Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011

Τα παραμύθια της Βοιωτίας παρουσιάστηκαν με εξαιρετική επιτυχία στη Λιβαδειά.


Μέγα το πλήθος των φίλων που μας τίμησε στην παρουσίαση των παραμυθιών της Βοιωτίας που κατέγραψε και επιμελήθηκε η Γιάννα Βαρουξή -Μπαδύλα και εκδόθηκαν από το βιβλιοπωλείο μας τη ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ .
Είναι ένα από τα πέντε βιβλία που έχουμε εκδώσει, όλα με αναφορά στον τόπο μας, τη Βοιωτία, και με τις μικρές μας δυνάμεις φιλοδοξούμε να συνεχίσουμε αυτή τη δραστηριότητα πάντα στο μέτρο των δυνατοτήτων μας σε συνδυασμό με το υλικό που θα προκύπτει και την ποιότητά του.

Όπως αναφέραμε στοξεκίνημα της εκδήλωσης όταν η Γιάννα μας έδωσε να διαβάσουμε τα παραμύθια που είχε καταγράψει –και θα σας πει η ίδια πώς – δε χρειάσθηκε να  τα τελειώσουμε όλα για ν’ αποφασίσουμε. Ήδη από τα μισά του πρώτου παραμυθιού παρασυρμένοι από την ατέλειωτη δράση, τη μαγική δύναμη των εικόνων που σχηματίζονταν, τις αλλεπάλληλες μεταβολές συναισθημάτων  μέσα από ένα στρωτό και καθαρό λόγο, εντυπωσιαστήκαμε τόσο που, η έκδοσή τους θεωρήθηκε δεδομένη.
Μια σειρά από άλλους παράγοντες επέδρασαν θετικότητα από εκεί και πέρα με αποτέλεσμα να βγει ένα βιβλίο άρτιο από όλες τις πλευρές το οποίο έχει αποσπάσει τα πλέον ευμενή σχόλια από τους ειδικούς του χώρου. Και μιλάω για το περιεχόμενο που για πρώτη φορά καταγράφεται, αλλά και για το εν γένει στήσιμο του βιβλίου δηλ. τη γραμματοσειρά που χρησιμοποιήσαμε, τη ποιότητα του χαρτιού, το εξώφυλλο με τους χρωματισμούς του, τον τίτλο και τον υπότιτλο. 

Για όλα αυτά βοήθησαν και φίλοι που έγιναν κοινωνοί των προθέσεών μας με τον τρόπο τους.
Ο φίλος μας συγγραφέας Κώστας Ακρίβος με το που άκουσε την ιδέα μας πρότεινε ως τίτλο ΚΙ ΕΖΗΣΑΝ ΑΥΤΟΙ ΚΑΛΥΤΕΡΑ; ο οποίος κατοχυρώθηκε αμέσως και η Γιάννα μετά από πολύ σκέψη και έρευνα συμπλήρωσε ως υπότιτλο «Μαγικά παραμύθια από τη λαϊκή μας παράδοση».
Η Ελπίδα Βαρθολομάτου όταν της ζητήσαμε κάποια κεντήματα από τη συλλογή της που είχαμε ως αρχική ιδέα για εξώφυλλο, μας υπέδειξε ένα βιβλίο το οποίο αποτέλεσε τη βάση για να δημιουργήσει  και να αναδείξει αυτό που θέλαμε το ταλέντο μιας χαρισματικής νεαρής συμπολίτισσας. DENADA σε ευχαριστούμε ιδιαιτέρως. Και τέλος η Χιόνα. Η οποία όταν είδε τις δύο εκδοχές στις οποίες είχαμε κολλήσει, ασυζητητί πρόκρινε αυτήν που σήμερα κοσμεί το βιβλίο και η επιμονή της αποδείχτηκε ευεργετική για το τελικό αποτέλεσμα.



Η Γιάννα Βαρουξή Μπαδύλα μίλησε για το παραμύθι στην Ελληνική λαϊκή παράδοση και έκανε αποκωδικοποίηση στοιχείων με τα παραμύθια της Βοιωτίας.

Ο Γιώργος Λάιος αφηγήθηκε με έξοχο τρόπο τον «Κουτσοκοκοράκο» ένα από τα παραμύθια του βιβλίου.


Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

Τα παραμύθια της Βοιωτίας στην πρώτη τους παρουσίαση την Κυριακή 30/10 στις 8 το βράδυ.

Το βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ
με αφορμή την έκδοση του νέου του βιβλίου

ΚΙ ΕΖΗΣΑΝ ΑΥΤΟΙ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ;

Μαγικά παραμύθια από τη λαϊκή μας παράδοση
(ανθολόγηση - καταγραφή: Γιάννα Βαρουξή - Μπαδύλα)

σας προσκαλεί σε μια βραδιά αφιερωμένη στα παραμύθια της Βοιωτίας.

Θα μιλήσει η ΓΙΑΝΝΑ ΒΑΡΟΥΞΗ - ΜΠΑΔΥΛΑ
Αφήγηση: ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΑΪΟΣ
μέλος Κέντρου Μελέτης & Διάδοσης μύθων & παραμυθιών

Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2011 ώρα 8.00 μ.μ.

στο βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ,
Δημ.Ι. Ανδρεαδάκη 49 (πρώην Πεσ. Μαχητών), Λιβαδειά
 
Περισσότερες πληροφορίες στην προηγούμενη ανάρτηση ή ΕΔΩ

Κι έζησαν αυτοί καλύτερα; Μαγικά παραμύθια από τη λαϊκή παράδοση της Βοιωτίας.


Κι έζησαν αυτοί καλύτερα; Μαγικά παραμύθια από τη λαϊκή μας παράδοση
Έκδοση του βιβλιοπωλείου ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ
Τιμή 15,00 €

Μετά τα βιβλία «Η Έρκυνα και το ποτάμι της στη Λεβάδεια», «Μύθοι και Ιστορίες από την Αρχαία Βοιωτία», «Δίστομο 10 Ιουνίου 1944 – το Ολοκαύτωμα» το βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ ανακοινώνει την έκδοση του νέου  βιβλίου  « Κι έζησαν αυτοί καλύτερα; Μαγικά παραμύθια από τη λαϊκή μας παράδοση».
Γράφει στην εισαγωγή  της η Γιάννα Βαρουξή – Μπαδύλα η οποία έκανε την έρευνα και καταγραφή των παραμυθιών.

Ένα κομμάτι από την πλούσια λαϊκή κληρονομιά της Βοιωτίας αποτελούν τούτα τα παραμύθια. Ακούσματα της υπογράφουσας από τη μάνα της, την κυρά Ερασμία, νύφη στη Λιβαδειά, φερμένη από Δαύλεια. Παραμύθια όμορφα που, καθώς έλεγε η κυρά Ερασμία, δεν ήταν δικά της. Τα είχε ακουστά από τη δική της μάνα, την κυρά Κατερίνη του Καββαθά, τη μυλωνού της Δαύλειας. Σε εκείνη πάλι, τα είχε αφηγηθεί, όπως μολόγαγε, η κυρούλα της, η Άννα, η παπαδιά από το Στείρι. Και, σίγουρα, σε τούτην την τελευταία θα τα είχε διηγηθεί κάποια άλλη κυρούλα, που τ’ όνομά της και την καταγωγή της δεν τα κράτησε η μνήμη. Βαθιές και πλατιές οι ρίζες τους, χάνονται μέσα στα βάθη του χρόνου και ακούγονταν, προφανώς, για πολλά χρόνια και σε πολλά χωριά της Βοιωτίας.
Παραμύθια χιλιόχρονα, μαγικά κι ίσως να κρύβουν μέσα τους ψήγματα από πανάρχαιες συνήθειες και πρακτικές, από πανάρχαιες θρησκευτικές δοξασίες, φυσιολατρικές αντιλήψεις και παραδόσεις. Ζώα, πουλιά, αέρηδες, καρποί, λάχανα που μιλούν μ’ ανθρώπινη λαλιά, πεντάμορφες που τις αρπάζουν δράκοι, ήρωες που με υπεράνθρωπες, υπερφυσικές δυνάμεις την τελευταία στιγμή τις σώζουν, βότανα μαγικά, κακιές μητριές,  αμέρωτες στρίγγλες, θηρία και τέρατα, το καλό και το κακό, η αγάπη και το μίσος εναλλασσόμενα  με τέχνη στο ατέλειωτο κουβάρι της λαϊκής παράδοσης.
Παραμύθια μεγάλα. Κι ήταν θαρρώ επίτηδες μεγάλα, για να κρατούν ώρες πολλές. Μια και η αφήγησή τους ούτε δίπλα στο στρώμα γινόταν, ούτε και σκοπό το αποκοίμισμα είχε. Οι ήρωές τους ζωντάνευαν, έπαιρναν σάρκα και οστά από τα σούρουπα μέχρι αργά τη νύχτα και για να μας ταξιδεύουν, αλλά, κυρίως, για να μας κρατούν ξύπνιους να βγάζουμε πέρα τη δουλειά. Είτε το τρίψιμο του καλαμποκιού με τα χέρια ήταν, είτε το βγάλσιμο του βαμβακιού από τις καντήλες του που, άρον – άρον, είχαν μαζέψει στα κατώγια οι αγρότες για να προλάβουν τον καιρό, είτε ήταν το ξεδιάλεγμα του γλυκάνισου από τα κότσαλα. Ηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου το κάλεσμα της μάνας μου : «Έλα, συ, μικρή, να με βοηθήσεις να καθαρίσουμε το στάρι από τα σκύβαλα για τον τραχανά και θα σου πω τη Μήλω, τη Ρόϊδω και την Κερασιά».
Παραμύθια για μικρούς και μεγάλους. Η αφήγησή τους με ψυχή κι είχες την αίσθηση πως όλα τα γεγονότα τους διαδραματίζονταν εκείνη την ώρα, μπρος στα μάτια σου, πως όλα τ’ ανθρωπίνως αδύνατα μπορούσαν τώρα να γίνουν δυνατά. Στο άκουσμά τους φραγμοί κι εμπόδια αξεπέραστα έπεφταν μεμιάς, γλύκαινε κι απαντεχόταν η ανέχεια και η στέρηση, ξορκιζόταν το κακό, θριάμβευε το καλό και το δίκιο. Στο άκουσμά τους απαλές, παιδικές ψυχές κεντρίζονταν και μπολιάζονταν με αρετή, όνειρα μικρών - μεγάλων χρωματίζονταν.
Κάστρα του ελληνικού, λαϊκού πολιτισμού τούτα τα παραμύθια θεώρησα, με τη σειρά μου, χρέος μου να τα σώσω κι αυτό ακριβώς έκανα.
«Κόκκινη κλωστή δεμένη» λοιπόν, «στην ανέμη τυλιγμένη, δώσ’ της κλότσο να γυρίσει παραμύθι ν’ αρχινίσει».
Γιάννα Βαρουξή - Μπαδύλα

Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2011

"Κι όμως ανθίζει ..." με τη Λία Μεγάλου - Σεφεριάδη (κόντρα στο κλίμα της μιζέριας).


Κόντρα στο ζοφερό κλίμα των ημερών η εκδήλωση του βιβλιοπωλείου μας με καλεσμένη την εξαίρετη συγγραφέα ΛΙΑ ΜΕΓΑΛΟΥ - ΣΕΦΕΡΙΑΔΗ η οποία παρουσίασε το τελευταίο της βιβλίο "Κι όμως ανθίζει ..." αφήνοντας εξαιρετικές εντυπώσεις στο κοινό μας.
Ο φίλος μας ποιητής ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΧΑΡΗΣ γι άλλη μια φορά ανταποκρίθηκε στο κάλεσμά μας να προλογίσει το βιβλίο και όπως κάθε φορά δημοσιεύουμε το κείμενό του.

Λία Μεγάλου – Σεφεριάδη: κι όμως ανθίζει…, Μεταίχμιο, 2011
 
Μια ογδονταοχτάχρονη γιαγιά, η Ηλέκτρα, είναι η κεντρική ηρωίδα του μυθιστορήματος. Αφηγείται, σε πρώτο πρόσωπο, σ’ έναν ακροατή, στον αναγνώστη, το συναξάρι του βίου της. Ο χρόνος που πραγματοποιείται η αφήγηση είναι ταυτόσημος με τον χρόνο γραφής του μυθιστορήματος, έτσι όπως αυτός αποτυπώνεται στο τέλος του κειμένου: Αδάμες 2009 – 2011 –όπου Αδάμες είναι μια περιοχή της Κηφισιάς.

Η Ηλέκτρα είναι κόρη του Χρήστου, από τις Σαράντα Εκκλησιές, της βορειο- Ανατολικής Θράκης, ανατολικά της Ανδριανούπολης, το σημερινό Κιρκλαρελί, και της Χρύσας, από το Μοναστήρι, την Μπίτολα των Σλάβων σήμερα.

Η αφηγήτρια φέρει το όνομα της γιαγιάς της, η οποία προσαγόρευε την εγγονή της «γαζία», επειδή ήταν «ντελικάτη στην όψη, αλλά συνάμα δυνατή και ανθεκτική», όπως η γαζία της αυλής της.

Η άκρη του κουβαριού της αφήγησης ξεκινάει από τις μνήμες της παιδικής ηλικίας. Περιγράφεται η δημιουργία και η διαχρονική πορεία της οικογένειας καθώς και η δραστηριοποίησή της σε εμπορικές επιχειρήσεις, που ανθούσαν όταν η Ηλέκτρα ήταν παιδί. Περιγράφεται, εν συνεχεία, η εθελούσια, οργανωμένη φυγή από τις πατρογονικές εστίες, πολύ πριν τη Μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή, όταν η οικογένεια διείδε προς τα πού οδηγούνταν τα πράγματα και έφυγε για να εγκατασταθεί στην Καβάλα.

Για το μεγάλο ζήτημα του ξεριζωμού, επισημαίνεται και προκύπτει από το κείμενο, πως, ίσως, πιο οδυνηρή ψυχικά να ήταν η περίοδος από την επανάσταση του 1909 ώς το 1922, όταν, με την επικράτηση των Νεοτούρκων, οι δύο κοινότητες, οθωμανική και ελληνική, με την διαβρωτική παρέμβαση συμφερόντων πολιτικής και γεωστρατηγικής, διοχετευμένα μέσω του θρησκευτικού φρονήματος, έχασαν την, από αιώνων, θεμελιωμένη ειρηνική συμβίωσή τους, οι σχέσεις ταράχτηκαν, μπήκαν σε ένταση και «πάει πια η ξέγνοιαστη ζωή».

Στην Καβάλα η οικογένεια εξακολουθεί να ασχολείται με το εμπόριο και να προοδεύει, όμως, στη δεκαετία του 1940, με την βουλγαρική Κατοχή στην Ανατολική Μακεδονία, αφήνει τις εστίες για δεύτερη φορά και μετακινείται στη Θεσσαλονίκη, κάνοντας νέα αρχή, στη ζωή και, φυσικά, στο εμπόριο.
Η Ηλέκτρα διηγείται τα χρόνια της Κατοχής στη Θεσσαλονίκη, πείνα, εκτελέσεις, διωγμός των Εβραίων της πόλης.

 Αφηγείται τον έρωτά της με τον Ζήνωνα, ο οποίος ενεργοποιείται στην Αντίσταση και περνάει στη Μ. Ανατολή. Τον Ιούνιο του 1945 αρραβωνιάζονται, όμως στη διάρκεια του Εμφυλίου ο Ζήνων που υπηρετεί στον Εθνικό στρατό θα υποστεί τραυματικά στο σώμα και στην ψυχή του τις επιπτώσεις του δράματος και στο τέλος, απονενοημένα, θα ενεργήσει έτσι ώστε να αποκλείσει τελεσιδίκως την ένωσή του με την αγαπημένη του και να απελευθερώσει, έτσι νομίζει, από την ψυχική δέσμευση την Ηλέκτρα. Εκείνης της προξενεύουν αργότερα τον κατά πολύ μεγαλύτερό της Τάκη. Μετείχε κι εκείνος, όπως ο Ζήνων, στη μη Εαμική Αντίσταση και ήταν κι αυτός στη Μ. Ανατολή. Τον παντρεύεται χωρίς να τον έχει ερωτευθεί. Η καρδιά της είναι προσηλωμένη στον Ζήνωνα. Αποκτούν με τον Τάκη μια κόρη, την Ντόρα.
Συνεχίζουν την εμπορική δραστηριότητα, από το 1959, στην Αθήνα. Εμπορεύονται είδη καθαρισμού. Η Ηλέκτρα διαπρέπει, μειοδοτώντας σε διαγωνισμούς του Δημοσίου, εργάζεται σκληρά και βρίσκει ευφυείς τρόπους προώθησης του εμπορεύματός της.
Ο Τάκης, σχεδόν απών, κυνηγάει τα επιχειρηματικά του σχέδια στην Αφρική. Κάποτε επιστρέφει και φουντάρει την εμπορική επιχείρηση με τα αλόγιστα ανοίγματα και την απρονοησία του.
Η Ηλέκτρα κάποια στιγμή οδηγείται στη φυλακή για χρέη και αποφυλακίζεται με τη συνδρομή της καλοσύνης των ξένων, όσων την γνώριζαν, προσωπικά ή εξ ακοής, και την θαύμαζαν, οι οποίοι συγκέντρωσαν το ποσόν της αποφυλάκισής της.
Πλέον η Ηλέκτρα φροντίζει υπερήλικες. Ο Τάκης κάποτε πεθαίνει. Η γιαγιά Ηλέκτρα αποσύρεται από την ενεργό επαγγελματική και βιοποριστική δράση κι αποφασίζει να διηγηθεί τη ζωή της.

Η Λία Μεγάλου – Σεφεριάδη σε τούτο το βιβλίο μάς συστήνει, ουσιαστικά, τρεις, βασικούς, ήρωες: τον Ζήνωνα, τον Τάκη και την Ηλέκτρα.
Ο Ζήνων είναι ο εθνικόφρων, φιλόπατρις αλτρουιστής νέος, ο οποίος, όταν η ζωή τον χτυπά με την ανάστροφη τραγικά, επιλέγει να γίνει ο ίδιος αλεξικέραυνο προκειμένου να μην καεί η αγαπημένη του. Εκείνο που δεν προσμετρά είναι η αποτύπωση της λάμψης του κεραυνού στην ψυχή της Ηλέκτρας εσαεί.
Ο Τάκης είναι ένας ονειροπόλος των μεγάλων επιχειρηματικών σχεδίων, ένας τυχοδιώκτης της αποτυχίας. Έχει πρωτοποριακές ιδέες αλλά του λείπουν η υπομονή και η μεθοδικότητα.  Είναι διαρκώς θύμα εκμετάλλευσης από τους αδελφούς του. Εντυπωσιάζεται από τις εμπορικές επιτυχίες της συζύγου του αλλά δεν χαίρεται ειλικρινά και ουσιαστικά ζηλεύει.
Η Ηλέκτρα δικαιολογεί απολύτως την ετυμολογία της λέξης ηλέκτωρ από την οποία προέρχεται το όνομά της. Ηλέκτωρ είναι ο ακτινοβολών ήλιος και η Ηλέκτρα ακτινοβολεί και ευεργετεί, με τη θερμότητα που εκπέμπει, τους γύρω της. Κάποτε, όμως, αν εκτεθούν υπερβολικά στην ακτινοβολία της, δημιουργεί και εγκαύματα.
Η Ηλέκτρα είναι μια μεσοαστή, ώσπου να συμβεί το επιχειρηματικό ναυάγιο, μια κωλοπετσωμένη, διαβόλου κάλτσα, η οποία γνωρίζει τα πάντα, ως και τις πιο μικρές λεπτομέρειες, για τους γύρω της και ξέρει να τα διηγείται με χάρη. Βλέπει καλό κινηματογράφο και γνωρίζει για την εξωκινηματογραφική ζωή ακόμη και ξένων ηθοποιών. Ξέρει π.χ. ότι η ηθοποιός Έστερ Γουίλιαμς ήταν πρωταθλήτρια της κολύμβησης. Διαβάζει λογοτεχνία. Αναφέρεται στον Καρυωτάκη, τον Σεφέρη, τη Διδώ Σωτηρίου, ως και στην λαογράφο Ειρήνη Σπανδωνίδη (η οποία, ειρήσθω εν παρόδω μιας και βρισκόμαστε απόψε εδώ στη Λιβαδειά, εξέδωσε και τον τόμο «Τα τραγούδια της Αγόριανης», στις εκδόσεις του Πυρσού).
Η Ηλέκτρα ευεργετεί όπου, όπως και όποιον μπορεί, μα οι περισσότεροι αποδεικνύονται ανάξιοι της ευεργεσίας και της εμπιστοσύνης. Την διακρίνει αποφασιστικότητα και προτιμά τις γρήγορες και καθαρές λύσεις, έτσι αναλαμβάνει μόνη την υπεράσπισή της στις δίκες για τα χρέη της, καταργώντας τον ανεπαρκή δικηγόρο της. Στη φυλακή κερδίζει την εμπιστοσύνη των συγκρατουμένων της αλλά και της διεύθυνσης, σε βαθμό που να της ζητά να χειριστεί ανθρώπους. Γοητεύει τους υπερήλικες που φροντίζει, ιδιαιτέρως τους άντρες. Κάποιοι της ρίχνονται κιόλας! Οι κίνδυνοι του επαγγέλματος, τι να κάνουμε;!
Η Ηλέκτρα διαπνέεται από μια λαϊκή, ηθική, προσέγγιση της δικαιοσύνης: «έβλαψες, θα σε πληρώσει η ζωή», είναι η πεποίθησή της. Πιστεύει στη θεία δίκη και το χαίρεται.
Χαρακτηρίζεται όμως και από μεγαλομανή αφέλεια. Αυτή είναι κι άλλος δεν είναι. Αγαπά τα ζώα, τα δέντρα, τα φυτά, τα άνθη, είναι τρυφερή με τα γατάκια της αλλά είναι πολύ σκληρή με την νεαρή πόρνη που συγκατοικεί στην πολυκατοικία. Στηλιτεύει τη διαφθορά στη δημόσια συμπεριφορά πολιτών και Διοίκησης, όμως, όταν χρειάζεται, κάνει κι αυτή τα ρουσφετάκια της, τα μικροδωράκια της, αλλά τηρεί απαρεγκλίτως την ιεραρχία: στους υγειονομικούς π.χ. θα προσφέρει ένα ταψί γλυκό στον αρχίατρο, μισό στον γιατρό, μερικά κομμάτια στους βοηθούς.
Η Ηλέκτρα μιλάει ασταμάτητα. Δεν είμαι βέβαιος αν καλύπτει την περίπτωσή της η έκφραση «έχει λογοδιάρροια»… λέει, λέει, λέει χωρίς ανάσα, αν και καμιά φορά επιχειρεί ένα στάσιμο του τύπου: «Αχ, Θεέ μου, να πάρω μια ανάσα και θα συνεχίσω». Συνήθως όμως λέει: «Ε ναι, αν δεν τό ‘λεγα θα έσκαγα».
Αγανακτεί με όλα τα στραβά ή όσα εκείνη θεωρεί στραβά. Υποστηρίζει μάλιστα πως «όταν αγανακτούμε στυλωνόμαστε». Έτσι η αφήγηση της ζωής της διακόπτεται από συνεχείς παρεκβάσεις για να κρίνει τα πάντα. Το μυθιστόρημα, συνεπώς, βρίθει επικαιρικών στοιχείων της πραγματικότητας, του σήμερα και του πρόσφατου ή απώτερου παρελθόντος, σε βαθμό που είμαι βέβαιος ότι θ’ αποτελέσει για τον μελλοντικό αναγνώστη μια τοιχογραφία της καθημερινότητας στην Ελλάδα των χρόνων της Ηλέκτρας.  

Η γηραιά ηρωίδα του μυθιστορήματος σχολιάζει: το σύστημα εκπαίδευσης, τη λειτουργία της θρησκείας, το πώς φθάσαμε στην παρούσα οικονομική κρίση, την πρόεδρο της Γερμανίας Άγγελα Μέρκελ και το Μνημόνιο, τη λαθρομετανάστευση, την τρομοκρατία, το πανεπιστημιακό άσυλο, τις πολεμικές επανορθώσεις και τη στάση της Ελλάδας σχετικά με το «Κατοχικό δάνειο», την κυριαρχία του γυμνού στα ΜΜΕ, τους βομβαρδισμούς στο Ιράκ, το Παλαιστινιακό, τη μασονία, τις απεργίες, το ρωσικό αγωγό φυσικού αερίου, την αργομισθία και τις μετατάξεις στο Δημόσιο, την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού, το Σκοπιανό, τη συνταξιοδότηση των αντιστασιακών, τον θεσμό της βασιλείας, την Eurovision, αναφέρεται στην οργάνωση Μπάαντερ – Μάϊνχοφ, στον τραυματισμό της Κούνεβα και στους τρεις που κάηκαν στην Marfin, είναι υπέρμαχος της επαναφοράς της θανατικής ποινής, αλλά και της αύξησης των ορίων συνταξιοδότησης, ξέρει τη Lady Gaga και την Madona, τοποθετείται εναντίον του ΠΑΜΕ, του Αλαβάνου και του Τσίπρα, υιοθετεί την άποψη ότι ο ΣΥΡΙΖΑ χαϊδεύει τους κουκουλοφόρους, γενικά η κριτική της στην Αριστερά δομείται στις τρέχουσες καθεστωτικές κατηγορίες, περνάει γενεές δεκατέσσερες τον Κώστα Καραμανλή, τον Γιώργο Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ.
Πρόκειται, εντέλει, για μια γιαγιά που εκεί που την αγαπάς σε εκνευρίζει η πολυλογία και η μονομέρειά της και άντε πάλι από την αρχή. Κι αυτό το δίπολο κυριαρχεί στα συναισθήματα του αναγνώστη. Αν ο αναγνώστης, βεβαίως, μου μοιάζει, πρέπει να πω, γιατί οφείλω να ομολογήσω πως εκνευρίστηκα πολλές φορές και μέσα μου είπα «φτάνει πια, σταμάτα επιτέλους αυτή τη λογόρροια, πάψε να εφευρίσκεις ασήμαντες αφορμές προκειμένου να πεις τα δικά σου για την επικαιρότητα, συνέχισε τη συναρπαστική διήγηση του βίου σου ή πάψε πια!». Όμως δεν της αφαίρεσα το λόγο, δεν έκλεισα, θέλω να πω, το βιβλίο, δεν το παράτησα μισοδιαβασμένο, η γιαγιά Ηλέκτρα με γράπωνε απ’ το χέρι και με καθήλωνε στη θέση μου, σαν να μού ‘λεγε «θα μ’ ακούσεις θέλεις δεν θέλεις», γιατί η συγγραφέας ασκήθηκε αποτελεσματικά στο δυσκολότατο εγχείρημα να μου προσφέρει ένα μυθιστορηματικό πρόσωπο «ζωντανό» που κατορθώνει να ενεργοποιεί διαφορετικά συναισθήματα σε βραχύ χρονικό διάστημα, εκεί που θέλω να τη χαϊδέψω να είμαι έτοιμος να της κακιώσω.
Πιστέψτε με δεν είναι καθόλου αυτονόητο ότι ο καλός συγγραφέας μπορεί αυτό να το πετύχει εύκολα. Χρειάζεται σκληρή μαθητεία στη γραφή και, φυσικά, δωρεά.

Η συγγραφέας του μυθιστορήματος «κι όμως ανθίζει…» ασκείται στη γραφή από την εποχή που ήταν Λία Μεγάλου, πριν γίνει δηλαδή και Σεφεριάδη. Στα είκοσι ένα της χρόνια, ευτύχησε να δει δημοσιευμένο το διήγημά της «Έντεκα γράμματα κι ένα υστερόγραφο» στο περιοδικό «Εποχές», τεύχος 37, τον Μάιο του 1966. Ο Άγγελος Τερζάκης, διευθυντής του περιοδικού, υπέγραψε, με τα αρχικά του, ένα κείμενο που τυπώθηκε αμέσως μετά τον τίτλο και πριν το περιεχόμενο του διηγήματος. Το παραθέτω:

Το ταχυδρομείο ενός περιοδικού έχει πάντα τη μυστική σοφία του. Το κακό είναι ότι, μερικές φορές, δεν πετυχαίνουμε να ξεδιαλύνουμε το νόημά της, όπως λόγου χάρη όταν το ταχυδρομείο φέρνει κείμενα αδέξια. Έχουν κι αυτά βέβαια τη σημασία τους, μόνο που πρέπει να προσέχει κανένας, στην περίπτωση τούτη, πράγματα συμβολικά: τις αναλογίες, τις συχνότητες, τα σε κατιούσα κλίμακα επίπεδα, μιαν ολόκληρη παρασημαντική όπως των ουρανίων σχηματισμών στην αστρολογία. Αυτά όλα οδηγούν σε σκέψεις γενικές και σε συμπεράσματα, δηλαδή σε αφαιρέσεις, όχι σ’ εσωτερικό μας πλουτισμό.

Το ζωντανό κείμενο, απεναντίας, χτυπάει αμέσως στο μάτι, σταματάει μετέωρο το χέρι που πηγαίνει να το φυλλομετρήσει με κεκτημένη ταχύτητα. Έτσι σταμάτησε το χέρι μας πάνω στο κείμενο που ακολουθεί, όταν διαβάσαμε μερικές αράδες του. Η πρώτη μας σκέψη, μετά την ανάγνωση, είτανε να του προτάξουμε ένα μικρό προλογικό κείμενο, μια «παρουσίαση» όπως λένε. Η δεύτερη σκέψη είναι πως τα ζωντανά κείμενα δεν χρειάζονται παρουσίαση γιατί έχουν παρουσία.

Τα «Έντεκα γράμματα» της Λίας Μεγάλου αυτοπαρουσιάζονται.

Αυτά ο Τερζάκης, τότε. Τα ζωντανά κείμενα έχουν παρουσία, δεν χρειάζονται παρουσίαση.
Ίσως δεν χρειαζόταν να πω κι εγώ όσα είπα για το ζωντανό κείμενο της Λίας Μεγάλου - Σεφεριάδη «κι όμως ανθίζει…» 

Γιώργος Χ. Θεοχάρης

Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2011

" Κι όμως ανθίζει…" παρουσίαση του νέου μυθιστορήματος της Λίας Μεγάλου-Σεφεριάδη τη Δευτέρα 17 Οκτωβρίου ώρα 8.00 μ.μ.


Το βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ
και οι εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
σας προσκαλούν
στην παρουσίαση του νέου μυθιστορήματος
της Λίας Μεγάλου-Σεφεριάδη
ΚΙ ΟΜΩΣ ΑΝΘΙΖΕΙ…
τη Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2011, στις 8 μ.μ. 
στο βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ
(Δημάρχου Ι. Ανδρεαδάκη 49, πρώην Πεσ. Μαχητών, Λιβαδειά

Η συγγραφέας θα μιλήσει για το νέο της βιβλίο
και θα συνομιλήσει με το κοινό.


Προλογίζει ο Γ. Χ. Θεοχάρης, ποιητής-διευθυντής του περ. ΕΜΒΟΛΙΜΟΝ

Οι άνεμοι των βαλκανικών πολέμων ξεριζώνουν μια ελληνική οικογένεια από τις Σαράντα Εκκλησιές της Ανατολικής Θράκης. Οι επιζήσαντες βρίσκουν καταφύγιο στην απελευθερωμένη Μακεδονία. Στην κοσμοπολίτικη Καβάλα, την τότε "πόλη των δολαρίων", ιδρύουν ένα από τα πρώτα πολυκαταστήματα του ελλαδικού χώρου την εποχή της δόξας των καπνών. Εκεί γεννιέται η Ηλέκτρα µε το γονίδιο της γενναιοδωρίας. Εκεί μεγαλώνει σαν πριγκιπέσα. Και ξαφνικά νέος πόλεμος, ελληνοϊταλικός, βουλγαρική κατοχή και νέα φυγή της οικογένειας στη γερμανοκρατούμενη Θεσσαλονίκη. Καινούργιο ξεκίνημα απ' το ναδίρ, καινούργια προκοπή.
Ένας έρωτας που δοκιμάζεται από τη δίνη του πολέμου. Μια ακριβοπληρωμένη ευτυχία.
Τα όνειρα και οι προσδοκίες που σαρώνει ο εμφύλιος.
Το πένθος της Ελλάδας, το πένθος της Ηλέκτρας.
Κι έπειτα πάλι αγώνας, πάλι δημιουργία, πάλι προκοπή. Η μαχητική Ηλέκτρα στήνει στην Αθήνα μια ζηλευτή επιχείρηση, ώσπου κάποτε έρχεται η ώρα να καταστραφεί κι αυτή. Όχι από πόλεμο ετούτη τη φορά, αλλά από την πιο μεγάλη προδοσία. Η Ηλέκτρα της γενναιοδωρίας, η μεγαλωμένη στα πούπουλα, περπατάει ξυπόλυτη στ' αγκάθια, αλλά µε το κεφάλι πάντα ψηλά.
Σήμερα, στο κατώφλι των ενενήντα της χρόνων, στέκεται όρθια, µε την ίδια πάντα
γενναιοδωρία, µε το ίδιο χαμόγελο καλημέρας. Αρκείται στην όποια καλοσύνη των ανθρώπων, στην ευγνωμοσύνη των ζώων, στην ευωδιά της γαζίας της, στο αεράκι που δροσίζει το βράδυ μιας αποπνικτικής μέρας. Έφυγαν τα νιάτα της, έχασε το βιος της, ναι, ωστόσο ξέρει όσο λίγοι να χαίρεται ό,τι καλό φέρνει η μέρα, γιατί το βιος της είναι ο εαυτός της.
Zωντανό κομμάτι της νεότερης Ιστορίας µας, μαρτυράει για όλα τα ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν τη ζωή της καθώς και την πατρίδα µας, ενώ δεν παραλείπει να σχολιάζει µε χιούμορ αλλά και έγνοια για τον τόπο ετούτο τη δύσβατη σημερινή πραγματικότητα. Με τον τρόπο αυτό συμβάλλει στη νεοελληνική µας αυτογνωσία, αφήνοντάς µας μια θετική επίγευση παρ' όλα αυτά.

Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2011

Η "Ιστορία του Πελοποννησιακού πολέμου" από τον Θουκυδίδη κυκλοφορεί τώρα σε μετάφραση Ν. Μ. Σκουτερόπουλου.




Μια νέα έκδοση, με το αρχαίο κείμενο, και σε μετάφραση, με εισαγωγή και σχόλια του καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Ν.Μ. Σκουτερόπουλου, του έργου που θεμελίωσε την ιστορική και την πολιτική επιστήμη.
Η περιγραφή του Πελοποννησιακού πολέμου από τον Θουκυδίδη αποτελεί το σημαντικότερο ιστορικό έργο της Αρχαιότητας. Στην περιγραφή αυτή ο ιστορικός, ενώ παραμένει αυστηρά στο πλαίσιο των πολιτικών και στρατιωτικών γεγονότων, έχει συγχρόνως σαφή συναίσθηση ότι τα γεγονότα αυτά αποτελούν παραδείγματα ανθρώπινης πράξης και πάθους. Έτσι η ώσμωση πραγματιστικής νηφαλιότητας και συγκρατημένης εσωτερικής έντασης – έντασης που τη διαπερνάει κάτι από την πνοή της μεγάλης ποίησης– δίνει στο έργο μια αέναη γοητεία.

"Τί αγαπάω στον Θουκυδίδη, τί είναι αυτό πού με κάνει να τον τιμώ περισσότερο aπό τον Πλάτωνα; O Θουκυδίδης αισθάνεται απέραντα μεγάλη και απροκάλυπτη χαρά για κάθε τυπικό γνώρισμα πού χαρακτηρίζει τον άνθρωπο και τα γεγονότα, και αναγνωρίζει μέσα σε κάθε τέτοιο γνώρισμα μια ποσότητα λογικής ικανότητας: αυτήν προσπαθεί να ανακαλύψει. Ουσιαστικά στην πράξη είναι πιο δίκαιος από τον Πλάτωνα· δεν διασύρει o Θουκυδίδης και δεν μειώνει τους ανθρώπους πού δεν τού αρέσουν ή πού τού έχουν κάνει κακό στη ζωή. Απεναντίας, βλέπει κάτι αξιολογικά μεγάλο σε όλα τα πράγματα και σε όλα τα πρόσωπα, καθώς διακρίνει σε αυτά μόνον τύπους· άλλωστε γιατί θα ενδιέφερε όλο τον μεταγενέστερο κόσμο, στον όποιο αφιερώνει το έργο του, κάτι πού δεν θα ήταν τυπικό;"

Η "Ιστορία τού Θουκυδίδη", στην οποία αναφέρονται οι παραπάνω φράσεις του Νίτσε, δίνεται εδώ σε μια νέα ελληνική μετάφραση πού έχει στηριχτεί στα σημαντικότερα δημοσιεύματα της διεθνούς και της ελληνικής βιβλιογραφίας, και την χαρακτηρίζει ή πιστότητα της νοηματικής απόδοσης και ή σαφήνεια και λιτότητα της γλωσσικής έκφρασης. Οι πολλές και ουσιαστικές υποσελίδιες σημειώσεις έχουν αντληθεί από τα πιο έγκυρα ερμηνευτικά υπομνήματα, ορισμένα από τα οποία, όπως αυτό τού S. Hornblower ή ο 5ος τόμος του ιστορικού υπομνήματος των A.W. Gomme, A. Andrewes, K.J. Dover, είναι μεταγενέστερα από τις έως τώρα συνολικές ελληνικές μεταφράσεις του Θουκυδίδη.

