Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2014

ΡΕΑ ΓΑΛΑΝΑΚΗ: Αγεφύρωτη η πόλωση μεταξύ κράτους και σοβαρού δημιουργού

Η Ρέα Γαλανάκη σε μια από τις παρουσιάσεις της στο βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ

Ορφανεύει ο συγγραφέας
Αγεφύρωτη η πόλωση μεταξύ κράτους και σοβαρού δημιουργού  
Ρέα Γαλανάκη 
Χωρίς συγγραφέα δεν υπάρχει βιβλίο, ούτε και κανένα άλλο επάγγελμα στην αλυσίδα του βιβλίου. Αυτή η πρώτη ύλη είναι, όπως συχνά συμβαίνει, ο πιο αδύνατος κρίκος. Χαίρομαι που η συγγραφή ενός βιβλίου, ιδιαίτερα ενός βιβλίου που προάγει τον πολιτισμό, θεωρείται εργασία από τους οργανωτές αυτής της εκδήλωσης. Η αντίληψη της συγγραφής ως μορφής εργασίας είναι καταγεγραμμένη και στο καταστατικό της Εταιρείας Συγγραφέων που ιδρύθηκε το 1981 (και υπήρξα ένα από τα 100 ιδρυτικά της μέλη), της εγκυρότερης από όσες εταιρείες υπάρχουν. Ούτε κι αυτή δεν έχει επιτύχει κάτι ως προς τα βασικά αιτήματα των συγγραφέων, παρά τις μακροχρόνιες, επίπονες προσπάθειες, και την αισιοδοξία του καταστατικού της. Το κλίμα της εποχής, τα πρώτα δηλαδή χρόνια της μεταπολίτευσης, και η δική μας γενιά κυρίως, πίστεψαν στην ουτοπία να μπορέσει να θεωρηθεί, έστω η πεζογραφία, σαν εργασία ικανή να συντηρήσει στοιχειωδώς τον συγγραφέα. Αποδείχτηκε ότι, για πολλούς λόγους, αυτό εξακολουθεί να είναι ανέφικτο στη χώρα μας.
Για να μην υπάρξει η παραμικρή παρεξήγηση, θα ήθελα να διευκρινίσω τούτο: στην Ελλάδα οι καλοί τουλάχιστον συγγραφείς ποτέ, ούτε και τώρα βέβαια, δεν γράφουν για το χρήμα. Αν αυτό ήταν το αντικείμενο του πόθου τους, τότε 
1) ή θα κατέληγαν, ακόμη και με αξιώσεις λόγου, στα είδη που ονομάζουμε παραλογοτεχνία και σταθερά είναι τα πιο ευπώλητα, ή 
2) θα έθεταν άλλους στόχους στη ζωή τους. Το γράψιμο ήταν και είναι μια υπόθεση ψυχής και μυαλού, θυμού και λόγου, μια βαθύτατα ευγενής κοινωνική και προσωπική φιλοδοξία – αλλά παράλληλα πρέπει να θεωρείται και σαν μια μορφή πλήρους εργασίας, ειδικά για όσους δεν ασκούν άλλο επάγγελμα. 
Κατ’ ευφημισμόν τιμητική σύνταξη και κατάργηση θεσμών
Περιορίζομαι στον συγγραφέα ως εργαζόμενο, αφού γι’ αυτό πρέπει να μιλήσω σήμερα. Αναφέρω τηλεγραφικά κάποιες καταγραφές μου πριν από την κρίση για το ίδιο θέμα, για να καταλάβουμε και την προβολή τους στο κρίσιμο παρόν.
Ο συγγραφέας είναι από τους λίγους πολίτες που παραμένει ανασφάλιστος από τη δουλειά του, αλλά και χωρίς σύνταξη από τη δουλειά του. Για να μπορεί να έχει το Δελτίο, το περίφημο μπλοκάκι, που χωρίς αυτό δεν μπορεί να λάβει από πουθενά καμιά αμοιβή, αναγκάστηκε να εγγραφεί στον πανάκριβο Ο.Α.Ε.Ε. Είναι χρονιές που όλες του οι αμοιβές πάνε εκεί ή δεν αρκούν ούτε γι’ αυτό. Όσοι μπήκαμε αργά, περιμένοντας κάποιο αποτέλεσμα από τις πολυετείς, πλην όμως τελικά άκαρπες προσπάθειες της Εταιρείας Συγγραφέων, εκτός από την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και την παροχή Δελτίου, πληρώνουμε υποχρεωτικά στον Ο.Α.Ε.Ε. και για μια σύνταξη που δεν θα προλάβουμε να πάρουμε λόγω ηλικίας.
Υπάρχει και η λεγόμενη τιμητική σύνταξη, ετήσια και πολύ περιορισμένη αριθμητικά. Οι υποψήφιοι που τη διεκδικούν κάθε χρόνο είναι από 36 διαφορετικά καλλιτεχνικά επαγγέλματα (μουσικοί, ζωγράφοι, καραγκιοζοπαίκτες κ.λπ., που ανάμεσά τους βρίσκονται και οι συγγραφείς). Άρα οι συγγραφείς τη λαμβάνουν, αν τη λάβουν, με το σταγονόμετρο. Αξιοσημείωτο είναι ότι η προϋπόθεση για να τη διεκδικήσει κάποιος είναι να έχει πάρα πολύ σημαντικό και ποικιλοτρόπως αναγνωρισμένο έργο. Δεν δίνεται φυσικά σε όλους που υποβάλλουν τα δικαιολογητικά τους· κάποιοι εγκρίνονται από την αρμόδια κρατική επιτροπή, κάποιοι άλλοι απορρίπτονται. Ούτε κι έχουν λείψει ποτέ τα κάθε είδους παρατράγουδα. Πρόκειται κατ’ ουσίαν για μια σύνταξη απορίας, φιλανθρωπίας, και όχι για τη σύνταξη που θα αντάμειβε έναν δημιουργό για το πολύ σημαντικό και αναγνωρισμένο έργο του, το οποίο προαπαιτείται.
Πέρυσι, μέσα στη δίνη της κρίσης, άλλαξε και ο νόμος της κατ’ ευφημισμόν τιμητικής σύνταξης, όπως άλλωστε ήταν αναμενόμενο. Ο αριθμός των επαγγελμάτων έμεινε ο ίδιος, όπως και η απαίτηση σπουδαίου και αναγνωρισμένου έργου. Όμως 
1) ο αριθμός υποβολής αιτήσεων περιορίστηκε σε 15 από 30 που ήταν· 
2) οι οικονομικές προϋποθέσεις για την υποβολή αίτησης συμπιέστηκαν στο ένα τρίτο. Δηλαδή, τρία χρόνια πριν από την υποβολή της αίτησης θα πρέπει να έχει κανείς ανά έτος εισόδημα λιγότερο από 8.640 ευρώ (ή αθροιστικά στα τρία αυτά έτη λιγότερο από 25.000), ενώ ίσχυαν ακριβώς τα τριπλάσια νούμερα πριν από την κρίση· 
3) η ίδια η σύνταξη που ήταν πάνω από 1.000 ευρώ, περιορίστηκε στα περίπου 800. Φυσικά, όπως συμβαίνει πλέον με τους συνταξιούχους, έχοντας αυτή τη σύνταξη ο συγγραφέας δεν θα μπορεί να εισπράττει πάνω από 5.000 ετησίως από τα βιβλία του.
Όσον αφορά τα συμβόλαια, θα πρέπει να σημειωθεί ότι παλιότερα δεν υπογράφονταν σχεδόν καθόλου. Σήμερα, αν δεν αλλάξει κι αυτό, το συμβόλαιο που υπογράφουν οι πιο γνωστοί μυθιστοριογράφοι με τον εκδότη μας έχει συνήθως δεκαετή διάρκεια, ενώ ο ορίζοντας κίνησης ενός καλού μυθιστορήματος είναι 6 με 9 μήνες πάνω-κάτω, και ακολουθεί μετά μεγάλη ακινησία. Το ποσοστό του συγγραφέα είναι συνήθως 15%, για μυθιστόρημα τουλάχιστον (και οι κραυγαλέες παραβάσεις προς τα άνω είναι συχνά αδιαφανείς), όταν ο βιβλιοπώλης έχει γύρω στο 45%. Η περιορισμένη αγορά βιβλίου, που έχει τραυματιστεί σοβαρά από την κρίση, δεν εξασφαλίζει βέβαια ούτε αυτές τις σταθερές.
Οι μεταφράσεις της ποιοτικής ελληνικής λογοτεχνίας είχαν αυξηθεί ραγδαία τις τελευταίες δεκαετίες. Ελαττώθηκαν πολύ μετά το 2004, κυρίως επειδή έπαψε να υφίσταται ο θεσμός κρατικής ενίσχυσης και προώθησής τους, πάντα μετά από κρίση επιτροπής. Τα τελευταία χρόνια έχουν σχεδόν σταματήσει, κατοπτρίζοντας ίσως και την ευρωπαϊκή απαξίωση για οτιδήποτε το ελληνικό. Οι ελάχιστες εξαιρέσεις αφορούν έργα μαζικότερης λογοτεχνίας. Με την υπογραφή πάντως συμβολαίου με έναν έγκυρο ξένο εκδοτικό οίκο, ο συγγραφέας εισπράττει ένα διεθνώς καθορισμένο μέτριο ποσόν (δεν ισχύει πάντα, π.χ. για τις πρώην σοβιετικές ή άλλες). Πέραν τούτου ουδέν, ούτε και μπορεί να υπάρξει έλεγχος. Υπάρχει συχνά η εντύπωση ότι πολλά συμβαίνουν προκειμένου να απορροφηθούν τα διαθέσιμα κονδύλια, χωρίς μέριμνα για το μέλλον του μεταφρασμένου βιβλίου στην άλλη χώρα.
Σήμερα μόνο η Ακαδημία Αθηνών επιχορηγεί ελάχιστες μεταφράσεις, μετά από κρίση επιτροπής, με εμπόδια ωστόσο. Το ακριβώς αντίθετο συμβαίνει με πολλές χώρες μικρών γλωσσών, που έχουν αναπτύξει μια πολύ υποστηρικτική και επιθετική πολιτική για τη μετάφραση και προώθηση της αξιόλογης λογοτεχνίας τους.
Σε πολλές χώρες, μολονότι οι αναγνώστες μετριούνται ακόμη και σε εκατομμύρια, οι συγγραφείς έχουν κατοχυρώσει πολλούς τρόπους βιοπορισμού. Αμείβονται για οποιαδήποτε δημόσια παρουσία τους (ομιλίες, συζητήσεις, παρουσιάσεις βιβλίων, σεμινάρια, αναγνώσεις, επισκέψεις σε πανεπιστήμια, όπου και καλούνται να διδάξουν για ένα διάστημα με αμοιβή). Αποζημιώνονται προφανώς για οτιδήποτε δημοσιεύουν σε εφημερίδες και περιοδικά, αλλά και για τη συμμετοχή τους οπουδήποτε στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Αυτά στην Ελλάδα παρακάμπτονται με το επιχείρημα ότι έτσι γίνεται διαφήμιση του συγγραφέα, λες και στο εξωτερικό, όπου υπάρχει αμοιβή, δεν συμβαίνει το ίδιο (κάποιες σχετικές, οι μόνες ίσως, προσπάθειες του Μάνου Χατζιδάκι στο Τρίτο Πρόγραμμα δεν τελεσφόρησαν).
