Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΞΑΝΘΟΥΛΗΣ στο βιβλιοπωλείο μας τη Δευτέρα 4 Μαρτίου με το νέο του βιβλίο "Ο γιος του δασκάλου"


Οι Εκδόσεις Διόπτρα και τo βιβλιοπωλείo ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ
σας προσκαλούν στην παρουσίαση του νέου βιβλίου του Γιάννη Ξανθούλη
«Ο γιος του δάσκαλου»
που θα πραγµατοποιηθεί την Δευτέρα 4 Μαρτίου 2013 στις 8:00 µµ.
στον χώρο του βιβλιοπωλείου.
 Δηµάρχου Ι. Ανδρεαδάκη 47, πρώην Πεσ. Μαχητών, Λιβαδειά
 

«Η λαδομπογιά στον καμβά ενός ζωγραφικού έργου, όσο παλιώνει, γίνεται διάφανη. Όταν συμβαίνει αυτό, μπορείς να δεις τις αρχικές γραμμές που έθεσε ο δημιουργός. Το δέντρο φαίνεται μέσ’ από το φόρεμα μιας γυναίκας, ένα παιδί παραμερίζει για να περάσει ο μισοσχεδιασμένος σκύλος, κάποιες φιγούρες ξεπροβάλλουν πίσω από την ώχρα μιας πρόσοψης σπιτιού. Αυτό στη ζωγραφική λέγεται “pentimento”, γιατί ο ζωγράφος άλλαξε γνώμη...» Λίλιαν Χέλμαν, Τζούλια.

Με μότο που αποτελεί, τελικά, και το κλειδί του βιβλίου, ο Γιάννης Ξανθούλης υπογράφει μια ιστορία όπου εκδικείται το παρελθόν και οι νεκροί διεκδικούν τη φωνή και το δίκιο τους. Φυσικά, όλα ξεκινούν «επιστρέφοντας» – μήπως μια επιστροφή στα μυστικά και στα βασικά δεν είναι όλη η ζωή μας;

Αφηγητής, ο Νικόδημος, ένα από τα πέντε παιδιά του δασκάλου, αυτός που επέζησε μαζί με τη μεγάλη του αδελφή και τις δυο δίδυμες, εκείνος που ποτέ δεν αξιώθηκε να ονομαστεί, όπως ο χαμένος του αδελφός, «ο γιος του δάσκαλου». Έχει σπουδάσει και έχει ξενιτευθεί, εργάζεται ως επιμελητής και, υποτίθεται, έχει ξεφύγει. Επιλέγοντας μια δική του «ενσυνείδητη μοναξιά», ρίχνοντας μαύρη πέτρα σε ό,τι τον πόνεσε και τον βαραίνει. Στο μυστήριο της αυτοκτονίας του «ωραίου αδελφού», στα μυστικά της «αγίας τριάδας» με τους δυο εναπομείναντες πια ως γαμπρούς, πρώην φίλους. Εξάλλου, όταν σκοτώθηκε ο Βασίλης, την αποκήρυξαν την αυτοκτονία στο σπίτι, πρώτος ο δάσκαλος, όσο κι αν άφησε εκείνη στους πάντες και για πάντα τη βαριά της σκιά. Διεκδικώντας την ύπαρξή της σαν σχέδιο που διέγραψε ο ζωγράφος από ένα κομμάτι της πινακοθήκης του κόσμου. Έτσι, μια βροχερή μέρα θα σταθεί αρκετή για να φτάσει στα χέρια του μεσήλικα πια Νικόδημου το απαγορευμένο κομμάτι. Ένα βιβλίο σε κάποιο παλαιοπωλείο με τον κινηματογραφικό τίτλο «Γεια σας, παιδιά», που του θυμίζει ελληνικό τίτλο σε ταινία του Λουί Μαλ, θα του γυρίσει απροσδόκητα τις σελίδες του χρόνου. Και μια άγνωστή του Μαρία Ιορδάνου, που υπογράφει, μοιάζει να ξέρει καλά ό,τι αυτός και η οικογένειά του τόσα χρόνια αγνοεί. Τι συνέβη ακριβώς «και έσπασε η φλέβα» εκείνο το χάραμα στου αδελφού του το κεφάλι.

Ολόκληρο το βιβλίο είναι το χρονικό μιας επιστροφής σε ό,τι συνέβη και μας πόνεσε που το ’σβησε η μνήμη, για να μπορέσουν να επιζήσουν οι εναπομείναντες. Και ένα βιβλίο μες στο βιβλίο. Το «Γεια σας, παιδιά» της Μαρίας Ιορδάνου που, απ’ ό,τι θα ανακαλύψει, ήταν ως τότε παραμυθού, και το οποίο είναι η αλήθεια που λείπει στον χρόνο. 

Πανταχού παρόντες μες στο βιβλίο θα είναι ως το τέλος οι δυο νεκροί: ο Βασίλης, που δεν άντεξε, και ο δάσκαλος, που είχε σκηνοθετήσει τα πάντα. Η κατέχουσα την αλήθεια, επίσης, μια συγγραφέας νεκρή. Κι αυτός που αξιώνεται να τη μάθει ο φυγάς-γιος, ο Νικόδημος, που τον διέσωσε τελικά «η αηδία του για το τέλειο».

Με δραματικά στοιχεία και ειρωνική αντιμετώπιση στο αμετάκλητο της ζωής, ο Γιάννης Ξανθούλης υφαίνει αριστοτεχνικά ένα γαϊτανάκι συμπτώσεων που ολοκληρώνει νομοτελειακά σχεδόν την εικόνα του κόσμου. Με υπερφυσικά πετάγματα από τον αθώο σαλό, η αιωνιότητα αποκαλύπτεται στο άδολο βλέμμα για ένα ελάχιστο της στιγμής για να ξανασυνεχιστεί αμέσως μετά η κανονικότητα της ζωής, μακριά, όμως, απ’ τον πλανήτη «Τριφύλλι» (το όνομα του χωριού). Η μοναξιά των νεκρών θα συνεχίσει με τους δικούς της κώδικες, αλλά προηγουμένως θα λάμψει το σκίτσο στο σώμα του κόσμου!

Μεγάλος μάστορας όσον αφορά τις αισθήσεις της μνήμης, ο Ξανθούλης θα ζωντανέψει τα πάντα με εικόνες και μυρωδιές, με ξεχασμένους ήχους και με αφή, με όλα εκείνα που μας χαράσσουν χαρακτήρα και υποσυνείδητο στη ζωή και στον χρόνο.

Μια ιστορία θανάτου, που μας χαρίζεται γενναιόδωρα ως ιστορία ζωής.
Ατμόσφαιρα, μυστήριο και χαρακτήρες με όρια ασαφή, τελικά, υπαινίσσονται την ενδεχόμενη λύση στο αίνιγμα.
Πηγή: diastixo.gr

Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013

Ένα άλλο βιβλιοπωλείο (η εκδήλωση στη Λιβαδειά για το «Χαστουκόδεντρο»). Το βιβλιοπωλείο μας και το κοινό του με τη ματιά ενός συγγραφέα.

Ένα άλλο βιβλιοπωλείο (η εκδήλωση στη Λιβαδειά για το «Χαστουκόδεντρο»)

από Aris Grandman, Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2013 στις 9:39 μ.μ. 


Επαρκείς αναγνώστες.

Εντάξει οι εφημερίδες ξέρουμε πώς κατέστρεψαν τη δουλειά τους: όχι απλώς εξαιτίας της τηλεόρασης, όπως δηλώνουν διάφοροι άσχετοι, αλλά επειδή επέτειναν σε τραγικό βαθμό τη διαφθορά του αναγνώστη (που καλλιέργησε συστηματικά πρώτη η τηλεόραση και το συναφές life-style) πριμοδοτώντας στην τηλεοπτική είδηση, στο τηλεοπτικό κασέ, στην τηλεοπτική κομπίνα των «δώρων», στην εικόνα σε βάρος του κειμένου, στη frivolitè σε βάρος της σοβαρότητας κ.λπ. – γυρνώντας την πλάτη, μέσα από αυτή τη διαδικασία, όχι απλώς στο ίδιο το έντυπο προϊόν τους, αλλά κυρίως σε μια ολόκληρη κατηγορία πολιτισμένων ανθρώπων: τους τακτικούς εκείνους αναγνώστες που δεν ενδιαφέρονται για τον επιφανειακό εντυπωσιασμό αλλά για την ουσία της (έτσι κι αλλιώς) εφήμερης είδησης.

Συζητώντας.

Κατά παρόμοιο με τις εφημερίδες τρόπο τα περισσότερα βιβλιοπωλεία στην Ελλάδα κατέστρεψαν τη δουλειά τους: πριμοδοτώντας, μέσα στον πυρετό του life-style, τις κυρίες βορείων και νοτίων προαστείων, τα βιβλία κομμωτηρίου, τα fast-read ευπώλητα, αντικαθιστώντας έτσι το βιβλίο με προϊόντα που απλώς έφερναν κέρδος στο ταμείο. Αντικαθιστώντας τη βιβλιοπωλική λογική με εκείνη του γρήγορου κέρδους, γέμισαν προθήκες και ράφια με εκείνα τα φριχτά ιδείν εξώφυλλα, με εκείνες τις ιστορίες κομμωτηρίου, παραμερίζοντας οτιδήποτε άλλο δεν υπάκουε σε αυτή τη λογική και γυρνώντας τελικά την πλάτη, μέσα από αυτή τη διαδικασία, όχι απλώς στο ίδιο το μαγαζί τους αλλά σε μια ολόκληρη κατηγορία πολιτισμένων ανθρώπων: τους καλλιεργημένους αναγνώστες του βιβλίου. Έχω ακούσει με τα ίδια μου τα αυτιά ιδιοκτήτη αλυσσίδας βιβλιοπωλείων να απαντάει ειρωνικά σε σχετική ερώτησή μου: «σιγά μην έχω αυτόν τον-πώς-τον-είπες -Καρούζο, τι να τον κάνω; να μου πιάνει τζάμπα το ράφι;» Εφημερίδες και βιβλιοπωλεία έχασαν τον παιδευτικό τους ρόλο, αδιαφορώντας μεγαλοπρεπώς γι' αυτό, κατέστρεψαν την ανάγνωση στην Ελλάδα και τώρα κλαίγονται.

Ο ποιητής Γ. Χ. Θεοχάρης εισάγει στο «Χαστουκόδεντρο»

Τα σκέφτομαι αυτά επειδή οι ωραίες εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Χθες είχα μια συζήτηση σε βιβλιοπωλείο της Λιβαδειάς, τη «Σύγχρονη Έκφραση», του επί τριάντα συναπτά χρόνια, βιβλιοπώλη Νίκου Λαμπρόπουλου και της γυναίκας του, της Λουΐζας. Το βιβλιοπωλείο του είναι η εξαίρεση. Για το Χαστουκόδεντρο και τη σχετική συζήτηση μαζεύτηκε ένας κόσμος που δεν ήρθε επειδή έτυχε και πέρασε. Ο Νίκος τριάντα χρόνια τώρα διαβάζει, κρίνει, συζητά, προσκαλεί κόσμο, ενημερώνεται για τα πάντα: από το τελευταίο δοκίμιο φιλοσοφίας ή κοινωνιολογίας έως τη νουβέλα του τάδε σημαντικού πεζογράφου που εκδόθηκε σε νέα μετάφραση. Κι ο κόσμος της περιοχής, ο κόσμος που διαβάζει, τον εμπιστεύεται.

Ο Νίκος Λαμπρόπουλος διαβάζει κομμάτια που ο ίδιος επέλεξε από το βιβλίο.

Επειδή ο Νίκος ποτέ δεν εγκατέλειψε τον αναγνώστη του, ποτέ δεν αντικατέστησε τα βιβλία του με γρήγορες επιταγές βορείων προαστείων και αποχρώσεων του γκρι. Έχω πάει κι άλλες φορές στο βιβλιοπωλείο του. Και πάντα υπάρχει ένας κόσμος αχόρταγος, ένας κόσμος που διαβάζει και σκέπτεται, κυρίως σκέπτεται, ένα κοινό, το σκεπτόμενο, με κρίση κοινό που ονειρεύεται κάθε συγγραφέας. Επειδή ο Νίκος ποτέ δεν εγκατέλειψε το κοινό του για το γρήγορο, το εύκολο και το φτηνό. Σ' αυτές τις φωτογραφίες από χθες προσέξτε τα μάτια των αναγνωστών, επισκεπτών της εκδήλωσης, με πόσο ενδιαφέρουν παρακολουθούν, προσέξτε πως και ο ίδιος ο Νίκος συμμετέχει ενεργά διαβάζοντας αποσπάσματα από το βιβλίο όχι για να κάνει τον έξυπνο, αλλά επειδή ζει τη δουλειά που κάνει εκείνη τη στιγμή, την υποστηρίζει με νύχια και δόντια, ειδικά σ' αυτούς τους σκληρούς καιρούς, τη φροντίζει σαν παιδί, επειδή είναι το παιδί του.

Μερικοί εκδότες, οι ίδιοι αυτοί που πριμοδότησαν το life-style στη λογοτεχνία καταστρέφοντας το βιβλίο και την ανάγνωση, παραπονιούνται συχνά πυκνά ότι οι βιβλιοπώλες της επαρχίας δεν κάνουν αυτό και δεν κάνουν εκείνο. Πώς να κάνουν; Όταν τα ράφια τους είναι γεμάτα σκουπίδια αντί για βιβλία; Όταν οι βιβλιοπώλες ξέχασαν ότι μέρος της δουλειάς τους είναι να διαβάζουν; Ότι μέρος της δουλειάς τους είναι να έχουν οπωσδήποτε τον Καρούζο σε κάποιο ράφι; Μορφώνεις αναγνώστες με τα σκουπίδια; Δεν μορφώνεις.


Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2013

Το Χαστουκόδεντρο, είναι ένα έργο με οργή και πόνο κι αγάπη για μια πατρίδα που την έπαιξαν, και συνεχίζουν ακόμη, τα παιδιά της στη ρουλέτα των υπερεθνικών καζίνο.


Γι άλλη μια φορά ένας από τους σταθερούς φίλους της ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΕΚΦΡΑΣΗΣ ο συγγραφέας ΑΡΗΣ ΜΑΡΑΓΚΟΠΟΥΛΟΣ επισκέφτηκε το βιβλιοπωλείο μας και συζήτησε με το κοινό μας «Πώς η λογοτεχνία παίρνει θέση απέναντι στην ιστορία» αφήνοντας και πάλι εξαιρετικές εντυπώσεις σε μια εκδήλωση που το ενδιαφέρον κορυφωνόταν όσο κυλούσε η ώρα και όλοι παρέμειναν κυριολεκτικά καρφωμένοι στις θέσεις τους.

 
Ο συνήθης ύποπτος ποιητής Γιώργος Θεοχάρης επωμίσθηκε την ευθύνη παρουσίασης του νέου βιβλίου του Άρη Μαραγκόπουλου «το χαστουκόδεντρο» με το κείμενο που ακολουθεί.
 
Άρης Μαραγκόπουλος: Το Χαστουκόδεντρο, Τόπος, 2012

Μυθιστορία χαρακτηρίζει, προσφυώς, ο συγγραφέας του Το Χαστουκόδεντρο και όχι μυθιστόρημα ή ιστορικό μυθιστόρημα ή οτιδήποτε άλλο. Και λέω προσφυώς, γιατί στόχος του δεν ήταν να γράψει ένα ιστορικό μυθιστόρημα, όπου ο ελλοχεύων κίνδυνος της μυθοπλασίας θα υπονόμευε την ιστορική πραγματικότητα είτε εξωραΐζοντάς την είτε μειώνοντας τη σημασία της είτε υπερεκτιμώντας την. Έτσι λοιπόν, για να χρησιμοποιήσω μια διατύπωση του Θεοδόση Πυλαρινού για τη Μυθιστορία, παρά τα ιστορικά γεγονότα από τα οποία αφορμάται και αναδεικνύει, παρά τα αναγνωρίσιμα ιστορικά πρόσωπα τα οποία ποικιλότροπα προβάλλει ο συγγραφέας εντούτοις ρητά και κατηγορηματικά σημαίνει στον αναγνώστη ότι αφίσταται συνειδητά από τη συμβατική ιστορία από την οποία διαχωρίζει τη συγγραφική του πρόταση. Συνεπώς ο Μαραγκόπουλος ξεκινώντας και αξιοποιώντας συγγραφικά ένα γεγονός ιστορικά συγκεκριμένο, μια πράξη μεμονωμένη, μια εξαιρετική λεπτομέρεια που πήρε μυθικές διαστάσεις, γεγονός διαβρωμένο ως ένα βαθμό από τη συμβατική αλήθεια, προβάλει την, καταλυτική για την ροή του συγκεκριμένου ιστορικού χρόνου, αλήθεια του συμβάντος και την αναδεικνύει σε γκρο πλαν, αυτή την ελάχιστη στιγμή, ως άξονα και σημείο κομβικό, προκειμένου να αναπλάσει μιαν ολόκληρη περίοδο της ελληνικής τραυματικής πραγματικότητας στις δύσκολες δεκαετίες από την αρχή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι την πτώση της Απριλιανής δικτατορίας. 

Η εξαιρετική ιστορική λεπτομέρεια που πήρε μυθικές διαστάσεις δεν είναι άλλη από το θρυλούμενο χαστούκι της Μπέτι Μπάρτλετ-Αμπατιέλου στη βασίλισσα Φρειδερίκη, το 1963 στο Λονδίνο. Τα αναγνωρίσιμα ιστορικά πρόσωπα, ξεκινώντας από τον Αντώνη Αμπατιέλο και τη γυναίκα του Μπέτι Μπάρτλετ, είναι πάμπολλα: Το βασιλικό ζεύγος της Ελλάδας Παύλος και Φρειδερίκη, ο αυλάρχης τους Αρναούτης, οι ελληνοαμερικανοί Τομ Πάπας και Σπύρος Σκούρας, της 20th Century Fox, οι εφοπλιστές Ωνάσης, Λιβανός  και Νιάρχος, ο Τζον και η Τζάκι Κένεντι, ο Τσόρτσιλ, ο δημοσιογράφος του CBS Τζορτζ Πολκ, ο φωτογράφος του LIFE Ντμίτρι Κέσελ, ο αμερικανός πρέσβης Τζον Πιουριφόι, ο αρχηγός της Αποστολής για τη Διαχείρηση της Αμερικανικής Βοήθειας Πολ Πόρτερ, ο πρωθυπουργός Σοφοκλής Βενιζέλος, ο υπουργός Συντονισμού Στέφανος Στεφανόπουλος, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο Γρηγόρης Λαμπράκης, η Μάριον Σαράφη κ. ά. 

Οι μυθιστορηματικοί χαρακτήρες αρκετοί, με κορυφαίο εκείνον του Βενιαμίν Σανιδόπουλου, περσόνα του συγγραφέα γνωστή μας και από προηγούμενα βιβλία του. Άλλωστε δεν χρειάζεται να είναι κανένας δεινός λύτης γρίφων για να καταλάβει ότι το σανίδι είναι το υλικό με το οποίο δημιουργεί ο μαραγκός.  

Η ιστορία ζωής των δύο βασικών πρωταγωνιστών έχει, σε αδρές γραμμές, ως εξής: Ο Αντώνης Αμπατιέλος, ο Τόνι, κομμουνιστής, στέλεχος του ΚΚΕ, συνδικαλιστής ναυτεργάτης επικεφαλής της Ομοσπονδίας Ελληνικών Ναυτεργατικών Οργανώσεων, ερωτεύεται την Ουαλή δασκάλα Μπέτι Μπάρτλετ, αριστερή φεμινίστρια, δυναμική και χειραφετημένη. Παντρεύονται στο Κάρντιφ και ζουν πέντε χρόνια μαζί, ώσπου το 1947 ο Αμπατιέλος συλλαμβάνεται για την ιδεολογία του και την πολιτική του δράση και περνά 17 χρόνια σε εξορίες και φυλακές. Αποφυλακίζεται το 1964. Τον Φεβρουάριο του 1974 θα πιαστεί και πάλι από τη χούντα Ιωαννίδη, αλλά η φυλάκισή του θα είναι ολιγόμηνη αφού τον Ιούλιο του ίδιου έτους σημειώνεται το τέλος της επτάχρονης δικτατορίας. Στα 17 χρόνια του εμποδισμένου έρωτά της, η Μπέτι, θα αγωνιστεί με το πάθος της ερωτευμένης γυναίκας και της αριστερής ακτιβίστριας για την αποφυλάκιση του άντρα της. Ένας κόκκος του αγώνα της είναι και το θρυλούμενο χαστούκι που έριξε στη Φρειδερίκη το 1963 στο Λονδίνο, όταν η βασίλισσα αρνήθηκε να παραλάβει μιαν επιστολή που περιείχε την έκκληση της Μπέτι για την αποφυλάκιση του Τόνι. Ωστόσο ήταν τόση η δημοσιότητα που έλαβε αυτό το περιστατικό ώστε να γίνει σημείο αναφοράς για μιαν ολόκληρη εποχή σχηματοποιώντας στον νου του απλού, καταπιεσμένου, προοδευτικού, πενόμενου έλληνα, το τιμωρό χέρι του λαού που αστράφτει μιαν ανάποδη στο ροδαλό μάγουλο του εκμεταλλευτή του, παίρνοντας έτσι εκδίκηση για όλες τις ταπεινώσεις που είχε υποστεί από την εγχώρια άρχουσα τάξη και τους ξένους πάτρωνές της. Γι’ αυτό και πέρασε στα όρια του μύθου, αφού στην πραγματικότητα χαστούκι δεν υπήρξε, αλλά μόνον επαφή, σπρώξιμο, της Μπέτι στον ώμο της Φρειδερίκης. Όμως η λαϊκή ψυχή ευφραινόταν στη σκέψη ότι δόθηκε ένα γερό χαστούκι. Κι έτσι καταχωρήθηκε  στη λαϊκή αφήγηση, έτσι, έστω και σε εισαγωγικά, στην ιστορική αφήγηση, έτσι και στο Χαστουκόδεντρο της μυθιστορίας.
Το Χαστουκόδεντρο είναι ένα έργο με κέντρο τον άνθρωπο. Η οπτική γωνία που αποφάσισε ο συγγραφέας να δει τους δύο βασικούς ήρωές του είναι αυτή που φωτίζει τους χαρακτήρες τους και τη σχέση τους, έτσι όπως διαμορφώθηκαν μέσα στη διαδρομή τους στη ζωή και στους αγώνες κάτω από την καταλυτική επίδραση της ιδεολογίας τους. Ο Αντώνης Αμπατιέλος είναι ένας μαχητής, με τυφλή πίστη στην μοναδικότητα της αλήθειας που εκπορεύεται από το κόμμα. Η Μπέτι Μπάρτλετ είναι μια αφοσιωμένη, ερωτευμένη γυναίκα μ’ έναν άντρα σύντροφο στην αγάπη και στη ζωή, σύντροφο στον αγώνα για ελευθερία και δικαιοσύνη. Η Μπέτι, ωστόσο, στέκεται κριτικά απέναντι στις επιλογές του κόμματος, όταν συγκρούονται με τη δική της λογική ανάλυση. Αναρωτιέται, αμφιβάλλει, αμφισβητεί.  

Σ’ έναν μονόλογό της η Μπέτι αναρωτιέται για τη σκοπιμότητα της επαναστατικής ένταξης στον αγώνα που είχε ως τίμημα τη δυσκολεμένη ζωή, τη στέρηση της ελευθερίας, το θάνατο κάποτε. Αναστοχάζεται και λέει: 

Δεν είχαν επιλογή. Αυτό είναι. Δεν είχαν καμία άλλη επιλογή. Τότε τους χτυπούσαν από παντού. Με το παραμικρό οι δικοί σου σε βάφτιζαν πράχτορα του εχθρού. […]. Τώρα που το σκέφτομαι, πάλευα με το αδύνατο. Δουλειά του ήταν η φυλακή, δουλειά μου ήταν να τον βγάλω από κει μέσα το γρηγορότερο. Πάει να πει πάλευα με τους Αμερικάνους, με την κυβέρνηση, με όλο το σύστημα… ακόμα κι ενάντια στο ίδιο του το Κόμμα –που δεν είχε κανένα μεγάλο πρόβλημα να τον βλέπει να σαπίζει στη φυλακή. Ναι, δουλειά τους ήταν η φυλακή, κανονικά, -αν δεν καθίσεις καμιά δεκαριά χρονάκια μέσα δεν λογίζεσαι κομμουνιστής, μου είχε ξεφουρνίσει κάποτε ένα τους στέλεχος με ύφος δεκαπέντε καρδιναλίων, και μου ήρθε, έτσι όπως το έλεγε σαν βολεμένος συνταξιούχος διευθυντής του ΙΚΑ, να τον αρχίσω στα σκαμπίλια επειδή πολύ απλά τώρα το ξέρουμε καλά, φυλακή ίσον θάνατος, δεν είναι ζωή, πολεμάς με τις σκιές και φαντάζεσαι ότι πολεμάς με όλο το σύστημα που, στο μεταξύ, ζει και βασιλεύει σε βάρος σου, αγνοώντας ακόμα και την ύπαρξή σου.

Το χειρότερο: στη φυλακή γίνεσαι δούλος της συνήθειας, δύσκολα αλλάζεις. Ξυπνάς και κοιμάσαι κάθε μέρα με τα ίδια σκατά, «ταχτοποιώντας το χαλάκι σου» που έλεγε κι ο Ζαχαριάδης, κι αυτό είναι πολύ επικίνδυνο. Σου φέρνουν, παράδειγμα, τη ντιρεκτίβα της «επαγρύπνησης» που λέει απλά ότι οι πάντες είναι πράχτορες, ώστε εσύ να κοιμάσαι ήσυχα στον κόσμο σου, ότι τάχα εσύ δεν φταις, όχι, με τίποτε δεν είσαι πράχτορας εσύ, οι άλλοι είναι οι πράχτορες, κι ο στριμωγμένος σου εαυτός εξ ανάγκης ασπάζεται την πρόστυχη ντιρεκτίβα, πρόκειται τελικά για το τομάρι σου, την ξαναλές πολλές φορές, μια προσευχή είναι, σιγά σιγά την πιστεύεις, πείθεις και τους άλλους να κάνουν το ίδιο. 

Ο Αντώνης είναι πουριτανός. Η κομματική ηθική εκτείνεται ως και στη χαρά της σάρκας. Βαθειά μέσα του όμως η ζωική του υπόσταση και η ερωτική στέρηση, από τον πολύχρονο εγκλεισμό, τον κάνει να είναι ευεπίφορος στην υπονόμευση του πουριτανισμού του από την Μπέτι. Το διαμεσολαβητικό στοιχείο είναι το μυθιστόρημα του Ντ. Χ. Λόρενς Ο εραστής της λαίδη Τσάτερλι που η Μπέτι εγχειρίζει στο Αντώνη και, παρά τις αρχικές αντιρρήσεις, τον πείθει και το παίρνει στη φυλακή. Άλλωστε και η λαίδη Τσάτερλι σε μια φυλακή δεν ήταν; Στην φυλακή του κονφορμισμού της τάξης της. 

Σε κάποια συνάντηση της Μπέτι και του Αντώνη στο επισκεπτήριο της φυλακής, εκείνη τον βάζει να διαβάσει ένα απόσπασμα από την αγγλική έκδοση του Εραστή της Λαίδης Τσάτερλι. Στη διάρκεια της ανάγνωσης η Μπέτι  

πρόσεξε ότι ο Τόνι κοκκίνιζε συνέχεια. Σαν ντροπαλός μαθητής: ήθελε κάτι να πει στη δασκάλα αλλά δεν τολμούσε να το ξεστομίσει. Κατάλαβε: του είχε φανεί κομμάτι δύσκολο να προφέρει τις λέξεις cunt και cock. Κάτι τον ενοχλούσε. Κάτι βαθιά τον ενοχλούσε που διάβαζε τις «πρόστυχες» λέξεις του έρωτα. Ολόκληρος άντρας χωρίς να μπορεί να χαϊδέψει ένα κορμί τόσα χρόνια. Πού είχε καταχωνιαστεί η δική του ικμάδα; Πώς την έκρυβε; Πώς ξέδινε στην ανάγκη; Πώς τα κατάφερναν μέσα στη φυλακή τόσοι άντρες που δεν τολμούσαν καλά καλά να προφέρουν τη λέξη μουνί χωρίς υβριστικά υπονοούμενα; 

Κι ο Αντώνης συνομιλώντας το 1989 με τον Βενιαμίν Σανιδόπουλο λέει και τούτα: 

Κοίταξε Μπεν, εμείς παλιότερα δεν πολυδίναμε σημασία σ’ αυτά. Αγάπες, έρωτες και τέτοια. Δεν υπήρχε κανένα περιθώριο. Έτσι και αρχίνιζες καμιά κουβέντα επί του θέματος, σε έπιανε ο άλλος με τα περί ταξικής αγάπης, οι πιο μορφωμένοι κατέβαζαν και κανένα τσιτάτο από τον Έγκελς, ξέρεις, εκείνο το γνωστό από την Καταγωγή της Οικογένειας, κι εκεί πάνω κάτω έληγε όλη η συζήτηση. Οπότε αυτό που ένιωθες για μια γυναίκα το κρατούσες μέσα σου, όχι πως το φύλαγες μυστικό, απλά δεν μπορούσες να το μοιραστείς άνετα με τους φίλους σου –για να καταλάβεις τι σου λέω, υπήρχαν σύντροφοι που ούτε στη γυναίκα τους τολμούσαν ν’ ανοίξουν κουβέντα περί ερωτικών. Φοβόντουσαν. Μην θεωρηθούν τζιτζιφιόγκοι μικροαστοί, μην τυχόν θεωρηθεί ότι ξεχνούσαν την ταξική πάλη, την ταξική αγάπη αυτά. Στην ίδια τους τη γυναίκα, καταλαβαίνεις!
 
Με το περίφημο χαστούκι εικονοποιείται η βία στην καθημερινότητα του έλληνα, στον 20ο αιώνα ως την Μεταπολίτευση, με δικτατορίες, συλλήψεις, εκτοπίσεις, φυλακίσεις, βασανισμούς, εξευτελισμούς, εκτελέσεις, αλλά και η αφομοίωση και αποδοχή συμπεριφορών βίας, από τον άνθρωπο, για σωφρονισμό και τιμωρία, ώστε π.χ. ο γονιός να δέρνει το παιδί του και ο ίδιος να προτρέπει τον δάσκαλο να χρησιμοποιεί τη βέργα και την παλάμη του, ο μάστορας να νομιμοποιείται στο καταχέριασμα του κάλφα, ο δημόσιος διασυρμός του κουρεμένου εν χρω γαβριά, με βάση τον Νόμο 4.000, με την πινακίδα «Είμαι τεντυμπόι» στο στήθος, να μην εξεγείρει τους διερχόμενους που γίνονται θεατές της διαπόμπευσης, ο νοικοκύρης να θεωρεί ότι δικαιούται να σιδερώσει την ανήλικη Σπυριδούλα που του παρέχει υπηρεσίες υπηρέτριας. Η τελευταία αυτή τραγική περίπτωση βίας εντάσσεται ως τεκμήριο στο βιβλίο. 
Στην Ελλάδα της εποχής του Εμφυλίου η ζωή κυλούσε 
ανάμεσα σ’ έναν ανεξάντλητο συρφετό εξαγορασμένων πολιτικάντηδων, βολεμένων υπαλλήλων του Δημοσίου, κρετίνων στρατιωτικών, τρομαγμένων χωροφυλάκων, αγάμητων ταγματασφαλιτών, ανήθικων παπάδων, εγκληματιών κομπιναδόρων, στυγνών μαυραγοριτών, βρικολακιασμένων τσιφλικάδων, καμουφλαρισμένων δωσιλόγων, πρόστυχων μεσαζόντων, πουλημένων δικαστών, ανελέητων τραπεζικών, άτεγκτων γιατρών, μαφιόζων δικηγόρων, αμόρφωτων δασκάλων, όλων ανεξαιρέτως «πλουτισάντων» (με τον ένα ή τον άλλο τρόπο) «κατά την Κατοχήν». 
Κι αμέσως μετά τον Εμφύλιο κι αργότερα 
Πολύ τρομοκρατημένοι είχαν καταντήσει οι Έλληνες γονείς στα χίλια εννιακόσια πενήντα. Και στα χίλια εννιακόσια εξήντα. Μόνο η δηλωμένη συμβίωση με το εθνικό ψέμα, πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια, εξασφάλιζε μια υποτυπώδη ψυχική ηρεμία (και το πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων) στην ελληνική οικογένεια. Δηλωμένος εθνικόφρων στη δουλειά ή στο καφενείο, δηλωμένος πιστός τις Κυριακές στην εκκλησία, δηλωμένος «νοικοκύρης» με δούλους παιδιά και γυναίκα στο σπίτι.  
Το Χαστουκόδεντρο, τέλος, είναι ένα έργο με οργή και πόνο κι αγάπη για μια πατρίδα που την έπαιξαν, και συνεχίζουν ακόμη, τα παιδιά της στη ρουλέτα των υπερεθνικών καζίνο. Είναι ένα έργο για ένα λαό που εκεί που εκρήγνυται και αγωνίζεται και μάχεται με αυτοθυσία, εκεί απογοητεύεται και λιποψυχά και βάζει την ουρά στα σκέλια, προδίδοντας ιδέες, ιδανικά, εκποιώντας τα τιμαλφή της ψυχής του, στρώνοντας την αξιοπρέπειά του δουλικό χαλί στα βρωμερά παπούτσια των εξουσιών. 
Σ’ ό,τι αφορά στους τρόπους που μετέρχεται ο συγγραφέας έχουμε ένα έργο με σπασμένη αφήγηση, κομματιασμένη χρονικά, αφήγηση ρεπορτάζ, ντοκιμαντέρ με ευφυέστατο μοντάζ, με οργανική ένταξη στην αφήγηση ντοκουμέντων από τον Τύπο της εποχής, επιστολικά κείμενα και έγγραφα, ως δομικά της στοιχεία, με ποικιλία ύφους, με εναλλαγές της αφήγησης από το γ’ στο α’ πρόσωπο, με διαφοροποίηση στο μέγεθος των τυπογραφικών στοιχείων ακόμη και μέσα στην ίδια φράση, προκειμένου να επιτευχθεί και οπτικά η επίταση στη ροή της αφήγησης, και βεβαίως με παρουσία του ίδιου του συγγραφέα, με την περσόνα του Βενιαμίν Σανιδόπουλου. 
Ο Σανιδόπουλος εκφράζει την αριστερή κριτική θέση στην μετακατοχική ελληνική πραγματικότητα αλλά και στις θέσεις και στη στάση της ίδιας της ελληνικής αριστεράς.
Το έργο ολοκληρώνεται με την παράθεση επιμέτρου στο οποίο παρέχονται πλείστες πληροφορίες για τις αναφορές σε ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα. 
Γιώργος Χ. Θεοχάρης
Λιβαδειά – Δευτέρα 18/2/2013

Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2013

ΤΟ ΧΑΣΤΟΥΚΟΔΕΝΤΡΟ ή "πώς η λογοτεχνία παίρνει θέση απέναντι στην Ιστορία". Με το συγγραφέα Άρη Μαραγκόπουλο τη Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου στο βιβλιοπωλείο.


