Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου 2011

«Να ζήσω τη ζωή μου και να μην αφήσω να με ζήσει αυτή». Συζητάμε με τον Δ. Μπουραντά τη Δευτέρα 31-1-11 και ώρα 8.00 μ.μ. στο βιβλιοπωλείο μας.


Το Βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ
και οι ΕΚΔΟΣΕIΣ ΠΑΤΑΚΗ
σας προσκαλούν

τη Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2011
στις 8:00 μ.μ.

σε μια συζήτηση
με τον Δημήτρη Μπουραντά
με θέμα:
«Να ζήσω τη ζωή μου και να μην αφήσω
να με ζήσει αυτή»
με αφορμή τα βιβλία του

Όλα σού τα ’μαθα,
μα ξέχασα μια λέξη
και
Επί σκηνής χωρίς πρόβα

Βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ
Δημάρχου Ι. Ανδρεαδάκη 47 (πρώην Πεσ. Μαχητών)
Λιβαδειά, τηλ.: 22610.23136

Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου 2011

Δημήτρης Μπουραντάς: Ο δάσκαλος δεν διαμορφώνει μόνο γνώσεις και έννοιες, πρέπει να διαμορφώνει και αξίες.


Το βιβλίο, αν αρέσει, θα πουλήσει
Ο καθηγητής μάνατζμεντ Δημήτρης Μπουραντάς μιλάει για το δεύτερο συγγραφικό του πρόσωπο
Της Όλγας Σελλά
«Θα εκτεθείς, θα γίνεις ρεζίλι. Σε ικετεύω, μην το εκδώσεις αυτό! Εχεις ένα εξαιρετικό όνομα σαν καθηγητής μάνατζμεντ. Μην το χαλάσεις»! Αυτά ήταν τα σχόλια φίλων, συνεργατών και συναδέλφων του καθηγητή μάνατζμεντ στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο της Αθήνας Δημήτρη Μπουραντά, όταν τους πήγε, πριν από τρία χρόνια, τις πρώτες τριάντα χειρόγραφες σελίδες από το μυθιστόρημα «Ολα σου τα ’μαθα, μα ξέχασα μια λέξη». Και η γυναίκα του δεν τον πήρε στα σοβαρά. «Με πέρασε για παλαβό. Εσύ θα γράψεις μυθιστόρημα; Εσύ διαβάζεις ένα μυθιστόρημα τον χρόνο. Ολο άρθρα και δοκίμια διαβάζεις»! Ο Δημήτρης Μπουραντάς δεν άκουσε κανέναν. Ολοκλήρωσε το μυθιστόρημα, το έδωσε στις εκδόσεις «Πατάκης» και μέχρι σήμερα μετράει 170 χιλιάδες πουλημένα αντίτυπα του βιβλίου του που τιμήθηκε με το Βραβείο Αναγνωστών του ΕΚΕΒΙ. Πριν από περίπου ένα μήνα κυκλοφόρησε το δεύτερο βιβλίο του, «Επί σκηνής, χωρίς πρόβα», ένα εκλαϊκευμένο δοκίμιο, όπως το χαρακτηρίζει ο ίδιος. Προφανής ερώτηση σε έναν καθηγητή που η επιστήμη του είναι το μάνατζμεντ είναι, πού ακριβώς οφείλεται το μυστικό της επιτυχίας του; Στο συγγραφικό ταλέντο; Στο ότι γνωρίζει, λόγω επιστήμης, πώς ένα προϊόν μπορεί να είναι επιτυχημένο; Και στα δύο μαζί; Ο Δημήτρης Μπουραντάς είναι πρόθυμος να απαντήσει στα πάντα. Δεν παρεξηγείται, δεν θυμώνει, δεν προσβάλλεται. Απλώς εξηγεί τις επιλογές του.
