Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2014

Πεθαίνοντας στην Παλαιστίνη.

Πεθαίνοντας στην Παλαιστίνη
Στέφανος Δάνδολος

Στις λωρίδες γης που περιβάλλονται από χώμα, πέτρες και χαλάσματα, τα παιδιά παίζουν κοιτώντας τον ουρανό. Παίζουν με χέρια φαγωμένα από αγκάθια, με την ψευδαίσθηση ότι ο ορίζοντας είναι μακρύς, και με τον βαθύ, ενδόμυχο φόβο της απειλής. Παρ' όλα αυτά, παίζουν. Μπορεί να μην έχουν παιδότοπους, μπορεί να μην έχουν πρόσβαση σε καταστήματα παιχνιδιών, αλλά καταφέρνουν να γεννήσουν κόσμους δικούς τους μέσα απ' το τίποτα. Το μίσος δεν τα έχει δηλητηριάσει ακόμη. Ζουν το μίσος από την μέρα της γέννησής τους και κάποτε αυτό το μίσος θα τα μετατρέψει σε ανθρώπινες μολότοφ ενάντια στον δυνάστη, προς το παρόν όμως ονειρεύονται ότι ο ορίζοντας είναι μακρύς και μεταμορφώνουν τα χαλάσματα σε ουράνια τόξα.

Μακριά από τους καταυλισμούς των Παλαιστινίων σε κείνο το διάδρομο που μοιάζει με νησίδα καταραμένων, στα νότια, άλλα παιδιά κουβαλάνε όπλα από τα δεκάξι τους. Πρόκειται για Ισραηλινά παιδιά, που δεν μπορούν καν να κουμαντάρουν τις στρατιωτικές χοντρές αρβύλες τους. Και περπατάνε σέρνοντάς τες στο χώμα, μαζί με τα βαριά τουφέκια που κρέμονται από τα λεπτά, αδύναμα χέρια τους. Τα έβλεπα στην έρημο του Νέγκεβ, στον Ιουδαϊκό άξονα πάνω στον οποίο βάδισε πριν από δύο χιλιάδες χρόνια κάποιος αιρετικός επαναστάτης που αργότερα αποκλήθηκε Γιος του Θεού επειδή μίλησε για πράγματα που οι κοινοί θνητοί δεν μπορούν να συλλάβουν. Τα έβλεπα να περιπολούν τους δρόμους γύρω από τις στρατιωτικές τους βάσεις, με βλέμμα άδειο, κουρασμένο, λες και μέσα τους είχε χιονίσει χρόνια. Ήταν δεκαπέντε, δεκάξι χρονών, μα είχαν επιστρατευθεί στον αγώνα ενάντια στον αιώνιο εχθρό και το μίσος είχε ήδη αρχίσει να επιδρά στα ζαχαρένια πρόσωπά τους. Ήταν στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας. Κάποια από αυτά θα έχουν κάνει τα δικά τους παιδιά τώρα, μα αυτό δεν θα τα εμποδίζει να σκοτώνουν παιδιά άλλων πατέρων.
Κάτω από τον ουρανό του μίσους. Κορίτσια του Ισραήλ γράφουν μηνύματα και αφιερώσεις σε ρουκέτες.
«Πρέπει να καταλάβεις ότι όλοι εδώ γεννιούνται κάτω από τον ουρανό του μίσους», μου έλεγε ο Άμος Οζ στο Τελ Αβίβ. «Μαθαίνεις να μισείς από μικρός. Μαθαίνεις να τα βλέπεις όλα από την δική σου μεριά. Όχι από την πλευρά του άλλου».
 Ένας άλλος συγγραφέας, ο Έντγκαρ Κέρετ, από τη νεότερη γενιά αυτός και πολύ-πολύ διαφορετικός στις αντιλήψεις γύρω από την αιώνια διαμάχη, μου έλεγε ότι, ναι, το μίσος μπορεί να είναι μια ισχυρή συνθήκη, αλλά πάντα έχεις την δύναμη της επιλογής. «Οι εποχές έχουν αλλάξει», μου είχε πει, αφήνοντας να πλανηθεί μια αδιόρατη αιχμή για τις απόψεις γηραιότερων σαν τον Οζ, «δεν ζούμε πια στα 1980, στα 1960 και σίγουρα πάντως δεν ζούμε στην δεκαετία του σαράντα. Πρέπει να κοιτάμε μπροστά. Κουράστηκα από το ίδιο μου το κράτος, από την φιλολογία του Ολοκαυτώματος που διέπει κάθε κύτταρο του εαυτού μας. Είμαι Ισραηλινός, ζω στο σήμερα και οι καλύτεροι μου φίλοι είναι Παλαιστίνιοι». Ο Κέρετ φαινόταν απρόσβλητος από το μίσος. Έμοιαζε σαν να μην είχε ζήσει ποτέ στον τόπο του.

