάζονται από τις ξιφολόγχες και τα έμβρυα να πνίγονται από τα έντερα των μανάδων τους.
Οι σελίδες αυτές είναι γεμάτες μνήμη και πόνο, που όμως μόνο όποιος τις διαβάσει θα μπορέσει να αντιληφθεί την ωμή βαρβαρότητα που μπορεί να υποστεί άνθρωπος από άνθρωπο. Αλλά και να αντιληφθεί πόσο μέσα στην ψυχή των ντόπιων πέρασε αυτή η αγριότητα, που όταν ακόμα και σήμερα κάποιος επισκεφθεί το Δίστομο θα δει γυναίκες μαυροφορεμένες για περισσότερα από 66 χρόνια.
Αυτό όμως που μέχρι σήμερα βασανίζει ολόκληρες γενιές είναι η έλλειψη δικαιοσύνης. Μετά την αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα, το Ελληνικό Γραφείο Εγκληματιών Πολέμου μπόρεσε να ανακαλύψει τον υπεύθυνο της σφαγής, Χανς Ζάμπελ, ο οποίος είχε καταφύγει στο Παρίσι και είχε συλληφθεί. Οι γαλλικές αρχές τον παρέδωσαν στις ελληνικές, οι οποίες τον προφυλάκισαν. Τον Αύγουστο του 1949 ομολόγησε την έκταση των γερμανικών θηριωδιών στο Δίστομο, αλλά δικαιολογήθηκε ότι εκτελούσε διαταγές ανωτέρων του. Κατά τη διάρκεια της προφυλάκισής του, ο Ζάμπελ εκδόθηκε προσωρινά στη Δυτική Γερμανία για άλλη υπόθεση, αλλά δεν επέστρεψε ποτέ στην Ελλάδα...
"Δίστομο - 10 Ιουνίου 1944 -
Το Ολοκαύτωμα". Έρευνα - εισαγωγή - επιμέλεια: Γιώργος Χ. Θεοχάρης,
σελ. 536 τιμή: 33 ευρώ
Λιόλιος Χ.
Βιβλιοκριτική στην εφημερίδα Η ΑΥΓΗ
Ημερομηνία δημοσίευσης: 11/05/2010

Κυριακή, 9 Μαΐου 2010

ΔΙΣΤΟΜΟ 10 Ιουνίου 1944, το ολοκαύτωμα. Μία έκδοση ιδιαίτερης βιβλιογραφικής σημασίας παρουσιάστηκε σε συνέντευξη τύπου.


Παρουσιάστηκε την Τρίτη 4  Μαΐου σε συνέντευξη τύπου στον πολυχώρο Μεταίχμιο, το βιβλίο που κυκλοφόρησε από το βιβλιοπωλείο μας ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ  με έρευνα -εισαγωγή -  επιμέλεια του Γιώργου Θεοχάρη "ΔΙΣΤΟΜΟ 10 Ιουνίου 1944, Το ολοκαύτωμα". 


Μας τίμησε με την παρουσία του ο Δήμαρχος Διστόμου κ. Αθανάσιος Πανουργιάς που διακρίνεται στη φωτογραφία με τον Γιώργο Θεοχάρη και τον Μιχάλη Λυμπεράτο.

Στιγμιότυπο με τον δημοσιογράφο της εφημερίδας  ΤΑ ΝΕΑ κ. Δημ. Μανιάτη να συνομιλεί με το Δήμαρχο Διστόμου και τη συγγραφέα - ιστορικό της Ύστερης Αρχαιότητας κ. Μαρώ Τριανταφύλλου με τον κ. Λυμπεράτο.


Μας τίμησε με την παρουσία της και  η κ. Καίτη Μανωλοπούλου της οποίας η έρευνα και η συγγραφική της δραστηριότητα αναφέρονται κατ' επανάληψη στο βιβλίο.

Ο Διδάκτωρ Ιστορίας στο Πάντειο Παν/μιο Μιχάλης Λυμπεράτος έκανε την τοποθέτηση που ακολουθεί αναφερόμενος στο βιβλίο.