«Δουλειά μου δεν είναι μόνο να διδάσκω στο πανεπιστήμιο. Με φωνάζουν στα λύκεια ως καθηγητή μάνατζμεντ για να εξηγήσω στα παιδιά αξίες και έννοιες που θα τους είναι χρήσιμες στην επαγγελματική τους πορεία. Με φωνάζουν επίσης και σε επιχειρήσεις ή οργανισμούς να κάνω σεμινάρια σε στελέχη, με άξονα όμως τις ανθρώπινες σχέσεις. Σκέφτηκα λοιπόν να γράψω ένα δοκίμιο που να εκλαϊκεύω όλα αυτά τα πράγματα και να βοηθά τον καθένα να παίρνει σωστές αποφάσεις, να κατανοεί τον εαυτό του..., όχι όμως με βαρύγδουπους τίτλους και φράσεις. Μετά σκέφτηκα ότι ο καλύτερος τρόπος για να πεις ό, τι θέλεις είναι να διηγηθείς μια ιστορία. Κι έτσι μου ήρθε η ιδέα να γράψω ένα μυθιστόρημα. Υπήρχε όμως κι ένας άλλος λόγος: ξέρετε, όταν κάνω σεμινάρια πληρώνομαι, και μάλιστα ακριβά. Ομως είμαι και καθηγητής. Εχω υποχρέωση, κοινωνική ευθύνη δηλαδή, να μεταφέρω όσα ξέρω σε όσο το δυνατόν περισσότερο κόσμο. Ξέρετε τι έλεγα στη γυναίκα μου πριν βγει το βιβλίο; 10% να πουλήσει 3.000, 20% να πουλήσει 5.000, 30% να πουλήσει 10.000... Εβαζα κάτω τις πιθανότητες και έβγαζα έναν μέσον όρο περίπου 9.000 αντίτυπα!»
– Το μάνατζμεντ βοηθάει στο να ερμηνευθεί αυτή η επιτυχία;
– Οσο μάρκετινγκ να κάνεις σε ένα βιβλίο, όσες εβδομάδες κι αν είναι στις λίστες των μπεστ σέλερ, όση διαφήμιση κι αν πληρώσει ο εκδότης, αν δεν αρέσει και δεν πάει από στόμα σε στόμα, δεν θα πουλήσει πάνω από 30 χιλιάδες αντίτυπα.
– Δηλαδή, η επιστημονική σας κατάρτιση και γνώση δεν θα μπορούσε να «κατευθύνει» ένα αρχικό ταλέντο;
– Ναι αυτό θα μπορούσε να ισχύει, αλλά αυτό πάει πάλι στο «αρέσει το βιβλίο». Δεν αρκεί η στρατηγική. Το καινούργιο μου, αν δεν αρέσει, παρ’ ότι έχει την προίκα του πρώτου, πάνω από 30 χιλιάδες δεν θα πάει. Τώρα, γιατί πήγε το πρώτο: πιστεύω ότι είπε στους ανθρώπους κάτι που ταίριαξε με προβληματισμούς, ερωτήματα και αγωνίες τους. Πιστεύω ότι ο κόσμος τα τελευταία χρόνια ψάχνει μαλλιά για να πιαστεί.
Και δεν έχει κανένα πρόβλημα να χαρακτηρίσει το βιβλίο του «υβριδικό», να παραδεχτεί ότι έχει μια κατασκευή, αφού «εγώ δεν είμαι λογοτέχνης», όμως «αυτή η κατασκευή συγκίνησε τον κόσμο». Πιστεύει, βέβαια, ότι «δεν υπάρχουν συνταγές για να λύσουμε τα προβλήματα. Υπάρχουν έννοιες, αρχές, γνώσεις που μπορούμε να βαδίσουμε μαζί τους».