Δεν είναι εύκολο να καταλάβεις τις ισορροπίες που στοιχειοθετούν την πολυκύμαντη συνύπαρξη Εβραίων-Παλαιστινίων, τους λόγους που το μίσος εξακολουθεί να σκιάζει τόσο έντονα την καθημερινότητα, τον ρόλο και την ισχύ της Ιστορίας σε μια πραγματικότητα που υποτίθεται ότι ζει στον εικοστό πρώτο αιώνα. Δεν είναι εύκολο να καταλάβεις όσα ταξίδια κι αν κάνεις εκεί, διότι το όλο σκηνικό μοιάζει με έργο του Πίντερ, τα χαμόγελα μπορεί να είναι και γκριμάτσες πόνου, μια εκδήλωση χαράς μπορεί να είναι ξέσπασμα θρήνου, οι σιωπές και οι υπαινιγμοί χτίζουν κάτι το νεφελώδες. Ό,τι συμβαίνει στον υπόλοιπο κόσμο, εκεί δεν υφίσταται. Το μόνο που υπάρχει είναι μια πληγή. Μπορεί το Ισραήλ στην σύγχρονη εποχή να είναι μια συναυλία ενός αμερικανικού συγκροτήματος, μπορεί να είναι η Ντάνα Ιντερνάσιοναλ, μπορεί να είναι η Μακάμπι, στο βάθος όμως είναι μια πληγή, που σιγοβράζει κατά τον ίδιο τρόπο που σιγοκαίει πάντα το ένα και μοναδικό κερί που θα δει ο επισκέπτης στο Μουσείο του Ολοκαυτώματος. Η ίδρυση του κράτους του Ισραήλ δεν σήμανε μόνο την εκπλήρωση του πανάρχαιου πόθου των Εβραίων να ζουν και να πεθαίνουν ελεύθεροι στη γη του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, αλλά και κάτι εντελώς καινούργιο τότε για την εβραϊκή συνείδηση του κατατρεγμού, την υποχρέωση άσκηση κρατικής βίας. Ταυτόχρονα σήμανε και την θεσμοποίηση του Ολοκαυτώματος. Το παντοτινά ασυγχώρητο έγινε θεσμός, το ανεξιλέωτο έγινε νομιμοποιητικό θεμέλιο του ίδιου του κράτους. Χωρίς το Ολοκαύτωμα είναι αβέβαιο αν το σιωνιστικό κίνημα θα πετύχαινε την ίδρυση του κράτους. Όλα αυτά όμως είναι χιλιοειπωμένα. Εκείνο που σοκάρει πια, γιατί κλιμακώνεται με μιαν ένταση η οποία παραπέμπει σε εποχές ζοφερές, είναι η επιμονή του Ισραήλ να αφανίσει μια κουκίδα που δικαιολογημένα για όλο τον υπόλοιπο κόσμο αισθάνεται ριγμένη. Και εκεί είναι που έρχεσαι να ομολογήσεις ότι αυτό το κράτος, όσα κι αν έχει, όσα κι αν πέτυχε, δεν διαθέτει το βασικότερο: ηθική ταυτότητα. Ναι, κανένα κράτος δεν φτιάχνεται από θύματα, όπως έγραψε κάποτε ο Φίλιπ Ροθ. Όμως επαναλαμβάνοντας τις πρακτικές του Ολοκαυτώματος ως θύτης πιστοποιείς ότι το τυφλό μίσος δεν είναι καν συνθήκη. Είναι επιβολή.