  • Ο Ν. Μ. Σκουτερόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1938. Σπούδασε κλασική φιλολογία και φιλοσοφία στα πανεπιστήμια Αθηνών, Γκαίτινγκεν και Τύμπινγκεν. Διετέλεσε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2011

"ΑΓΙΟΙ ΚΑΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ ΕΙΣ ΤΑΝ ΠΟΛΙΝ" ένα αξιανάγνωστο βιβλίο.


Εντυπωσιακή η έναρξη του 20ου έτους εκδηλώσεων του βιβλιοπωλείου μας με το συγγραφέα Γιάννη Καλπούζο να καθηλώνει το ακροατήριο μιλώντας για τους «Άγιους (και) Δαίμονες εις ταν Πόλιν», ενώ είχε προηγηθεί ο Γιώργος Χ. Θεοχάρης με μια θαυμαστά επεξεργασμένη και ουσιαστική προσέγγιση του βιβλίου την οποία και σας παρουσιάζουμε.

Γιάννη Καλπούζου: Άγιοι και δαίμονες – Εις ταν Πόλιν, Μεταίχμιο 2011


Μια μέρα, κάποιας χρονιάς, στη δεκαετία του 1750 ο Δήμος Κομνάς έφτασε στη Λιβαδειά. Ερχόταν από το χωριό του, την Αγόριαννη του Παρνασσού, απ’ όπου έφυγε κυνηγημένος από τους Τούρκους, επειδή πήρε μέρος στον ξεσηκωμό των ραγιάδων που προξένησε η ανταρσία του Χρήστου Μηλιόνη. Περί τούτου, για όσους τα προγράμματα εκπαίδευση φρόντισαν να τον αγνοούμε, ανατρέχω στην γραφίδα του Α. Παπαδιαμάντη, από το διήγημά του «Χρήστος Μηλιόνης»:
«Περί τα μέσα του ΙΗ΄αιώνος κατείχεν ο Χρήστος Μηλιόνης τα αρματολίκια της Ακαρνανίας, του Βάλτου και Ξηρομέρου, είς των αντιπροσώπων της σφαδαζούσης ελληνικής ελευθερίας, των περιφανέστερον παραστησάντων εις τον εκπεπληγμένον ευρωπαϊκόν κόσμον τα δίκαια του αδικουμένου έθνους∙ ουδέποτε είχε συνθηκολογήσει με τους Τούρκους. Τούτο εκφράζει τρανότερον πάσης ιστορικής μαρτυρίας ο στίχος του δημοτικού άσματος:
  Όσο είν’ ο Χρήστος ζωντανός, Τούρκο δεν προσκυνάει».
Στη Λιβαδειά ο Δήμος Κομνάς πούλησε τα χρυσαφικά της μάνας του. Τον γέλασαν στη συναλλαγή μα πάλε ήταν κάμποσοι παράδες. Ταξίδεψε μετά στη Χαλκίδα απ’ όπου πήρε πλοίο για το Βόλο κι από ‘κει άλλο που τον έφερε στην Πόλη. 
Ο Δήμος Κομνάς θα προκόψει στον νέο τόπο που αποφάσισε να ζήσει. Θα κάμει οικογένεια κι ένας γιος του θα σπουδάσει την ιατρική στην Ευρώπη. Εκείνος με τη σειρά του, επιστρέφοντας στην Πόλη, θα δημιουργήσει τη δική του οικογένεια, θ’ αποκτήσει παιδιά, ένα εκ των οποίων, ο Τζανής, γεννημένος το 1796, θα καταγράψει την ιστορία των χρόνων του, μέσα από την μικροϊστορία, τους πόθους, τα πάθη, και τα παθήματα της οικογένειάς του, των συγγενών και των φίλων του.  
Το χρονικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύσσεται αυτή η καταγραφή εκτείνεται από τις 14 Νοεμβρίου 1808, τη νύχτα που ξέσπασε η μεγάλη πυρκαγιά στην Πόλη, μέχρι τις 27 Σεπτεμβρίου 1831, με τον αφηγητή να περιφέρεται στα αποκαΐδια μιας άλλης φοβερής πυρκαγιάς στο ίδιο τόπο. Στ’ αποκαΐδια μιας Πόλης και μιας κοινωνικής περιόδου, μιας ολόκληρης εποχής.
Είκοσι τρία χρόνια από τη μια φωτιά στην άλλη. Χρόνια που η σκεπασμένη χόβολη τεσσάρων αιώνων σκλαβιάς, συνύπαρξης, αντιθέσεων, ίντριγκας και πόθου ελευθερίας αναζωπυρώθηκε, φούντωσε κι οι φλόγες της έκαναν παρανάλωμα ζωές, περιουσίες, όνειρα, έρωτες, ιδέες, κι από τις στάχτες πρόβαλλε το κρατικό μόρφωμα της νέας Ελλάδας, μπολιασμένο ως το μεδούλι με τον χατζηαβατισμό της συναλλαγής, του ρουσφετιού, της απάτης, της αφιλίας, του μικροσυμφέροντος, και τόσων άλλων αρνητικών χαρακτηριστικών της μήτρας στην οποία κυοφορήθηκε για τετρακόσια χρόνια. Χαρακτηριστικών που μας διακρίνουν μέχρι σήμερα και μας οδήγησαν στο τέναγος της εθνικής κατάθλιψης των ημερών που ζούμε.     


Ο Δήμος Κομνάς, λοιπόν, είναι ο μυθιστορηματικός γεννήτορας της οικογένειας Κομνά, στην Πόλη, και πάππος του Τζανή που είναι ο κεντρικός ήρωας στο νέο μυθιστόρημα του Γιάννη Καλπούζου «Άγιοι και δαίμονες – Εις ταν Πόλιν».
Ξεκινώντας από το 1808 ο, δωδεκαετής τότε, Τζανής θα αναδιηγηθεί τη ζωή του μέχρι τα τριάντα πέντε χρόνια του, καθώς και τη ζωή των άλλων, με φόντο το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο.
Τα κομβικά σημεία σ’ αυτό το πλέγμα αληθινών και επινοημένων γεγονότων είναι τα ακόλουθα:
  • Η μεγάλη πυρκαγιά του 1808 στην Πόλη.
  • Η καταστροφική επιδημία πανώλης του 1812.
  • Η σταδιοδρομία του Τζανή ως μυρεψού.
  • Η μύησή του στην μυστική επαναστατική Εταιρεία του Φοίνικα.
  • Η φυγή του, με πλοίο για την Οδησσό, προκειμένου να σώσει το κεφάλι του αφού αποκαλύφθηκε η σχέση του με παντρεμένη χανούμισσα.
  • Η διάσωσή του μετά από ναυάγιο στον Εύξεινο πόντο και η παραμονή του στην περιοχή της Κερασούντας.
  • Η σύλληψη, η φυλάκιση και η απόδραση από τη φοβερή φυλακή του Μπάνιον.
  • Οι διεργασίες για την κήρυξη της ελληνικής επανάστασης.
  • Η μύησή του στην Φιλική Εταιρεία.
  • Η προδοσία που είχε ως αποτέλεσμα να μην εκραγεί η επανάσταση στην Πόλη.
  • Ο αφορισμός των επαναστατών από τον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε’.
  • Το πέρασμα του Προύθου ποταμού, ο Ιερός Λόχος, το Ιάσιο και το Δραγατσάνι.
  • Ο απαγχονισμός του Γρηγορίου Ε’ και η ενθρόνιση του πόρνου Πισιδίας Ευγένιου.
  • Το πέρασμα του Τζανή στη Χίο, η απόβαση των Σαμιωτών του Λυκούργου Λογοθέτη στο νησί και η Σφαγή της Χίου.
  • Η καταστροφή των Ψαρών.
  • Το πέρασμα του Τζανή στο Μοριά, η μάχη στο Μανιάκι, η αιχμαλωσία και η μεταφορά του στην Αίγυπτο.
  • Η επιστροφή του Τζανή στην Πόλη.
  • Η πυρκαγιά του 1831.  
Το συγγραφικό τέχνασμα του Γιάννη Καλπούζου συνίσταται στο ότι εμφανίζει τον κεντρικό του ήρωα να είναι ο συγγραφέας του βιβλίου και να τροφοδοτεί, ο ίδιος ο ήρωας, την αφήγηση με παρένθετες διηγήσεις από τα πρόσωπα που συγκροτούν την καθημερινότητά του, και συνεπώς αποτελούν τους άλλους χαρακτήρες του μυθιστορήματος, αλλά και να εντάσσει επιστολές και ημερολογιακές καταγραφές αυτών των προσώπων. Έτσι ο Γιάννης Καλπούζος πλουτίζει την αφήγηση και το κείμενο χρωματίζεται με την ιδιαιτερότητα της φωνής και του τρόπου κάθε αφηγητή.
Σημαντικό πλεονέκτημα και μαζί κατάκτηση του συγγραφέα αποτελεί η γλώσσα του μυθιστορήματος. Είναι αφ’ ενός η καθομιλουμένη κοινή ρωμέϊκη, προσμεμιγμένη με πλήθος λέξεων της οθωμανικής κοινής, αφ’ ετέρου η λόγια ελληνική της εποχής. Η λαϊκή γλώσσα είναι προσαρμοσμένη από τον συγγραφέα έτσι ώστε να γίνεται κατανοητή σήμερα. Οι οθωμανικές λέξεις και εκφράσεις, πολλές εκ των οποίων είναι παραφθαρμένες ελληνικές, υπομνηματίζονται και επεξηγούνται στις σελίδες του βιβλίου.


Πέραν του κεντρικού, εξαιρετικά ενδιαφέροντος, μυθιστορηματικού ήρωα, ο οποίος πέρασε από φωτιά και σίδερο, ο συγγραφέας δημιούργησε πλήθος προσώπων τις κινήσεις των οποίων συνταίριασε αρμονικά, έτσι ώστε να είναι πειστικοί και να προξενούν την αναγνωστική προσδοκία από σελίδα σε σελίδα.

Θα αναφερθώ σε κάποιους ξεχωριστούς χαρακτήρες, αδρομερώς, προσέχοντας να μην αποκαλύψω καίρια στοιχεία του μυθιστορηματικού τους βίου, ώστε να διατηρηθεί ζέον το ευφρόσυνον της αναγνώσεως, για όσους θα διαβάσουν το βιβλίο. Τέτοιοι χαρακτήρες είναι:

  • Ο γιατρός Αναστάσιος Κομνάς, σπουδαγμένος στην Ευρώπη, στην Πίζα, νεωτεριστής, ερευνητής στο επιστημονικό του πεδίο, με πρωτότυπες ιδέες για την ριζική αλλαγή της θεραπευτικής μεθόδου στα φρενοκομεία, μέλος της Φιλικής Εταιρείας, αντιφαναριώτης και αντικληρικαλιστής.
  • Ο Λεωνής, αδελφός του Τζανή, του οποίου η ζωή θα καθοριστεί από την απόφαση που θα πάρει όταν η ύπαρξή του βρέθηκε κυριολεκτικά στον πάγκο του χασάπη.
  • Ο Μελέκ ή Παυλής, φίλος του Τζανή, ένας ήμερος γίγαντας που όταν χρειάζεται γίνεται θηρίο ανήμερο, ένας χαρακτήρας που αντιπροσωπεύει μια τεράστια ομάδα ανθρώπων που έζησαν τους σκοτεινούς αιώνες του Οθωμανικού μεσαίωνα με μια φανερή αλλά υποκρινόμενη  και μια κρυμμένη αλλά αληθινή θρησκευτική πίστη.
  • Η Γιοχαή και η Ισμιχάν, ένα κορίτσι και μια γυναίκα που αλλού υποχρεώνονται να ζουν και να διαθέτουν το κορμί τους κι αλλού είναι δοσμένος ο νους και η ψυχή τους.
  • Ο παπά – Αλύπιος, ένας θεομπαίχτης ιερέας, χαρακτηριστικός τύπος του εξωνημένου ιερατείου της εποχής, ο οποίος στο τέλος θα επιχειρήσει, απροσδόκητα, ένα ηθικό άλμα.
  • Ο Μποκρουζέ, οθωμανός κοινωνιστής, ανεξίθρησκος, στοχαστής, διδάχος και μέντορας του Τζανή.
  • Ο Ανθίας, τέλος, φίλος παιδικός του Τζανή, γητευτής των γυναικών, καταφερτζής, εραστής της ελευθερίας, ατομικής και συλλογικής, πανέξυπνος, ρέμπελος, αφιλοχρήματος, τιμητής της φιλίας, μπεσαλής, στο πρόσωπο του οποίου συμπυκνώνεται ο τίτλος του μυθιστορήματος. Ένας άγιος και δαίμονας εν ταυτώ. Ίσως ο πιο σημαντικός χαρακτήρας του βιβλίου.
Εκτός των πειστικών μυθιστορηματικών χαρακτήρων το κείμενο έχει πολλές άλλες αρετές. Ο συγγραφέας ερευνώντας και γράφοντάς το, είναι φανερό, πως πέρασε από στάδια σκληρής πνευματικής χειρωναξίας –αν μου επιτρέπεται να πω. Ένα μυθιστόρημα αυτής της πλοκής, τόσο πολυπρόσωπο, εξελισσόμενο σε μια  τέτοιας έντασης χρονική περίοδο, σε χώρους κλειστούς αλλά και στο ανοικτό γεωγραφικό πεδίο, απαιτεί σοβαρή ερευνητική εργασία γιατί ο κίνδυνος της μη θεμελιωμένης τεκμηρίωσης παραμονεύει κάθε στιγμή. Πόσο μάλλον όταν πρέπει να προχωρήσει ο συγγραφέας σε θέματα τεχνικά που αναφέρονται στην τεχνολογία των αρωμάτων, της βοτανικής, των πλοίων, των φάρων ή στην αρχιτεκτονική των κτηρίων και στην τοπογραφία των δημοσίων χώρων. Κι ακόμη στην ένταξη στη μυθιστορηματική δράση εθίμων, λαογραφικών και ανθρωπολογικών στοιχείων της εποχής, δημιουργώντας ένα πανόραμα κοινωνικής ανθρωπολογίας. Η ανάπλαση της εποχής είναι εντυπωσιακή, καθώς στις γραμμές του κειμένου ανακαλύπτεις διαρκώς διόδους που διαβαίνοντάς τες βρίσκεσαι στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, στην Πόλη, κι αναρωτιέσαι γιατί είναι παράταιρα τα ρούχα που φοράς…   
Ο Γιάννης Καλπούζος έγραψε ένα αξιανάγνωστο βιβλίο. Αν με το «Ιμαρέτ: Στη σκιά του ρολογιού» μάς εξέπληξε με την πρώτη του εμφάνιση στο συνθετικό κείμενο, τώρα βεβαιωνόμαστε πως ξέρει να γράφει καλά. Πολύ καλά. Μετέρχεται μάλιστα μικτές τεχνικές της γραφής αποτελεσματικά. Προσμένουμε τα επόμενα έργα του με μεγάλο ενδιαφέρον. Οι δυνατότητές του σ’ αυτό που ονομάζουμε «ανοιχτό μυθιστόρημα» έχουν γίνει πλέον φανερές.