Η ιδιότητα του δασκάλου καθορίζει πολλές από τις επιλογές και τις στάσεις του. «Πράγματι, μου αρέσει να διδάσκω, είμαι δάσκαλος. Αλλωστε, υπάρχει έντονος διδακτισμός στο βιβλίο και με κατηγορούν γι’ αυτό. Ομως ο δάσκαλος δεν διαμορφώνει μόνο γνώσεις και έννοιες, πρέπει να διαμορφώνει και αξίες. Εμείς στο μάνατζμεντ και κοινωνιολογία διαβάζουμε, και ψυχολογία, και φιλοσοφία. Ειδικά εμείς που ασχολούμαστε με τη διοίκηση των ανθρώπων. Και αν κάνεις καλά τη δουλειά σου και ανταποκρίνεσαι στην κοινωνική σου ευθύνη, θα βρεθεί ένα κομμάτι της κοινωνίας να σε ανταμείψει. Αυτό πρέπει να σκέφτεται κανείς και όχι το ανάποδο: θέλω να κάνω μπεστ σέλερ...».
«Φιστίκια - πασατέμπο...»
Ο Δημήτρης Μπουραντάς ξεκίνησε από πολύ φτωχή οικογένεια και μερικά στοιχεία της ιστορίας του ήρωα στο βιβλίο είναι αυτοβιογραφικά. «Φύγαμε από ένα χωριό κοντά στα Φάρσαλα, εγκατασταθήκαμε στον Αγιο Ιερόθεο στο Περιστέρι, εσωτερικοί μετανάστες, όπως πολλοί τότε. Ο πατέρας μου δούλευε οικοδομή, εγώ πούλαγα φιστίκια - πασατέμπο για να τελειώσω το σχολείο. Δεν ήμουνα εξαίρεση. Ολοι έτσι ήταν τότε. Ημουνα ένας από τους πολλούς. Ομως αυτά σε διαμορφώνουν ξέρετε...».
– Σήμερα τι δυνατότητες έχουν οι νέοι;
– Ξέρετε τι μου είπε μια νέα κοπέλα χθες; Οτι φτάσαμε σ’ ένα σημείο που δεν μπορούμε να έχουμε όνειρα. Ενώ καταναλώνουμε διπλάσια και τριπλάσια από τη δεκαετία του ’60 το ευ ζην δεν έχει βελτιωθεί. Εχουμε ένα πρόβλημα ηθικού πολιτισμού σε παγκόσμιο επίπεδο και ένα πιο έντονο πρόβλημα στην Ελλάδα. Ετσι, τα νέα παιδιά θα ψάξουν νέες πατρίδες. Εχω φοιτητές υψηλού επιπέδου που σε πέντε χρόνια δεν θα βρίσκουν να κάνουν τίποτα εδώ.
Ομολογεί ότι το μυθιστόρημα τον βοήθησε να ανακαλύψει έναν τρόπο έκφρασης «που τον είχα, και δεν το ήξερα. Οταν διδάσκω φτιάχνω ιστοριούλες, σενάρια, αλλά δεν είχα γράψει ποτέ ένα μυθιστόρημα». Υπήρχε άραγε ένας παππούς ή μια γιαγιά που ήξεραν να λένε παραμύθια και κληρονόμησε το χάρισμα;
«Οχι, γιαγιά και παππού δεν θυμάμαι. Θυμάμαι όμως τον πατέρα μου, που ήταν σκληρός άνθρωπος. Δεν μας χάιδευε, αλλά μας έλεγε παραμύθια που μας άρεσαν πολύ. Αυτό θυμάμαι από κείνον και ίσως να ανασύρθηκε αυτή η μνήμη με τη γραφή του βιβλίου».
        

Τρίτη, 25 Ιανουαρίου 2011

Επί σκηνής χωρίς πρόβα. Το νέο βιβλίο του Δημήτρη Μπουραντά δίνει μαθήματα ζωής

Το νέο βιβλίο του καθηγητή Μάνατζμεντ του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Δημήτρη Μπουραντά, με τίτλο «Επί σκηνής χωρίς πρόβα», βοηθάει τον αναγνώστη να αναπτύξει ένα ολοκληρωμένο σύνολο γνώσεων, υπαρξιακής, νοητικής, κοινωνικής, και πολιτικής νοημοσύνης.