Κι έτσι ενώ στην έρημο του Νέγκεβ υπάρχουν ακόμα παιδιά που μαθαίνουν να οπλίζουν Καλάζνικοφ, στη Λωρίδα της Γάζας υπάρχουν παιδιά που φτιάχνουν μολότοφ από πέτρες και μικρότερα παιδιά που παίζουν στα χαλάσματα. Και αυτά τα παιδιά μοιάζουν γερασμένα από την εφηβική τους ηλικία, ίσως γιατί ξέρουν ότι δεν θα προλάβουν να γεράσουν. Εκεί, στις πέτρες της νησίδας τους, φτιάχνουν πύργους από όνειρα και περιμένουν την ειδοποίηση του δυνάστη ότι σε λίγα λεπτά θα σημειωθεί επιδρομή και ότι πρέπει να φύγουν από την παραλία. Μια ειδοποίηση όμως που κι αυτή είναι ποτισμένη από μίσος γιατί η μόνη διέξοδος είναι η θάλασσα. Πού αλλού να πάνε;

Πρώτη δημοσίευση


Ο Στέφανος Δάνδολος γεννήθηκε το 1970 στην Αθήνα. Εικοσιέξι χρόνια αργότερα εκδόθηκε το πρώτο του μυθιστόρημα "Υπνοβάτες του Σεπτέμβρη" (β΄ έκδ., εκδόσεις Πατάκη, 2001). Ακολούθησαν τα μυθιστορήματα "Ο περίγελος των αγίων" (1997), "Και φόρεσαν χειροπέδες στα πουλιά" (2000), η συλλογή διηγημάτων "Αγάπη σε δυο σταγόνες όνειρο" (1999), τα μυθιστορήματα "Νάρκισσοι και κανίβαλοι" (2002), "Νέρων" (2004), "Το αγόρι στην αποβάθρα" (2007), "Ο τελευταίος κύκνος" (2009), "Η χορεύτρια του διαβόλου" (2013). Διηγήματά του έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες και λογοτεχνικές επιθεωρήσεις του εξωτερικού, ενώ το 2008 εκπροσώπησε την Ελλάδα στο Young Writers’ World Festival που πραγματοποιήθηκε στη Σεούλ. Το 2004 χαρακτηρίστηκε από τον Παύλο Μάτεσι ο σημαντικότερος Έλληνας συγγραφέας της γενιάς του, και το 2009 τιμήθηκε με το Βραβείο Μπότση για το σύνολο του πεζογραφικού του έργου, παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας. Διετέλεσε διευθυντής της εφημερίδας "Βραδυνή".

Ο Στέφανος Δάνδολος παρουσίασε στο βιβλιοπωλείο μας το τελευταίο του βιβλίο 
Η ΧΟΡΕΥΤΡΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ τον Οκτώβριο του 2013

Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2014

Λωρίδα της Γάζας 2014. Κι ο πόνος λόγια δεν έχει ...

Tα θύματα μιας και μόνο αεροπορικής επιδρομής, που ισοπέδωσε το σπίτι της οικογένειας
 Abu Jama στη Χαν Γιούνις και σκότωσε 25 μέλη της οικογένειας. Τα 19 παιδιά.
φωτογραφία, από την κηδεία, δημοσιεύτηκε στη Χααρέτζ) πηγή http://www.left.gr/
Γι ακόμα μια φορά βιώνουμε το ίδιο σκηνικό της βαρβαρότητας και της γενοκτονίας των Παλαιστινίων από τους Ισραηλινούς. Γι ακόμα μια φορά οι διεθνείς οργανισμοί παρακολουθούν τις σφαγές αμάχων γυναικοπαίδων με το γνωστό κυνισμό της ουδετερότητας.



Οι νέες σφαγές αμάχων Παλαιστινίων μας φέρνουν και πάλι στη μνήμη το συγκλονιστικό κείμενο από το βιβλίο του Ντάλριμπλ "Ταξίδι στη σκιά του Βυζαντίου". Δεκαετίες αργότερα και δεν άλλαξε τίποτα στη πολύπαθη γη της Γάζας.