Το βιβλίο του Γιώργου Θεοχάρη και του βιβλιοπωλείου «Σύγχρονη Έκφραση» έχει μια ιδιαίτερη βιβλιογραφική σημασία, στο μέτρο που δεν αποτελεί απλώς μια τυπική καταγραφή ενός συγκλονιστικού γεγονότος που χαρακτήρισε τη νεότερη ιστορία της χώρας, με διαστάσεις που υπερβαίνουν το τυπικό ιστοριογραφικό πεδίο και εμπλέκονται σε ζητήματα, όπως η κοινωνιολογία της βίας ή η πολιτική συμπεριφορά του ολοκληρωτισμού. Δεν είναι, δηλαδή, μόνο το βιβλιογραφικό  εκείνο ενέργημα που συγκεντρώνει το πιο πλήρες μέχρι σήμερα σώμα ιστορικών πληροφοριών για τη σφαγή του Διστόμου, κάτι βεβαίως επιτακτικό, στο μέτρο που το γεγονός δεν έτυχε ποτέ μιας πλήρους ιστορικής διερεύνησης. Γιατί και αυτό, παρότι προσδιόρισε την ιστορική μας συνείδηση, βρέθηκε αντιμέτωπο με το γεγονός ότι στην Ελλάδα η πραγματική ιστορία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου παρέμεινε, ως επί το πλείστον,  ακαδημαϊκή υπόθεση, έτυχε μιας ασφυκτικής διαμεσολάβησης από τον πολιτικό λόγο, υπέστη τη διαστρέβλωση μιας εκτεταμένης ιδεολογικής χειραγώγησης, και παρέμεινε σχεδόν στα σπάργανα στη σχολική εκπαίδευση. Ούτε προφανώς οι απλές αναδρομές σε γεγονότα σαν και αυτό, σε  επετειακή βάση, που επιχείρησαν να καλύψουν το κενό, συνιστούν ιστορική γνώση.  