Σενάριο ζωής
μια συνέντευξη στη Δήμητρα Τριανταφύλλου (Athens voice)

«Όταν ξεκίνησα, πολύ νέος, λέκτορας στο Πανεπιστήμιο, κατάλαβα ότι για να κάνω καριέρα είχα δύο δρόμους: ο πρώτος ήταν πολύ εύκολος. Αρκεί να έσκυβα, να έγλειφα και να συμβιβαζόμουν με το αξιακό σύστημα του τότε καθηγητικού κατεστημένου, βάζοντας νερό στο κρασί των δικών μου αξιών και πιστεύω. Ο άλλος δρόμος ήταν πολύ δύσβατος. Ήταν ο δρόμος της τήρησης των αξιών μου και του σεβασμού της δικής μου εσωτερικής φωνής. Ήταν ο δρόμος της σύγκρουσης με το κατεστημένο. Ήμουν σίγουρος ότι θα κέρδιζα το στοίχημα, με κόστος βέβαια…». Ο Δημήτηρης Μπουραντάς ήταν διατεθειμένος να ρισκάρει την καριέρα του αλλά όχι τις αξίες του. Βγήκε στην αγορά, δούλεψε σκληρά ως σύμβουλος και εκπαιδευτής σε ιδιωτικές επιχειρήσεις των οποίων «οι αξίες ταίριαζαν με τις δικές μου» και τελικά δικαιώθηκε. Μετά από το πολυσυζητημένο «Όλα σου ταμαθα μα ξέχασα μια λέξη» (εκδ. Πατάκη) ο καθηγητής του Μάνατζεμεντ και της Ηγεσίας (ανάμεσα στα άλλα διευθυντής στη Διοίκηση Ανθρώπινου Δυναμικού στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο της Αθήνας) με το «Επί σκηνής χωρίς πρόβα» (από τις ίδιες εκδόσεις) οδεύει ολοταχώς προς ένα νέο μπεστ σέλερ. 
  • Πώς αποφασίσατε να καλύψετε σε ένα βιβλίο ζητήματα που περιλαμβάνουν από την κατανόηση του εαυτού μας μέχρι την οξεία κριτική στο κυβερνών κόμμα; Η «καλή ζωή» του καθένα μας εξαρτάται ουσιαστικά από 4 θεμελιώδεις νοημοσύνες:
  • 1) την υπαρξιακή νοημοσύνη που σημαίνει να κατανοώ ποιος είμαι, πώς θέλω να ζήσω και πώς να φύγω από τη ζωή χωρίς να αισθανθώ την πικρία μιας αβίωτης ζωής,
  • 2) από την ικανότητα να κάνω σωστές, έξυπνες και «έξω από το κουτί» επιλογές, αξιοποιώντας το μυαλό μου και
  • 3) από την κοινωνική νοημοσύνη, με την έννοια να διαχειρίζομαι αποτελεσματικά τις ανθρώπινες σχέσεις, αφού η ζωή μας εξαρτάται πολύ από αυτές.
  •  Εκτός όμως αυτών, η προσωπική και επαγγελματική ζωή μας επηρεάζεται από το κράτος, την πολιτική, τις κυβερνήσεις και τους άλλους θεσμούς της δημοκρατίας. Συνεπώς, το να κάνουμε σωστές πολιτικές επιλογές είναι θεμελιώδες για να ζούμε καλά ως άτομα και ως κοινωνία. Η κριτική που κάνω και στα δύο κυβερνώντα κόμματα είναι αντικειμενική, αφού με βάση τα αποτελέσματα μας οδήγησαν στη σημερινή εφιαλτική κατάσταση. Και την κάνω για να οξύνουμε την πολιτική μας νοημοσύνη και να μην επαναλαμβάνουμε τα ίδια λάθη.
Ποιο είναι το βασικό αίτιο της σημερινής μας δυσαρέσκειας;