Υπάρχει ακόμη και μέσα στον χώρο του βιβλίου η άποψη ότι η κατάργηση της ενιαίας τιμής στο βιβλίο δεν θα το βλάψει, επειδή το πρόβλημα δεν είναι αυτή, όσο η έλλειψη φιλαναγνωσίας. Διαφωνώντας μ’ αυτό το λαϊκίστικο και νεοφιλελεύθερο σόφισμα, θα υποστήριζα ότι μόνο η ενιαία τιμή μπορεί να αναπτύξει τη φιλαναγνωσία, υπερασπιζόμενη το καλό βιβλίο και τη σύγχρονη ελληνική γλώσσα απέναντι στην ισοπέδωση από τα φτηνά μπεστ σέλερ και την εξαφάνιση των βιβλιοπωλείων. Ιδίως των πιο μικρών ή των επαρχιακών βιβλιοπωλείων.
Η φιλαναγνωσία αφορά άμεσα τον συγγραφέα. Είναι σημαντική για τη λειτουργία του ως ενός ζωντανού κοινωνικού κύτταρου, ενός συζητητή, και όχι ως ενός ανθρώπου που υπάρχει μόνο πίσω από λέξεις και σελίδες. Γι’ αυτό και θεωρώ σημαντική την επαναλειτουργία και βελτίωση του υπό κατάργηση αυτό τον καιρό Εθνικού Κέντρου Βιβλίου, του Ε.ΚΕ.ΒΙ., που πριν αρχίσει να πετσοκόβεται με την κρίση, είχε τις τελευταίες δεκαετίες δώσει –για πρώτη φορά στην Ελλάδα– μεγάλη ώθηση στη φιλαναγνωσία με τη δημιουργία λεσχών ανάγνωσης σε όλη τη χώρα. Αυτές οι λέσχες άνθησαν και εκτός του Ε.ΚΕ.ΒΙ., καλώντας συχνά τον συγγραφέα να συζητήσει για ένα του έργο που είχε διαβαστεί από τα μέλη της Λέσχης. Δεν περιοριζόταν φυσικά μόνο σ’ αυτό η υποστηρικτική για το βιβλίο δράση του Ε.ΚΕ.ΒΙ., όπως και του «θυγατρικού» του και ήδη νεκρού Κέντρου Μετάφρασης, του Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ., όσο κι αν υπάρχουν κάποιες παρατηρήσεις για τη λειτουργία τους.
Ο συγγραφέας πάντως ορφανεύει με την απώλεια αυτών των δύο θεσμών. Θεσμών που καταργούνται σήμερα από τον εξής, θα έλεγα, συνδυασμό: από τη μια της νεοφιλελεύθερης βαρβαρότητας εν ονόματι της κρίσης, από την άλλη ευρύτερων και ανεξέλεγκτων αλλαγών στον χάρτη του βιβλίου εν ονόματι της παγκοσμιοποίησης, αλλά και της ραγδαίας εξάπλωσης του διαδικτύου. Διότι το έντυπο καλό βιβλίο κινδυνεύει θανάσιμα και από τη διαρκή ενασχόληση, ιδιαίτερα των νέων, στο διαδίκτυο, παρόλο που ασφαλώς δεν παραγνωρίζω τη μεγάλη χρησιμότητά του για πάρα πολλά. Η ελληνική γλώσσα, ωστόσο, που χρησιμοποιείται στο διαδίκτυο μοιάζει με μια σχεδόν διαφορετική γλώσσα, μια γλώσσα συρρικνωμένη έως και ανελλήνιστη (φτάνει να δει κανείς τη φρικαλεότητα εκείνων των αυτόματων μεταφράσεων και θα καταλάβει). Γι’ αυτούς τους λόγους η ουσιαστική ενίσχυση της φιλαναγνωσίας, ιδίως για τους νέους, επείγει, με όποιον τρόπο και να προκληθεί.
Τα μικρά και τα περιφερειακά βιβλιοπωλεία εξακολουθούν να είναι εστίες πολιτισμού και κυριολεκτικά ανθρώπινης επικοινωνίας μέσα στις απρόσωπες εποχές που ζούμε: παρουσιάσεις, λέσχες ανάγνωσης, υπογραφές, αναγνώσεις, συζητήσεις και αντιρρήσεις, παρέες, φιλίες κ.λπ. Πρόκειται δηλαδή για εστίες φιλαναγνωσίας. Η λειτουργία τους ξεκίνησε από τη μεταπολίτευση και αυξήθηκε με καλπάζοντα ρυθμό τις τελευταίες δεκαετίες, καθώς υποστηρίχτηκε και από τους νέους θεσμούς. Στο ίδιο πνεύμα, της ζωντανής παρουσίας του συγγραφέα και της δυνατότητας συζήτησης «για τα πάντα», θα τοποθετούσα και τις επισκέψεις συγγραφέων σε σχολεία μέσης εκπαίδευσης, αλλά και αλλού, ιδιαίτερα σ’ αυτή την περίοδο που ζούμε.
Ωστόσο η φιλαναγνωσία, που θα τραυματιστεί βέβαια αν σταματήσει η ενιαία τιμή, είναι κάτι περισσότερο από όσα, λόγω της επικαιρότητάς τους, έχω αναφέρει. Αποτελεί πάντα θέμα συνολικής κοινωνίας, όσο και πολιτικής βούλησης των κυβερνώντων. Το κόστος της είναι ελάχιστο και το συμβολικό κέρδος μεγάλο (αλλά και το έντυπο βιβλίο δεν κοστίζει περισσότερο από μια, έστω και πιο σπάνια πια, έξοδο για φαγητό, θέατρο, συναυλίες κ.λπ.). Όπως, δηλαδή, βλάπτεται το βιβλίο με κάποιες κυβερνητικές ενέργειες, έτσι μπορεί να αναπτυχθεί και με ορισμένες άλλες.
Απαξίωση από το κράτος
Παρατηρώ, εντούτοις, ότι στα χρόνια της κρίσης έχει κάπως ελαττωθεί η υποκρισία του κράτους, τα μεγάλα δηλαδή λόγια ότι η «λογοτεχνία είναι η βαριά βιομηχανία της Ελλάδας» και άλλα τέτοια. Κατά τη γνώμη μου, κανείς δεν πρέπει να μιλά με τόσο τονισμένες λέξεις, ούτε με υπερβολική αισιοδοξία για τον ήδη βαριά τραυματισμένο χώρο του έντυπου καλού βιβλίου, και τον πολιτισμό που αυτό το βιβλίο κουβαλά. Κι ενώ με την κρίση έχει μάλλον μειωθεί η κρατική λεκτική υποκρισία, από την άλλη έχει γιγαντωθεί η απαξίωση του κράτους για τους συγγραφείς και τους θεσμούς του βιβλίου, όπως έχει φανεί από πολλές ενέργειες.
Η πόλωση μεταξύ κράτους και σοβαρού δημιουργού μοιάζει πλέον αγεφύρωτη. Διάφοροι κυβερνώντες, και όχι μόνο, αγνοούν ή καμώνονται πως αγνοούν ότι η καλή λογοτεχνία σήμαινε και σημαίνει γλώσσα, ήθος, αντίσταση, ιδέες, ψυχισμό, αγωγή, βοήθεια στις δυσκολίες της ζωής, κοινωνική ευαισθησία – ή μήπως, για άλλη μια φορά στην ιστορία, αυτά είναι που θέλουν να προλάβουν; Όμως, ούτε κράτος, ούτε έθνος, ούτε ο πραγματικός, ούτε ακόμη κι ο φαντασιακός μας κόσμος υπάρχουν χωρίς την επικοινωνία με τις λέξεις (δεν επικοινωνούμε διά της μουσικής, για παράδειγμα, αλλά με τις λέξεις μας). Οι παγκοσμιοποιημένες αγορές, και άλλα διάφορα, πλήττουν, όπως είναι επόμενο, τις μικρές γλώσσες. Τα σύγχρονα ελληνικά είναι μια τέτοια γλώσσα. Τολμώ να πω ότι τα αρχαία ελληνικά μπορεί και να μην πληγούν. Η απαξίωση αφορά πάντα τη σύγχρονη Ελλάδα.
Τελειώνοντας θα ήθελα να επισημάνω κάτι δικό μου, που ίσως δεν είναι αποκλειστικά δικό μου, γιατί όσα συμβαίνουν στον χώρο του βιβλίου συνήθως αφορούν περισσότερους. Έχω συχνά την αίσθηση μιας ματαίωσης. Δηλαδή, τόσα βιβλία από τόσο πολλούς ανθρώπους, τόσα άρθρα, τόσες προσπάθειες, τόσες ζωές αναλωμένες στα γράμματα και τις τέχνες, τι κατάφεραν; Να φτάσουμε στην πτώχευση από την αδηφαγία των εχόντων θέσεις εξουσίας – όχι όλων βέβαια, αλλά απίστευτα τόσο πολλών; Να χάσουμε την εθνική και ατομική μας αξιοπρέπεια ως δημιουργοί, και να γίνουμε περίγελος των ξένων – όσο κι αν η γνώμη τους κατά βάθος δεν μας ενδιαφέρει; Να ξαναγεννιέται, να γεννιέται μάλλον πρώτη φορά στην Ελλάδα αυτός ο εγκληματικός ναζισμός, με υψηλά και ανυποχώρητα ποσοστά; Να τυφλώνεται από την ίδια του την κοσμοθεωρία το ένοπλο αντάρτικο πόλης; Να καταστραφεί η ζωή όχι μόνο των πιο αδύναμων, των πιο φτωχών, των πιο αθώων ίσως, αλλά και ολόκληρων κοινωνικών κατηγοριών;
Δεν ξέρω. Ούτε είμαι τόσο αισιόδοξη. Εντέλει η λογοτεχνία, η ιστορία, η τέχνη μιλούν αποκλειστικά και μόνο σε όποιον θέλει να τις ακούσει. Φαίνεται πως αυτοί, που ποτέ δεν ήταν πολλοί, σήμερα είναι λιγότεροι.
Και ο συγγραφέας τι κάνει; Υποθέτω αυτό που πάντα έκανε. Γράφει για να εμβαθύνει, να επικοινωνήσει, να καταλάβει τη διαφορετική σήμερα κοινωνία, και για ακόμη μια φορά το ανθρώπινο δράμα. Για να αντισταθεί μέσα από το έργο του κυρίως. Τουλάχιστον να προσπαθήσει για όλα αυτά. 
Το άρθρο αυτό αποτελεί αναλυτική εκδοχή της εισήγησης που παρουσιάστηκε στις 12.2.2014, στην Ημερίδα «Εργαζόμενοι στο χώρο του βιβλίου και εκδοτική αγορά» του κύκλου «Τρεις Τετάρτες για το Βιβλίο» που οργάνωσε ο Τομέας Βιβλίου του Τμήματος Πολιτισμού του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.