Διατηρώ μονάχα μιαν επιφύλαξη. Την ίδια που είχα εκφράσει και για το «Ιμαρέτ: Στη σκιά του ρολογιού»: αν εκεί μου δημιούργησε προβληματισμό η αφήγηση των ιστορικών γεγονότων από ένα παιδί, τον Λιόντο, γεγονότων που μάλιστα συνέβαιναν πολύ μακριά απ’ το βλέμμα του, και θεωρούσα πως έπρεπε ένας αφηγητής σε τρίτο πρόσωπο να τα ιστορεί, τώρα, σε τούτο το μυθιστόρημα, νομίζω και πάλι, πως ένας τριτοπρόσωπος αφηγητής θα μπορούσε ν’ αρθρώσει πιο πειστικά ζητήματα που αναφέρει ο Τζανής και, κατά την πρόσληψή μου, υπερβαίνουν τη γνωσιακή και μορφωτική του δυνατότητα. Όμως ό,τι υποστηρίζω μπορεί να είναι λαθεμένο ή να είναι παράγωγο ενός υπερβολικού αναγνωστικού εκλεκτικισμού και να αφορά μονάχα εμένα. Εκείνο που έχει σημασία είναι πως προστέθηκε στην νεοελληνική γραμματολογία ένα πολύ καλό έργο.
Ο μυρεψός Τζανής Κομνάς έγινε μέλος της συντροφίας των μυροπωλών της Πόλης όταν κατάφερε να παράξει το μύρο του δημιουργικού πόθου του. Το ονόμασε «Κυνηγός του ανέμου». Ο Γιάννης Καλπούζος σ’ αυτή την ονομασία στηρίζει τη σημειολογία του μυθιστορήματός του. Στο άπιαστο, όπως ο άνεμος. Άπιαστο του έρωτα, άπιαστο των μεγάλων προσδοκιών του ανθρώπου, άπιαστο της ειρηνικής συνύπαρξης, άπιαστο της ισονομίας  και της δικαιοσύνης, άπιαστο της προσωπικής και συλλογικής ελευθερίας, άπιαστο της ευτυχίας, στο άπιαστο αλλά διαρκώς επιδιωκόμενο της δικαιωμένης ύπαρξής μας πάνω στη γη.
Θα τελειώσω όπως άρχισα τούτο το κείμενο. Ρωτώντας παλιότερα τον Γιάννη Καλπούζο για την καταγωγική του αφετηρία μου είχε απαντήσει πως γεννήθηκε στους Μελάτες της Άρτας αλλά η οικογένεια Καλπούζου πρέπει να έχει τις ρίζες της στην Αγόριαννη του Παρνασσού.

Το 1893 ο Emile Legrand εξέδοσε στο Παρίσι, σε 30 αντίτυπα, το κείμενο της αφήγησης του Αγοραννίτη Κομνά Τράκα για την δολοφονία του συγχωριανού και ξαδέρφου του Δήμου Καλπούζου, το οποίο του παρέσχε ο ιστοριοδίφης Κωνσταντίνος Σάθας. Τον Δήμο Καλπούζο δολοφόνησαν λίγο πριν την ελληνική επανάσταση δυο συγχωριανοί του βαλμένοι από τον Μουσταφάμπεη, απόγονο του μπεηζαντέ Ζαΐμη, ο οποίος κατείχε την Αγόριαννη τσιφλίκι του και την έχασε μετά από ενέργειες του Δήμου Καλπούζου στην Πόλη απ’ όπου έφερε φιρμάνι που χαρακτήριζε το χωριό κεφαλοχώρι κι όχι τσιφλίκι. Κατά τη δολοφονία ο Καλπούζος δεν πρόφτασε να χρησιμοποιήσει το γιαταγάνι του, που κατά τη συνήθεια της εποχής, το ονόμαζε Λελούδα, από το όνομα της όμορφης γυναίκας του.
Ο Legrand στο προλογικό, γραμμένο στα γαλλικά, σημείωμα της έκδοσης μας πληροφορεί ότι την ιστορική αναφορά αναδιηγήθηκε ο και βουλευτής Κομνάς Τράκας το 1874 με τη βοήθεια σημειώσεων της οικογένειας (οικογενειακών χαρτιών) και τοπικών παραδόσεων.
Είναι πλέον ή βέβαιον πως ο συγγραφέας Γιάννης Καλπούζος γνωρίζει το κείμενο. Είναι άλλωστε προσβάσιμο στο Διαδίκτυο. Έτσι κι αλλιώς η επιλογή της αρχιτεκτονικής στερέωσης του μυθιστορήματος πατάει σ’ αυτά που γράφει ο Legrand στον πρόλογό του. Εξάλλου η περιγραφή της Αγόριαννης, από τον Δήμο Κομνά, η αναφορά στην παλιότερη ονομασία του χωριού ως Αγία Μαρίνα και η επισήμανση ότι το χωριό ξεσηκώθηκε την εποχή που συνέβη η ανταρσία του Μηλιόνη, όλα αυτά, στην έκδοση του Legrand ακουμπάνε. Ας δούμε όμως ακόμη μια ταύτιση. Ο Τζανής μαχόμενος στο Μανιάκι τον Ιμπραήμ έχει ονομάσει, κατά τη συνήθεια της εποχής, το γιαταγάνι του Γιοχαή. Έτσι όπως λέγανε τον ανεκπλήρωτο έρωτά του.
Κάτι βαθύτερο όμως αισθάνομαι ότι υπάρχει στη σχέση του συγγραφέα με τούτη την αναδιήγηση του Κομνά Τράκα.
Ο μονογενής του δολοφονημένου Δήμου Καλπούζου ήταν εκείνος που ξεσήκωσε τα χωριά της Λιβαδειάς κατά των Τούρκων, τις παραμονές της επανάστασης, και μετά τη νίκη του στο χωριό Βισβάρδι όπου σκοτώθηκε και ο μπουλούμπασης Ταήραγας, αναγνωρίστηκε καπετάνιος της Λιβαδειάς.
Θέλετε να μάθετε πως τον έλεγαν; Ιωάννη Καλπούζο, όπως τον συγγραφέα …
Γιάννη Καλπούζο, αναρωτιέμαι, μέσα από ποιές διαδρομές οδηγούμαστε στην έμπνευση και στη γραφή; ποιες πανάρχαιες οφειλές μάς δίνει η Τέχνη τη δυνατότητα να εκπληρώνουμε; Τι όμορφα δώρα προσφέρεις με την πέννα σου στις πατρογονικές σου ρίζες; Πόσο ακριβό είναι το δώρημα να μπορείς γράφοντας ν΄ ανακουφίζεις τους λησμονημένους; Πόσο πολύτιμη είναι η στιγμή που κυνηγώντας τον άνεμο της ουτοπίας κατορθώνεις να προσφέρεις τις άκρες του στους συνανθρώπους σου μέσα σ’ ένα μπουκαλάκι μύρου;
Γιώργος Χ. Θεοχάρης
Λιβαδειά 3 Οκτώβρη 2011 

Ο Γιάννης Καλπούζος όπως προείπαμε καθήλωσε το ακροατήριο παραθέτοντας πλήθος στοιχείων για το μυθιστόρημά του ενώ ταυτόχρονα προβάλλαμε φωτογραφικό υλικό από την Πόλιν την αντίστοιχη περίοδο που εξελίσσεται η ιστορία.


Φίλος του βιβλιοπωλείου βρήκε και μας έστειλε αμέσως μετά την εκδήλωση μεγάλο μέρος του φωτογραφικού υλικού ανεβασμένο στο διαδίκτυο με ηχητική κάλυψη.
Και βέβαια το ενσωματώνουμε στην ανάρτηση. 
Απολαύστε το.