Καταρχάς η αίσθηση της αδικίας, με την έννοια ότι στον κόσμο που ζούμε δεν κυριαρχεί η αρχή «ίσες ευκαιρίες, ίσες συνεισφορές, ίσες ανταμοιβές». Δεύτερον το γεγονός ότι προσπαθούμε να ικανοποιήσουμε λάθος ανάγκες με λάθος τρόπο. Προσπαθούμε, δηλαδή, να βρούμε την ευχαρίστηση κυρίως σε υλικά αγαθά και στη σύγκρισή τους με αυτά που διαθέτουν οι άλλοι.
Και η ευχαρίστηση;
Από τη στιγμή που ικανοποιήσουμε στοιχειωδώς τις βασικές μας ανάγκες, η «καλή ζωή» προκύπτει κυρίως από τα μη υλικά αγαθά όπως η συντροφιά, ο έρωτας, η βαθιά φιλία, ο αυτοσεβασμός, η αυτοεκτίμηση, η ψυχική γαλήνη, η καλλιέργεια, η ελευθερία, η αίσθηση νοήματος, η δημιουργία, η απόλαυση της φύσης, τα όνειρα και η κοινωνική προσφορά.
Λέτε ότι οι αξίες επικαθορίζουν την «καλή» ζωή. Από τη θέση του καθηγητή ποιες διακρίνετε ως αξίες της νέας γενιάς;
 Τα νέα παιδιά είναι λίγο πολύ θύματα των προηγούμενων γενεών στις οποίες επιβάλαμε ως θεμελιώδεις αξίες το χρήμα και την κατανάλωση, τη διασημότητα, τον ατομικισμό και τον εύκολο πλουτισμό. Διαισθάνονται ότι αυτό το αξιακό σύστημα είναι σαθρό, αλλά δυστυχώς δεν επαναστατούν και παραιτούνται στον κομφορμισμό και στην αλλοτρίωση.
Στο βιβλίο σας γράφετε ότι προτιμήσατε να συγκρουστείτε με το κατεστημένο προκειμένου να μην προδώσετε το αξιακό σας σύστημα, ρισκάρατε μέχρι και την επαγγελματική σας ανέλιξη προκειμένου να μη ρισκάρετε την υπόληψή σας. Πόσο δύσκολη ήταν αυτή η απόφαση; Και πόσο στη σημερινή τόσο δύσκολη εποχή μπορεί κάποιος να ακολουθήσει τη δική σας επιλογή
Καμιά σημαντική επιλογή της ζωής μας δεν είναι εύκολη και χωρίς κόστη. Όταν λέμε ένα «ναι» για κάποια πράγματα, ταυτόχρονα, λέμε ένα «όχι» για  κάποια άλλα. Σημασία έχει να κάνουμε επιλογές που είναι συνολικά προς το συμφέρον μας, και αυτό ορίζεται πάντα με βάση τις ανάγκες και κυρίως τις αξίες μας. Επίσης σε σημαντικές για τη ζωή μας επιλογές, το συμφέρον μας δεν πρέπει να ορίζεται βραχυπρόθεσμα αλλά μακροπρόθεσμα. Για μένα αξίζει περισσότερο η ακεραιότητα, η αυτοεκτίμηση, το νόημα και η «ψυχή» από τη φήμη, την καριέρα και τα χρήματα. Είναι αλήθεια ότι όσο πιο λίγες είναι οι ευκαιρίες και πιο δύσκολες οι συνθήκες, τόσο πιο δύσκολες είναι οι επιλογές με βάση τις αξίες μας, τόσο πιο έντονα τα διλήμματα και οι αντιφάσεις. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να παραιτούμαστε, να μη διεκδικούμε, να μην αντιστεκόμαστε και να μη βρίσκουμε καινοτόμες και «έξω από το κουτί» λύσεις. Για το συγκεκριμένο ζήτημα αναφέρω περισσότερες σκέψεις στο βιβλίο μου.