Ο πόνος λόγια δεν έχει ...

«Γι’ άλλη μια φορά προσπαθήσαμε να ξαναφτιάξουμε τη ζωή μας, αλλά το 1982 εισέβαλαν οι Ισραηλινοί και τα πολεμικά τους πλοία άρχισαν να βομβαρδίζουν τη Βηρυτό. Καθώς ήταν πάνω στον παραλιακό δρόμο, το διαμέρισμα ήταν πολύ εκτεθειμένο. Επί δεκαπέντε ημέρες δεχόμασταν επίθεση και από τη θάλασσα και από την ξηρά. Ήταν τρομακτικό. φοβόμουν κυρίως για τα παιδιά μου, μήπως ζήσω εγώ και σκοτωθούν εκείνα. Όλες τις ημέρες τις περάσαμε μέσα στο καταφύγιο, στο υπόγειο της πολυκατοικίας, ξαπλωμένοι στο πάτωμα. υπήρχαν πενήντα πέντε διαμερίσματα σ’ εκείνη την πολυκατοικία, πενήντα πέντε οικογένειες, περίπου 250 άνθρωποι. Οι Ισραηλινοί όμως είχαν εφεύρει ένα ειδικό τύπο βόμβας που δεν έσκαγε παρά μόνο τη στιγμή που χτυπούσε το υπόγειο,κι έτσι ξέραμε ότι ούτε κάτω από τη γη δεν ήμαστε ασφαλείς.
Κάποια μέρα έριξαν μία από αυτές τις βόμβες θραυσμάτων σ’ ένα κτίριο δίπλα από το δικό μας. Καταστράφηκε εντελώς. Οι τετρακόσιες οικογένειες στο υπόγειο –μπορεί και χίλιοι άνθρωποι συνολικά- καταπλακώθηκαν και σκοτώθηκαν. Είχαμε πολλούς συγγενείς μας εκεί μέσα, από τη μεριά του πατέρα μου. Ήταν όλοι απ’ την αλ-Μπάσα, ένα χωριό δίπλα στο Καφρ Μπίριμ. Είχε κυκλοφορήσει η φήμη ότι σε εκείνο το υπόγειο βρισκόταν ο Αραφάτ. Φυσικά, δεν ήταν αλήθεια αλλά τους Ισραηλίτες τι τους ένοιαζε; Εκείνες τις μέρες κάτι άλλα ξαδέρφια μας ήταν σε ένα κτίριο που βομβαρδίστηκε με φώσφορο. Σκοτώθηκαν κι αυτοί, αλλά με το φώσφορο αργείς πολύ να πεθάνεις. Σου καίει σιγά σιγά το δέρμα και φτάνει μέχρι τα κόκαλα».



Πρόκειται για αφήγηση Χριστιανής Παλαιστίνιας στον Ουίλιαμ Ντάλριμπλ συγγραφέα του βιβλίου «Ταξίδι στη σκιά του Βυζαντίου» σελ. 383-384 εκδ. ΩΚΕΑΝΙΔΑ. Χιλιάδες παρόμοιες αφηγήσεις πλέκουν το γαϊτανάκι του αίματος στην πολύπαθη Παλαιστίνη με διάφορες παραλλαγές,και όσο περνούν τα χρόνια αυτό που αλλάζει είναι η αυξανόμενη αγριότητα και η χρήση της υψηλής τεχνολογίας στην υπηρεσία του τρόμου.


Και συνεχίζει ο συγγραφέας
Από το βιβλίο του Ρόμπερτ Φισκ,Pity the Nation, ήξερα κάποια πράγματα για τις βόμβες φωσφόρου που είχαν ρίξει οι Ισραηλινοί στις κατοικημένες περιοχές του Λιβάνου. Σ’ ένα βιβλίο γεμάτο φρικιαστικές ιστορίες το χειρότερο σημείο είναι η περιγραφή της επίσκεψης του Φισκ σ’ ένα μαιευτήριο,λίγες μέρες μετά από ένα τέτοιο βομβαρδισμό. Εκεί συνάντησε μια νοσοκόμα. Μετά το τέλος του βομβαρδισμού είχε βάλει όλα τα φλεγόμενα βρέφη μέσα σε ένα μεγάλο κουβά νερό, προσπαθώντας να σβήσει με αυτόν τον τρόπο τις φλόγες. Όταν τα έβγαλε, μισή ώρα αργότερα, τα βρέφη ακόμη καίγονταν. Ακόμη και μέσα στο παγερό κρύο του νεκροτομείου τα κορμάκια τους σιγοκαίγονταν. Την επόμενη μέρα η γιατρός έβγαλε τα μικροσκοπικά πτώματα από το νεκροτομείο για να τα κηδέψουν. Με φρίκη είδε τις φλόγες να φουντώνουν γι’ άλλη μια φορά.

