Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2012

Τα αποτελέσματα του 1ου ποιητικού διαγωνισμού ΕΛΙΚΩΝ που διοργάνωσαν από κοινού το περιοδικό ΒΟΙΩΤΙΑ και το βιβλιοπωλείο/εκδόσεις Σύγχρονη Εκφραση.


Ανακοινώνουμε σήμερα 31/01/2012 τα επίσημα αποτελέσματα του διαγωνισμού ΕΛΙΚΩΝ που διοργάνωσαν από κοινού το περιοδικό ΒΟΙΩΤΙΑ και το βιβλιοπωλείο/εκδόσεις Σύγχρονη Εκφραση.
Στους πίνακες θα βρείτε και τις 186 συμμετοχές και δίπλα τη συνολική βαθμολογία από τους 4 κριτές.
Σύμφωνα με την Επίσημη Προκήρυξη του 1ου Διαγωνισμού ΕΛΙΚΩΝ απονέμονται 3 βραβεία και 3 έπαινοι που συνοδεύονται από έπαθλα.

Το 1ο Βραβείο του 1ου Ποιητικού Διαγωνισμού ΕΛΙΚΩΝ απονέμεται στη συμμετοχή με το ψευδώνυμο ΕΛΕΝΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗ για το ποίημα ΕΥΔΟΜΕΡΟΣ (Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ)  με συνολική βαθμολογία  64,5 βαθμών. Α/Α 66.
  
Το 2ο Βραβείο του 1ου Ποιητικού Διαγωνισμού ΕΛΙΚΩΝ απονέμεται στη συμμετοχή με το ψευδώνυμο ΤΑΞΙΑΡΧΗΣ Α. ΚΟΥΛΟΥΜΠΟΣ για το ποίημα ΚΑΛΛΙΓΡΑΦΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΩΝ με συνολική βαθμολογία 60 β. Α/Α 170.

Το 3ο Βραβείο του 1ου Ποιητικού Διαγωνισμού ΕΛΙΚΩΝ απονέμεται στη συμμετοχή με το ψευδώνυμο ΜΑΡΙΛΗ ΜΕΛΑ για το ποίημα ΜΠΡΑΪΓ με συνολική βαθμολογία 59,5 Β. Α/Α 51.

Οι Επαινοι
Ο Α' Επαινος του 1ου Ποιητικού Διαγωνισμού ΕΛΙΚΩΝ απονέμεται στη συμμετοχή με το ψευδώνυμο ΕΡΜΙΝΑ ΠΑΒΙΤΣ για το ποίημα ΠΕΤΡΑ με συνολική βαθμολογία 57,5 Β. Α/Α.

Ο Β' Επαινος του 1ου Ποιητικού Διαγωνισμού ΕΛΙΚΩΝ απονέμεται στη συμμετοχή με το ψευδώνυμο  ΑΡΤΕΜΙΣ για το ποίημα ΕΑΡΙΝΗ ΒΡΟΧΗ ΑΣΥΜΜΕΤΡΩΝ ΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ με συνολική βαθμολογία 57 β. Α/Α 94.
  
Ο Γ' Επαινος του 1ου Ποιητικού Διαγωνισμού ΕΛΙΚΩΝ απονέμεται στη συμμετοχή με το ψευδώνυμο ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΠΟΛΙΤΗ για το ποίημα ΓΕΦΥΡΕΣ ΣΙΩΠΗΣ με συνολική βαθμολογία 54,5 β. Α/Α 48.

Η ποιότητα των συμμετοχών στον 1ο Ποιητικό Διαγωνισμό ΕΛΙΚΩΝ ανήλθε σε υψηλά επίπεδα. Τις επόμενες ημέρες θα ανακοινωθούν τα έπαθλα και η ημερομηνία της διεξαγωγής της ειδικής εκδήλωσης για την απονομή των βραβείων και των επαίνων.
Επιπλέον μη λησμονείτε ότι βρίσκεται σε εξέλιξη ο 2ος Ποιητικός Διαγωνισμός ΕΛΙΚΩΝ, όπου υπάρχουν ήδη αρκετές συμμετοχές. Περιμένουμε και τη δική σας συμμετοχή.


Στο τμήμα του 1ου Ποιητικού Διαγωνισμού ΕΛΙΚΩΝ, όπου είχε αθλοθετηθεί από τον Σύλλογο Οι Φίλοι του ΞΕΝΙΑ Λιβαδειάς 1 βραβείο για ποίημα που αφορά στη Λιβαδειά και την περιοχή της είχαμε 24 συμμετοχές και 2 εκτός συναγωνισμού.Τα αποτελέσματα όπως προκύπτει από τη βαθμολογία των κριτών (o αριθμός είναι το άθροισμα των βαθμολογιών των 4 κριτών) είναι τα εξής.

1η η συμμετοχή με το ψευδώνυμο MIST που κερδίζει και το βραβείο.
2η η συμμετοχή με το ψευδώνυμο ΒΙΝΥΛΙΟ
3η η συμμετοχή με το ψευδώνυμο MEPHISTO
Ολες οι συμμετοχές ήταν από εξαιρετικές έως ικανοποιητικές όπως βλέπετε στις βαθμολογίες.


Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2012

Το βιβλίο μας «Δίστομο 10 Ιουνίου 1944 – Το Ολοκαύτωμα» του Γ. Θεοχάρη τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο 2011 στην κατηγορία Χρονικό – Μαρτυρία.


Καμαρώνουμε !!!
Το βιβλίο μας «Δίστομο 10 Ιουνίου 1944 – Το Ολοκαύτωμα» του Γ. Θεοχάρη τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο 2011 στην κατηγορία Χρονικό – Μαρτυρία.

Μεγάλη η διάκριση και μεγάλη η ηθική ικανοποίηση που τολμήσαμε αυτήν την έκδοση, θέλοντας να συμβάλλουμε με τις μικρές μας δυνάμεις στη διατήρηση της ιστορικής μας μνήμης.
«Δίστομο 10 Ιουνίου 1944 – Το Ολοκαύτωμα». Ένα βιβλίο που στέκεται με απέραντο σεβασμό απέναντι στο μαρτυρικό Δίστομο και την Ιστορία.
Ένα ανθολόγιο μνήμης που συγκέντρωσε με πολύ κόπο και πολύχρονη έρευνα ο ακάματος εργάτης του λόγου Γιώργος Θεοχάρης.
Η οφειλή μας στη μνήμη των νεκρών του Διστόμου είναι διαρκής και ανεξόφλητη.
Κι αν η ρήση πως «οι λαοί που γνωρίζουν την ιστορία τους κρίνουν πάντα ασφαλέστερα και ορθότερα» έχει κάποια βάση, τότε σίγουρα το βιβλίο μας Δίστομο 10 Ιουνίου 1944 – Το Ολοκαύτωμα συμβάλλει στην αυτογνωσία και στη σωστή κρίση όλων.
 

Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας 2011

Ανακοινώθηκαν τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας 2011 (αφορούν στις εκδόσεις έτους 2010) στα οποία κατέληξε η Επιτροπή Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας από τον «βραχύ κατάλογο» των υποψήφιων προς βράβευση έργων.
ΜΕΓΑΛΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ
Απονέμεται κατά πλειοψηφία στον Ντίνο Χριστιανόπουλο για το σύνολο του έργου του.
ΒΡΑΒΕΙΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ
Απονέμεται ομόφωνα στον Θωμά Κοροβίνη για το έργο του με τίτλο «Ο γύρος του θανάτου», εκδόσεις Αγρα.
ΒΡΑΒΕΙΟ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ - ΝΟΥΒΕΛΑΣ
Απονέμεται κατά πλειοψηφία στον Χρήστο Οικονόμου για το έργο του με τίτλο «Κάτι θα γίνει, θα δεις», εκδόσεις Πόλις.
ΒΡΑΒΕΙΟ ΠΟΙΗΣΗΣ
Απονέμεται ομόφωνα στον Γιώργο Μαρκόπουλο για το έργο του με τίτλο «Κρυφός κυνηγός», εκδόσεις Κέδρος.
ΒΡΑΒΕΙΟ ΔΟΚΙΜΙΟΥ - ΚΡΙΤΙΚΗΣ
Απονέμεται ομόφωνα εξ ημισείας στην Γεωργία Γκότση για το έργο της με τίτλο «Η διεθνοποίησις της φαντασίας - : Σχέσεις της ελληνικής με τις ξένες λογοτεχνίες τον 19ο αιώνα», εκδόσεις Gutenberg και στην Βενετία Αποστολίδου για το έργο της με τίτλο «Τραύμα και μνήμη - : Η πεζογραφία των πολιτικών προσφύγων» εκδόσεις Πόλις.
ΒΡΑΒΕΙΟ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑΣ ΧΡΟΝΙΚΟΥ ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ
Το Βραβείο Χρονικού - Μαρτυρίας απονέμεται κατά πλειοψηφία στον Γιώργο Χ. Θεοχάρη για το έργο του με τίτλο «Δίστομο - : 10 Ιουνίου 1944 - Το ολοκαύτωμα», εκδόσεις Σύγχρονη Έκφραση.
ΒΡΑΒΕΙΟ ΠΡΩΤΟΕΜΦΑΝΙΖΟΜΕΝΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
Απονέμεται ομόφωνα εξ ημισείας στον Mιχάλη Γεννάρη για το έργο του με τίτλο «Πρίγκιπες και δολοφόνοι», εκδόσεις Ίνδικτος και στον Θοδωρή Ρακόπουλο για το έργο του με τίτλο «Φαγιούμ», εκδόσεις Μανδραγόρας.

Σκεπτικό για την απονομή του Κρατικού Βραβείου Χρονικού-Μαρτυρίας
στο βιβλίο «Δίστομο 10 Ιουνίου 1944 – Το Ολοκαύτωμα»
 

Η Επιτροπή αποφάσισε κατά πλειοψηφία να προκρίνει για το Βραβείο Χρονικού- Μαρτυρίας το έργο του Γιώργου Θεοχάρη «Δίστομο, 10 Ιουνίου 1944. Το Ολοκαύτωμα» των εκδόσεων Βιβλιοπωλείο Σύγχρονη Εκφραση. Το έργο του Γ. Θεοχάρη ξεχώρισε ανάμεσα στους άλλους άξιους τίτλους της κατηγορίας του για την πληρότητα της τεκμηρίωσης, τη σαφή και ξεκάθαρη αφήγησή του, τη σφαιρικότητα της παρουσίασης των τραγικών γεγονότων του Διστόμου και την άρτια σύνθεση εξωτερικών αποτιμήσεων με τις προσωπικές βιωματικές αφηγήσεις και τις λογοτεχνικές αποδόσεις των συμβάντων. Η διεξοδική αποθησαύριση κειμένων και τεκμηρίων για τη μαρτυρική ιστορία του Διστόμου Βοιωτίας κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής από τον Γ. Θεοχάρη συνδυάζει την ιστορική καταγραφή των γεγονότων, τα οποία εντάσσονται στο ευρύτερο πλαίσιο των πολεμικών επιχειρήσεων της τελευταίας φάσης του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και της κλιμάκωσης των επιθέσεων της ελληνικής Αντίστασης, με την παράλληλη παρουσίαση πρωτογενών πηγών, επίσημων εγγράφων, στρατιωτικών αναφορών και δικαστικών εκθέσεων.
Ταυτόχρονα το έργο μεταφέρει τη συγκινησιακή φόρτιση των επιζώντων και τη σφοδρότητα της εμπειρίας τους τόσο άμεσα, χάρη στις αυτοβιογραφικές καταγραφές και τα φωτογραφικά ντοκουμέντα, όσο και διαμεσολαβημένα μέσα από τις λογοτεχνικές και εικαστικές προσεγγίσεις καθώς και τα επετειακά αφιερώματα.
Αναδεικνύει, τέλος, τη διαχρονική πρόσληψη των γεγονότων από τη μεταπολεμική Ελλάδα ενώ υπηρετεί τον σύγχρονο και εν εξελίξει αγώνα των κατοίκων του Διστόμου για τον διεθνή καταλογισμό των ευθυνών και τη διαφύλαξη της ιστορικής μνήμης.
Από τη βραχεία λίστα συζητήθηκαν επίσης με ενδιαφέρον τα «Οι Ελληνες του Γκαίρλιτς (1916-1919)» του Γεράσιμου Αλεξάτου (εκδ. Αφοί Κυριακίδη) και «Η ζωή απ΄την αρχή. Η μετανάστευση των Ελλήνων Εβραίων στην Παλαιστίνη (1945-1948)» των Καρίνα Λάμψα και Ιακώβ Σιμπή (εκδ. Αλεξάνδρεια), που φωτίζουν λιγότερο γνωστές πτυχές της ιστορίας μας, βασισμένα σε αρχειακές πηγές και αυθεντικές προσωπικές μαρτυρίες.
Οι «Ελληνες του Γκαίρλιτς» αφορούν τη μικρή ελληνική κοινότητα που δημιουργήθηκε το 1916 στην πόλη Γκαίρλιτς της Σιλεσίας, όταν περίπου 7000 έλληνες στρατιώτες και αξιωματικοί του Δ΄ Σώματος Στρατού της Ανατολικής Μακεδονίας μεταφέρθηκαν εκεί ως αιχμάλωτοι πολέμου. Ο Γ. Αλεξάτος παρουσιάζει τους δεσμούς που αναπτύχθηκαν μεταξύ Γερμανών φιλελλήνων και μελετητών και των Ελλήνων αιχμαλώτων, τις πολιτισμικές δραστηριότητες της κοινότητας αλλά και την πολιτική συμμετοχή της στην εξέγερση των Σπαρτακιστών, μέχρι την παλιννόστηση του 1919. Βασίζεται σε ανέκδοτες μαρτυρίες απογόνων, επίσημα ντοκουμέντα και φωτογραφικό υλικό που φέρνουν στην επιφάνεια μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, και μάλλον ξεχασμένη, ιστορική στιγμή. Στο «Η ζωή απ΄την αρχή» οι Κ. Λάμψα και Ι. Σιμπή παρουσιάζουν τον αγώνα των Ελλήνων Εβραίων προσφύγων να φθάσουν και να εγκατασταθούν στην Παλαιστίνη μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου αψηφώντας την απαγόρευση των βρετανικών αρχών. Το βιβλίο στηρίζεται σε πρωτότυπη έρευνα και συνεντεύξεις επιζώντων και συνοδεύεται από πλούσιο φωτογραφικό υλικό.  

Εισηγήτρια του σκεπτικού:
Αννα Καρακατσούλη  

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2012

Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2012

Η τελευταία μας ευκαιρία : Γιάννης Μακριδάκης

Η τελευταία μας ευκαιρία

Πρωί κινήσαμε παρέα με τον μπάρμπα Θωμά να σημαδέψουμε τις ελιές για το κλάδεμα. Δικό του ήτανε το χωράφι, χρόνια πολλά το φρόντιζε, το καθάριζε, το φρεζάριζε για να 'ναι το χώμα αφράτο, μάζευε τον καρπό, μπόλιαζε και τα δέντρα ύστερα από καμιά καλοκαιρινή πυρκαγιά που λάχαινε να περάσει από μέσα του, να κάψει τις ελιές και να ξανασκάσουνε αγρέλοι από τα αποκαϊδια. Χρόνια πολλά τον έθρεψε τον Θωμά το χωράφι εκείνο με το λάδι που του 'δινε μα τώρα πια εκείνος γέρασε και δε μπορεί να το 'χει, αγριέψανε τα δέντρα, φουντώσανε και έτσι, μιας και η ελιά θέλει λωλό αφεντικό, όπως λένε στα χωριά μας, το πήρα του λόγου μου για να του πάω παρακάτω το βίο του, μαζί και τον δικό μου.

Πήγαμε λοιπόν σήμερα πρωί πρωί να κάνουμε το σχέδιο. Με κόκκινη μπογιά ανά χείρας σημάδευα τα κλαδιά που μου υποδείκνυε ο Θωμάς πως πρέπει να κλαδέψω. Να καθαρίσω τις ελιές, να τις κάνω νυφούλες, να χαίρεσαι να τις βλέπεις. Να καθαρίσω και τους αγρέλους για να τους μπολιάσουμε παρέα τον Μάρτη, να μαθαίνω. Γυρνούσαμε εδώ κι εκεί και παρακεί και σημαδεύαμε λοιπόν, μπρος ο Θωμάς και από πίσω εγώ να βλέπω και ν' ακούω, μα αντιλήφθηκα άξαφνα πως με κάποια δέντρα που ήτανε καταφανώς μες στο δικό μας κτήμα δεν ασχολιότανε καθόλου, τα προσπερνούσε κι έφευγε δίχως να τα κοιτάζει.

Αυτά δεν είναι δικά μας, μου είπε σαν τον ρώτησα και έμεινα να τον κοιτώ γεμάτος απορία. Είδε τα μάτια μου που είχανε γραμμένο ξεκάθαρα το ερώτημα και μου 'δειξε μια πέτρα. Μια κοτρόνα ήτανε στα ριζά μιας παλιάς ελιάς που έδειχνε τα όρια. Κι άλλη μια στην άλλη άκρη του αγρού. Κι ένας δρυς στην παραπέρα άκρη, εκεί που το σύνορο ήτανε για μένα πια ξεκάθαρο αφού υπήρχε και ξερολιθιά πέρα πέρα να το ορίζει.

Και τίνος είναι οι ελιές που δεν είναι δικές μας, τον ρώτησα

Αλλονών, απάντησε ξερά, πεθαμένοι είναι πια όλοι. Τα παιδιά, τα εγγόνια τους, τα ανίψια τους, όλοι οι κληρονόμοι δεν έχουνε φανεί ποτές τόσα χρόνια εδώ, ούτε και ξέρουνε τα χωράφια των παππούδων τους. 

Δηλαδή περιτριγυριζόμαστε από πεθαμένους, συνέχισα και το μυαλό μου δούλευε προς ύπουλη κατεύθυνση.

Ναι, μου απάντησε το ίδιο ξερά.

Κι άμα πεθάνουμε κι εμείς οι δυο μπάρμπα Θωμά, ποιος θα ξέρει τότε τίνος είναι τα χωράφια και τα δέντρα;
Κανένας. Τώρα μονάχα εγώ τα ξέρω πια, και όχι όλα. Να, έχει ένα χωράφι από κει, που συνορεύει με το δικό μας και δεν ξέρω τίνος είναι. Πενήντα χρόνια δεν έχω δει κανέναν να 'ρθει. Ζούγκλα έγινε.
Και γιατί δεν τις κλαδεύουμε και τις ελιές των πεθαμένων, να τις μπολιάσουμε, να δώσουνε καρπό, βγήκε από μέσα μου τελικά η πονηρή μου σκέψη.

Δεν είναι δικές μας σου λέω. Ποτέ δεν θα αγγίζεις ότι δεν είναι δικό σου, κατάλαβες;

Κατάλαβα, πώς δεν κατάλαβα. Αφού είδα τις δυο πέτρες που ορίζανε τα σύνορα απείραχτες για χρόνια. Ο αφέντης άνθρωπος δεν υπήρχε πια ούτε ως ανάμνηση αλλά τα όρια που είχε συμφωνημένα με τους διπλανούς του μαρτυρούσανε ακόμα πως κάποτε υπήρξε. Κι όσοι απομείνανε πίσω, τον περιμένουνε, δεν αγγίζουνε τίποτα δικό του. Μήπως ξαναϋπάρξει περιμένουνε ή φοβούνται πως όταν σαν θα πάνε κι αυτοί να τον βρούνε κάποτε, θα τους ζητήσει εκεί απάνω την ευθύνη για την κλεψιά.

Δεν ξαναμίλησα. Ακολουθούσα τον Θωμά και σημάδευα με την μπογιά όποιο κλαδί μου έδειχνε πως πρέπει να κοπεί, για να ρθω άλλη μέρα με το αλυσσοπρίονο να κάνω τη δουλειά. Ώσπου φτάσαμε στον δρυ και στην ξερολιθιά που χώριζε το κτήμα μας από του αποθαμένου. 

Ο άγραφτος νόμος της αγροτικής ζωής λέει πως ο όποιο χωράφι είναι πιο ψηλά από το άλλο, σ' αυτό ανήκει ο τοίχος, είπε ο Θωμάς και μου τον έδειξε πέρα πέρα με το δάχτυλο.

Κούνησα το κεφάλι μου πως κατάλαβα και χαμογέλασα με ικανοποίηση επειδή ο τοίχος θεωρούνταν δικός μας. Μα πάλι προς το συμφέρον μου τα είχα καταλάβει. Πρώην αστός, μεγαλωμένος μες στην σύγχρονη κοινωνία των συμφερόντων και της ιδιώτευσης. Δεν πρόλαβα να χαρώ όμως για πολύ την ιδιοκτησία μου.

Άμα ο διπλανός σού πει "μάζεψε τον τοίχο σου που γκρέμισε κι έπεσε μες στο χωράφι μου", είσαι υποχρεωμένος δίχως δεύτερη κουβέντα να πας να τον φτιάξεις, συνέχισε το σκεπτικό του ο Θωμάς σαν να μην είχε τελειώσει τα λόγια του τα πρώτερα και έμεινα πάλι ενεός με τη σοφία των παλιών ανθρώπων αλλά κυρίως με τη διαφορά νοοτροπίας μεταξύ εμού και του γηραιού μου φίλου. Μεταξύ των ανθρώπων της γης και των ανθρώπων της πόλης.

Γύρω μας όλοι νεκροί, τα δέντρα τους παρατημένα για μισόν αιώνα και βάλε, παρ' όλα αυτά εγώ, ο νέος αφέντης του χωραφιού, έπαιρνα μαθήματα καλής γειτονίας από τον παλιό, που έλεγε ό,τι είχε να πει για να αποσυρθεί με τη συνείδησή του ήσυχη, να μη φέρει ευθύνη.

Αφού τελειώσαμε μετά από λίγη ώρα τη δουλειά, κινήσαμε να φύγουμε για το χωριό. Περνώντας από την Κοινοτική γεώτρηση, μου 'δειξε το ρολόι. Εδώ θα 'ρχεσαι κάθε φορά πριν βάλεις μπρος να ποτίσεις άμα τύχει και βάλεις ποτέ μπαχτσέ μες στο χωράφι, μου είπε, θα γράφεις το νούμερο, θα πηγαίνεις ύστερα να ανοίγεις το νερό, θα κάνεις τη δουλειά σου, θα ποτίζεις τον κήπο σου και όταν τελειώνεις θα ξανάρχεσαι να γράφεις το νέο νούμερο για να πεις στην υπηρεσία της κοινότητας πόσο νερό έκαψες, κατάλαβες;

Τώρα πια είχα μείνει τελείως εμβρόντητος. Όλα επαφείονταν εδώ και χρόνια στον λόγο των ανθρώπων κι ακόμα αυτή η κατάσταση δεν είχε αλλάξει διόλου στο χωριό.

Κι άμα κάποιος δεν πάει να σημειώσει πόσο νερό έκαψε, τον ρώτησα μόνο και μόνο για ν' ακούσω την απάντηση.

Ε, αυτός θα κλέψει το νερό, αλλά κανένας δεν το κάνει αυτό το πράμα, αποκρίθηκε πάλι κοφτά και με μια βεβαιότητα που δεν χωρούσε αντίρρηση.

Τον πήγα με το τζιπ ως το σπίτι του. 

Πού πήγε αυτή η Ελλάδα, πού πήγε αυτός ο λεβέντης λαός που ο λόγος του ήτανε συμβόλαιο, που έβαζε μια πέτρα πανω στην άλλη και μένανε κι οι δυο εκεί για αιώνες να ορίζουνε, αναρωτήθηκα καθώς οδηγούσα μόνος μετά από λίγα λεπτά. Πώς καταντήσαμε έτσι εμείς οι νεώτεροι; Πως μας μετάλλαξε μέσα σε δυο γενιές η θεωρεία της ιδιώτευσης και η πρακτική της κατανάλωσης, η ευκολία με την οποία μάθαμε να κατακτούμε τον βίο μας.

Μα καθώς είχα απομείνει έτσι συνοφρυωμένος και σκεπτικός, μια λάμψη ξαφνικά διαπέρασε τα μάτια μου. Εδώ είναι ακόμα αυτός ο λαός, αυτή η Ελλάδα. Μόλις την είχα συναντήσει και με δίδαξε τόσα πράγματα μέσα σε μισή ώρα! Πνέει τα λοίσθια αλλά υπάρχει ακόμα, χαμογέλασα. Το μόνο που έχουμε να κάνουμε εμείς, τα θύματα μιας κατασκευασμένης κρίσης καπιταλισμού, είναι να ξαναβρούμε σύντομα τους τελευταίους εκπροσώπους της και να είμαστε δεκτικοί σ' αυτά που θα μας δείξουν. Δεν είναι αργά για να το πράξουμε αυτό, είναι όμως η τελευταία μας ευκαιρία για να σωθούμε. Διότι, όταν σε λίγο καιρό αποδημήσουν κι οι τελευταίοι εκπρόσωποί του τσαγανού μας, τότε θα απομείνουμε πια ορφανοί. Θ' απομείνουμε να παλεύουμε δίχως κανένα παρελθόν με τα νύχια των αρπακτικών της νέας τάξης. Τότε θα πάμε χαμένοι. Γρηγορείτε λοιπόν.

Γιάννης Μακριδάκης

Το κείμενο που παρουσιάσαμε, του συγγραφέα Γιάννη Μακριδάκη, το λάβαμε μαζί με τις ευχές για το νέο χρόνο από τις εκδόσεις "βιβλιοπωλείο της ΕΣΤΙΑΣ" και θεωρήσαμε σκόπιμο να το κάνουμε ευρύτερα γνωστό.

 
Ο Γιάννης Μακριδάκης γεννήθηκε το 1971 στη Χίο και σπούδασε μαθηματικά. Από το 1997, που ίδρυσε το Κέντρο Χιακών Μελετών με σκοπό την έρευνα, αρχειοθέτηση, μελέτη και διάδοση των τεκμηρίων της Χίου, οργανώνει τα ερευνητικά και εκπαιδευτικά προγράμματα του Κέντρου, επιμελείται τις εκδόσεις του και διευθύνει το τριμηνιαίο περιοδικό "Πελινναίο". Έχει γράψει τα βιβλία "Συρματένιοι, ξεσυρματένιοι, όλοι. Χιώτες πρόσφυγες και στρατιώτες στη Μέση Ανατολή: Μαρτυρίες 1941 - 1946" (εκδ. Κ.Χ.Μ., Πελινναίο 2006) και "10.516 μέρες: Ιστορία της νεοελληνικής Χίου 1912 -1940", ιστορικό αφήγημα (εκδ. Κ.Χ.Μ., Πελινναίο 2007). Το πρώτο του μυθιστόρημα "Ανάμισης ντενεκές" (Εστία 2008) έχει ήδη κάνει τέσσερις εκδόσεις και μεταφράζεται στα τουρκικά.

Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ
(2011)
Η άλωση της Κωσταντίας, Βιβλιοπωλείον της Εστίας
(2010)
Ήλιος με δόντια, Βιβλιοπωλείον της Εστίας
(2010)
Λαγού μαλλί, Βιβλιοπωλείον της Εστίας
(2010)
Συρματένιοι, ξεσυρματένιοι· όλοι, Βιβλιοπωλείον της Εστίας
(2009)
Η δεξιά τσέπη του ράσου, Βιβλιοπωλείον της Εστίας
(2008)
Ανάμισης ντενεκές, Βιβλιοπωλείον της Εστίας
(2007)
10.516 μέρες, Πελινναίο
(2006)

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2012

Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ. Ένα διήγημα της Άννας Ρούσσου από το βιβλίο της "Χρυσό της Πανσελήνου"




Η Άννα Ρούσσου ήρθε στο βιβλιοπωλείο μας την Άνοιξη του 2011 για να προλογίσει το βιβλίο «ΓΙΑΡΝΤΙΜ» του συγγραφέα Χρήστου Ναούμ. Φεύγοντας μου χάρισε το βιβλίο της «Χρυσό της Πανσελήνου». Ένα μέρος από την απόλαυση της ανάγνωσης σας μεταφέρω με ένα από τα διηγήματα του βιβλίου.






Η συνάντηση

Η ισόγεια, παλιά μονοκατοικία φάνταζε κυριολεκτικά «πνιγμένη» από τα δέντρα που την περιτριγύριζαν χρόνια τώρα. Η μωβ βουκαμβίλια, στ’ αριστερά της εισόδου, σκαρφάλωνε ακάθεκτη στο σύρμα του μαντρότοιχου που είχε γκρεμίσει πια σε αρκετά σημεία του. Ένας μικρόσωμος άνδρας, ο Δημήτρης Παναγιώτου, άνοιξε με κόπο την πόρτα του σπιτιού και, αφού κούμπωσε μέχρι πάνω την ζακέτα του, έριξε μια εξεταστική ματιά τριγύρω. Η μοναδική του συντροφιά, ο γάτος του, είχε να φανεί μέρες τώρα.
Αν και ο Απρίλης μέσιασε, αυτός ακόμη μπερμπαντεύει, σκέφτηκε και χάιδεψε το μουστάκι του.
 Ύστερα γέμισε με καθαρό νερό το πήλινο δοχείο, για να’ χει να πιει το ζωντανό, αν ερχόταν ξαφνικά και έπιασε με τα ροζιασμένα χέρια του την τσουγκράνα, για να μαζέψει τα ξερά φύλλα που είχαν γεμίσει τον διάδρομο. Παρά τα ογδονταπέντε χρόνια του, η καθημερινή φροντίδα των φυτών του ήταν γι’ αυτόν ανάγκη, και μάλιστα επιτακτική. Αφού κλάδεψε τις τριανταφυλλιές και έβαλε λίπασμα στην γαρδένια, στάθηκε για λίγο να τις παρατηρεί καμαρωτός. Και έτσι, όπως μιλάει κανείς σ’ αγαπημένους φίλους για την μοναδικότητα που έχουν στην ζωή του, άρχισε και αυτός να τους κουβεντιάζει για τον ίδιο ακριβώς λόγο!
Το ότι στη γειτονιά τον αποκαλούσαν «γερο-παράξενο» και «ιδιόρρυθμο» λίγο τον ενδιέφερε. Άλλωστε, κανένας απ’ όλους αυτούς δεν είχε ενδιαφερθεί ύστερα από τον θάνατο του γιου του – εδώ και τριανταπέντε ολόκληρα χρόνια – για το πώς τα έβγαζε πέρα. Κάποιοι, βέβαια, όταν τον πετύχαιναν στον κήπο, τού έλεγαν μια «καλημέρα», αλλά μέχρι εκεί. Η μοναξιά ήταν εκείνη που του κρατούσε συντροφιά εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο. Όμως, όσο και αν προσπάθησε – εξ’ ανάγκης- να την συνηθίσει , δεν τα κατάφερε. Έτσι, αντί να καταφεύγει στον βαρετό μονόλογο με τον εαυτό του, μιλούσε στα ζώα και τα φυτά διατηρώντας μια ακλόνητη πίστη πως δεν θα τον πρόδιδαν ποτέ.
Έκοψε, προσεχτικά, ένα τριαντάφυλλο και ξαναμπήκε με βήματα αργά στο σπίτι. Ο γιος του, ο Κοσμάς, μέσα από την χαμογελαστή φωτογραφία του στην ίδια αυλή, το περίμενε καρτερικά, όπως κάθε μέρα της άνοιξης, χρόνια τώρα. Ήταν μόλις είκοσι χρονών και τόσο όμορφος, όταν έφυγε τόσο βιαστικά για τη γειτονιά των αγγέλων. Ο ίδιος δεν συγχώρεσε ποτέ τον εαυτό του για την απερισκεψία να του αγοράσει εκείνη τη μηχανή σαν δώρο για την είσοδό του στο Πολυτεχνείο. Ακόμη και η γυναίκα του τον θεώρησε αποκλειστικά υπεύθυνο για το συμβάν – μέχρι και φονιά τον είπε- τον παράτησε χωρίς κανένα ενδοιασμό, δίχως έκτοτε να ξαναγυρίσει. Εκείνος την έψαξε, της μήνυσε μέσω συγγενών να τα βρούνε, όταν όμως ένιωσε στο πετσί του το μίσος της παραιτήθηκε βουλιάζοντας στις ενοχές του.
«Μπορεί μια μάνα να πιστεύει πως για τον χαμό του παιδιού, ο πόνος του πατέρα είναι ανύπαρκτος ή μικρότερος από τον δικό της;» αναρωτήθηκε.
Ποτέ δεν το έμαθε. Έπιασε την κορνίζα με την φωτογραφία του Κοσμά και την ακούμπησε πάνω στην καρδιά του.
«Παιδί μου», μουρμούρισε καθώς αισθάνθηκε ένα σφίξιμο στο στήθος, «κουράστηκα πια να είμαι μόνος! Τι καλύτερο από το αποψινό βραδάκι που ευωδιάζει η άνοιξη , να ΄ρθω να σε βρω;»
Έγειρε το κεφάλι στο μαξιλάρι της πολυθρόνας και τα δάχτυλά του χαλάρωσαν το κράτημα της κορνίζας. Καθώς εκείνη έπεσε στο πάτωμα, το τζάμι έσπασε ελευθερώνοντας την φωτογραφία. Ο Κοσμάς, μέσα από αυτήν, εξακολουθούσε να χαμογελάει.
«Σ’ αγαπώ, πατέρα», τον άκουσε να του λέει και στόλισε με το τριαντάφυλλο την μηχανή για να πάει να τον προϋπαντήσει. 

Η Άννα Ι. Ρούσσου γεννήθηκε στην Αθήνα.
Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Δημοσιογραφία στο  
Εργαστήρι  Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας.
Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή με τίτλο «Χειρόγραφα για χάρτινους
αγγέλους», « Εκδόσεις Φιλιππότη», 1997, η οποία απέσπασε έπαινο
στον ΙΔ΄ Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Φιλολογικού Συλλόγου «Ο ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ», το παραμύθι «Ταξίδι στην Οδό Ονείρου»,
 «Ατραπός», 2003  και την συλλογή διηγημάτων «Χρυσό της
Πανσελήνου», «Οδός Πανός», 2009.


Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2012

Η Dilek Koc στο βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ


Tα τραγούδια της Dilek Koc από την εκδήλωση στο βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ στις 17/12/2011με θέμα ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΦΤΩΧΟΥΛΗ.
Τη συνόδευσαν οι μουσικοί:
Γιώργος Πούλος - λαούτο και Μαρία Πανουργιά - κιθάρα

Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2012

"Οι Μαύροι" το διήγημα που η Μαρία Σκιαδαρέση πρωτοπαρουσίασε στη Χριστουγεννιάτικη εκδήλωσή μας.


Η Μαρία Σκιαδαρέση διαβάζει το διήγημά της
στο βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ 17/12/2011
Οι Μαύροι

Έχουν περάσει κιόλας χειμώνες έξι στην Ελλάδα. Η Αμίνα περπατάει στα δέκα, πηγαίνει στο δημοτικό της γειτονιάς, εγγυήθηκε γι’ αυτήν η κυρία Ζωή, έκλεισε πριν τρεις μέρες τα ενενήντα, τους κάλεσε να φάνε, μαγείρεψε η γυναίκα του αρνί στο φούρνο, νόστιμο ήταν. Κι αύριο, Χριστούγεννα, τους κάλεσε ν’ ανέβουν να περάσουνε μαζί, όπως και πέρσι. Θ’ ανέβουν, πού αλλού να πάνε; Αν και είναι μουσουλμάνος θέλει η Αμίνα του να μεγαλώνει με τις γιορτές των χριστιανών, σαν τους συμμαθητές της κι ας έχει άλλο χρώμα κι άλλο θρήσκευμα.
Μιλάει σαν Ελληνίδα! Τις μέρες που πρωτοήρθαν άκουγε γύρω της ελληνικά κι έμενε μ’ ανοιχτό το στόμα. Τώρα μιλούν κι αυτοί ελληνικά, όχι όπως η Αμίνα που τα μαθαίνει στο σχολείο, όμως συνεννοούνται. Έβγαλαν επιτέλους και χαρτιά, νά ’ναι καλά ο ξάδερφος, αυτός έντεκα χρόνια στην Ελλάδα, έκανε γνωριμίες.
Κοντεύει να νυχτώσει κι ακόμα τα παιδιά χτυπούν κουδούνια, ακούγονται ως εδώ. Χτυπάνε, τους ανοίγουν, τραγουδούν, κάλαντα λέει η Αμίνα το τραγούδι τους, και παίρνουνε λεφτά. Ωραίο έθιμο, μακάρι να μπορούσε κι αυτός να κάνει το ίδιο, θα έβγαζε μεροκάματο. Όχι πως έχει και παράπονο, τον πήρε ο ξάδερφος στη μεταφορική μαζί του, καλή δουλειά, πάει και η γυναίκα του σε τρία σπίτια, εκτός απ’ της κυράς, βολεύονται.
Σουρουπώνει. Στην πόρτα της ταράτσας η κλειδαριά έχει ξελασκάρει κι άμα τη σπρώξεις δυνατά, ανοίγει. Κάθε που πέφτει το σκοτάδι ανεβαίνει εδώ πάνω να κάνει ένα τσιγάρο και να χαζέψει την πόλη από ψηλά. Κάτω στο υπόγειο μόνο παπούτσια βλέπει απ’ το παράθυρο, παπούτσια μέσα σε πόδια βιαστικά.
Έβαλε κρύο πολύ, είπαν πως αύριο, ανήμερα Χριστούγενα, ίσως χιονίσει. Η Αμίνα δεν έχει δει χιόνι, όπως κι ο ίδιος δηλαδή, θα τρελαθεί απ’ τη χαρά της, όπως τρελαίνεται τέτοιες ημέρες κάθε χρόνο με τα πολύχρωμα φωτάκια, τα στολισμένα δέντρα, τα φωτισμένα μαγαζιά.
Η πόλη δείχνει αμέριμνη μέσα στη φωταψία της, όλα φαντάζουν όμορφα, δύσκολο να πιστέψεις αυτά που λένε για την κρίση, τρέμουν στο άκουσμά της όλοι, φοβούνται μην πεινάσουν. Φαίνεται δεν πείνασαν ποτέ ως τώρα, δεν έμειναν χωρίς νερό κάτω απ’ τον ήλιο, ούτε περπάτησαν ξυπόλητοι ποτέ.
Αυτός τίποτα δε φοβάται. Τον πρώτο καιρό, ναι, φοβήθηκε, ξένος σε χώρα άγνωστη, χωρίς δεκάρα, με τη φροντίδα ενός παιδιού. Το διαμέρισμα μικρό, σαράντα τετραγωνικά όλο κι όλο, η πολυκατοικία κάτω από την πλατεία Βικτωρίας, Αριστοτέλους. Τετράχρονη η Αμίνα τότε κι έκανε αυτός ότι μπορούσε νά ’χει το γάλα και το αυγό στην κούπα και στο πιάτο της, ένα σερβίτσιο παιδικό με κουνελάκια και κοτούλες ζωγραφισμένα πάνω του, που βρήκε πεταμένο στα σκουπίδια την πρώτη μέρα που ήρθαν να νοικιάσουν αυτό το δεύτερο υπόγειο, δίπλα στον καυστήρα του καλοριφέρ, αφόρητος ο θόρυβος το βράδυ, τώρα συνήθισαν. Από τα μάτια των ενοίκων έβγαινε ρεύμα κρύο που τους πάγωνε, πρώτα έμαθαν τη λέξη “μαύρος”, ανάμεσα στους ψίθυρους ξεχώριζε τη λέξη σε διάφορες μορφές× μαύρος, μαυράκι, μαύροι.
Ανάβει άλλο τσιγάρο. Πρέπει να φτιάξει αυτή την κλειδαριά, φοβάται η κυρά να μένει η πόρτα ανοιχτή, μην μπούνε κλέφτες από ταράτσες διπλανές και κατεβούν στο ρετιρέ της. Θα βρει έναν τρόπο να την φτιάξει, η θέληση της κυρίας Ζωής διαταγή γι’ αυτούς, θα ήταν αχάριστοι αν δεν της το χρωστούσαν, κανένας άλλος δεν τους κοίταξε όταν πρωτοήρθαν ξένοι και πεινασμένοι, μονάχα αυτή. Τι τα θες; Εκτός απ’ τη βαριά αρρώστια, πόνος πιο αφόρητος από τις πρώτες μέρες σε τόπο ξένο δεν υπάρχει κι όποιος την ώρα εκείνη απλώσει χέρι και πιάσει το δικό σου είναι για σένα πάντα πατέρας κι αδερφός. Τότε μονάχα το χέρι της κυρίας Ζωής αγκάλιασε αυτούς και το παιδί τους. Πήρε τη μάνα καθαρίστρια, τη σύστησε και σε άλλα σπίτια, βολεύτηκαν. Μένει μονάχη, πλούσια λένε οι γλώσσες γύρω τους, φαίνεται κι απ’ το σπίτι, έχει έπιπλα αξίας, όλοι στην πολυκατοικία ένοικοι, μόνον αυτή ιδιοκτήτρια, στο οικόπεδο αυτό ήταν το σπίτι της παλιά, τους έδειξε φωτογραφίες, ήθελε η Αμίνα να τη δει μικρή, σκάλες διπλές στην είσοδο κι απάνω η Ζωή μικρούλα, με δαντελένιο φόρεμα, φιόγκο στα μαλλιά και λουστρινάκια. Παλιά οικογένεια της Αθήνας, δασκάλα σπούδασε και δεν παντρεύτηκε ποτέ, τώρα της έμεινε ένας μονάχα συγγενής, ο ανιψιός της ο Μηνάς, γιος αδερφής, έρχεται που και που, μηχανολόγος, έχει επιχείρηση με εξοπλισμό θέρμανσης-ψύξης. Φαίνεται όμως πως ζορίζεται πολύ, η κρίση βλέπεις, κάθε που έρχεται ζητάει δανεικά “δύσκολα, θεία μου, τα πράγματα, στενότητα στην αγορά”. Του δίνει πάντα, εξάλλου είναι ο μόνος κληρονόμος της, αρκεί να ξέρει πού θα πάνε, έμαθε σ’ όλη τη ζωή της σε μια τάξη, δεν κόβεται το χούι στα γεράματα. Τσινάει εκείνος, “δε με πιστεύεις πως τα θέλω για δουλειά;” κι αυτή, “αλίμονο, Μηνά μου, μα είναι καλό να ξέρω που πάνε τα λεφτά μου, δε νομίζεις;” Γυναίκα με αγωγή κι ευγένεια κι αυτό που θέλει το απαιτεί με το δικό της τρόπο.
Μια μέρα, τότε, αρχή ακόμα, μίλησε και γι’ αυτόν στον ανιψιό της.
“Να τον βολέψεις κάπου, δείχνει καλό παιδί.”
 “Έχει χαρτιά;”
“Δεν έχει. Όμως στη Σομαλία ήταν αγρότης, δούλευε στο λιβάνι, στο σουσάμι. Γερό παιδί, μπορεί να κάνει το χαμάλη”.
“Χωρίς χαρτιά, αδύνατον!”
“Κάνε κάτι, Μηνά μου..! Για το κοριτσάκι!”
Κάτι τον έπιανε το Μηνά με το που άκουγε για κοριτσάκι. “Μπας κι αγαπήσει το μούλικο των μαύρων η γριά κι αλλάξει τη διαθήκη της;” σκεφτόταν προφανώς. Δεν άντεξε και ξέσπασε.
“Δυο υπαλλήλους πρέπει ν’ απολύσω, με πνίξανε τα χρέη κι εσύ μου λες να πάρω τον Μαύρο να τον τρέφω τζάμπα;”
Δαγκώθηκε μόλις ξεστόμισε αυτά τα λόγια, απέφευγε να την ενημερώνει για τα δύσκολα, όλα ωραία τα παρουσίαζε συνήθως. Δεν είπε τίποτα η Ζωή όμως τον κοίταξε ψυχρά κι ανεξιχνίαστα.
Φαίνεται από τότε δεν πήγαινε καλά η δουλειά του, λένε πως τώρα δεν άντεξε την κρίση και πάει για πτώχευση.
Παίρνει βαθιά ανάσα. Αυτός, επιτέλους, ζει καλύτερα από ποτέ, μπορεί και ορίζει πλέον τη ζωή του! Μια δύναμη τον κατακλύζει, κι αν κάτι τέτοιο είναι η ευτυχία, τότε μπορεί να πει πως είναι ευτυχισμένος.
Τι θόρυβος ήταν αυτός; Αλαφιασμένος στήνει αυτί στον κάτω διάδρομο. Τίποτα τώρα! Κατεβαίνει αθόρυβα στον έκτο σαν γατί, πλησιάζει την πόρτα της. Απόλυτη ησυχία! Δεν ησυχάζει. Τρέχει στο υπόγειο, αρπάζει το κλειδί που έχει η γυναίκα του να μπαίνει και να καθαρίζει, ξανανεβαίνει στο ρετιρέ. Το αυτί του, στην πόρτα κολλημένο, σαν να έπιασε ένα θόρυβο πνιχτό. Ανησυχεί! Λες να έπεσε η κυρά και δεν μπορεί να σηκωθεί; Βάζει το κλειδί στην κλειδαριά, ανοίγει, περνάει στο διαμέρισμα. Ο όρθιος άντρας στο βάθος του καθιστικού φοράει μαύρα ρούχα και έχει καλύψει το κεφάλι του με μια κουκούλα. Κλέφτης! Ορμάει κατά πάνω του, σκοντάφτει όμως στο σώμα της Ζωής, πεσμένο στο χαλί ανάσκελα. Ύστερα κάτι πέφτει και σπάει στο κεφάλι του, μια ζάλη, και χάνει τις αισθήσεις του.

Δεμένο χειροπόδαρα ήρθε και τον συνάντησε η γυναίκα του στο κρατητήριο, δαρμένο αλύπητα, πρόσωπο σαν κιμά, μέσα στα αίματα, το χέρι το δεξί σπασμένο, ρούχα κουρέλια.
“Καμάρωσε τον άντρα σου! της είπε ο αστυνόμος. “Τον βρήκε ο ανιψιός της εκλιπούσης έτοιμο να ξαφρίσει τα πράγματα που είχε βγάλει από ντουλάπια και συρτάρια. Είχε μαζί του και σακκούλα για να τα βάλει μέσα!” έδειξε μια σακκούλα σκουπιδιών δίπλα στον άντρα της.
“Πήγε να επισκεφτεί τη θεία του ο άνθρωπος και τον βρήκε πάνω στο πλιάτσικο. Κατά πώς φαίνεται, έπνιξε τη γυναίκα με μαξιλάρι την ώρα που κοιμόταν”.
Άνοιξε τη σακκούλα κι έβγαλε από μέσα την ασημένια μπιζουτιέρα που τόσες φορές είχε ξεσκονίσει η γυναίκα πάνω στην τουαλέτα της κυρίας Ζωής.
“Δε χρειάζεται καν να ομολογήσει, μονάχα να ζητήσει συχώρεση από το Θεό” είπε ο αστυνόμος. “Έχουμε αυτόπτη μάρτυρα και όλα τα τεκμήρια. Μόλις συνέλθει ο ανιψιός της από την ταραχή θα έρθει να υπογράψει την κατάθεση!”

Μαρία Σκιαδαρέση
Πρωτοακούστηκε στην εκδήλωση του βιβλιοπωλείου μας με θέμα
«Τα Χριστούγεννα του φτωχούλη» 17/12/2011
 και πρωτοδημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα
 “Αυγή της Κυριακής” 1/1/2012.