 
Χαστούκια επί δικαίους και αδίκους
Άρης Μαραγκόπουλος, «Το χαστουκόδεντρο», εκδ. Τόπος, 2012

 Της Έφης Γιαννοπούλου
Θα μπορούσε να διαβάσει κανείς το Χαστουκόδεντρο, το τελευταίο μυθιστόρημα του Άρη Μαραγκόπουλου, ως μια απάντηση στη σχετικά πρόσφατα εμφανισθείσα φιλολογία που αποδίδει όλα τα τωρινά δεινά μας στη «φρικτή» μεταπολίτευση, στη δήθεν ηγεμονία της αριστεράς στη μεταχουντική Ελλάδα. Δεν πρόκειται για μια εύκολη απάντηση που θα θύμιζε, σ’ όσους έχουν την τάση να ξεχνούν, ποια ήταν η Ελλάδα πριν από την «επάρατο» μεταπολίτευση, η Ελλάδα όχι μόνο της Χούντας αλλά και των χρόνων μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο· αλλά για μια απάντηση πολύ πιο σύνθετη, φτιαγμένη από τα υλικά της ιστορίας και της λογοτεχνίας, που ανιχνεύει κοινά σημεία και διαφορές μεταξύ κυρίως της μετεμφυλιακής περιόδου και του σήμερα. Που μιλά για την Ελλάδα των ξενόδουλων, ταπεινωμένων κυβερνήσεων, της Φρειδερίκης, του Τομ Πάππας, των αδελφών Σκούρα, του Ωνάση και όλων των άλλων παραγόντων και πολιτικών που όρισαν τη μοίρα αυτής της χώρας. Όμως μια τέτοια ανάγνωση βλέπει μονάχα ένα κομμάτι αυτού του μυθιστορήματος.

Το Χαστουκόδεντρο έχει ένα βαρυτικό κέντρο γύρω από το οποίο αρθρώνεται (ή εξακτινίζεται) ολόκληρη η πλοκή του μυθιστορήματος. Είναι η ερωτική ιστορία του Αντώνη ή Τόνι Αμπατιέλου, κομμουνιστή και συνδικαλιστή, και της Μπέτι Μπάρτλετ, της ιρλανδής δασκάλας με την οποία γνωρίστηκε στο Κάρντιφ κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, και οι οποίοι έζησαν 17 χρόνια χωριστά, από το 1947 μέχρι το 1964, όσο ο Τόνι ήταν φυλακισμένος για τις ιδέες του στη μετεμφυλιακή Ελλάδα και η Μπέτι αγωνιζόταν στην Ελλάδα αλλά κυρίως στην Αγγλία για την αποφυλάκισή του. Το περίφημο και ιστορικά αμφισβητούμενο χαστούκι που έδωσε η Μπέτι στη Φρειδερίκη, κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης της βασίλισσας της Ελλάδας στην Αγγλία, αλλά και πολλά άλλα χαστούκια που πέφτουν βροχή «επί δικαίους και αδίκους», καθώς και ένας κέλτικος μύθος, βρίσκονται πίσω από τον τίτλο του μυθιστορήματος.

Το μυθιστόρημα αναπτύσσεται σε έναν στενό εναγκαλισμό με την ελληνική ιστορία από το 1941 μέχρι το 1968 (στον επίλογο φτάνει μέχρι το 1989, όταν ο Βενιαμίν Σανιδόπουλος συναντά το ζεύγος Αμπατιέλου και συλλέγει τις ψηφίδες ή τα κυβάκια που θα αποτελέσουν το υλικό για να αφηγηθεί την ιστορία τους) και το  κάνει μέσα από μια εντυπωσιακή πολυφωνία, χρησιμοποιώντας πολλά διαφορετικά είδη λόγου και ύφη· αρχειακό υλικό από ντοκουμέντα της εποχής, επιστολές και ημερολογιακές καταγραφές, εσωτερικός μονόλογος και κλασική τριτοπρόσωπη αφήγηση συμπλέκονται σε έναν απολύτως ελεύθερο χειρισμό του χρόνου προκειμένου να αφηγηθούν την ιστορία και την Ιστορία. Στο Χαστουκόδεντρο ο αναγνώστης συναντά πολλά από τα χαρακτηριστικά της συγγραφικής διαδρομής του Μαραγκόπουλου στην πιο ολοκληρωμένη τους μορφή. Παρόν είναι και το παγιωμένο πια σε αρκετά από τα βιβλία του alter ego του συγγραφέα, ο Βενιαμίν Σανιδόπουλος, μαζί με τον πατέρα Τζίμι και τη μητέρα Σίλεια, των οποίων κάποια βιογραφικά του στοιχεία περνούν τεχνηέντως μέσα στην πλοκή. Σαν σκιά περνά ο Αντώνης Μπόγας, ήρωας της Μανίας με την Άνοιξη, κι ακόμα πιο αθόρυβα η Φλώρα της. Στις σελίδες του συναντά κανείς την κινηματογραφική Στέλλα αλλά και τη Σπυριδούλα που η ιστορία της συντάραξε μια ολόκληρη εποχή, αλλά και όλα τα δημόσια πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν στα ιστορικά γεγονότα της εποχής. Ακόμα και οι επεξηγηματικές σημειώσεις που συνοδεύουν την αφήγηση στο τέλος του βιβλίου μετατρέπονται σε κομμάτι της μυθιστορηματικής γραφής. Όμως ο Μαραγκόπουλος δεν γράφει ένα ιστορικό μυθιστόρημα, δεν αναζητά την ιστορική αλήθεια, τη μεταπλάθει, τη μετατρέπει σε λογοτεχνία γιατί, όπως λέει ο ίδιος σε μια πρόσφατη συνέντευξη: «Η λογοτεχνία διαθέτει μια σπουδαία ιδιότητα: διηγείται ψέματα για να πει αλήθειες. Αξιοποιώντας αυτή την ιδιότητα ο συγγραφέας μπορεί να ξαναμιλήσει για την Ιστορία, την επίσημη Ιστορία που κατά κανόνα κάνει το αντίθετο: διηγείται ψέματα για να κρύψει αλήθειες». 


Το Χαστουκόδεντρο είναι ένα πολιτικό μυθιστόρημα, που παίρνει σαφή θέση για τα γεγονότα τα οποία αφηγείται. Ταυτοχρόνως είναι ένα ερωτικό μυθιστόρημα, που ομνύει στην επαναστατική διάσταση του έρωτα και της αυθεντικής αγάπης, και διατρέχεται από αναφορές σε ένα άλλο μυθιστόρημα, που προκάλεσε σκάνδαλο στην εποχή του, τον Εραστή της λαίδης Τσάττερλυ, το βιβλίο που η Μπέτι χαρίζει στον Τόνι, που το διαβάζουν μαζί κι έπειτα τον συνοδεύει στα χρόνια της φυλακής ως η δική του Βίβλος της ερωτικής ελευθερίας. Και κυρίως είναι ένα μυθιστόρημα νεωτερικό που χρησιμοποιεί καθαρά λογοτεχνικά εργαλεία, τη γλώσσα, το ύφος, την πολυφωνία, προκειμένου να απαντήσει σε ένα από τα πιο βασανιστικά ερωτήματα της λογοτεχνίας «πώς αφηγείται κανείς τα πραγματικά γεγονότα;».

Επιστρέφοντας στο αρχικό ερώτημα, για τη σχέση της εποχής που εξιστορείται στο μυθιστόρημα με τη μεταπολίτευση ή τη σημερινή εποχή, ο Μαραγκόπουλος επισημαίνει με το Χαστουκόδεντρο αρκετά κοινά: πολιτικοί υποταγμένοι σε ξένες δυνάμεις και ελληνικά ή ξένα οικονομικά συμφέροντα, κυβερνήτες δειλοί, μικροπρεπείς, που ταπεινώνονται με χαστούκια ή με το διασυρμό τους σήμερα (ποιος δεν θυμάται άραγε τον Γ. Παπανδρέου στις Κάννες πριν από ένα χρόνο μόλις), που αδιαφορούν για το λαό τους και εντέλει για τη χώρα που κυβερνούν. Όμως σ’ εκείνη την Ελλάδα υπήρχε και κάτι άλλο, λέει ο συγγραφέας σε μια άλλη συνέντευξή του, και αυτό διατρέχει το βιβλίο του, μια Ελλάδα παρακαταθηκών και αξιών, ανθρώπων που αγωνίζονταν, ανθρώπων για τους οποίους η λέξη «σύντροφος» είχε ένα νόημα σφυρηλατημένο στον καιρό της Αντίστασης και του Εμφυλίου. Αυτό βλέπει πως χάθηκε την εποχή της μεταπολίτευσης, όπως το έχει επισημάνει και σε προηγούμενα βιβλία του και το ξαναβρίσκουμε στον επίλογο του Χαστουκόδεντρου, όταν επικράτησε (πάλι με τα δικά του λόγια) «η πιο λάιτ εκδοχή αυτής της μικροπρεπούς, μικροαστικής, μισοαστικής/μισοαγροτικής, μισοτίποτε Ελλάδας».

Μυθιστόρημα-ντοκιμαντέρ, όπως το χαρακτηρίζει ο συγγραφέας του, το Χαστουκόδεντρο είναι μια συναρπαστική αφήγηση της ελληνικής ιστορίας από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι τη χούντα και της προσωπικής ιστορίας δύο ανθρώπων που στάθηκαν αντιμέτωποι με τη βαρβαρότητα και κατόρθωσαν να διασώσουν την αξιοπρέπεια και την αγάπη που τους έδενε. Και δίνει από το εξώφυλλό του ήδη το δικό του «μοτίβο στο χαλί», τον τρόπο δηλαδή με τον οποίο πρέπει να διαβαστεί, μέσα από εκείνα τα κυβάκια, σπαράγματα ιστορίας και πραγματικότητας, που ανασυνθέτει η λογοτεχνία προκειμένου να αφηγηθεί τη δική της αλήθεια. 

 
 

Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2013

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΔΡΑΚΟΥ στο μουσείο των Δελφών



Το Σάββατο 26 ιανουαρίου 2013 ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΔΡΑΚΟΥ παρουσιάστηκαν στο Μουσείο των Δελφών.
Ήταν μεγάλη τιμή για το βιβλιοπωλείο μας και τη συγγραφέα Μαρία Σκιαδαρέση η πρόσκληση και παρουσίαση του βιβλίου μας στο Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών, σ' αυτό το μοναδικό μνημείο της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Και απερίγραπτη η χαρά μας για τη συνάντησή με τα παιδιά της περιοχής αλλά και τη συζήτηση με όσους γονείς βρέθηκαν μαζί τους. Ευχαριστούμε θερμά την προϊσταμένη της Ι΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων κ. Αθανασία Ψάλτη και όλους όσους βοήθησαν στην διοργάνωση της εκδήλωσης.


…Λίγο μετά τη σπορά των δοντιών αρχίζουν να ξεπετιούνται από τη γη τόσοι άντρες όσα ήταν και τα δόντια του δράκου. Δηλαδή εκατοντάδες. Είναι πανύψηλοι, φοβεροί στην όψη κι αρματωμένοι για πόλεμο …  «Τα παιδιά του δράκου» ξεκινούν με την αρπαγή της Ευρώπης από τον Δία ,την περιπετειώδη αναζήτησή της από τα αδέλφια της και τελειώνουν με την εγκατάσταση του γένους της στη Βοιωτία αφού διέσχισαν σχεδόν όλη την Ελλάδα.
 
Παραθέτουμε φωτογραφικό υλικό από την εξαιρετικά πετυχημένη εκδήλωση.