Κι η σφαγή των αμάχων και των παιδιών συνεχίζεται αμείωτη. Τα θύματα του Β' Παγκοσμίου πολέμου μετατράπηκαν σε θύτες. Με την Ευρώπη να παρακολουθεί χρόνια τώρα απαθής και τις ΗΠΑ να χειροκροτούν υστερικά. Είτε ο πρόεδρός τους είναι Δημοκρατικός είτε Ρεπουμπλικάνος.


Εμείς όμως, οι απλοί πολίτες,

τον ξέρουμε τον ένοχο

κι είναι γνωστή η αιτία.

Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2014

Μια κριτική του ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ για τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Γ.Χ. Θεοχάρη "Πιστοποιητικά θνητότητας"

Από πάντα... του ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ ,

στις Αναγνώσεις της Κυριακάτικης ΑΥΓΗΣ 19-7-2014 μια κριτική για τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Γ.Χ. Θεοχάρη



ΓΙΩΡΓΟΣ Χ. ΘΕΟΧΑΡΗΣ
Πιστοποιητικά θνητότητας,
βιβλιοπωλείο Σύγχρονη έκφραση, Λιβαδειά, σελ. 272

Ο χρόνος κάνει καλό στα ποιήματα... Όταν τα ξαναδιαβάζουμε, ανακαλύπτουμε πράγματα που δεν λειτούργησαν στην πρώτη ανάγνωση, και άλλα, που κάποτε απορρόφησαν όλο το ενδιαφέρον, ενώ τώρα υποχωρούν. Αέναη, θα πει κανείς, αυτή η διαδικασία, όμως κάποιες φορές είναι πολύ συγκεκριμένη, οδηγώντας σε δεύτερες σκέψεις και ουσιαστικότερες αποτιμήσεις.
Το βιβλίο του Γιώργου Θεοχάρη περιλαμβάνει τέσσερις ποιητικές συλλογές που έχει δημοσιεύσει στην εικοσαετία 1990-2010, καθώς και κάποια νεανικά ποιήματα της περιόδου 1967-1974. Ο χρόνος έκανε πολύ καλό στη συλλογή Πτωχό μετάλλευμα (1990), γιατί από τότε, ακριβώς από τότε, μέχρι σήμερα, έχει εμπεδωθεί, στο μεγαλύτερο μέρος της σύγχρονης ποιητικής δημιουργίας, το κύριο χαρακτηριστικό αυτής της συλλογής: η «ελεύθερη» χρήση ρυθμών και στιχοποιητικών μορφών, δηλαδή η χειραφέτηση από τη δυναστική μονοκαλλιέργεια του ελεύθερου στίχου, η οποία έφθασε στα καθ’ ημάς να θεωρείται συνώνυμη, και αυτόχρημα αποδεικτική, του μοντερνισμού.