Σάββατο, 22 Φεβρουαρίου 2014

Την Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου ο ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΚΟΡΤΩ παρουσιάζει το "Βιβλίο της Κατερίνας" στις 6.00 το απόγευμα στην Αστραδενή




Της Μικέλας Χαρτουλάρη

 Ο Πέτρος Χατζόπουλος μεγάλωσε με μια μητέρα μανιοκαταθλιπτική, σε ένα περιβάλλον όπου η αγάπη προσπαθούσε να πολεμήσει την αρρώστια. Τελικά, νίκησε η αρρώστια. Ο Πέτρος βρήκε τη μητέρα του νεκρή από τα 400 χάπια που είχε καταπιεί για να τον απαλλάξει «από τη δυστυχία μιας μοναχικής ζωής χαμένης για να γεμίσει την έρημο μιας άλλης». Ηταν 23 χρονών και είχε ήδη γίνει ο συγγραφέας Αύγουστος Κορτώ με τρία σκληρά μυθιστορήματα Σαντικής πνοής στο ενεργητικό του (Το βιβλίο των βίτσιων, Ραμπαστέν, Τετράγωνο, εκδ. Εξάντας). Τώρα είναι 34 χρονών με 19 τίτλους στο ενεργητικό του, η θεματολογία του έχει διευρυνθεί και μόλις κυκλοφόρησε το Βιβλίο της Κατερίνας (Πατάκης): ένα σπαρακτικό αυτοβιογραφικό αφήγημα, όπου ο Πέτρος/Αύγουστος μιλάει με τη φωνή της μάνας του σε πρώτο πρόσωπο. Ο Κορτώ ανασυσταίνει την τραυματική πορεία της από τη ζωή προς τον θάνατο και ξανά προς τη ζωή − αυτή τη φορά τη δική του. Και ξαναβάζει με επιτυχία στο τραπέζι το μεγάλο ζήτημα της μετουσίωσης των οικογενειακών τραυμάτων σε λογοτεχνία. Το πώς δηλαδή η ιδιωτική περιπέτεια των συγγραφέων και ειδικά οι ανοιχτοί λογαριασμοί τους με την οικογένειά τους επηρεάζουν τη διαμόρφωσή τους, βγαίνουν από τον μικρόκοσμό τους και μετασχηματίζονται σε έργα που ενδιαφέρουν ένα ευρύτερο κοινό.
 
Ο Αύγουστος Κορτώ δεν είναι μόνος του. Είναι μεγάλη η οικογένεια των συγγραφέων που κουβαλάνε ουλές από την παιδική τους ηλικία, και κάποια στιγμή αισθάνονται την ανάγκη να αναμετρηθούν μ’ αυτές. Η Μαρίνα Καραγάτση ήταν 72 χρονών όταν αποτύπωσε στο «αληθινό της μυθιστόρημα» Το ευχαριστημένο (Αγρα) το αίσθημα της ματαίωσης και τη δύσκολη καθημερινότητα στην Αθήνα του ’50, με έναν πατέρα συγγραφέα, ο οποίος ήταν περισσότερο αφοσιωμένος στη γραφή παρά στην οικογένειά του. Η Μαρία Ευσταθιάδη, στην ψυχαναλυτική νουβέλα της Το κόκκινο ξενοδοχείο – Η αδύνατη αναπαράσταση (Κέδρος), επεξεργάζεται σκηνές από την παιδική της ηλικία στους κόλπους μιας αστικής οικογένειας με ακλόνητη εμμονή στον καθωσπρεπισμό, η οποία την αντιμετώπιζε ως αγγαρεία και τη στέρησε από οποιαδήποτε τρυφερότητα. Η Μαργαρίτα Καραπάνου φώτισε την αμφίθυμη σχέση αγάπης/μίσους, εξουσίας/εξάρτησης, εγωισμού /προσφοράς που την έδενε με τη μητέρα της, τη συγγραφέα Μαργαρίτα Λυμπεράκη, στο Δε μ’ αγαπάς-Μ’ αγαπάς με τα γράμματα της μητέρας της από το Παρίσι και στο Η ζωή είναι αγρίως απίθανη (Ωκεανίδα), με το ημερολόγιο που κρατούσε η ίδια από τα 13 έως τα 33 της. Τα παραπάνω βιβλία κυκλοφόρησαν το 2008. Νωρίτερα (2005) ο Θανάσης Χειμωνάς είχε γράψει το μυθιστόρημα Μπλε ώρα (Πατάκης), όπου υπόρρητα διαπραγματευόταν τον παράξενο θάνατο του επίσης συγγραφέα και ψυχίατρου πατέρα του. Αλλά και ο Τζον Λε Καρέ, παιδί τραυματισμένο από την εγκατάλειψη της μητέρας του στα πέντε του (την ξαναείδε μια φορά στα είκοσί του) και έρμαιο για χρόνια των διαθέσεων του γοητευτικού, πλην απατεώνα, πατέρα του, τον αποκατέστησε, 55άρης πια, το 1986, στο Ενας τέλειος κατάσκοπος (Χαρλένικ). Είναι περίφημο και το Experience (2000) με τα απομνημονεύματα του Μάρτιν Εϊμις που πραγματεύεται τον ανταγωνισμό του με τον πάπα των βρετανικών γραμμάτων πατέρα του, Κίνγκσλεϊ Εϊμις, αλλά και τη λύτρωσή του απ’ αυτόν. Αντίθετα, το κατεδαφιστικό απομνημόνευμα του Γκρεγκ Μπέλοου για τον νομπελίστα πατέρα του Σολ Μπέλοου (Saul Bellow’s heart: a son’s Memoir, 2013) είναι χαρακτηριστικό δείγμα προς αποφυγήν. Διότι δημοσιοποιεί ένα ατομικό πρόβλημα –το ανεπούλωτο αίσθημα της απόρριψης– χωρίς όμως να το επεξεργάζεται με τρόπο που να ανοίγεται σε έναν συλλογικό προβληματισμό για ευρύτερα ζητήματα, όπως λ.χ. κάνει η κόρη του Ουίλιαμ Στάιρον, Αλεξάντρα, στο Reading my father του 2011.

Αυτό ακριβώς είναι το στοίχημα γι’ αυτήν την κατηγορία βιβλίων: να μη λειτουργούν σαν κλειδαρότρυπες. Να είναι αποκαλυπτικά χωρίς να έχουν κουτσομπολίστικο χαρακτήρα. Να διαχειρίζονται τις ιδιωτικές πληγές αλλά να οδηγούν σε γενικότερο αναστοχασμό, π.χ. για τα υλικά του «μεγάλου έργου», για τη λειτουργία της κοινωνίας και την υποδοχή του συγγραφέα και, φυσικά, για το αν τελικά η οικογενειακή ζωή αντιστρατεύεται την άσκηση της Τέχνης κ.ο.κ. Σ’ αυτό το τελευταίο, πάντως, έχουν απαντήσει «ναι» ο Ε. Χ. Γονατάς, ο Τολστόι (ημερολογιακές εγγραφές 1863), ο Χεμινγουέι (Επιστολές τ.2 1923-1925), ο Τζορτζ Στάινερ ως ειδικός, ενώ ο Τσέχοφ έγραψε: «Θα προτιμούσα μια γυναίκα η οποία όμοια με το φεγγάρι δεν θα εμφανίζεται κάθε μέρα στον ουρανό μου». 