Το βιβλίο, αντίθετα, διερευνά το γεγονός πολύ πιο σύνθετα, τόσο ως ιστορική πραγματικότητα όσο και από την άποψη της διαχρονικής του πρόσληψης ως προσδιοριστικού στοιχείου μιας συλλογικής εμπειρίας, ως τμήμα της δημόσιας ιστορίας, διακύβευμα της κοινής γνώμης, ιστορικό βίωμα και πεδίο συλλογικής αναφοράς. Συνιστά, τρόπον τινά, την απόδειξη της συνεχούς ιδιότυπης επικαιρότητας του γεγονότος στην συλλογική μνήμη και την κοινωνική πράξη. Με την έννοια αυτή, το βιβλίο ανασυνθέτει το γεγονός αλλά και αποτελεί ένα ευρύτερο εγχείρημα καταγραφής των τρόπων διαμόρφωσης της συλλογικής μνήμης σε αναφορά με τέτοια συγκλονιστικά γεγονότα, αναδεικνύοντας τους αναπόφευκτους μηχανισμούς επικαθορισμού της μνήμης από επάλληλα στρώματα ερμηνειών, που γεννά η ίδια η εξέλιξη της κοινωνικής πραγματικότητας. 
Το εγχείρημα για να μορφοποιηθεί προϋποθέτει την ίδια την αναζήτηση των μορφών καταγραφής του γεγονότος: πρωτίστως την επιστημονική προσέγγιση μέσω της τυπικής οδού των τεκμηρίων, (τις αναφορές, δηλαδή, του κατοχικού νομάρχη, την έκθεση του λόχου του ΕΛΑΣ που ενεπλάκη στη μάχη που προηγήθηκε της σφαγής, την έκθεση του διευθυντή της Κεντρικής Υπηρεσίας του Ελληνικού Γραφείου Εγκληματιών Πολέμου, που παρέπεμψε στη δικαιοσύνη του υπαιτίους της σφαγής κλπ). Όμως, πέραν των τυπικών τρόπων εκφοράς του ιστορικού λόγου, απαιτούνται και οι αποτυπώσεις του γεγονότος στην ατομική συνείδηση, όπως αναδεικνύονται μέσα από τις μαρτυρίες-διηγήσεις, που όχι μόνο φωτίζουν το γεγονός αλλά κυρίως επιτρέπουν την πιο απτή και ανάγλυφη διερεύνηση των διαδικασιών πρόσληψης του γεγονότος και μάλιστα σε έναν ευρύτερο ιστορικό ορίζοντα. Γιατί αυτές οι μαρτυρίες είναι το προνομιακό πεδίο κατάδειξης των νοητικών δομών αυτής της διαδικασίας, όταν η εκάστοτε οπτική γωνία αναδιαμορφώνεται, αντιφάσκει και παράγει συνεχώς ερωτήματα, τόσο στον μάρτυρα όσο και στον καταγραφέα του γεγονότος. Και οι δύο πλευρές εκθέτουν το δικό τους τρόπο πρόσληψης, καταδεικνύοντας πολλαπλά τη δυναμική του γεγονότος. Συνιστούν, δηλαδή, αναγκαία μέρη της ιστορικής αποτύπωσης του.
Έτσι, η  αφήγηση του ιστοριοδίφη της περιοχής  Τάκη Λάππα, που αναπαράγεται στο βιβλίο, πιστή στη λειτουργία ενός χρονικού, ως σημειώσεις, δηλαδή, με τυπική χρονολογική σειρά, με τους λογοτεχνισμούς της, τη γλώσσα της καθημερινότητας, τη συναισθηματική της εκφορά, με τα θαυμαστικά και τα αποσιωπητικά της,  εκπροσωπεί, πρωτίστως, την τοπική συλλογή συνείδηση. Μάλιστα, περιγράφει έμμεσα το συλλογικό βίωμα χωρίς καν να μεσολαβήσει η χρονική αποστασιοποίηση.
Ο τρόπος που εκφέρει το γεγονός αποκτά μια περαιτέρω σημασία, όταν συγκρίνεται με τις μεταγενέστερες καταγραφές που εκθέτει το βιβλίο, και μάλιστα περισσότερο «πολιτικών» αφηγήσεων, όπως για παράδειγμα των Γιάννη Μπασδέκη, ή των  Νίκου Ασημάκη και Δημήτρη Παπακωνσταντίνου,  αντιστασιακών της εποχής. Αυτοί απέδωσαν το γεγονός και ως τμήμα μιας αυτόκλητης τοποθέτησης τους έναντι των  απολογιών των υπευθύνων των ολοκαυτωμάτων στο Διεθνές Δικαστήριο της Νυρεμβέργης, που απέδωσαν μερίδιο της ευθύνης και σε εκείνους που έκαναν αντίσταση, όπως, βέβαια, και δικαιολόγησαν τις σφαγές ως εντολές «ανωτέρων». Γιατί, παρότι τα πρώτα χρόνια μετά το τέλος της Κατοχής, το επιχείρημα θεωρήθηκε ανάξιο λόγου, ιταμή απολογία ανθρώπων χωρίς κανένα ηθικό έρμα, σταδιακά αξιοποιήθηκε, και όχι μόνο στην περίπτωση της Ελλάδας, στην προσπάθεια της αναθεώρησης της ευρωπαϊκής ιστορίας στα πλαίσια του Ψυχρού Πολέμου. Βοηθούσης και της λήθης που επιφέρει ο χρόνος,  αποκαταστάθηκαν εύκολα οι θύτες, υποβαθμίστηκαν οι υλικές συνέπειες της Κατοχής και δικαιολογήθηκε η μη απόδοση αποζημιώσεων, ιδιαίτερα στα θύματα που είχε η Αντίσταση. Έτσι, νομιμοποιήθηκε η μετατροπή της απαίτησης για τιμωρία, ηθική και υλική αποκατάσταση των θυμάτων, σε φιλανθρωπία και κατέστη δυνατό να διαφύγουν του δικαστικού ελέγχου οι αυτουργοί των εγκλημάτων αυτών.
Ανάλογο είναι το ενδιαφέρον όταν οι μαρτυρίες αντιπαραβάλλονται με τις αναμνήσεις ιερωμένων ή εκτίθενται και από της σκοπιά και του φύλου, όπως οι αφηγήσεις γυναικών που ενσωματώνονται στο βιβλίο. Και αυτό γιατί το βιβλίο δεν καταγράφει μόνο τις μαρτυρίες αλλά τις αντιπαραθέτει, τις αποδίδει στο χρονικό τους ορίζοντα, τις τοποθετεί σε μια πορεία αναστοχασμού πάνω στο γεγονός, συνάγοντας έμμεσα και έναν γενικό προβληματισμό για τη σημασία, τη δυναμική και τους περιορισμούς της προφορικής ιστορίας. Μάλιστα, εμβάλλει και μαρτυρίες, όπως αυτή του  Πιέρ Αμάντρυ, άγνωστες στην ιστορική έρευνα, ή την έκθεση του Δ. Κιουσόπουλου, διευθυντή της Κεντρικής Υπηρεσίας του Εθνικού Γραφείου Εγκληματιών Πολέμου, που στηρίχθηκε σε μαρτυρίες δικονομικού χαρακτήρα, με την ακρίβεια και την αντικειμενικότητα που απαιτεί μια εισαγγελική έρευνα, υλικό που υποστήριξε τα βουλεύματα που εκδόθηκαν κατά των υπευθύνων της σφαγής του Διστόμου. Να σημειωθεί ότι τέτοια υλικά δεν παραδόθηκαν στους ιστορικούς αλλά καταστράφηκαν, αφού το ελληνικό κράτος στα  1975 «θεώρησε» όλες αυτές τις δικογραφίες ως υλικό άνευ σημασίας.
Εξίσου σημαντικό προσόν του βιβλίου είναι  αναδεικνύει και την ίδια την πορεία διαχείρισης της μνήμης του γεγονότος, ιδίως όταν εμπλέκεται με δομές πολιτικής διαμόρφωσης και ιδεολογικής εγχάραξης. Το πως, δηλαδή, η ίδια η πολιτική εξουσία της κάθε εποχής χειρίστηκε το γεγονός.  Ειδικά τα ρεπορτάζ για τα μνημόσυνα που τελέστηκαν είναι οι πιστότεροι μάρτυρες της συμβολής μηχανισμών εξουσίας στη διαμόρφωση της ιστορικής μνήμης, με άξονα, κυρίως, την πρόθεση έντεχνης καπήλευσης της. Φαίνεται μέσω αυτών, όπως ο ίδιος ο συγγραφέας του βιβλίου σημειώνει, τι προβλήθηκε κάθε φορά, τι παρασιωπήθηκε, τι διαστρεβλώθηκε. Έμμεσα, όμως, αναδεικνύεται και τι ήταν εκείνο που φόβιζε τους διαχειριστές της μνήμης αυτής και με τον τρόπο αυτό διαφαίνεται και η σιωπηλή αντίσταση στην ιδιότυπη αυτή λήθη, που τουλάχιστον μέχρι τη μεταπολίτευση επιδιώχθηκε να επιβληθεί.
Ακριβώς για τους ίδιους λόγους έχει ιδιαίτερη σημασία και η απόδοση της λογοτεχνικής πρόσληψης του γεγονότος που επιχειρεί το βιβλίο, σταχυολογώντας πάνω από 70 εκδοχές της. Γιατί εκδιπλώνει την επίδραση του και στο φαντασιακό των ανθρώπων ως εμπειρία που υπερβαίνει την απλή ιστορική μνήμη και εδράζεται στον σχηματισμό των ανθρώπινων βιωμάτων, όπως αυτά αποδίδονται στην πολιτιστική έκφραση. Και αυτή η διαδικασία έχει ιδιαίτερη αξία γιατί ενσωματώνει το γεγονός σε πολύ ευρύτερες απορίες τόσο σε σχέση με την ανθρώπινη φύση όσο και τα εκάστοτε ηθικά προτάγματα που η κοινωνία διαμορφώνει. 