Το κλίμα αντίστασης φουντώνει, ιδιαίτερα ανάμεσα στους νέους. Πολλοί θεωρούν όμως αιτία τη συστηματική καλλιέργεια μιας ρητορικής μίσους. Εσείς τι πιστεύετε;
Οι πολίτες βρίσκονται σε μια σύγχυση μεταξύ φόβου, θυμού, εφησυχασμού και απόγνωσης λόγω της έλλειψης εναλλακτικής πολιτικής πρότασης.
Στην παρούσα φάση η συναίνεση ως «η εύρεση μιας από κοινού επιθυμητής λύσης»  είναι κάτι το εφικτό στη χώρα μας;
Η συναίνεση στη δημοκρατία επιτυγχάνεται μόνο από τις πεφωτισμένες ηγεσίες που πιστεύουν, θέλουν και μπορούν να οδηγούν την κοινωνία στο «κοινό καλό» με βάση την έννοια του Αριστοτέλη. Δε νομίζω ότι οι ηγεσίες των κομμάτων θέλουν και επιζητούν τη συναίνεση για το «κοινό καλό». Άλλωστε, συγχέουν την έννοια της συναίνεσης με αυτή του συμβιβασμού. Η συναίνεση πάνω από όλα απαιτεί τη λογική τού «κερδίζω-κερδίζεις». Η λογική τού «κερδίζω-χάνεις» που κυριαρχεί δεν οδηγεί ποτέ σε συναίνεση. Έτσι, η κατάσταση οδηγείται στην επικίνδυνη τροχιά της οικονομικής, πολιτικής, φοβάμαι και κοινωνικής μιζέριας, για να μην πω χρεοκοπίας.
Πιστεύετε ότι η πραγματική οικονομία είναι υποταγμένη στη δικτατορία των χρηματαγορών και οι κυρίαρχες ιδεολογίες (σοσιαλισμός / φιλελευθερισμός) έφτασαν σε αδιέξοδο. Ποιο είναι το δικό σας ιδεολογικό εναλλακτικό μοντέλο;
Στο βιβλίο κάνω τις προτάσεις μου (σσ.  κάποιες από τις προτάσεις: να συγκεντρώσει το κράτος 20 δις από τις 200.000 περίπου οικογένειες που πλούτισαν παράνομα φοροδιαφεύγοντας, είσπραξη βεβαιωμένων φόρων, φορολογία εκκλησιαστικής περιουσίας, πρόγραμμα αξιοποίησης δημόσιας περιουσίας κτλ.). Αυτές μπορούν να είναι εφικτές αν υπάρξουν νέες πολιτικές δυνάμεις που κερδίσουν την εμπιστοσύνη των λαών και μπορέσουν να υλοποιήσουν μεγάλης κλίμακας αλλαγές για το μετασχηματισμό του συστήματος.
Συνδέετε όλα τα σημερινά δεινά της χώρας με τον «κακό σοσιαλισμό» του ΠΑΣΟΚ. Είναι όμως οι πολίτες ένας «κομματικός στρατός»;
Αναλύω νομίζω αρκετά αντικειμενικά την ευθύνη του καθενός μας για την πορεία της χώρας προς τη χρεοκοπία, τη διαφθορά, τη διαπλοκή, τον κομματισμό, την καταστροφή του περιβάλλοντος κ.λπ. Όμως αυτό δεν σημαίνει συνενοχή. Οι πολίτες επιλέγουν με βάση το «μη χείρον βέλτιστον» λόγω έλλειψης εναλλακτικής πρότασης. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι πολλοί από εμάς δεν είμαστε θύματα της πολιτικής προπαγάνδας, του πολιτικού μάρκετινγκ, του εφησυχασμού και του προσωπικού βολέματος. 
πηγή: