Παρασκευή, 27 Μαΐου 2011

Έντυπο και ηλεκτρονικό βιβλίο


ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΔΑΡΔΑΝΟΥ*
Οι τεχνολάγνοι, οι παλαιόπληκτοι και η πραγματικότητα

Πολλές συζητήσεις έχει επίσης προκαλέσει το ζήτημα του ηλεκτρονικού βιβλίου και η μελλοντική πορεία του σε σχέση με το παραδοσιακό επί χάρτου βιβλίο. Ο Ουμπέρτο Έκο σε τοποθέτησή του για αυτό το ζήτημα κάνει ένα πολύ πετυχημένο διαχωρισμό: "Υπάρχουν δύο τύποι βιβλίων, εκείνα που πρέπει να τα συμβουλευόμαστε και εκείνα που πρέπει να τα διαβάζουμε. Για τα πρώτα, το αντιπροσωπευτικό δείγμα είναι ο τηλεφωνικός κατάλογος, αλλά φτάνουμε μέχρι τα λεξικά και τις εγκυκλοπαίδειες. Αυτά θα μπορούν να αντικατασταθούν από δίσκους πολυμέσων, έτσι θα απελευθερωθεί χώρος στο σπίτι και στις δημόσιες βιβλιοθήκες για τα βιβλία που πρέπει να διαβάζουμε (που φτάνουν από τη Θεία Κωμωδία ως το τελευταίο αστυνομικό μυθιστόρημα). Τα βιβλία που πρέπει να διαβάζουμε δεν μπορούν να αντικατασταθούν από κανένα περίεργο ηλεκτρονικό κατασκεύασμα. Έχουν φτιαχτεί για να τα παίρνουμε στα χέρια μας, ακόμη και στο κρεβάτι, ακόμη και μέσα στο πλήθος, ακόμη και εκεί όπου δεν υπάρχουν ηλεκτρικές πρίζες, ακόμη και όπου και όταν οποιαδήποτε μπαταρία έχει αποφορτιστεί, μπορούμε να τα υπογραμμίζουμε, μας επιτρέπουν να διπλώνουμε τις γωνίες των σελίδων τους ή να βάζουμε σελιδοδείκτες, μπορούμε να τα αφήσουμε να πέσουν στη γη ή να τα εγκαταλείψουμε ανοιχτά πάνω στο στήθος ή τα γόνατα όταν μας παίρνει ο ύπνος, μπαίνουν στην τσέπη, φθείρονται.

Κάποιοι, ωστόσο, προαναγγέλλουν το θάνατο του έντυπου βιβλίου. Οι τελευταίοι αιώνες, άλλωστε, ήταν γεμάτοι από ψευδή αγγελτήρια θανάτου. Όταν εφευρέθηκε η φωτογραφία, αναγγέλθηκε ο θάνατος της ζωγραφικής. Μετά τον κινηματογράφο ήρθε ο θάνατος του θεάτρου, μετά την τηλεόραση εκείνος του κινηματογράφου. Τελικά δεν πέθανε τίποτα - όλα επιβιώνουν παράλληλα, και μάλιστα προοδεύουν και καινοτομούν. Το ίδιο θα γίνει και με το βιβλίο στην ψηφιακή εποχή. Έχουμε τη μανία να καταστρέφουμε το παλιό στο όνομα του καινούργιου: αντί να χτίσουμε τις πολυκατοικίες παραδίπλα, όπως έκανε όλη η Ευρώπη, ανατολική και δυτική, εμείς διά της αντιπαροχής γκρεμίσαμε τα διατηρητέα και δη αγαλλιώντες· και πάλι τώρα, για να εγκαθιδρύσουμε τα e-books θεωρούμε αναγκαίο να κατεδαφίσουμε το έντυπο βιβλίο. Γενικότερα η ιστορία έχει αποδείξει ότι έχουμε τη μανία να καταστρέφουμε το παλιό στο όνομα του καινούργιου. Αυτό όμως που μπορεί να σώσει το βιβλίο, όπως έσωσε και τον κινηματογράφο και το θέατρο, είναι μόνο η ποιότητα. Αυτή την ποιότητα έχουμε την ευθύνη και την επιλογή να διαφυλάξουμε.

Σύμφωνα με έρευνα του Υπουργείου Παιδείας το 81,5% των φοιτητών προτιμούν το έντυπο βιβλίο σε σχέση με το ηλεκτρονικό. Η άποψή μου είναι ότι είναι ότι το ποσοστό αυτό είναι ακόμα μεγαλύτερο, καθώς διατηρώ επιφυλακτική θέση απέναντι σε αυτές τις κατευθυνόμενες έρευνες που διενεργούνται κατά καιρούς. Σύμφωνα με το Εθνικό Παρατηρητήριο για το ψηφιακό βιβλίο στη Μεγάλη Βρετανία οι φοιτητές συμβουλεύονται την ηλεκτρονική έκδοση, αλλά διαβάζουν από την επί χάρτου. Πεποίθησή μου είναι ότι το ηλεκτρονικό και το έντυπο βιβλίο θα έχουν παράλληλη χρήση και εξέλιξη.

Πάντα όμως υπάρχουν οι τεχνολάγνοι και οι παλαιόπληκτοι. Υπάρχουν πάντα αυτοί που δαιμονοποιούν την εξέλιξη, λες και δεν βλέπουν τις σαρωτικές αλλαγές που συντελούνται γύρω μας, και από την άλλη αυτοί που βιάζονται και τηθεοποιούν. Και οι δύο θέσεις είναι ακραίες. Διαπιστώνω όμως μετά λύπης, ότι η ομάδα τεχνοκρατών που έχει σήμερα την εξουσία στο Υπουργείο Παιδείας έχει απολύτως ακραία θέση την οποία υποστηρίζει δυστυχώς και το περιβάλλον του Πρωθυπουργού.

Όπως διαβάσαμε στο Βήμα online στις 24 Ιανουαρίου 2011 έγινε εξάωρη μυστική σύσκεψη στο Μαξίμου για τη μετάβαση στην ψηφιακή εκπαίδευση. Ανάμεσα σε όσους παρεβρέθηκαν δεν υπήρχε ούτε ένας παιδαγωγός. Είναι περίεργο να διαβάζει κανείς ότι οι αμερικανοί προσκεκλημένοι δήλωσαν ότι είμαστε η πρώτη χώρα -πάνω και από τις ΗΠΑ- που σχεδιάζει να εφαρμόσει την πολιτική της ψηφιακής εποχής σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης και να εισαγάγει ως και "ψηφιακά βιβλία" στα ελληνικά σχολεία.

Στις μέρες μας βέβαια η "νέα" παιδαγωγική ορίζει με διαφορετικό τρόπο τη μάθηση και την εκπαίδευση. Κάποιοι καινοτόμοι μηχανικοί ομολογούν ότι η απομνημόνευση είναι χάσιμο χρόνου, αφού η Google είναι ένα κλικ μακριά μας. "δεν χρειάζεται" λένε "πια να μαθαίνεις". Η γνώση υπάρχει στο ίντερνετ. Μόνο που αυτή δεν είναι "γνώση", είναι χύμα πληροφορίες με αμφίβολη επιστημονική τεκμηρίωση. Ακόμα και στην Αμερική, που είναι μία πολύ πιο εξελιγμένη τεχνολογικά χώρα και με ανάλογη κουλτούρα απέναντι στις καινοτομίες της τεχνολογίας, το 74% των φοιτητών δήλωσαν σε έρευνα πώς αν μπορούσαν να επιλέξουν οι ίδιοι μεταξύ ηλεκτρονικού και έντυπου βιβλίου, θα επέλεγαν την έντυπη μορφή. Στη Γαλλία, το ποσοστό όσων χρησιμοποιούν ηλεκτρονικά βιβλία δεν αναμένεται να ξεπεράσει το 2015 το 15%-20%. Κάποιες έρευνες ωστόσο παρουσιάζουν μεγάλη αύξηση στα ποσοστά εκείνων που χρησιμοποιούν ηλεκτρονικά βιβλία και ηλεκτρονικές συσκευές ανάγνωσης. Τα ποσοστά αυτά, βέβαια, και η εικόνα που κάποιες εταιρείες -για τους δικούς τους λόγους- αλλά και ορισμένα παπαγαλάκια θέλουν να παρουσιάσουν, μου θυμίζουν τον Απόστολο Νταή, παλιό δάσκαλο στην Άνδρο και ψηφοφόρο της αριστεράς, που, όταν τον συναντούσα μετά τις εκλογές, στο ερώτημα "Πώς πήγατε, δάσκαλε;", "πολύ καλά, Γιώργη", μου απαντούσε, "να σκεφτείς ότι είχαμε αύξηση 100%, ήμασταν 4 και γίναμε 8".

Άσχετα από το αν η χώρα μας μπορεί και αν είναι έτοιμη ή όχι να δεχτεί τις νέες τεχνολογίες και την ψηφιοποίηση στην εκπαίδευση, το βέβαιο είναι ότι οι δάσκαλοι και οι μαθητές εισέρχονται ανέτοιμοι στο διαδικτυακό πεδίο και είναι ευθύνη της Πολιτείας να προετοιμάσει τις όποιες αλλαγές με σωστά κριτήρια και με μοναδικό γνώμονα τη βελτίωση της παρεχόμενης εκπαίδευσης και του πολιτισμού στη χώρα μας. Η αλήθεια είναι, όμως, ότι υπάρχουν και άλλες πτυχές της εκπαίδευσης στη χώρα μας που δυστυχώς αφέθηκαν στην τύχη τους. Αναφέρομαι, ασφαλώς, στο ζήτημα των σχολικών βιβλιοθηκών. Τα τελευταία χρόνια όμως, όπου δόθηκαν χρήματα για να γίνουν βιβλιοθήκες, έγιναν∙ αλλά δεν εμπλουτίστηκαν με νέες εκδόσεις, δεν άνοιξαν την πόρτα τους στις τοπικές κοινωνίες∙ απολύθηκαν οι βιβλιοθηκονόμοι και τα βιβλία παρέμειναν κλειδωμένα-φυλακισμένα σε κάποιες αίθουσες μαζί με σπασμένα θρανία και παλαιάς τεχνολογίας υπολογιστές. Εξάλλου δεν υπάρχει καμία θεσμοθετημένη βιβλιοθήκη στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Χαρακτηριστικό είναι ότι από τα εβδομήντα εκατομμύρια που υπήρχαν αρχικά για τη δεύτερη φάση του προγράμματος, μόνο το ένα δέκατο χρησιμοποιήθηκε τελικά για τις βιβλιοθήκες. Τέτοια ήταν η αμέλεια των κυβερνήσεων. Ένα ακόμα παράδειγμα, η διανομή φορητών ηλεκτρονικών υπολογιστών από την προηγούμενη κυβέρνηση -με μεγάλα κέρδη για τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις- στους μαθητές Α' γυμνασίου που τελικά χρησιμοποιούνται μόνο για ηλεκτρονικά παιχνίδια και ανταλλαγή μηνυμάτων.

Και κανένας δεν θα ξαφνιαστεί, αν η Βουλή των Ελλήνων ξανακληθεί κάποια μέρα ως κολυμπήθρα του Σιλωάμ να αθωώσει κάποιους που είχαν εμπλακεί στα σκάνδαλα αυτά. Η έλλειψη βιβλιοθηκών είναι ίσως βασική πτυχή, αιτία και αποτέλεσμα της ανάπηρης παιδείας και του πολιτισμού στον τόπο μας.

Το μόνο που θα ήθελα να πω τελειώνοντας είναι ότι το ηλεκτρονικό βιβλίο είναι σαν το σφυρί του Φειδία. Στα χέρια του αποτέλεσε ένα μοναδικό εργαλείο δημιουργίας, στα χέρια κάποιου άλλου μπορεί να γίνει φονικό όπλο. Είναι στο χέρι μας, λοιπόν, να αποφασίσουμε ποια θα είναι η χρήση του ηλεκτρονικού βιβλίου και ποιες αλλαγές θα επιφέρει -προς το καλύτερο, ελπίζω- στην εκπαιδευτική διαδικασία και στη σχέση μας με την ανάγνωση.


*Ο Γιώργος Δαρδανός είναι επίτιμος πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εκδοτών Βιβλιοπωλών
Δημοσιεύθηκε στην εφ. Η ΑΥΓΗ 22/5/2011

Τρίτη, 24 Μαΐου 2011

Το βιβλίο της Γιάννας Λάμπρου ΑΝΕΠΙΣΤΡΟΦΟΝ ηχεί ως ένα σήμαντρο αφύπνισης που μας καλεί να τολμήσουμε να ζήσουμε. Όσο είναι καιρός.


Με την παρουσίαση του βιβλίου της συντοπίτισσας  Γιάννας Λάμπρου ΑΝΕΠΙΣΤΡΟΦΟΝ έκλεισε η 19η περίοδος των εκδηλώσεων του βιβλιοπωλείου. Σε μια κατάμεστη αίθουσα η συγγραφέας μίλησε για το πόνημά της και συζήτησε με το κοινό ενώ ο ποιητής Γιώργος Θεοχάρης είχε προηγηθεί με μια κατατοπιστική παρουσίαση την οποία σας παραθέτουμε.

Γιάννα Λάμπρου: Ανεπίστροφον – διαδρομές
Αυτοέκδοση, Λιβαδειά 2010

Συμβαίνει κάποτε στη ζωή και στην Τέχνη να διασταυρώνεσαι απροσδόκητα με το πολύτιμο. Τότε στερεώνεται η βεβαιότητά σου πως τα τιμαλφή φέρουν εκ γενετής την χάρι της δωρεάς, υπήρξαν για να προσφερθούν, δημιουργήθηκαν για να τιμήσουν την ύπαρξη.
Το τιμαλφές δώρημα της Γιάννας Λάμπρου προσφέρθηκε στην ανάγνωση διακριτικά, όπως ταιριάζει στα πολύτιμα, αλλά στο πρώτο ξεφύλλισμα καταυγάζεται η ψυχή του αναγνώστη απ’ τις εκλάμψεις του κειμένου.

Πρόκειται για ένα δοκίμιο φιλοσοφικού λυρισμού, στους αρμούς του οποίου ενυπάρχει και το στερεώνει η ποίηση. Λόγος αποφθεγματικός, λόγος θεατρικός σχεδόν ως μονόπρακτο, λόγος κινηματογραφικός ως σεκάνς του Βιμ Βέντερς, λόγος επεξεργασμένα δικανικός, κείμενα εσωτερικού μονολόγου, δοκίμια μελέτης των ανθρωπίνων σχέσεων.

Στο πρώτο κείμενο, συνεπώς και στο βιβλίο, προτάσσεται το τετράστιχο: Γυρεύοντας τις αιτίες της αλμύρας / Στο περιγιάλι των χρόνων που εξαγοράσαμε / Ακρωτηριάσαμε μετά από μέρες άκαρπες / Την πιο γαλάζια πελαγίσια αλήθεια μας. Διαβάζοντάς το αντιλαμβάνομαι ότι η συγγραφέας μας προτρέπει να μη ψάχνουμε τις αιτίες απ’ τις οποίες εκπηγάζουν οι αρχέγονες αξίες της ζωής. Να γευτούμε το θαύμα της λειτουργίας των συναισθημάτων, χωρίς αυτιστικά ερωτηματικά, όσο διαρκεί το δώρο της έμβιας παρουσίας μας, το διάστημα της οποίας εξαγοράσαμε με τον θάνατό μας.

*
Το πρώτο κείμενο είναι μία συνομιλία δύο ανθρώπων που κάποτε ερωτεύτηκε ο ένας τον άλλο και τώρα βρίσκονται στο δρόμο του χωρισμού και πολύ μακριά από την εποχή της νεότητας, έχοντας ζήσει μια ρυθμισμένη, ασάλευτη, χωρίς απροσδόκητα, ήσυχη και για τούτο αδιάφορη ζωή. Γι’ αυτόν το χωρισμό προσπαθούν να συζητήσουν πολιτισμένα. Είναι Σεπτέμβρης 1995. Σκηνικός χώρος η Βενετία. Ο γονδολιέρης τραγουδά το Dance me to the end of love, του Leonard Cohen. Για τους ήρωες του κειμένου είναι το τέλος του έρωτα, βρίσκεται στην κορύφωσή του ένας αγάπης αγώνας άγονος. Εκείνη του προσάπτει με βεβαιότητα την ύπαρξη ερωμένης. Εκείνος αντιτείνει πως δεν υπήρξε ερωμένη, αλλά ο ίδιος έζησε μία ζωή φαντασιακού εραστή, έχοντας από πάντα δραπετεύσει από τη σχέση τους. Φανταζόταν ότι ήταν με μια γυναίκα ικανή να τον σαγηνεύει χωρίς δεσποτισμό και ίντριγκες, ώστε αυτός να παραμένει αήττητος αλλά παραδομένος. Ό,τι επιθυμούσε δεν το βρήκε σ’ αυτήν. Την αισθανόταν ως ξένη. Το όνομά της είναι Ξένια. Η συγγραφέας παίζει συχνά το παιχνίδι με την αμφισημία και την πολυσημία των λέξεων. Έτσι κι εδώ: Ξένη από την αποξένωση που εμπνέει σ’ εκείνον ή Ξένια από τη φιλοξενία που του προσφέρει και ξενοδοχεί το αλλοπρόσαλλο των συναισθημάτων του;
Να πώς εκείνος περιγράφει το φασματικό ιδανικό του, το φάσμα του πόθου του:

-Κι όταν ήμαστε μόνο οι δυο μας, υποκρινόσουν;
-Δεν ήμαστε ποτέ οι δυο μας, Ξένια. Και στις ιδιαίτερες στιγμές μας δεν σου εκχωρούσα τίποτα δικό μου. Η φίλη μου η πεφιλημένη, της ζωής μου η αγαπημένη, ήταν πάντα εκεί. Ευρηματική και διεκδικητική σαν τελευταία φορά πριν το μεγάλο ταξίδι. Εκρηκτική σαν άνοιξη, γόνιμη σαν την πράσινη γη, απέραντη σαν θάλασσα, ανεξερεύνητη σαν δάσος πυκνό, μαγική σαν σκοπός από σαξόφωνο, αειπάρθενη και πανερωτική, αποκλειστική και διασπασμένη. Ανένδοτη σαν επανάσταση, απείραχτη σαν ιδανικό, ρομαντική σαν αχλύ ονείρου και γήινη σαν τραύμα από φλόγα. Με αγκαλιά από μέλι. Και πάντα δίπλα ένα καράβι με τη μηχανή του αναμμένη. Έτοιμο να ξανοιχτεί. Ένα λεπτό μαζί της ήταν αιωνιότητα κι αθανασία, είκοσι χρόνια μαζί σου δεν έφτιαξαν όλα μαζί ένα αφρισμένο κύμα, ένα ρίγος.

Οι ήρωες τυραννιούνται από την οδύνη της αγάπης. Οι συναισθηματικές τους καταβολές έρχονται από περιοχές ψυχικού αναλφαβητισμού. Εκείνος, ως οντολογική φιγούρα και ως νοητική λειτουργία, προσομοιάζει με ήρωα φιλμ νουάρ. Ανάμεσά τους αναπτύσσεται ένας διάλογος δικανικός: Όταν εκείνη τον ρωτά γιατί αφού του ήταν αδιάφορη τη ζήλευε, εκείνος απαντά πως αφού γι’ αυτόν ήταν ασήμαντη και ταπεινή δεν θα μπορούσε να δεχτεί να είναι σημαντική για κάποιον άλλο, προφανώς γιατί κάτι τέτοιο θα αποκάλυπτε πλευρές της δικής του ελλειμματικότητας. Όταν εκείνος της επισημαίνει πως ποτέ δεν επέτρεψε ν’ ανοίξουν μαζί τα φτερά τους, εκείνη του αντιτείνει:

Νόμιζα πως το να θέλω να οπισθοδρομούμε παθητικά, δεν σε πείραζε. Είχα επίτηδες, αλλά σχεδόν ενστικτωδώς, συγχύσει την ελλειμματική μου στάση προς την επίγνωση, την ανικανότητά μου να φτιάξω μια τόση δα χαρά, μια τόση λύπη, μια τόση απελπισία, με την αυθεντικότητα. Αδύναμη να χειριστώ στερεότυπα, μετέτρεπα την αποδοχή τους σε δήθεν γνησιότητα. Αλλά κι εσύ μήπως τα είχες γκρεμίσει; Μέσα από μια ανάγκη, μια εικόνα, μια αποτυχία με αναζήτησες, να φύγεις ήθελες, όχι να ‘ρθεις. Όμως ο έρωτας είναι να θες να ‘ρθεις, όχι να θες να φύγεις από κάπου. Αυτό είναι σαν την αναστολή. Εντός του χρόνου της να μη διαπράξεις άλλο αδίκημα.

…και πάει έτσι ο διάλογος μέχρι τέλους, δίχως ο αναγνώστης να μπορεί να αθωώσει ή να δικάσει κάποιον. Μονάχα ως συγγραφέας ο νομικός έχει την ευχέρεια να χαράζει την υπερασπιστική γραμμή και των δύο αντιδίκων, να απαγγέλει το κατηγορητήριο και ταυτόχρονα να επιχειρηματολογεί αντικρούοντάς το, και κάποτε να ανεβαίνει και στην έδρα. Η επιστημονική σκευή, η νομική γνώση, της Γιάννας Λάμπρου πλουτίζει το κείμενο έτσι κι αλλιώς.
*

Η παρουσία του αρχετυπικού ζεύγους –άντρας γυναίκα- διατρέχει και τροφοδοτεί τη δράση σε όλα τα κείμενα του βιβλίου. Είτε πρόκειται για τους ίδιους ήρωες, από κείμενο σε κείμενο, είτε για διαφορετικούς, ίδια είναι τα πάθη που κατατρώνε τα σπλάχνα τους, ίδιες και οι σταθερές αξίες που μπορούν να τους ανυψώσουν στο θαύμα.
*

Στο επόμενο κείμενο ένας άντρας μονολογεί παρουσία μιας γυναίκας.
Εκείνη περιγράφεται ως αποκλεισμένη, ως αυτοέγκλειστη, πιο σωστά, στη φυλακή της συναισθηματικής της αυτάρκειας. Κι εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε επιλογές ρυθμισμένης ζωής. Κάθε τι στον καιρό του, κι αν υπάρχει ο καιρός γι’ αυτό. Κι ο έρωτας ακόμη ως Ανάγκη, όταν και αν προκύψει αυτή η ανάγκη.
Εκείνος ακριβώς στην απέναντι όχθη Η συμβατική ζωή, γι’ αυτόν, είναι θάνατος. Ζωή είναι το πάθος. Επιζητά την ταύτιση, την εισχώρηση στον αγαπημένο Άλλο. Επιζητά τη Μέθεξη. Ξέρει το διακύβευμα. Γνωρίζει τους κινδύνους που υποκρύπτονται, ξέρει όμως πόσο άξιο είναι το τίμημα. Η συγγραφέας, με παρένθετους στίχους, το δίνει έξοχα, με μιαν αρμονική παρήχηση του ρο:

Ρόδο, ρίγος, ροή, ράπισμα, ρήμαγμα… Έρωτας.

Εκείνος, στον απολογισμό της ζωής του, αντιλαμβάνεται ότι όσο κι αν επιθυμούσε τη Μέθεξη ποτέ δεν τόλμησε όσο χρειαζόταν, κι αναρωτιέται:

πώς έγινε και μέτρησα σχεδόν πενήντα χρόνια χωρίς ποτέ να ενωθούν οι αισθήσεις και τα συναισθήματά μου, χωρίς ποτέ συνεπαρμένος από μια ελάχιστη προσωπική μου αμαρτία να ταξιδέψω τινάζοντας τον φόβο του θανάτου και του μάταιου; Χωρίς να συνωμοτήσω με την πολυτέλεια της αγίας Επιθυμίας, κρατώντας την ψυχή στα χέρια μου και τα χέρια στην ψυχή μου. Χωρίς να μείνω άφωνος από χαρά, από λύπη, από αγωνία, από μια ματιά-μαχαίρι, μια μυρωδιά, ένα στίχο, έναν ξεσηκωμό που θα διέλυε όλον εκείνο τον απίστευτα γελοίο περίγυρο. Χωρίς να ταξιδέψω σε μια κοινωνία της ου-τοπίας και του ονείρου, της ισότητας και της επανάστασης.
*

Στο επόμενο κείμενο συνομιλούν δύο γυναίκες. Η Κλαίρη εκθέτει στη Θαλλώ το αξιακό της σύστημα για τη ζωή και τις απόψεις της για τις ανθρώπινες σχέσεις. Μιλάει για την εμπειρία της με τον Βάνια. Τον Άγγελο που αυτοϋποβιβάστηκε σε Βαγγέλη, ούτε καν σε Ευάγγελο, από τον οποίο επέτρεψε να γοητευθεί ενώ εκείνος δεν άξιζε ενος τέτοιου δωρήματος. Κι ίσως εκείνη λειτούργησε έτσι εξ’ αιτίας του έντονου χαρακτηριστικού της, της ενσυναίσθησης. Τους διανοητικής ικανότητας της εμβίωσης. Του να θέλεις και να μπορείς να ζεις έν τινι. Να μπαίνεις στη θέση του Άλλου και να επιδράς στους όρους δημιουργίας των διαπροσωπικών σχέσεων. Γιατί, διαβάζουμε στο κείμενο, αν κοινωνήσεις τους καημούς, αν μεταλάβεις τη βαθιά εκείνη ψυχική δίψα κάποιου ανθρώπου ή κάποιας πατρίδας, γίνεται για πάντα κομμάτι σου, το κουβαλάς σαν μέλος σου και το προσέχεις όσο και εσένα! Υπάρχει όμως πάντα το ρίσκο της αγνωμοσύνης, όπου, ενώ εσύ δίνεις την ψυχή σου σού τη γυρίζουν σακατεμένη.

 Ο Βάνια είναι κι αυτός άτολμος στο καινούριο. Νόμισε εύκολη την πορεία προς την αγάπη. Δεν υποψιαζόταν πώς είναι να χαρίζεσαι και να χαρίζεις αυτό που δεν σου περισσεύει. Ο Βάνια δεν παραδόθηκε στη σαγήνη και στο πάθος. Ήταν ένας εξ’ αρχής νικημένος από πεποίθηση.
Ο Βάνια εμφανίζεται στο προσκήνιο και η συνομιλία γίνεται ανάμεσα σ’ αυτόν και την Κλαίρη.
Ο αξιακός κανόνας εκείνης για τη ζωή είναι: ν’ αγαπάς, να ερωτεύεσαι, να είσαι ελεύθερος, να συμπάσχεις με τους ποιητές και τους βασανισμένους, να υπερασπίζεσαι την αλήθεια και την αθωότητα. Ν’ αγαπάς κάποιον χωρίς να τον χρειάζεσαι.
Ο Βάνια παραμένει ένας ακρωτηριασμένος συναισθηματικά άνθρωπος, ένας συντετριμμένος της καθημερινότητας. Η Κλαίρη επιχειρεί να τον υπερασπιστεί αποκαλύπτοντας τις πηγές της μετριότητάς του. Του λέει ότι κάποτε στη ζωή του ο καθείς οφείλει ένα τουλάχιστον «απεταξάμην».

Ο άνθρωπος που στεγνώνει από επιθυμία και διάθεση, περνά στην καθολική παραίτηση, ακυρώνει τη ζωή του. Αν, παρ’ ελπίδα, επιχειρήσει να μπει σε μια διαδικασία ανάτασης ηθικής, επειδή ακριβώς είχε προθύμως συναινέσει στην πτώση του, οι αρνητικές αξίες με τους οποίες συνοδοιπόρησε στην πορεία της πτώσης, θα κονιορτοποιήσουν τις όποιες ανορθωτικές του προσδοκίες, τόσο κυνικά, χωρίς αιδώ, μας λέει η συγγραφέας, τόσο χυδαία, όσο η ανηθικότητα του φόνου που, αν δηλωθεί εκουσίως, εκλαμβάνεται ως ειλικρίνεια του δράστη.

Εν τέλει η Κλαίρη, διερχόμενη μέσα από την εμπειρία της συναναστροφής με το ανήθικο, το ευτελές και το άσχημο, αποφασίζει πως είναι μάταιο να βγάζει τα συναισθήματά της στην αγορά, αφού εκεί χάνουν την ανταλλακτική τους αξία, επειδή όλο και μειώνεται η προσφορά ψυχικών παραγώγων αγάπης και, παράλληλα, όλο και αυξάνεται ο αριθμός των πάγκων που στήνουν οι αργυραμοιβοί, οι κιβδηλοποιοί, οι αγύρτες.
*

Στο κείμενο που ακολουθεί μια ώριμη γυναίκα και ένας νεαρός άνδρας βρίσκονται γυμνοί στο κρεβάτι. Η γυναίκα επιθυμεί τον νέο, και, ταυτόχρονα, τύπτεται γιατί τον εγκλωβίζει στη μοναδικότητα αυτής της επιλογής –εξυπακούεται ότι κι εκείνος την επιθυμεί- την ώρα που η φυσική τάξη επιτάσσει να είναι συναισθηματικά ελεύθερος και να σπουδάζει τις μεθόδους ωρίμανσής του, όπως έκανε κι εκείνη στην ηλικία του.
Ο νέος της αντιτείνει: Εγώ, όμως, δεν σκέφτομαι όπως εσείςς κοιτώντας προς τα πίσω με τωρινά μάτια. Ίσως επειδή δεν έχω παρελθόν. Εγώ… μ’ αρέσει αυτό που ζω μαζί σου και μου αρκεί.
Ναι, του λέει εκείνη, αλλά κάποτε θα λυπηθείτε για όλα αυτά.
Θα λυπηθώ, απαντά ο νέος, όταν γίνω τόσο κανονικός που να μην προλαβαίνω να ζω, αλλά να καταστρέφω με την… έμπειρη σκέψη ό,τι συμβαίνει πριν το αγγίξω. Νομίζω πως δεν είναι η γνώση ο μόνος δρόμος που μας οδηγεί στην αφή των πραγμάτων.

Ουσιαστικά εδώ η Γιάννα Λάμπρου προσεγγίζει το μέγα θέμα της συνάφειας και της σύγκρουσης του πρωτογενούς με το δευτερογενές, ως απότοκο της ηλικιακής απόστασης, στο επίπεδο τους συναισθηματικής εμπειρίας, από τις εκβολές της οποίας τροφοδοτούνται οι συμπεριφορές των ανθρώπων και νοηματοδοτούνται οι σχέσεις τους. Γιατί η πρωτογενής προσέγγιση της υλικής (σωματικής) και της πνευματικής (ψυχικής) υπόστασης του Άλλου διαθέτει το πλεονέκτημα και την υπεροχή της ακατέργαστης ορμητικότητας, τη στιλπνότητα της αλήθειας, και την παρθενικότητα της ειλικρίνειας, ενώ η δευτερογενής είναι πιθανό να στενάζει κάτω από φορτία εγκατεστημένων στερεοτύπων, και να είναι δύσκαμπτη από σκουριές καχυποψίας, αμφιβολίας, υστεροβουλίας, κλπ.

Σε κάποιο σημείο του κειμένου η ώριμη κυρία προβάλλει το συναισθηματικό της στίγμα ως εξής:

Αν μοιράσω τη ζωή μου σε τέσσερις εποχές, τώρα θα είναι αυτή που διασχίζω με λαμπυριστούς τροχούς ποδηλάτου έναν κάμπο με κίτρινα στάχυα.

Εκπληκτικά η Γιάννα Λάμπρου έχει εδώ συγκεράσει τρεις μορφές υψηλής Τέχνης, τρία έργα Τέχνης και τρεις δημιουργούς: τη Μουσική, με τις Τέσσερις εποχές, του Αντόνιο Βιβάλντι, την Ποίηση, με τους στίχους Η Ποίηση είναι ανάπτυξη στίλβοντος ποδηλάτου, του Ανδρέα Εμπειρίκου, και τη Ζωγραφική, με τα Σταροχώραφα του Βικέντιου Βαν Γκογκ.
*

Στο επόμενο κείμενο δύο, κατά πάσα πιθανότητα, εραστές από την φοιτητική τους νεότητα, που παρέμειναν φίλοι, συναντιούνται τριάντα χρόνια αργότερα. Η συνάντησή τους χαρακτηρίζεται από την ευγένεια που αποτυπώνεται εσαεί στην ψυχή των εραστών από ενσυναίσθηση.
Η κεντρική προβληματική αφορά στη φθορά που επιφέρει ο Χρόνος.
*

Ακολουθεί μία μνημονική επιστροφή της αφηγήτριας, που εδώ, βάσιμα, από την εξέταση των πραγματολογικών αναφορών, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ταυτίζεται με τη συγγραφέα, στον γενέθλιο τόπο.
Οι προβολές της μνήμης σκηνοθετούνται από το βλέμμα της αφηγήτριας που θέλει να ταξιδεύει στη ζωή πρώτη θέση και ποτέ ως λαθρεπιβάτης, και που θέλει να παραχωρεί αυτή τη θέση μόνο στον πρωτογενή ανθρώπινο μόχθο και στον γενναίο ανθρώπινο πόνο, που την κάνουν άνθρωπο.
Προβάλλονται πλευρές του επαρχιακού βίου από τον ελληνικό χώρο των πρώτων μετεμφυλιακών δεκαετιών και αναπτύσσεται προβληματισμός για τις συνιστώσες που επέδρασαν στη διαμόρφωση του μεταπολεμικού έλληνα.
Μετά το διάλειμμα, στην οθόνη, η μνημονική επιστροφή μεταφέρεται στους χώρους της φοιτητικής ζωής και στους φίλους εκείνης της εποχής.
Καθώς πέφτουν οι τίτλοι του τέλους αντιλαμβανόμαστε πως επρόκειτο για μια νέκυια της νεότητας, για μιαν ανάμνηση των τρόπων και των λόγων των φίλων εκείνης της ανεπίστρεπτης περιόδου, που τώρα έχουν χαθεί, αφού η ακοίμητη κλειδούχος παραμονεύει. Η κήρα μέλαινα, η ομηρική διατύπωση για το μαύρο αίμα του θανάτου που ακυρώνει την ύπαρξη.
*

Και στο επόμενο κείμενο ανακαλείται μνημονικά η νεότητα, και ο έρωτας και η ελευθερία των επιλογών και η αυτοδιάθεση του ανθρώπου. Αφορμή η γαμήλια ετοιμασία της ένωσης δύο ανθρώπων από συνοικέσιο, στα μέσα της δεκαετίας του 1960, στην επαρχία.
Περιγράφοντας η αφηγήτρια τα φρεσκοπλυμένα προικώα ασπρόρουχα της πρώτης νύχτας του γάμου, επισημαίνει:

Κατέφθανε με δώρα η πεθερά να χαρεί τη χαρά της ξένης που θα έφερνε απογόνους στην οικογένεια. Κεντημένα μαξιλάρια κι αντί βαμβάκι, γεμισμένα με κλαδιά φτέρης για την πρώτη νύχτα του γάμου.
Ο ψυχικός πολιτισμός των εξευγενισμένων κυράδων, που υπήρχαν πάντα και σ’ όλες τις συνθήκες, διαισθανόταν ότι κάτι πιο ευγενές χρειαζόταν να διαχωρίσει αυτή τη νύχτα από τις ίδιες άλλες που θα έρχονταν μια ολόκληρη ζωή. Μια ζωή χρέους και καθήκοντος.

Στο ίδιο κείμενο ενυπάρχουν μνήμες της παιδικής ηλικίας και της παιδικής αθωότητας όταν σκιρτά, πρώτη φορά, η ψυχή διαισθητικά στο μέγα δώρο του έρωτα, στην εκρηκτική ανθοφορία του σώματος.
*

Ακολουθούν μικρής έκτασης κείμενα στα οποία:

αποτυπώνεται η τελετουργία της μητρότητας. Η σύλληψη, η κύηση, η γέννηση. Η γυναίκα δικαιούται τα σπουδαία γιατί η μήτρα της αντιμάχεται το Χρόνο, πολεμώντας το Θάνατο με σπέρματα Αθανασίας.

η αφηγήτρια παραθέτει τον πίνακα των αξιών της και επισημαίνει, ανακαλώντας τους στίχους του Ελύτη από το έργο του «Εκ του πλησίον», ότι δεν φτάνει σαν κλωνάρι λέξης ν’ αδημονείς για Μάιο, δεν φτάνει δηλαδή να θέλεις κάτι πολύ, χρειάζεται και να αποκωδικοποιείς με τον νου ό,τι η καρδιά νοιώθει.
*

Εντέλει το ζεύγος άνδρας-γυναίκα δικαιώνει, κατά μόνας, τη βαθύτερη ουσία της υπόστασής του. Χωρίζει. Εκείνος επιστρέφει στη σύζυγό του και στη θαλπωρή της οικιακής ακινησίας. Προηγουμένως έχει εκλιπαρήσει τη γυναίκα να του ζητήσει να μείνει. Εκείνη, σταθερή στις υπερήφανες επιλογές της, αρνείται να υποτάξει τον έρωτα σε οποιαδήποτε εντολή, παράκληση, ελεημοσύνη ή ζητιανιά.

Ποιος κερδίζει, ποιος χάνει στο παιχνίδι των σχέσεων; Κανένας! Ο καθείς και οι πληγές του.
*

Ας μου επιτραπεί, πριν τελειώσω, η διατύπωση μιας υπόθεσης: στη συνομιλία της Κλαίρης με τον Βάνια κάποια στιγμή εκείνη του προτείνει να υποθέσουν πως βρίσκονται στο Νόραγκραντ. Έχοντας σαν δεδομένο το ότι η Γιάννα Λάμπρου στο εξαιρετικά ενδιαφέρον ιστολόγιό της υπογράφει ως Noramiri, τολμώ να ισχυριστώ πως, όντως, η δράση στο βιβλίο εξελίσσεται στο Νόραγκραντ. Στην επικράτεια της Νόρα, που έχει τα χαρακτηριστικά της Νόρα Χέλμερ, του Ίψεν, η οποία ανακαλύπτει πως, πέρα από τον ανώδυνο ρόλο της ξέγνοιαστης, νεαρής συζύγου του δικηγόρου Τρόβαλντ, είναι αναγκασμένη να συμβιβαστεί με τη σκληρότητα και την υποκρισία της αστικής κοινωνίας. Από κει θα επαναστατήσει, θα χτυπήσει τη γροθιά της στο σπασμένο γυαλί της κοινωνικής σαθρότητας και θ’ αλλάξει ριζικά τρόπο σκέψης και ζωής.
Όσο κι αν μοιάζει αναγνωστικός ακροβατισμός η υπόθεσή μου, νομίζω πως στη βαθύτερη ουσία της είναι σωστή.
*

Καθώς μελετούσα το βιβλίο ερχόταν επίμονα στον νου μου ο στίχος του Δ. Ι. Αντωνίου πιάνουν στη γη μας λίγο τόπο τα πολύτιμα, από το ποίημα «Οι κακοί έμποροι». Η Γιάννα Λάμπρου, σε κάθε γραμμή του κειμένου, πασχίζει να μας ανοίξει τα μάτια της ψυχής ώστε να δούμε αυτόν τον λίγο τόπο.

Κι επειδή το πιο σίγουρο Ανεπίστροφον είναι ο Χρόνος, το βιβλίο της Γιάννας Λάμπρου ηχεί ως ένα σήμαντρο αφύπνισης που μας καλεί να τολμήσουμε να ζήσουμε. Όσο είναι καιρός.
   
Γιώργος Χ. Θεοχάρης
 Λιβαδειά 23 Μαΐου 2011

Τετάρτη, 18 Μαΐου 2011

ΑΝΕΠΙΣΤΡΟΦΟΝ γιατί ... κάποτε στη ζωή του ο καθείς οφείλει ένα τουλάχιστον "απεταξάμην".



Στο βιβλιοπωλείο Σύγχρονη Έκφραση

τη Δευτέρα 23 Μαΐου 2011, στις 8.30 μ.μ.

θα πραγματοποιηθεί η παρουσίαση

του πρώτου βιβλίου της Γιάννας Λάμπρου

που φέρει τον τίτλο Ανεπίστροφον.


Πρόκειται για μια σειρά σκέψεων και επεισοδίων που καταγράφονται από τη συγγραφέα με κινηματογραφικό τρόπο ή άλλοτε με την τεχνική του εσωτερικού μονολόγου σε μια αλληλοδιαδοχή εικόνων και συναισθημάτων που αποκαλύπτουν βαθιές πληγές και περαστικές απουσίες.
Ο τρόπος της αφήγησης αποτελεί ο ίδιος ένα δοκίμιο πάνω στις κατακερματισμένες σύγχρονες σχέσεις, οι οποίες βιώνονται άλλοτε ως υπαρκτά δράματα κι άλλοτε ως θεατρικά μονόπρακτα, στα οποία η συμμετοχή του υποκειμένου είναι υποχρεωτική αλλά όχι απαραιτήτως αυτοπροσδιοριζόμενη.
Η ίδια η πολύπλοκη σύγχρονη πραγματικότητα είναι γεγονός ότι έχει εγκαταλείψει τις κοινωνικές βεβαιότητες και θέτει νέα διλήμματα, στα οποία η Γιάννα Λάμπρου δεν απαντά μεν αλλά με ένα τρόπο κατάφασης: Δεν είναι ότι δεν υποψιάζεται την απάντηση, αλλά πως δεν εμπιστεύεται την ερώτηση.
 

Έτσι μια καινούργια ταυτότητα αναδύεται χωρίς παρελθόν και χωρίς μέλλον. Το συντριπτικό παρόν κυριαρχεί σε μια ουτοπία που δεν βιώνεται και που εσωτερικεύει αντιδράσεις κυρίως παρά συνειδητές επιλογές ή πράξεις. Όπως το θέτει η Γιάννα Λάμπρου:
«….».
Η Γιάννα Λάμπρου κάνει την πρώτη της εμφάνιση στα γράμματα με το βιβλίο Ανεπίστροφον. Πτυχιούχος της Νομικής Αθηνών, υπηρετεί τη Θέμιδα στη Λιβαδειά περίπου 20 χρόνια.



Τρίτη, 17 Μαΐου 2011

Άρωμα Ανατολής με το ΓΙΑΡΝΤΙΜ του Χρήστου Ναούμ.


Έντονο άρωμα και ατμόσφαιρα της καθ' ημάς Ανατολής αναδύθηκε στο βιβλιοπωλείο μας, κατά την διάρκεια παρουσίασης του μυθιστορήματος με τον τίτλο "ΓΙΑΡΝΤΙΜ" του γιατρού και συγγραφέα ΧΡΗΣΤΟΥ ΝΑΟΥΜ.
Ο συγγραφέας του βιβλίου συζήτησε για το βιβλίο του με το κοινό αλλά και με το συγγραφέα Κωνσταντίνο Μπούρα.

Το βιβλίο προλόγισε η συγγραφέας Άννα Ρούσσου με το κείμενο που ακολουθεί.

Γιαρντίμ (Oι φλόγες της Ανατολής), Χρήστος Ναούμ

«… Κόντευε μήνα στο νοσοκομείο. Η γιαγιά Έλλη, χτυπημένη από τα γηρατειά, παρέμενε κατάκοιτη στο κρεβάτι. Η ίδια έδειχνε να μην αντιλαμβάνεται την σοβαρότητα τής κατάστασής της. Οι γιατροί μάς είχαν αποκλείσει κάθε ελπίδα σωτηρίας της. Παιδί την παρακολουθούσα να ανοίγει φύλλο και να αφηγείται την Καταστροφή. Και ενώ εγώ ρούφαγα κάθε λέξη, εκείνη συνέχιζε να μιλάει συγκινημένη. Πότε πότε την έπιανε το παράπονο, δάκρυζε. Άλλοτε τράβαγε ένα μακρόσυρτο αμανέ να ξορκίσει την πίκρα της. Την θυμάμαι να τραγουδάει τους καημούς και τα μεράκια του αποχωρισμού. Συχνά έκλαιγε για τα καλά που έχασε. Και όμως, ποτέ δεν ξέχασε την πατρίδα της, τα Βουρλά, ούτε τη Σμύρνη και συνέχιζε τις αφηγήσεις της για τα πρόσωπα του σογιού μας».
Το μικρό αυτό απόσπασμα από τον επίλογο του μυθιστορήματος με τίτλο Γιαρντίμ καθώς και η αφιέρωση  του συγγραφέα του, κ. Χρήστου Ναούμ, προς την γιαγιά του καθώς και στις γιαγιάδες όλου του κόσμου, μάς εισάγει στο βαθύτερο κίνητρο που τον ώθησε να γράψει το έργο αυτό και να το «παραδώσει» με περισσή ευγένεια και αξιοζήλευτη αφηγηματική μαεστρία στο αναγνωστικό κοινό.
Γραμμένο σε τριτοπρόσωπη, πανεποπτική αφήγηση το Γιαρντίμ καταφέρνει επάξια να συνεπάρει και να ταξιδέψει από τις πρώτες κιόλας αράδες τον αναγνώστη, λέξη προς λέξη, σελίδα τη σελίδα, στο αβέβαιο κλίμα των αρχών του 20ου αιώνα, τοποθετώντας τον ενεργά ανάμεσα στο πολύχρωμο εκείνο μωσαϊκό των λαών και ανθρώπων που ζει στην Μικρασία. Κυρίαρχο ρόλο ανάμεσά τους διαδραματίζει και μια ελληνική οικογένεια-μαζί με όσους την περιστοιχίζουν-, η οποία βιώνει την δική της συγκλονιστική ιστορία ακολουθώντας το κισμέτ: Η Σόφαινα, ο παπα-Θεόφιλος, οι κόρες της Σόφαινας: Λέλα και Κακουλή, οι σύζυγοί τους Βασιλάκης Ιντζέογλου και Γεωργανάκης Βάζος αντιστοίχως, ο Κερίμ, ο μεγάλος, αλλόθρησκος έρωτας τής Λέλας, η Αγγελικώ, ο Παρασκευάς Βάζος, η Ριρίκα, ο Μετίν, η ραδιούργα χήρα Γιλντίζ, η μέγαιρα γριά Χουσνού. Όλοι τους πασχίζουν να εκπληρώσουν τα όνειρά τους και όλοι φλογίζονται διαρκώς από τα πάθη τους, τα οποία ορισμένοι από αυτούς ( όπως η Λέλα και ο παπα-Θεόφιλος) βιώνουν με τραγικότητα.
      «Έτσι, όμως, είναι η ζωή των ανθρώπων, αστραπή», τονίζει ο συγγραφέας δια στόματος της ηρωίδας του, της γριάς Χουσνού (σελ.16)- «μια μπουκιά μπακλαβάς», σπεύδει αργότερα να υπερθεματίσει δια στόματος  της Ριρίκας, την ώρα που μαζί με την Λέλα βρίσκονται στο χαμάμ (σελ.54), απαλύνοντας, στην ουσία, τον πόνο τους. Ο Χρήστος Ναούμ, τόσο με την ιατρική του ιδιότητα όσο και με την συγγραφική «μαστοριά» του, γνωρίζει καλά πώς να απαλύνει, την σωστή στιγμή, την ψυχή των αναγνωστών καθώς και των  ηρώων του από καθετί  σκληρό του κόσμου ετούτου ή του μυθιστορηματικού δικού του.
      «…Και μου λένε να αγαπάω. Κι όταν σου προσφέρουν αγάπη, να την παίρνεις σαν την σοκολάτα. Να τη γεύεσαι και να τη φχαριστιέσαι… Και ύστερα, να την μοιράζεις με την σειρά σου», μας προτρέπει στον επίλογο του πρώτου του μυθιστορήματος με τίτλο Αχ, αυτές οι Βασίλισσες! (Καστανιώτης, 2008).
      Επιπλέον είναι, κατά την γνώμη μου, ένας από τους λίγους Έλληνες συγγραφείς που καταφέρνει αφηγηματικά να ελέγχει απόλυτα το πλήθος των ηρώων του- πρωταγωνιστών και μη- προς όφελος της ιστορίας την οποία κάθε φορά πραγματεύεται, χωρίς να μπερδεύει τον αναγνώστη.
      Το Γιαρντίμ  (που σημαίνει βοήθεια) ενέχει μια δυναμικότητα στην εξέλιξη, η ιστορία  κινείται ταχύτατα προς τα εμπρός, με παραδειγματική δομή και αξιέπαινη χρήση τής γλώσσας. Οι διάλογοι μεταξύ των ηρώων είναι γραμμένοι στη διάλεκτο της εποχής και ουδόλως δυσκολεύουν τον αναγνώστη, αφού το γλωσσάρι που παρατίθεται είναι επαρκέστατο. Ο συγγραφέας καταγράφει το ιστορικό και κοινωνικό γίγνεσθαι δίχως να παρεισφρέει σε φλυαρίες και πλατιασμούς. Το γεγονός αυτό ενισχύεται και από την εκτενή βιβλιογραφία την οποία παραθέτει στο τέλος του μυθιστορήματος, χρησιμοποιώντας μάλιστα φράσεις όπως: «Βυθίστηκα στα βιβλία» ή «άντλησα χρήσιμες πληροφορίες» ή «συγκινήθηκα με».
Οι περιγραφές, εξάλλου, των ηθών και εθίμων στο Γιαρντίμ είναι εξαιρετικές. Η ατμόσφαιρα της εποχής διαχέεται μέσα από κάθε λέξη, μέσα από κάθε σκηνή, σε όλο το έργο καθιστώντας κατ’ αυτό τον τρόπο τον εκάστοτε αναγνώστη κοινωνό της. Οι χαρακτήρες των ηρώων φωτίζονται επαρκέστατα, στροβιλίζονται, κάποιες φορές, καταλυτικά στα πάθη τους. Ακολουθεί η κόλαση της καταστροφής, οι ικεσίες των ηρώων – αλλά και μέσα από αυτούς η φωνή των Ελλήνων της Μικρασίας-ο ξενιτεμός, η προσφυγιά, τα δάκρυα, ο πόνος.
    «Δεν έχουμε τίποτα πλιο. Μόνο θύμησες για όσους αφήκαμε πίσω. Ενωμένοι να’ μαστε, πάντα μαζί, αγαπημένοι». Το βαπόρι περνώντας έξω από τα Βουρλά, βάρεσε τη σειρήνα του. Καπνοί υψώνονταν από τη Σκάλα. Άλλο μακελειό γινόταν εκεί, άλλη πυρπόληση. «Αντίο, πατρίδα», γράφει χαρακτηριστικά ο συγγραφέας. (σελίδα 489). Ακολουθούν τα χαμένα όνειρα, τα χαμένα μεγαλεία, ενώ οι θύμησες και η νοσταλγία βρίσκουν στις ξύλινες πια παράγκες της Ελλάδας όσους κατάφεραν να σωθούν. «Βουρλά, αριθμός 22», γράφουν απέξω.
    «Τα μάτια της Κακουλής δεν σταμάτησαν να δακρύζουν. Από το αρχοντικό της έφτασε να ζει χειρότερα και από σκυλί», αναφέρει σαν ένα μικρό παράδειγμα (σελίδα 506 )ο Χρήστος Ναούμ.
Κι όμως, η αγωνία για το σμίξιμο με τους δικούς τους ανθρώπους έστεκε αγέρωχη! Και όλο περίμεναν τις νέες καραβιές αιχμαλώτων που κατέφθαναν από την Τουρκία.
    «Καλέ, μπας και απάντησες τον Γιώργη τον Μπαλτζή από τα Γυαλάδικα; Τον μαστρο-Κώστα, τον πεταλωτή; Πώς ήταν η Σμύρνη; Πέστρεψαν πολλοί από τα «Αμελέ Ταμπουρού»;
    «Θα’ ρτουνε. Υπομονή».
    «Μετά την ήττα, ανώφελα θρηνείς. Να διδάσκεσαι από αυτήν και να επιστρέψεις στην ιστορία σου. Χώνεψε τη γνώση που σου έδωκε και φύλαξ’ την βαθιά στην καρδιά σου, γιέ μου», γράφει στις τελευταίες αράδες του επιλόγου ο συγγραφέας, μεταφέροντάς μας, στην ουσία, τα τελευταία λόγια της γιαγιάς Έλλης- της γιαγιάς του- αλλά και καθιστώντας μας συγχρόνως κοινωνούς μιας μεγάλης αλήθειας,  ίσως περισσότερο επίκαιρης από ποτέ. 
                                                                                                 Άννα Ι. Ρούσσου

Σάββατο, 14 Μαΐου 2011

"Γ Ι Α Ρ Ν Τ Ι Μ οι φλόγες της Ανατολής" τη Δευτέρα 16-5-2011 στο βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ


Το βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ και οι ΕΚΔΟΣΕIΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ
σας προσκαλούν στην παρουσίαση του νέου βιβλίου
του γιατρού και συγγραφέα ΧΡΗΣΤΟΥ ΝΑΟΥΜ

Γ Ι Α Ρ Ν Τ Ι Μ
Οι φλόγες της Ανατολής

τη Δευτέρα 16 Μαΐου 2011 και ώρα 8.15 μ.μ.
στο χώρο του βιβλιοπωλείου.
Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι:
ΑΝΝΑ ΡΟΥΣΣΟΥ, συγγραφέας
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ, συγγραφέας - κριτικός λογοτεχνίας



Αρχές του 20ού αιώνα. Ένα πολύχρωμο μωσαϊκό λαών κι ανθρώπων ζει στη Μικρασία. Βυθισμένοι στην καθημερινότητά τους, δεν αντιλαμβάνονται τα σύννεφα που κρύβουν τον ουρανό της, καθώς οι Νεότουρκοι ακονίζουν τα μαχαίρια και οι Σύμμαχοι ρίχνουν τα ζάρια της μοιρασιάς.
Σε αυτό το αβέβαιο κλίμα μια ελληνική οικογένεια και οι άνθρωποι που την περιστοιχίζουν βιώνουν τη δική τους συγκλονιστική ιστορία ακολουθώντας το κισμέτ.
Στο λιμάνι και στην προκυμαία της Σμύρνης, στα σοκάκια της, στα παλιά αρχοντικά, αλλά και στις φυλακές και στα πορνεία της, όλοι πασχίζουν να εκπληρώσουν όνειρα και φλογίζονται διαρκώς από τα πάθη.
Όταν όμως ξεσπά η συμφορά, οι συγκρούσεις με τον εαυτό τους μετουσιώνονται σε αγωνία για τους αγαπημένους τους και μια λέξη πλέον μένει για να στοιχειώσει για πάντα τις ψυχές τους: Γιαρντίμ θα πει "βοήθεια", αλλά είναι και το μυθιστόρημα της Μικρασίας, οι θρύλοι και οι μύθοι της Ανατολής.
Μια περιπέτεια που δεν τελειώνει, ακόμα κι όταν πέφτει η κόκκινη αυλαία της.

Πέμπτη, 5 Μαΐου 2011

Και στη Λιβαδειά ... μαζέψαμε ό,τι συνήθως αποδοκιμάζουν οι λεηλατούντες ... κατά την παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Γ. Θεοχάρη "Από μνήμης"


Αυτή τη φορά, Δευτέρα 2 Μαΐου, είχαμε τη χαρά να φιλοξενήσουμε στο βιβλιοπωλείο τον φίλο μας ποιητή Γιώργο Θεοχάρη και να παρουσιάσουμε την ποιητική του συλλογή "Από μνήμης".
Τον Γ. Θ. προλόγισε όπως είχαμε προαναγγείλλει ο Λουκάς Παπαδάκης. Η Μαρώ Τριανταφύλλου δεν κατάφερε να έρθει αλλά πρόλαβε να στείλει το κείμενό της το οποίο διάβασε η Αρετή Κελερμένου και το οποίο παραθέτουμε.

Η ποίηση του Γιώργου Θεοχάρη
  
Εντύπωση στην ποίηση του Γιώργου Θεοχάρη μου κάνει πώς κυκλώνει συλλογή τη συλλογή την έννοια της μνήμης. Από την πρώτη ακόμη συλλογή του, το Πτωχόν Μετάλλευμα, αλλά πολύ περισσότερο στις δύο τελευταίες, το  Ενθύμιον  και πιο έντονα τώρα, στο Από μνήμης,  η έννοια της μνήμης γίνεται κραταιά και κυβερνήτρα της ποίησής του. Άλλωστε αυτό φαίνεται και από την παρουσία της έννοιας  στους τίτλους των συλλογών, πιο στατικός ο πρώτος, ενθύμιο, αυτό που βοηθά τη μνήμη, που εγκλείει και διαφυλάσσει την ανάμνηση και λειτουργεί υπομνηστικά.  με μεγαλύτερη προφάνεια στην τελευταία, όπου φαίνεται πως το ποίημα πηγάζει από τη μνήμη, διατηρεί τη μνήμη και διαφυλάσσει το γεγονός ως θεματοφύλακας του προσωπικού ή του ιστορικού βιώματος.
Η μνήμη είναι μια παράξενη λέξη. Η ρίζα της συνδέεται με έννοιες σπουδαίες, μάθηση ας πούμε. Πώς θα μαθαίναμε, αν δεν θυμόμασταν; Τα πανάρχαια χρόνια, όταν οι άνθρωποι ζούσαν ακόμα μέσα σε σπηλιές, οι γραίες, οι γυναίκες που δεν ήταν πια σε παραγωγική ηλικία, μάζευαν στο νου τις γνώσεις μιας ζωής –για τα σημαντικά βότανα που γιάτρευαν τις πληγές, για τις τεχνικές του τοκετού, για τα ξόρκια που απόδιωχναν τα θεριά αλλά έφερναν πλούσιο κυνήγι για τις ανάγκες της μικρής κοινωνίας της σπηλιάς, τους θρήνους για τους νεκρούς (γιατί τους ‘θάβαν τους νεκρούς από πολύ παλιά, μες στις σπηλιές της παλαιολιθικής εποχής βρίσκουμε ταφές, κουκουβισμένα υπολείμματα σκελετών και γύρη από λουλούδια και κόκκαλα και καρπούς σαν προσφορές σ’ αυτούς που έφυγαν). Θυμόντουσαν και μετέφεραν τις μνήμες τους στους νεότερους, ως γνώσεις απαραίτητες για την επιβίωση της ομάδας, οι γραίες, που μετά τις είπαν μάγισσες. Η αρχαία θρησκεία έχει στρώματα για τα οποία ξέρουμε πολύ λίγα πράγματα. Πριν έρθουν οι Ολύμπιοι θεοί, θεοί μιας πατριαρχικής κοινωνίας, υπήρχαν, λένε οι ειδικοί, οι ιστορικοί των θρησκειών, άλλες θρησκείες στη Μεσόγειο, στις οποίες κυριαρχούσαν γυναικείες θεότητες. Μια τέτοια ήταν η πάνσοφη, η πονηρή Μήτις. Θεά της σοφίας και της πανουργίας, της πάσης γνώσης. Και το δικό της όνομα την ίδια ρίζα έχει με τη μνήμη και η μάθηση. Έγκυος στο παιδί του Διός, που ο χρησμός είπε ότι θα πάρει του πατέρα του τη θέση, ο Δίας κατάπιε τη θεά και, πραγματοποιώντας το όνειρο του αρσενικού, γέννησε αυτός απ’ το κεφάλι του το παιδί της πάνσοφης, ένα αντροκόριτσο, την Αθηνά, που πήρε τη σοφία της μάνας της.  Η μνήμη έχει επίσης κοινή ρίζα με την μήνιν, το θυμό δηλαδή, «βόηθα με, Μούσα, να ψάλλω του Αχιλλέα το θυμό» δεν λέει ο Όμηρος στο Προοίμιο της Ιλιάδας;  Αλλά έχει σχέση και με την τρέλα, την μανία, όπως την έλεγαν οι αρχαίοι και δεν είναι τυχαίο που σιγά-σιγά θεώρησαν οι άνθρωποι πως το στόμα των τρελών ξεστομίζει αλήθειες μεγάλες και δύσκολες.
 Η ποίηση έλεγε ο Αριστοτέλης συγκρίνοντας την με την Ιστορία είναι φιλοσοφότερη, γιατί η ποίηση παρουσιάζει τα γενικά και τα μεγάλα ενώ η ιστορία τα καθ’ έκαστον. Δεν θα σχολιάσουμε περαιτέρω την αποστροφή του φιλοσόφου, αλλά πήγε κατά κει ο νους μας, γιατί στη δημιουργία του Θεοχάρη η ποίηση χαμογελά στην ιστορία, την αγκαλιάζει και τη διασώζει. Πρόκειται, όπως το λέει ο ίδιος στο εναρκτήριο ποίημα της συλλογής, το μότο αν θέλετε όλης της δουλειάς του, με τον τίτλο «μνημόσυνα»: «Γράφουμε ποιήματα,/ βότσαλα μνήμης ρίχνουμε / στον σιωπηλό βυθό/ του χρόνου». Το ποίημα για τον Θεοχάρη διαφυλάσσει μια μνήμη, μιλά γι’ αυτό που έγινε ως ένα διαρκές «τώρα» που αναταράσσει με την αμεσότητα και την ξαφνιαστική ίσως επιλογή στη θάλασσα των αδιαβάθμητων γεγονότων.
Η ιστορία που απασχολεί το Γιώργο Θεοχάρη αρθρώνεται σε δυο επίπεδα: το ένα είναι η μικροϊστορία, το οικογενειακό μυθιστόρημα, το προσωπικό αγιολόγιο των ανθρώπων, το ταξίδι σε πρόσωπα που γνώρισε και αγάπησε ως φυσικές οντότητες ή ως συμβολικές παρουσίες και που επέδρασαν στη διαμόρφωση της προσωπικότητας, της ιδεολογίας και της ευαισθησίας του. Το άλλο είναι η μεγάλη Ιστορία, αυτή που γράφεται στα βιβλία από τους νικητές και που τις μυστικές πλευρές της, τις αόρατες, τις μουρμουράνε οι ηττημένοι σαν παραμύθι στα παιδιά τους. Η ποίησή του λειτουργεί ως ενωτικό έμβολο ανάμεσα στα δύο επίπεδα. Διαλέγει να μιλήσει για τα μέρη που γεννήθηκε και μεγάλωσε, για τους ανθρώπους που γνώρισε ή έμαθε για τους μύθους τους από τους παλιότερους.  Τους ξεκολλάει από τη λήθη, ξεριζώνει το βασίλειο του θανάτου και της σιωπής. Προσπαθεί με αγωνία και νοσταλγία να κρατήσει στη μνήμη των ανθρώπων αυτό που η δική του μνήμη επέλεξε να κρατήσει και κατά κάποιο τρόπο συναντά τον Ηρόδοτο που στο προοίμιο της Ιστορίης  του ήθελε να γράψει ώστε «τα γενόμενα εξ ανθρώπων τω χρόνω εξίτηλα γένηται». Συναντά επίσης τον πόνο των Ιρλανδών, σαν τον Φρίελ των Ονομάτων και του Θαυματοποιού. Ταξιδεύοντας στα ρουμάνια της Στερεάς Ελλάδας, στα χωριά της Φωκίδας, στα μονοπάτια του Παρνασσού, αφουγκράζεται μια ταυτότητα που χάνεται και αγωνίζεται να κρατηθεί όχι ως εμμονική παράδοση αλλά ως υπόστρωμα νέων συναντήσεων και γόνιμων γεννημάτων.
«Μαζεύω ελιές με τη μάνα μου. Τα λιόδεντρα είναι μέρος της προίκας της. Όλα κάποτε αλλάζουν, σκέπτομαι. Η μνήμη μόνο επιμένει. Το πατρικό μου σπίτι πουλήθηκε όταν ήμουνα έφηβος. Άνθρωποι που αγάπησα φεύγουν από τη ζωή.  Πόσοι νεκροί… πόσοι λησμονημένοι…  Τα δέντρα τούτα ριζωμένα εδώ αιώνες.  Πόσοι πριν από μένα έσκυψαν κάτω από το δασύ φύλλωμά τους. Πόσοι με ευλαβικές μετάνοιες μάζεψαν τον καρπό τους. Πού είναι ο πατέρας μου που τα περιποιήθηκε; Πού ο παππούλης μου που έφτιαξε τους αναβαθμούς και τις ξερολιθιές των συνόρων τους; Πού θα βρίσκεται η μάνα μου αύριο; Πού εγώ;» («Σημειώσεις για ένα κείμενο»)
Για το Γιώργο Θεοχάρη, η ιστορία είναι μια συνεχής αλυσίδα ανθρώπων και των έργων τους, μέρος της οποίας αποτελεί τόσο ο ίδιος όσο και το μέλλον που δεν υπάρχει ως κυριολεκτική στο έργο του –σπάνιοι οι μελλοντικοί χρόνοι και εκφράσεις στη δουλειά του- αλλά υπονοείται έντονα από την έννοια της συνέχειας.
Μιλώντας παραπάνω για την παράδοση,  δεν πρέπει να λησμονήσουμε να αναφερθούμε και σε  τούτο: η συνέχεια παίρνει τη μορφή και μιας αναφοράς στην παράδοση της ποίησης. Τόσο με την επιλογή ενός έμμετρου ξεκινήματος των μερών της συλλογής («Σονέτο της θερινής απελπισίας»,  «Μπαλάντα του λυπημένου παραθεριστή»), όπου  επεξεργάζεται συγκεκριμένες ποιητικές φόρμες, όσο και με τις φωνές παλαιότερων ποιητών που ακούγονται διακριτικά αλλά με σημασία μέσα στα ποιήματα. Προσωπικά με εντυπωσίασε η παρουσία του Μαλακάση στο ποίημα «Γενικό Νοσοκομείο Λειβαδιάς»
«Φέρνω στο νου ένα σωρό ασπρόμαυρες φωτογραφίες σου. Ιδιαίτερα σ’ εκείνες του στρατού με το κατάμαυρο πυκνό μαλλί και το δασύτριχο μουστάκι, ποζάρεις με τη βεβαιότητα του κεκυρωμένου. Αλλά και σε άλλες, σε άλλο χρόνο, αργότερα, αγέρωχος κανοναρχείς με την κιθάρα και τη φωνή σου την κομπανία. Μιλώ για μια φωτογραφία του 1958 στο κέντρο «Εξοχικόν» της Δεσφίνας. Εσύ με την κιθάρα και δίπλα σου ο Ταξιάρχης Ματζώρος λαούτο, ο Κώστας Παππάς  σαντούρι και στο βιολί ο Γιώργης Μαργαρίτης. Γάμος πρέπει να γίνεται. Χορεύουν κάμποσοι κι είναι στο πλάνο αρκετοί από τους καλεσμένους. Και είναι όλοι πεθαμένοι σου λέω. Και χορευτές και νιόπαντροι και θεατές κι οργανοπαίχτες. Κι ο φωτογράφος νεκρός κι αυτός. Μονάχα η οβάλ σφραγίδα του στο πίσω μέρος της φωτογραφίας διατηρεί ζωντανό το μελάνι της:  «Φωτο-Μοντέρνο Ευσταθίου Κάτσου». Σε θυμάμαι σε μια φωτογραφία ακόμη. Πάσχα έξω από την ταβέρνα «Χαμομήλια», στην Αντίκυρα. Χορεύει τσάμικο ο Παναγιώτης Καλλιακούδας. Τονε κρατάς με το μαντήλι. Φεγγοβολάτε από βεβαιότητα και οι δυο. Κι ας ξέρατε. Τι κι αν τονε κρατάς! Κι αν έχεις φέρει γύρα το μαντήλι στην παλάμη σου να μη σου φύγει ο χορευτής στο τσάκισμα. Κοντά τριάντα χρόνια ο Παναγιώτης πεθαμένος».
Και γράφει στο «Μπαταριά» του ο Μαλακάσης
να Σάββατο βράδυ,
Μι
Κυριακ πρωί... Μπουκουβάλας μικρς κι Κλς το Τσαγκαράκη
Κι
Νίκος το Βραν,
Σάββατο βράδυ, κάποτε, τ
ρίχναν στ μεράκι,
Στο
Βλάχου κουτσοπίνοντας κρυφά.
Κι
ς σανε ρχοντόπουλα κ᾿ ο τρες, στ κέφι πάνω,
Στέλναν γι
τ βιολιά,
Κα
μς σ λίγο βλέπανε τν Κατσαρ τν Πάνο,
Κα
πίσω τ Θανάση Μπαταρι.
Κι
μέσως μ τ βιολιτζ κα μ τ λαουτέρη,
Κα
μ᾿ ναν πιφιρτζ,
Γι
τ βιλούχι κίναγαν το Κώστα Καλιαντέρη,
Πο
σίγουρα τν ερισκαν κε.
Κι
Κώστας, λαγοκοίμητος, πάντα μ τν ποδιά του,
Το
ς δέχονταν ρθός,
Κα
τ τραπέζι τοίμαζε πρς τὰ᾿ ρμυρίκια κάτου,
Στ
ς πλας λιμνοθάλασσας τ φς.
Ενώ το τέλος του «Τάκη Πλούμα» συναντά τον νεκρό Παναγιώτη:
  τ λεβέντη το Μεσολογγιο μας,
Τ
ν λιο τς αγούλας μου ζως!
Κα
ν μετρ κα νναι Τάκη - Πλούμας
Τριάντα τρία χρόνια μ
ς στ γς...

Στα όσα είπαμε παραπάνω για την σχέση της ποίησης του Θεοχάρη με την Ιστορία ας προσθέσουμε και τούτο: την επιμονή στα ονόματα. Σε ολόκληρα τα ονόματα. Βαφτιστικό και επώνυμο και όπου μπορεί επάγγελμα ή μεράκι. Να κρατηθεί το πρόσωπο και η εικόνα του, να μείνει ανεξίτηλο στη μνήμη των ανθρώπων. Κατά το σεφερικό «Μη μας ξεχνάτε».
Ο ποιητής ξεκινά συνήθως από τον προσωπικό του χώρο. Ο πατέρας, γλυκιά παρουσία αλλά και κραταιή φιγούρα, ο πατέρας όχι ως τρομακτικό υπερεγώ αλλά ως παρουσία παραμυθένιας σοφίας και καλοσύνης, δουλευτής, κυρίως δουλευτής και η μητέρα, τρυφερή και σταθερή, όχι η ευνουχιστική μητέρα της ψυχανάλυσης αλλά η μάνα ως απαντοχή και λιμάνι. Φιγούρες και οι δυο βγαλμένες λες από την ηθογραφία των αρχών του 20ου αιώνα, με μια πάλλουσα ελληνικότητα, που σε τίποτα όμως δεν ξεπέφτει σε φτηνά εθνικά ιδεολογήματα. Γιατί κι αυτό είναι επίσης ένα σημαντικό σημείο της ποίησης του Θεοχάρη, η αναζήτηση της ελληνικότητας. Άλλωστε με όσα έχουμε ως τώρα πει, αυτό δεν μας ξενίζει. Ξεκινά, λοιπόν, από την οικογένεια και με ομόκεντρους κύκλους όλο και μεγαλύτερης ακτίνας ανοίγεται στον κόσμο: φίλοι, συνεργάτες, ποιητές,  νεκροί τοπικοί ήρωες… («Σημειώσεις για ένα άλλο κείμενο»,  «Εκδρομή στην άλλη μνήμη», «Σ’ εσέ που με ταχύτητα περνάς απ’ την Αράχωβα», που προσωπικά το θεωρώ ως το χαρακτηριστικότερο αυτής της συλλογής τόσο μορφικά –η επιλογή του πλησιάσματος του πεζού λόγου όπου το μόνο που διαφυλάσσει ακέραια την ποιητικότητα είναι ένας εσωτερικός ρυθμός που κάνει τις λέξεις όχι να περπατούν αλλά να χορεύουν, κατά πως θα ‘λεγε ο Σεφέρης-  τόσο μορφικά λοιπόν, όσο και εννοιολογικά, αφού περικλείει το σύνολο των θεμάτων αυτής της συλλογής, μνήμη, ιστορία, θάνατος, οικογένεια, θυσία). Η οικογένεια στο Θεοχάρη δεν είναι η πυρηνική οικογένεια της κοινωνιολογίας και της ανθρωπολογίας. Έχει μια ιδιάζουσα εκτεταμένη μορφή: περιλαμβάνει προνομιακά τους φίλους του ποιητές, στους οποίους αφιερώνει γενναιόδωρα ποιήματα που τους αφορούν, τους περιλαμβάνουν ή τους έχουν ως έναυσμα,  αλλά και πρόσωπα της τοπικής ιστορίας που μπορεί να μη γνώρισε ποτέ και απλούς καθημερινούς ανθρώπους που συναπαντήθηκε μαζί τους στο χωράφι και  το καφενείο ή στιες σελίδες των βιβλίων.
Μόλις αναφέρθηκα στο θάνατο και δεν μπορώ να μη σταθώ για ένα λεπτό εδώ: τα ποιήματα του Γιώργου είναι ελεγείες κι ανάμεσά τους κάποια είναι νοσταλγικά επιτύμβια. Ο μόνος τρόπος να νικήσεις το θάνατο είναι να μην αφήσεις να ξεχαστούν πρόσωπα και πράγματα κι αυτό ακριβώς επιχειρεί ο Γιώργος. Παλεύει με το θάνατο και τον νικά επιβάλλοντας την θύμηση. «Τον είδα να έρχεται από το βάθος του δρόμου» γράφει στο ομώνυμο του τίτλου ποίημα «[…] Καλημέρα, Γιώργο, του είπα. Καλημέρα, Γιωργούλη, μ’ αντιχαιρέτησε. Προχώρησε στο χωματόδρομο. Μπήκε στο μαγικό κόσμο του κουρείου. Ο πατέρας του έβαζε ταλκ στο φρεσκοκουρεμένο πελάτη.  Κόλλησα το μούτρο για λίγο στο τζάμι του μαγαζιού. Ο Γιώργος πλησίασε και μου ψιθύρισε: «Όταν μεγαλώσουμε θα τα ιστορήσω όλα τούτα. Μην κάθεσαι στο κρύο, θα τα διαβάσεις τότε. Τρέξε κι εσύ να αποταμιεύσεις μνήμες».
Όχι, ο ποιητής δεν ζει για να θυμάται και να γράψει μετά. Δεν ζει για να τα γράψει. Ζει και θυμάται. Ζει και γράφει. Η ζωή προηγείται. Ίσως γι’ αυτό όλο και περισσότερο η ποίησή του γίνεται αφηγηματική, όλο και περισσότερο παρεισφρέει στην αφηγηματικότητα το δραματικό στοιχείο. Πρόσωπα μιλούν και δρουν σε ένα μεγάλο δύσκολο θέατρο, που είναι την ίδια ώρα η ζωή και η αναπαράστασή της.
Μαρώ Τριανταφύλλου, συγγραφέας