Κυριακή, 2 Μαΐου 2010

Σας περιμένουμε την Τρίτη στη συνέντευξη τύπου για το βιβλίο ΔΙΣΤΟΜΟ 10 Ιουνίου 1944, το ολοκαύτωμα


Το βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ και οι εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

σας περιμένουν

την Τρίτη, 4 Μαΐου 2010, στις 12 το μεσημέρι,

στον ΠΟΛΥΧΩΡΟ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ (Ιπποκράτους 118, Αθήνα)

σε Συνέντευξη Τύπου για το βιβλίο

ΔΙΣΤΟΜΟ

10 Ιουνίου 1944, Το Ολοκαύτωμα.

Θα μιλήσουν ο Γιώργος Χ. Θεοχάρης,

που έκανε την έρευνα για το βιβλίο και είχε την επιμέλειά του,

και ο Μιχάλης Λυμπεράτος, Διδάκτωρ Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Θα παρευρεθεί ο δήμαρχος Διστόμου κ. Αθανάσιος Πανουργιάς.

Μέσα από πολύ διαφορετικά κείμενα (μαρτυρίες, χρονικά, ιστορικές αποτυπώσεις, ρεπορτάζ, λογοτεχνικές προσεγγίσεις) αποτυπώνονται στο βιβλίο αυτό τα συγκλονιστικά ως προς τη βιαιότητα γεγονότα του Διστόμου. Η έκδοση περιλαμβάνει και αρχειακό φωτογραφικό υλικό.