……………………………………………………………………………………………

Με τον τρόπο της λογοτεχνίας 

Στο Βιβλίο της Κατερίνας ο Κορτώ περιγράφει μέσα από το βλέμμα της μάνας του τη συνειδητοποίηση της ομοφυλοφιλίας του, την παλαιά παχυσαρκία του, την ατίθαση συμπεριφορά του στο Λύκειο, την πρώτη του ερωτική απογοήτευση, την κατάθλιψή του. Ολα σε μια καθημερινότητα-ρουλέτα που είχε ενσωματώσει τον φόβο για το απρόοπτο και κινδύνευε κάθε στιγμή να ανατραπεί. Μια καθημερινότητα που οριζόταν για εκείνον και τον πατέρα του από τη λατρεία, τον οίστρο, τις ενοχές και τις μανίες μιας μάνας η οποία έβαζε φωτιά σε πουκάμισα, έπινε μέχρι να πέσει αναίσθητη, διέκοπτε τη φαρμακευτική αγωγή της, προσπαθούσε να πηδήξει από το μπαλκόνι… Ωστόσο η αυτο-προσωπογραφία του δεν προκαλεί οίκτο ούτε σοκάρει. Διότι ο Κορτώ λειτουργεί λογοτεχνικά και γι” αυτό προκαλεί ενδιαφέρον: επινοεί απ” την αρχή την ιδιωτική του περιπέτεια και μέσα από αυτήν συζητά τις συγγραφικές του επιλογές και εμμονές, το πώς η γραφή τον βοήθησε να συμφιλιωθεί με τις ασθένειες της ψυχής και εντέλει με τη ζωή. Ενα χαρακτηριστικό στιγμιότυπο είναι η αναφορά στον Γιο της Τζοκόντα, το μυθιστόρημα που ολοκλήρωσε μόλις πριν από την αυτοκτονία της Κατερίνας. Πρωταγωνιστεί ένας πενηντάρης που δεν είδε ποτέ τη μητέρα του ούτε καν σε φωτογραφία. Οπότε η λογοτεχνική Κατερίνα/Κορτώ το σχολιάζει: «Ετσι λοιπόν με βλέπει το παιδί μου; Μια μάνα υπαρκτή κι ωστόσο σαν ανύπαρκτη; (…) Γι” αυτό κλαίω: γιατί μια μέρα ο Πέτρος θα ξεχάσει το πρόσωπό μου. Γιατί σαν να “μαι ήδη νεκρή, το αποζητά με απελπισία στα βιβλία του».

Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2014

Διεθνής Έκθεση βιβλίου στη Θεσ/νίκη δε γίνεται δίχως τα εξειδικευμένα στελέχη του ΕΚΕΒΙ. Το ΕΚΕΒΙ δεν μπορεί να λειτουργήσει με απλήρωτο προσωπικό. Η σημερινή (20 -2 - 14) επιστολή του Δ.Σ. του ΕΚΕΒΙ προς το Υπουργείο Πολιτισμού.



Στη σημερινή του συνεδρίαση (20-2-14) το Δ.Σ. του (υπό κατάργηση)  ΕΚΕΒΙ απάντησε στο  αίτημα που του διαβιβάστηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού σχετικά με την προετοιμασία της Διεθνούς Εκθέσεως βιβλίου Θεσ/νίκης και των αναγκαίων διαγωνισμών που πρέπει να διεξαγάγει με την παρακάτω επιστολή.

Αθήνα, 20/02/2014 

Προς το Γραφείο του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού 

Διευθυντή: Κύριο Π. Καρακατσάνη
 
Αξιότιμε κύριε Διευθυντά,  

Μετά από την ενημέρωση που έγινε προς τα μέλη του Δ.Σ. του ΕΚΕΒΙ από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Γραμμάτων και μέλος του Δ.Σ. κ. Αθανάσιο Μαράντο, σχετικά με το υπ. Αρ. Πρωτ. 38703/1641/17-2-2014 έγγραφο του Γραφείου Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, το Δ.Σ. του ΕΚΕΒΙ με βάση την ήδη διαμορφωμένη κατάσταση αποφάσισε να θέσει υπόψη σας ότι το ΕΚΕΒΙ είναι σε θέση να αναλάβει υπεύθυνα, με το εξειδικευμένο προσωπικό του, τη διοργάνωση της 11ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης (8-11 Μαΐου 2014), εφόσον: 

1.       καταβληθούν οι οφειλόμενες αποδοχές στο υπάρχον προσωπικό από την 1η Σεπτεμβρίου έως την 31η Δεκεμβρίου 2013,

2.     καταβληθούν στο ίδιο προσωπικό οι αποδοχές από την 1η Ιανουαρίου έως 28η Φεβρουαρίου 2014,

3.     εξασφαλιστεί η περαιτέρω μισθοδοσία του προσωπικού,

4.     καλυφθούν οι βασικές λειτουργικές ανάγκες 

Είμεθα σε θέση να διαβεβαιώσουμε ότι κατ’ αυτό τον τρόπο θα διασφαλιστεί η εύρυθμη λειτουργία του ΕΚΕΒΙ, η οποία περιλαμβάνει επίσης τη λειτουργία του προγράμματος «Φιλαναγνωσία» (ΕΣΠΑ), για την οποία έχει συντελεστεί η σχετική προεργασία, καθώς και την κανονική λειτουργία της ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ, για την μη λειτουργία της οποίας υπάρχουν έντονες διαμαρτυρίες εκ μέρους των εκδοτών και βιβλιοπωλών της Ελλάδας.  

Για την υλοποίηση των παραπάνω είναι αναγκαία προϋπόθεση η άμεση διάθεση τουλάχιστον 500.000 ευρώ. 

Επισυνάπτεται κατάλογος Επιτροπών για την οργανωτική κάλυψη της Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης. 

Τα παριστάμενα μέλη του Δ.Σ. του ΕΚΕΒΙ: 

Ο Πρόεδρος,

Νικόλαος Ζωρογιαννίδης
 

Ο Αντιπρόεδρος,

Διονύσιος Μαγκλιβέρας

 
Τα μέλη: 

Αθανάσιος Μαράντος 

Χριστίνα Κυριακοπούλου 

Γιώργος Ψύχαλος 

Νικόλαος Λαμπρόπουλος

Γιολάντα Πατεράκη

Παρασκευή, 7 Φεβρουαρίου 2014

ΝΑΙ και από τον Υπουργό Πολιτισμού στην ΕΝΙΑΙΑ ΤΙΜΗ. Από συνειδητοποιημένους αναγνώστες, εκδότες και βιβλιοπώλες δίνεται συντονισμένα η πιο μεγάλη μάχη για τη σωτηρία του βιβλίου.

 
O υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού, Πάνος Παναγιωτόπουλος, επιβεβαίωσε σήμερα σε εκπροσώπους του εκδοτικού και λογοτεχνικού χώρου τη θέση του υπέρ της διατήρησης της ενιαίας τιμής, θέμα για το οποίο υπάρχει σε εξέλιξη διάλογος με την ηγεσία του υπουργείου Ανάπτυξης.
«Ο θεσμός της ενιαίας τιμής του βιβλίου λειτουργεί θετικά και θα υποστηρίξουμε τη διατήρησή του», τόνισε ο υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού, Πάνος Παναγιωτόπουλος, σε σημερινή σύσκεψη με εκπροσώπους του εκδοτικού και λογοτεχνικού χώρου.
«Είμαι γενικά υπέρ της απελευθέρωσης της αγοράς εκεί όπου αυτή μπορεί να προσφέρει στον καταναλωτή, δηλαδή στον πολίτη. Όμως, το βιβλίο δεν είναι σε διατίμηση. Ούτε η εκδοτική αγορά είναι κλειστή. Πιστεύω ότι ο θεσμός της ενιαίας τιμής λειτουργεί θετικά και η κατάργησή του δεν θα λύσει προβλήματα. Αντίθετα θα δημιουργήσει νέα».

Με αυτά τα λόγια ο υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού, Πάνος Παναγιωτόπουλος, επιβεβαίωσε σήμερα σε εκπροσώπους του εκδοτικού και λογοτεχνικού χώρου τη θέση του υπέρ της διατήρησης της ενιαίας τιμής, θέμα για το οποίο υπάρχει σε εξέλιξη διάλογος με την ηγεσία του υπουργείου Ανάπτυξης.

«Η κατάργηση της ενιαίας τιμής του βιβλίου δε θα επηρεάσει καταστροφικά μόνο την αγορά του βιβλίου. Θα επηρεάσει σοβαρά τη γλώσσα και τον πολιτισμό μας», τόνισε στη σύσκεψη με τον υπουργό ο κ. Αθανάσιος Ψυχογιός, Πρόεδρος της Ένωσης Ελληνικού Βιβλίου. Την ΕΝΕΛΒΙ εκπροσώπησαν επίσης οι κ.κ. Ιωάννης Κωνστανταρόπουλος και Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος. Το Σύνδεσμο Εκδοτών Βιβλίου εκπροσώπησε ο κ. Γιώργος Νίκας, το Σύλλογο Εκδοτών Βιβλίου Αθηνών ο κ. Φαίδων Κυδωνιάτης, την Εταιρία Συγγραφέων ο κ. Δημήτρης Καλοκύρης, ενώ στη συνάντηση  συμμετείχε ο Διευθυντής Γραμμάτων του ΥΠΠΟΑ κ. Αθανάσιος Μαράντος και παράγοντες του υπουργείου.

«Αντιλαμβάνομαι ότι το θέμα δεν αφορά μόνο έναν εμπορικό χώρο», είπε ο κ. Παναγιωτόπουλος μετά τις τοποθετήσεις των παρισταμένων. «Άλλωστε, και τα βιβλιοπωλεία, που διαπιστώνω με ενδιαφέρον ότι αρχίζουν και πάλι να τολμούν μέσα στην κρίση, δεν έχουν μόνο μια σεβαστή εμπορική διάσταση. Είναι και χώροι αγοράς με την αρχαία έννοια, είναι πεδία ανταλλαγής απόψεων και καλλιέργειας του πολιτισμού. Αυτή η λειτουργία τους δεν πρέπει να υπονομευθεί».

Σε συζήτηση, εξάλλου, για τη φετινή Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης, που προγραμματίζεται τον Μάιο, συμπίπτει δηλαδή φέτος με την περίοδο των ευρωπαϊκών και αυτοδιοικητικών εκλογών, εξετάστηκε το ενδεχόμενο για την καλύτερη προβολή της να μετατεθεί κατά τον Σεπτέμβριο ή Οκτώβριο. Ο κ. Παναγιωτόπουλος ζήτησε επίσης να προχωρήσουν συνεννοήσεις με πρεσβείες και άλλους διεθνείς φορείς για την ενίσχυση του διεθνούς χαρακτήρα της διοργάνωσης.

Αναφερόμενος τέλος στο θέμα του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου, ο υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού επισήμανε ότι η απόφαση να καταργηθεί ήταν ειλημμένη, «αλλά δε θα μπορούσε η χώρα να μην έχει ένα σοβαρό, δημόσιο φορέα για το βιβλίο». Διαβεβαίωσε δε ότι η ένταξη των αρμοδιοτήτων του ΕΚΕΒΙ στο αναμορφούμενο Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού (όπως μετονομάζεται το Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού) προχωρεί εντατικά. 
πηγή naftemporiki.gr 5-2-2014
 


"ΓΙΑΤΙ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ Η ΕΝΙΑΙΑ ΤΙΜΗ ΒΙΒΛΙΟΥ"

Την Τρίτη 4 Φεβρουαρίου, πραγματοποιήθηκε ανοικτή συζήτηση με θέμα "Γιατί χρειάζεται η ενιαία τιμή βιβλίου" με τη συμμετοχή του δημοσιογράφου Πάσχου Μανδραβέλη, του συγγραφέα και πρώην προέδρου του ΕΚΕΒΙ Τάκη Θεοδωρόπουλου και του εκδότη Στέφανου Πατάκη. Τη συζήτηση συντόνισε η δημοσιογράφος Όλγα Τρέμη.
Ο Κος Πατάκης προσπάθησε να αντιμετωπίσει τα επιχειρήματα του Πάσχου Μανδραβέλη που εκπροσωπεί μερίδα δημοσιογράφων οι οποίοι τάσσονται υπέρ της κατάργησης της ενιαίας τιμής. Δόθηκε πραγματική μάχη και αυτό θα έχει συνέχεια και σήμερα το απόγευμα.
Στην εκδήλωση παρευρέθηκε πλήθος συγγραφέων, εκδοτών, πολιτικών προσώπων, δημοσιογράφων και ξένων ανταποκριτών.
Αναλυτικά:
Ο Δήμαρχος Αθηναίων Γιώργος Καμίνης

Οι βουλευτές: Φωτεινή Πιπιλή, Γιάννης Καράμπελας, Πύρρος Δήμας, Πέτρος Τατσόπουλος, Γιώργος Τσακνιάς, Άντζελα Γκερέκου, Παναγιώτης Κουρουμπλής και Σπύρος Λυκούδης.
Επίσης, παρευρέθηκαν οι: Δημοσθένης Δαββέτας, σύμβουλος του Πρωθυπουργού για θέματα πολιτισμού, ο υπεύθυνος γραφείου τύπου του Υπ. Πολιτισμού Φώτης Απέργης εκ μέρους του υπουργού Πολιτισμού, ο Σωτήρης Σιώκος, υπεύθυνος τομέα πολιτισμού ΣΥΡΙΖΑ, ο Γιάννης Κακουλίδης, υπ. τομέα πολιτισμού ΔΗΜΑΡ, και ο Θύμιος Δρόσος, γρ. πολιτικού σχεδιασμού Νέας Μέρας.
Εκπρόσωποι των εκδοτικών οίκων: Ψυχογιός, Διόπτρα, Μίνωας, Άγρα, Καστανιώτη, Εστία, Σιδέρη, Αστάρτη, Ενάλιος, Παπαζήση, Ίκαρος, Αιώρα, Ελευθερουδάκης, Πάπυρος, Παπασωτηρίου, Μεταίχμιο, Πεδίο, Ελληνοεκδοτική, Τόπος κ.ά.
Ιδιοκτήτες των βιβλιοπωλείων: Παπασωτηρίου, Ελευθερουδάκη, Ευριπίδης και Πρωτοπορία.
Τέλος, πλήθος συγγραφέων, μεταξύ των οποίων οι: Μάρκαρης, Τριανταφυλλάκης, Κοντολέων, Κοκκινάκη, Νευροκοπλή, Γαλανάκη, Συμπάρδης, Γκουρογιάννης, Μήτσου, Κούρτοβικ. 
Ο Δήμαρχος Αθηναίων κ. Γιώργος Καμίνης τάχθηκε υπέρ της Ενιαίας Τιμής του Βιβλίου και εξέφρασε την πρόθεσή του να καταθέσει και σχετικό ψήφισμα στο Δημοτικό Συμβούλιο της Αθήνας, μέσα στις επόμενες ημέρες. 
Ο κ. Φώτης Απέργης, μεταφέροντας την άποψη του υπουργού Πολιτισμού και λέγοντας ότι έχει ξεκινήσει συζήτηση που είναι γνωστή στον εκδοτικό και λογοτεχνικό χώρο, είπε ότι ο Υπουργός είναι υπέρ της διατήρησης τη Ενιαίας Τιμής του βιβλίου και είναι κάτι που συζητά και με τον κ. Χατζηδάκη. Αύριο στο υπουργείο θα συζητήσει και με εκπροσώπους του εκδοτικού κόσμου και τόνισε ότι σε κάθε περίπτωση η κυβερνητική πολιτική δεν είναι δεδομένη για το συγκεκριμένο θέμα και ο ίδιος θα υποστηρίξει την διατήρηση της Ενιαίας Τιμής με όλες του τις δυνάμεις.
Ο κ. Δημοσθένης Δαββέτας δεν μίλησε εκ μέρους του πρωθυπουργού, αλλά είπε ότι προσωπικά θα εισηγηθεί υπέρ της Ενιαίας Τιμής Βιβλίου, εξηγώντας ότι παρότι είναι υπέρ της φιλελεύθερης αγοράς, η κατάργηση της ενιαίας τιμής του βιβλίου θα οδηγήσει στην "σταροποίηση" των βιβλίων, αναγκάζοντας συγγραφείς πολλούς και ταλαντούχους να μείνουν στην άκρη, αν δεν είναι σταρ ή δεν πουλάνε πολύ.
Εκ μέρους της πλειοψηφίας της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΠΑΣΟΚ, μίλησε η βουλευτής Άντζελα Γκερέκου τονίζοντας ότι ο Ευάγγελος Βενιζέλος είναι ο άνθρωπος που πρωτοστάτησε σε όλο αυτό, δήλωσε ότι είναι αναγκαίο να προστατευθεί το βιβλίο και ότι θα εισηγηθεί σχετικά και στη συντονιστική επιτροπή τους.
Η κ. Φωτεινή Πιπιλή σε σχετική ερώτηση της Όλγας Τρέμη δήλωσε ότι στην αρμόδια επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου στην οποία συμμετέχει, η απαίτηση του ΟΑΣΑ που μπλέκει βιβλία, γάλα και ψωμί δεν έχει έρθει ακόμα για συζήτηση και δεν ξέρει ούτε καν αν θα έρθει. Δήλωσε ότι παρευρέθηκε για να ενημερωθεί, διότι είναι υπέρ της απελευθέρωσης της αγοράς, όμως όσον αφορά στο βιβλίο είναι υπέρ των μικρών βιβλιοπωλείων τα οποία πρέπει και να στηρίξουμε. Θα προτείνει αν το θέμα έρθει στην επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου, που είναι εντελώς τεχνοκρατική επιτροπή, να φύγει από αυτή και να πάει στην επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής, γιατί δεν είναι θέμα που αφορά μόνο στην τιμή αλλά είναι θέμα των ελληνικών αξιών, πρώτιστη των οποίων είναι η γλώσσα και κατά συνέπεια το βιβλίο.
Ο κ. Γιάννης Καράμπελας παρότι είναι υπέρ της απελευθέρωσης της αγοράς, καταλαβαίνει ότι με την κατάργηση του υπάρχοντος νόμου δεν μπορεί να προστατευθεί η γλώσσα μας αλλά και τα βιβλιοπωλεία της επαρχίας καθώς τα ποιοτικά βιβλία δεν θα πηγαίνουν στην επαρχία. Η άποψή του συγκλίνει με αυτή της διατήρησης της ενιαίας τιμής βιβλίου.
Υπέρ της ενιαίας τιμής του βιβλίου τοποθετήθηκε και ο Πέτρος Τατσόπουλος, θέτοντας το ρητορικό ερώτημα γιατί οι διαβόητες "κομμουνιστικές" χώρες όπως η Γερμανία και η Γαλλία έχουν την ενιαία τιμή βιβλίου.  Για το οποίο είπε ότι ο λόγος είναι ότι δεν θέλουν να αφήσουν τις τιμές αχαλίνωτα προς τα πάνω, όπως θα επικρατήσει αν μεγάλα βιβλιοπωλεία και μονοπώλια αποφασίζουν σε ποια τιμή αγοράζουν και διαθέτουν τα βιβλία.  
Υπέρ της ενιαίας τιμής βιβλίου τάχθηκε και ο Παναγιώτης Κουρουμπλής ο οποίος μεταξύ άλλων είπε ότι η απελευθέρωση της τιμής των βιβλίων θα οδηγήσει σε μία νέα ζούγκλα μετατρέποντας το βιβλίο σε ελιτίστικο προϊόν για λίγους.

Χαρακτηριστικά δημοσιεύματα των εφημερίδων "ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ" και "Η ΑΥΓΗ"
από τη συζήτηση για την ενιαία τιμή


Πάσχος Μανδραβέλης, Ολγα Τρέμη, Τάκης Θεοδωρόπουλος, Στέφανος Πατάκης

Διακομματικό «ναι» στην ενιαία τιμή βιβλίου


Τα υπέρ και τα κατά για την κατάργηση του μέτρου σε ανοικτή συζήτηση στον «Ιανό»


Γνωρίζει άραγε ο πρωθυπουργός τι σημαίνει ενιαία τιμή βιβλίου και τι συνέπειες μπορεί να έχει τυχόν κατάργησή της; Ο σύμβουλός του για τα πολιτιστικά, Δημοσθένης Δαββέτας, ακόμα να συζητήσει μαζί του γι' αυτό το καυτό θέμα. Μόλις όμως του δοθεί η ευκαιρία, θα εισηγηθεί υπέρ της διατήρησης του μέτρου.

Αυτό τουλάχιστον ισχυρίστηκε ο τελευταίος χθες στον «Ιανό», ωθούμενος, όπως εξήγησε, «από την αγωνία τού συγγραφέα τα έργα τού οποίου δεν εμπίπτουν στην κατηγορία των μπεστ σέλερ». Υπέρ της ενιαίας τιμής δήλωσε μέσω συνεργάτη του και ο υπουργός Πολιτισμού, Πάνος Παναγιωτόπουλος, υποστηρίζοντας πως η σχετική κυβερνητική πολιτική «δεν είναι ακόμα δεδομένη», ενώ αντίστοιχα θετικό εμφανίστηκε και το συγκυβερνών ΠΑΣΟΚ, εναρμονισμένο με τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ και της ΔΗΜΑΡ. Λέτε ο κίνδυνος ν' αποσοβηθεί; Εκείνοι πάντως που στέκονται αρνητικά απέναντι στις προστατευτικές διατάξεις για το βιβλίο, πρέπει να αισθάνονται πλέον μεγάλη μοναξιά...

Ως και η «βιτρίνα» του MEGA επιστρατεύτηκε για να ευαισθητοποιηθούν η κυβέρνηση και η κοινή γνώμη γύρω από το διακύβευμα της ενιαίας τιμής. Πλαισιωμένη από τον εκδότη Στέφανο Πατάκη, τον συγγραφέα και αρθρογράφο Τάκη Θεοδωρόπουλο και τον δημοσιογράφο Πάσχο Μανδραβέλη, με την ιδιότητα του «καταναλωτή», η Ολγα Τρέμη συντόνισε τη χθεσινή συζήτηση, παρουσία του δημάρχου Αθηναίων, Γιώργου Καμίνη (πλησιάζουν οι δημοτικές εκλογές...) και δεκάδων εκδοτών, βιβλιοπωλών, συγγραφέων και πολιτικών. Ανάμεσά τους οι Πέτρος Μάρκαρης, Ρέα Γαλανάκη, Πέτρος Τατσόπουλος, Σταύρος Πετσόπουλος, Κατερίνα Καρύδη, Θάνος Ψυχογιός, Εύα Καραϊτίδη, Αντζελα Γκερέκου, Σπύρος Λυκούδης, Παναγιώτης Κουρουμπλής, Γιάννης Κακουλίδης, Πύρρος Δήμας, Φωτεινή Πιπιλή. Η τελευταία, ως βουλευτής της Ν.Δ., παρότρυνε τους επαγγελματίες του βιβλίου να πιέσουν ώστε το θέμα της ενιαίας τιμής, λόγω της ιδιαιτερότητάς του, να εξεταστεί από την Επιτροπή των Μορφωτικών -και όχι των Εμπορικών- Υποθέσεων της Βουλής, ενώ ο συνάδελφός της Γιάννης Καράμπελας, μετά το τέλος της κουβέντας, ομολόγησε πως τείνει να ενστερνιστεί τα επιχειρήματα υπέρ της διατήρησης της επίμαχης διάταξης.
«Η αγορά του βιβλίου είναι πλήρως απελευθερωμένη και από τις πιο ανταγωνιστικές της οικονομίας μας» επισήμανε ο Τάκης Θεοδωρόπουλος, θυμίζοντας πως όπου εφαρμόζονται μέτρα όπως της ενιαίας τιμής η ποικιλία στη βιβλιοαγορά είναι τεράστια: «Το βιβλίο», τόνισε, «είναι η κιβωτός της ελληνικής γλώσσας, χωρίς αυτό δεν υπάρχει πολιτιστική ζωή. Αν καταστραφεί ο τρόπος διακίνησής του και οδηγηθούμε σε μονοπωλιακές καταστάσεις, δεν θα υπάρχουν βιβλία για να φθηνύνουνε». Ο Πάσχος Μανδραβέλης, από τους «λιγοστούς εναπομείναντες αναγνώστες στη χώρα», όπως αυτοσυστήθηκε, φάνηκε πεπεισμένος πως τίποτε θεαματικό δεν θα συμβεί αν το μέτρο καταργηθεί. «Καλύτερα να διαβάζει ο κόσμος βιβλία σαν τις "Πενήντα αποχρώσεις του γκρι", παρά να βλέπει τηλεόραση. Ας υπάρχει ελευθερία του επιχειρείν και θα βρεθούν λύσεις» είπε, ομολογώντας πως ο ίδιος αγοράζει πλέον αγγλικά δοκίμια από το Amazon στη μισή τιμή.
«Οποιος πιστεύει ότι θ' ανέβει η αναγνωσιμότητα με τη μείωση των τιμών, είναι βαθιά νυχτωμένος» ήταν η πληρωμένη απάντηση του Πέτρου Μάρκαρη, ενώ τόσο ο Στέφανος Πατάκης όσο και ο Πέτρος Τατσόπουλος υποστήριξαν πως η κατάργηση του μέτρου θα φέρει τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα: όσο τα ισχυρά βιβλιοπωλεία θα διεκδικούν μεγαλύτερες εκπτώσεις από τους εκδότες τόσο οι τελευταίοι θα φουσκώνουν τις τιμές, μετακυλίοντας το κόστος των βιβλίων στους αγοραστές.
«Αν καταργηθεί η ενιαία τιμή, οι μεγάλες αλυσίδες και τα σουπερμάρκετ, που δεν θα έχουν το χώρο ενός βιβλιοπωλείου ούτε το εκπαιδευμένο προσωπικό, θα ζητούν μόνο ευπώλητα βιβλία», εξηγεί και η Ελενα Ακρίτα σε πρόσφατο κείμενό της που αναρτήθηκε στον ιστότοπο των εκδόσεων «Διόπτρα» και το οποίο καταλήγει ως εξής: «Υπάρχουν πολλές χώρες στον κόσμο που έχουν νόμους ενιαίας τιμής και υπάρχουν πολλές χώρες που δεν έχουν. Οι πιο πολιτισμικά κοντινές σε εμάς, που είναι και οικονομικοί σύμμαχοί μας στην Ευρωζώνη, έχουν νομοθεσία που προστατεύει το βιβλίο: Ιταλία, Γαλλία, Ισπανία, Γερμανία. Πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Γαλλία. Πριν από λίγες ημέρες (συγκεκριμένα στις 8 Ιανουαρίου), η Γερουσία της Γαλλίας αποφάσισε να ενισχύσει τον ήδη υπάρχοντα νόμο προστασίας των βιβλίων (περίφημος νόμος Lang), έχοντας στο μυαλό τη μονοπωλιακή γιγάντωση του Amazon, το οποίο έχει ευρωπαϊκή έδρα στο Λουξεμβούργο για να αποφεύγει φόρους. Το ασυνήθιστο είναι ότι ο νέος νόμος προτάθηκε από την αξιωματική αντιπολίτευση και ψηφίστηκε ομόφωνα τόσο από τη Δεξιά όσο και από την κυβέρνηση των Σοσιαλιστών. Το δίλημμα είναι σαφές. Θέλουμε να προστατεύσουμε το βιβλίο ή όχι;». Θα φανεί.
πηγή: εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 6-2-2014

Πυρ ομαδόν κατά Μανδραβέλη 
      
Οι "Τρεις Τετάρτες για το βιβλίο" του ΣΥΡΙΖΑ, μέσα από τις οποίες γίνεται εμφανής ο πρωτεύων ρόλος που δίνει η αξιωματική αντιπολίτευση στον κρίσιμο χώρο του βιβλίου για τη χάραξη της πολιτιστικής της πολιτικής, φαίνεται πως προκαλούν παράλληλες δράσεις, όπως η χθεσινή εκδήλωση που οργάνωσε το βιβλιοπωλείο "Ιανός" για την Ενιαία Τιμή του Βιβλίου, με ομιλητές τους Πάσχο Μανδραβέλη, Τάκη Θεοδωρόπουλο και Στέφανο Πατάκη και συντονίστρια την Όλγα Τρέμη.

·         Υπέρ της ενιαίας τιμής βιβλίου
Οι εκπρόσωποι του χώρου του βιβλίου κατέρριψαν την επιχειρηματολογία του Πάσχου Μανδραβέλη, του μοναδικού που υποστήριξε την κατάργηση της Ενιαίας Τιμής του Βιβλίου, με το επιχείρημα ότι είναι υπέρ της ελευθερίας της αγοράς, για να λάβει την απάντηση από τον Στέφανο Πατάκη: "Και εμείς είμαστε υπέρ της ελευθερίας, μόνο που δεν την βλέπουμε οικονομικά". Επεσήμανε μάλιστα ότι οι εκδότες δεν είναι συντεχνία, όπως τους κατηγόρησε, αντιθέτως αγωνίζονται σε δύσκολες οικονομικές συνθήκες να διατηρήσουν χαμηλές τιμές στο ποιοτικό βιβλίο, προσθέτοντας μάλιστα ότι "ακόμη και αυτοί που πιστεύουν στον νεοφιλελευθερισμό βάζουν όρια".

Στην τοποθέτησή του ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Παναγιώτης Κουρουμπλής έκανε σαφές ότι: "Αν μπούμε στη λογική της πλήρους απελευθέρωσης στην τιμή του βιβλίου, θα κάνουμε άλλη μία ζούγκλα στη χώρα", σε μια χώρα μάλιστα που η αγορά της λειτουργεί με καρτέλ και δεν μπορεί να διασφαλίσει ούτε τα βασικά αγαθά σε χαμηλές τιμές για τους πολίτες της. "Η κατάργηση της ενιαίας τιμής θα οδηγήσει σε μια ελιτίστικη λογική που θα κάνει το βιβλίο απαγορευτικό για τους περισσότερους".

"Απερίσκεπτη" χαρακτήρισε ο Τάκης Θεοδωρόπουλος την απόφαση κατάργησης του νόμου για την Ενιαία Τιμή του Βιβλίου. Επεσήμανε επίσης ότι η αύξηση του αναγνωστικού κοινού στην Ελλάδα δεν είναι θέμα τιμής, είναι θέμα εκπαίδευσης, όπως συμβαίνει αντίστοιχα σε Γαλλία και Γερμανία.

Ο Π. Μάρκαρης μετέφερε την εικόνα που επικρατεί στο εξωτερικό στην αγορά του βιβλίου, κάνοντας σαφή την αντιδιαστολή ανάμεσα στις χώρες που απελευθερώθηκε πλήρως η τιμή του. Στην Αγγλία, είπε, το βιβλίο πωλείται μόνο στα σούπερ μάρκετ, ενώ αντιθέτως στη Γαλλία και τη Γερμανία τα μικρά βιβλιοπωλεία σφύζουν από ζωή διατηρώντας τη σχέση συγγραφέα - βιβλιοπώλη - αναγνώστη ανοιχτή και αμφίδρομη.

Εκ μέρους του υπουργείου Πολιτισμού, τόσο ο σύμβουλος του υπουργού Δημοσθένης Δαβέττας όσο και ο Φώτης Απέργης, οι οποίοι παρίσταντο κάτω από τη σθεναρή υπεράσπιση από τον κόσμο των γραμμάτων και του πολιτισμού της Ενιαίας Τιμής του Βιβλίου, δεσμεύτηκαν πως θα εισηγηθούν να διασφαλιστεί η διατήρησή της.

πηγή: εφημερίδα Η ΑΥΓΗ 6-2-2014

Πέμπτη, 6 Φεβρουαρίου 2014

Σε απεργία από σήμερα οι εργαζόμενοι του ΕΚΕΒΙ. Απλήρωτοι για πάνω από πέντε μήνες, χωρίς σχέση εργασίας για πάνω από επτά μήνες και έχοντας εξαντλήσει κάθε όριο προσωπικής και επαγγελματικής υπομονής


ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΑΠΕΡΓΙΑΣ (6/2/2014) 

Από σημερινά δημοσιεύματα πληροφορηθήκαμε πως ο Υπουργός κ. Παναγιωτόπουλος διαβεβαίωσε τους εκπροσώπους του εκδοτικού και λογοτεχνικού χώρου με τους οποίους συναντήθηκε χθες ότι «η ένταξη των αρμοδιοτήτων του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου στο αναμορφούμενο Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού (όπως μετονομάζεται το Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού) προχωρεί εντατικά».

Εμείς που εργαζόμαστε καθημερινά στο ΕΚΕΒΙ δεν γνωρίζουμε όσα γνωρίζει ο κ. Υπουργός. Το σχέδιο νόμου με τους 21 φορείς υπό κατάργηση δεν έχει ψηφισθεί ακόμα. Αναρωτιόμαστε, λοιπόν, αν είναι περιττό να υπενθυμίσουμε ότι το ΕΚΕΒΙ βρίσκεται σε νόμιμη λειτουργία. Κανένας από τους πολιτειακούς παράγοντες που έχουν οριστεί να διαχειριστούν το θέμα, με πρώτον από όλους τον ίδιο τον κ. Υπουργό δεν ενδιαφέρεται ούτε για το ΕΚΕΒΙ ούτε για το βιβλίο ούτε για τους εργαζόμενους.

Κατόπιν τούτου, ως εργαζόμενοι στο ΕΚΕΒΙ διαβεβαιώνουμε με τη σειρά μας ότι δεν έχουμε έως σήμερα ανταποκριθεί ή υποστηρίξει ούτε προτιθέμεθα να ανταποκριθούμε ή να υποστηρίξουμε καμία ενέργεια ή δραστηριότητα που θα αφορούσε σε μεταφορά αρμοδιοτήτων από το ΕΚΕΒΙ στο ΕΙΠ ή οπουδήποτε αλλού, δεδομένου ότι κάτι τέτοιο θα παραβίαζε κάθε μορφή έλλογης τάξης: πολιτικής, νομικής, ηθικής, δεοντολογικής, διοικητικής ή υπηρεσιακής.

 Επειδή, λοιπόν, φαίνεται ότι για τον κ. Υπουργό όλα αυτά αποτελούν «λεπτομέρειες», επειδή, επίσης, ουδόλως τον απασχολεί το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι στο ΕΚΕΒΙ είμαστε απλήρωτοι για πάνω από πέντε μήνες και χωρίς σχέση εργασίας για πάνω από επτά μήνες, θεωρώντας, δηλαδή, ότι έχουμε εξαντλήσει κάθε όριο προσωπικής και επαγγελματικής υπομονής, στη Γενική μας Συνέλευση αποφασίσαμε να προχωρήσουμε από σήμερα σε απεργία μέχρι να αποκατασταθούν οι όροι και οι συνθήκες της απασχόλησής μας στο ΕΚΕΒΙ.
 
Τέλος, και με αυτή την αφορμή, δηλώνουμε, για μία ακόμη φορά, ότι θα εξακολουθήσουμε να προσπαθούμε για τη διατήρηση και αναβάθμιση του ΕΚΕΒΙ ως αυτοτελούς φορέα ισχυρού και αποτελεσματικού με συμμετοχή των ανθρώπων του βιβλίου που θα διευρύνει ολοένα και περισσότερο την απήχησή του στην ελληνική κοινωνία.

Δευτέρα, 3 Φεβρουαρίου 2014

Δημόσιες βιβλιοθήκες: Προϋποθέσεις για μια αριστερή πολιτική


Του Άρη Μαραγκόπουλου

Η κοινωνία που αδιαφορεί, όπως η δική μας, για την ανάπτυξη των βιβλιοθηκών ως οργανικών στοιχείων της είναι μια ακατέργαστη, φοβική κοινωνία.

Όταν συζητάμε για πολιτική βιβλίου το 2014, οφείλουμε πρώτα να συμφωνούμε σε ορισμένα δεδομένα που παγκοσμίως έχουν συνδιαμορφώσει τον χαρακτήρα του τις τελευταίες τρεις με τέσσερις δεκαετίες. 

1. Το βιβλίο μετατράπηκε από ανθρωπιστικό αγαθό σε αναλώσιμο προϊόν μαζικής κατανάλωσης. Έχασε δηλαδή τον αυθεντικό του ρόλο, που είναι η διά βίου καλλιέργεια του αναγνώστη.

2. Το βιβλίο στην εκπαίδευση, και κυρίως στο λύκειο, επίσης έχασε τον αυθεντικό παιδευτικό του ρόλο. Το βιβλίο απουσιάζει θεαματικά από τη νεανική κουλτούρα. Το υποκαθιστούν το διαδίκτυο και η τηλεόραση.

3. Το αμιγές βιβλιοπωλείο έχασε τους σταθερούς του αναγνώστες και απέκτησε ευκαιριακούς πελάτες ευπώλητων σκουπιδιών. Χάνοντας τον αναγνώστη το βιβλιοπωλείο έχασε τον λειτουργικό πολιτιστικό του ρόλο. 

Ο πάγιος ρόλος της βιβλιοθήκης

Όποιος δεν χρησιμοποιεί βιβλία για τη δουλειά του, την ενημέρωσή του, την επιμόρφωσή του, την ψυχή του, βιβλία για την κατανόηση του εαυτού του και του κόσμου λογίζεται, και δικαίως, αμόρφωτος, ακατέργαστος άνθρωπος. Η κοινωνία που αδιαφορεί, όπως η δική μας, για την ανάπτυξη των βιβλιοθηκών ως οργανικών στοιχείων της γειτονιάς, της κοινότητας, του χώρου εργασίας, του σχολείου, του κάθε κοινωνικού χώρου, είναι μια αμόρφωτη, ακατέργαστη, φοβική κοινωνία.

Είναι η ίδια που επέτρεψε στο βιβλίο να γίνει αναλώσιμο προϊόν, στο σχολείο να χάσει τον ρόλο του και στο βιβλιοπωλείο τον αναγνώστη του. Κοινωνία χωρίς δανειστικές δημόσιες βιβλιοθήκες, που εξ ορισμού εντάσσουν την ανάγνωση βιβλίου στην κουλτούρα όλων ανεξαιρέτως των πολιτών, είναι ανάπηρη κοινωνία, υποταγμένη στην εξουσία της αμορφωσιάς εκείνης που γεννάει τον φασισμό. 

Δημόσια βιβλιοθήκη και πολιτιστικός ιμπεριαλισμός

Υπάρχει μια συγκεκριμένη ιμπεριαλιστική πολιτική για τον πολιτισμό παγκοσμίως σήμερα. Στην Ελλάδα εφαρμόζεται πολύ μεθοδικά, υπό το προσωπείο της φιλάνθρωπης χορηγίας, και αποτελεί το μικροπείραμα, στον ευρύτερο σχεδιασμό υποταγής του σκεπτόμενου πολίτη, κυρίως του Ευρωπαίου πολίτη, στην εξουσία της χρηματιστηριακής αγοράς. Είναι γνωστό πώς εφαρμόζεται εδώ αυτή η πολιτική σε σχέση με τις βιβλιοθήκες: 

Βήμα πρώτο: Ένας «ευεργέτης», εν προκειμένω το ίδρυμα Νιάρχου, παραλαμβάνει από το κράτος την (ομολογουμένως) περιορισμένων έως τώρα δυνατοτήτων Εθνική Βιβλιοθήκη με σκοπό να τη μεταστεγάσει δωρεάν σε αρτιότερες εγκαταστάσεις. Στην ουσία, όμως, αποκτά αδιαπραγμάτευτα την εθνική πολιτισμική παρακαταθήκη, την εθνική μνήμη. Από αυτή την προνομιακή θέση τη διαχειρίζεται με τους όρους ενός παγκοσμιοποιημένου παιχνιδιού συμφερόντων όπου οι ισχυρότεροι παίκτες (αυτοί που καθορίζουν τη στρατηγική του πολιτισμικού ιμπεριαλισμού σήμερα) είναι η Google, η Vodafone, το Bill & Melinda Gates Foundation (και οι τρεις «συνεργάζονται» στο γενικότερο σχέδιο για την Εθνική Βιβλιοθήκη!), το γερμανικό κονσόρτσιουμ των μίντια Bertelsmann - Penguin Random House-RTL Group κ.ά. 

Βήμα δεύτερο: με άξονα την Εθνική Βιβλιοθήκη, ο «ευεργέτης» προχωρά στη συγκρότηση ενός ελεγχόμενου από τον ίδιο Δικτύου με τις 120 καλύτερα οργανωμένες δημόσιες και δημοτικές βιβλιοθήκες της χώρας (πρόγραμμα Future Library). Τι κάνει αυτό το δίκτυο; Μετατρέπει τις αμαχητί παραχωρημένες στον «ευεργέτη» βιβλιοθήκες σε προεκτάσεις της διαδικτυακής αγοράς. Ακούγεται ίσως γοητευτικό, αλλά μόνο σε όσους αγνοούν ότι το διαδίκτυο λειτουργεί κυρίως ως απέραντο εργοστάσιο - παιχνιδότοπος, όπου όλοι προσφέρουν δωρεάν 24ωρη εργασία και όλοι αποτελούν αποθεματικό κεφάλαιο για τις εταιρείες που το ελέγχουν.

Στο διαδίκτυο κυριαρχεί η ψευδαίσθηση του δωρεάν, η ψευδαίσθηση της δημοκρατίας, η ψευδαίσθηση του λαμπερού όπως η οθόνη σου κόσμου, στο διαδίκτυο φαντασιώνεις τα πάντα, αγοράζεις τα πάντα, υποδύεσαι τα πάντα. Στο διαδίκτυο κυρίως παίζεις, σπανίως είσαι. Στο διαδίκτυο αγοράζεσαι ακόμα και όταν αγοράζεις.

Υπό αυτούς ακριβώς τους όρους λειτουργεί το «φιλάνθρωπο» πρόγραμμα του Future Library του Ιδρύματος Νιάρχου. Το διαπιστώνουμε καθαρά στην πιο προωθημένη του δράση, τα media labs, που τώρα ακόμα λειτουργούν πιλοτικά σε εννέα από τις 120 βιβλιοθήκες της χώρας. Ποιο είναι το σύνθημα των media labs; Διατυπώνεται, με πρωτοφανή αναίδεια, στη γλώσσα των εμπνευστών του: Make, Learn, Play, Relax, Share.

Το διάβασμα, εννοείται, εδώ δεν υπάρχει καθόλου ως προτροπή! Προέχουν το Play, το Relax, το Share. Κι όμως, μιλάμε για βιβλιοθήκες! Διαβάζουμε στο επίσημο πρόγραμμα του Media Lab: «Μέσα σε ένα Media Lab μπορείς να κάνεις την παραγωγή και επεξεργασία ενός βίντεο, να καταγράψεις μια ψηφιακή ιστορία, να ηχογραφήσεις ένα ραδιοφωνικό σποτ ή ακόμη και το δικό σου τραγούδι, να κάνεις μια κλειστή συνάντηση ή απλά να σερφάρεις στο διαδίκτυο και να έχεις πρόσβαση σε αποκλειστικό ψηφιακό περιεχόμενο, χαλαρώνοντας παράλληλα σε ένα ευχάριστο και φιλικό περιβάλλον». Να λοιπόν τι είδους δημόσια βιβλιοθήκη ετοιμάζεται στο πείραμα που λέγεται Ελλάδα. Μια βιβλιοθήκη αποκλειστικά προέκταση του Διαδικτύου. Μια βιβλιοθήκη - παιχνιδότοπος, μια βιβλιοθήκη video game, μια βιβλιοθήκη όπου ο χρήστης θα είναι υποψήφιος πελάτης και δωρεάν εργάτης στο διαδικτυακό αποθεματικό κεφάλαιο της όποιας Google και Vodafone. Μια βιβλιοθήκη όπου ο αυθεντικός ανθρωπιστικός ρόλος της ανάγνωσης του βιβλίου παραχωρεί τη θέση του στον αγοραίο της διαρκούς διασκέδασης, όπου η γνώση παραχωρεί τη θέση της στην πληροφορία κι όπου, το κυριότερο, η διά βίου καλλιέργεια που παρέχει το βιβλίο μεταλλάσσεται σε απλό καταναλωτισμό του εφήμερου.

Σε όλα αυτά προσθέστε ότι αυτή η πολιτική θα έχει ως άξονα την Εθνική Βιβλιοθήκη. Η οποία, στο όνομα δήθεν της μεγαλύτερης προσβασιμότητας του κοινού κ.λπ., θα μετατραπεί σε θεματικό πάρκο life-style διασκέδασης όπου ο αναγνώστης, ως χρήστης/πελάτης πλέον, θα πληρώνει τα πάντα, ακόμα και για να ξεφυλλίσει ένα βιβλίο. 

Τι να κάνουμε;

Δεν είναι φανερό, ύστερα από όλα αυτά, τι πρέπει να κάνει μια αριστερή πολιτική για το βιβλίο και τις δημόσιες βιβλιοθήκες; Υπάρχει, άραγε, ζήτημα επιλογής ανάμεσα στον ανθρωπιστικό ρόλο της δημόσιας βιβλιοθήκης και στο καταναλωτικό υβρίδιο της δυστοπίας των future labs;

Ναι, χρειαζόμαστε ένα Κρατικό (όχι κρατικιστικό) Δίκτυο Βιβλιοθηκών με κέντρο μια Εθνική Βιβλιοθήκη (και, ναι, διαθέτουμε την τεχνογνωσία). Ναι, οφείλουν οι βιβλιοθήκες να ανοιχτούν στον κόσμο των νέων (αλλά το σχολείο πρέπει παράλληλα να κινηθεί δραστικά σ' αυτή την κατεύθυνση). Ναι, το διαδίκτυο μπορεί να συντελέσει στη λειτουργικότητα της δημόσιας βιβλιοθήκης (αλλά όχι υπό κηδεμονία, όχι παραμερίζοντας τον κεντρικό ρόλο της ανάγνωσης).

Ναι, η πρώτη έκδοση των βιβλίων, όλων των βιβλίων που εκδίδονται στη χώρα κάθε χρόνο, μπορεί και πρέπει να κατευθύνεται μέσω ενός δημόσιου (όχι δημοσιοϋπαλληλικού) Δικτύου Βιβλιοθηκών σε όλες τις βιβλιοθήκες. Ναι, μια κυβέρνηση της Αριστεράς οφείλει να εργαστεί σ' αυτή την κατεύθυνση. Και, τέλος, ναι, επειδή όλοι αναρωτιούνται για το κόστος μιας ανάλογης προσπάθειας: μια φρεγάτα του Πολεμικού Ναυτικού (μείον τις μίζες), ναι, επαρκεί για να καλύψει το κόστος ενός Δημόσιου Δικτύου Λαϊκών Βιβλιοθηκών σε όλη τη χώρα. 
 


 Άρης Μαραγκόπουλος είναι συγγραφέας, εκδότης.
Το κείμενο σε μια πρώτη μορφή ακούστηκε στην εκδήλωση του τμήματος βιβλίου του ΣΥΡΙΖΑ με θέμα "Δημόσιες βιβλιοθήκες: χώροι συνάντησης και διαπαιδαγώγησης αναγνωστών", την Τετάρτη 29 Ιανουαρίου, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων "Τρεις Τετάρτες για το βιβλίο".

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Η ΑΥΓΗ 2/2/2014