Κάθε τέτοιου είδους ανάδραση, ανεξαρτήτως της συνείδησης του πράγματος που έχει εκείνη τη στιγμή ο δημιουργός της, αρδεύεται και δεσμεύεται από μια ουσιαστική, και δεόντως χειραφετημένη σχέση με την όλη διαδρομή του ποιητικού λόγου. Τα ποιητικά ερείσματα/αφετηρίες του Θεοχάρη είναι εμφανή: Νίκος Καββαδίας, αλλά χωρίς εξωτισμό, και μέσω αυτού ο μεσοπολεμικός συμβολισμός, καθώς βέβαια και οι επιβιώσεις/μεταλλάξεις του στην ποίηση των μεταπολεμικών· Καρυωτάκης, ως ποιητικό βίωμα, διηθημένος μέσω του εξπρεσιονισμού του Σαχτούρη· ρυθμοί και εικονοποιία του λαϊκού λόγου ή και του λόγου της υπαίθρου, αποενοχοποιημένα μέσω της ποίησης του Μιχάλη Γκανά. Και όλα αυτά χωρίς ίχνος νοσταλγικής μίμησης, αλλά, αντίθετα, να ενοφθαλμίζονται στο ποιητικό ιδίωμα που κυριαρχεί στις δεκαετίες του ’70 και του ’80, δίνοντάς του έτσι μια άλλη υφή. Για παράδειγμα, όλη αυτή η διαδικασία επιτρέπει στον Θεοχάρη να προσεγγίσει χειραφετημένα, δηλαδή χωρίς την αχλύ του παρελθόντος, άρα με ποιητικό αναστοχασμό, ακόμα και το πιο φθαρμένο είδος λαϊκής ποιητικότητας, όπως εκείνο που αποτυπώνεται στα στιχάκια των ημερολογίων.

Το γιασεμάκι π’ άνθισε
στου κόρφου σου την άκρη,
είναι το μύρο της καρδιάς
ο πόνος και το δάκρυ.

Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη συλλογή (Αμειψισπορά, 1996) υπάρχει μια σαφής πλευρά πολιτικής αγωνίας, με προεξάρχουσα την κριτική διάθεση, η οποία όμως δεν οδηγείται στην σάτιρα αλλά, μέσα από έναν συνεχή, αμφίθυμο διάλογο με τον Σεφέρη, εκβάλλει στην ιστορία, εξάγοντας την τραγική της διάσταση.

Αλλάζουνε δραματικά οι καιροί.
Εκείνο που ήταν φλόγα πριν
έμεινε τώρα ένα ξερό φυτίλι.
’Κείνοι που βγήκαν στο προσκήνιο
με την ορμή της Αντιγόνης,
έγιναν απολογητές του Κρέοντα.

Με τη συλλογή Ενθύμιον (2004), ήδη από τις πρώτες σελίδες, ο Θεοχάρης μας δείχνει πως πια κατέχει το «όργανον» της ποιητικής του σε βαθμό επάρκειας και σιγουριάς, και έτσι δοκιμάζει να οδηγήσει τον λόγο του σε πεζόμορφες εκδοχές, κάποτε και μέσα στο έδαφος της πεζογραφίας, σε εναλλαγή με επιγράμματα και ρηματικές αποκρυσταλλώσεις. Όπως φαίνεται εδώ, στον συγκεντρωτικό τόμο, είναι μια κίνηση απολύτως θεμιτή, έχει λογική και αποτέλεσμα.
Κι εκείνος ο γέροντας, που τον αφήνουν κάθε απόγευμα στο δυτικό μπαλκόνι προσμένοντας τον άγγελό του, κάθεται ακόμα και κάθεται, μα δεν τον παίρνουν πια τα πόδια του ν’ ακολουθεί στις κηδείες των απογόνων.

Στη συλλογή Από μνήμης (2010), εκκινώντας από τα καρυωτακικά «όρια της σιγής», από τη φόρμα του σονέτου, τον Κωνσταντίνο Χατζόπουλο, τη μπαλάντα, τον Απόστολο Μελαχροινό, ο Θεοχάρης επαναλαμβάνει την όλη διαδρομή, για να καταλήξει στη δική του, προσωπική στιγμή εκκίνησης, δηλαδή στην ενότητα «Ποιήματα των ημερών εκείνων (1967-1974)», όπου όλη η πορεία του φωτίζεται και αποδεικνύεται απολύτως εύλογη. Από εδώ προκύπτει η ειλικρίνεια, ως βασικό χαρακτηριστικό της ποιητικής του στάσης, αφού αυτά που τον συνείχαν ως προσωπικότητα, ως ακούσματα, ως προσωπικό ρυθμό, ως γλώσσα, ήδη από την νεότητά του, δεν τα απεμπόλησε, προσχωρώντας στις ευκολίες και τους συρμούς που συνάντησε στο διάβα του, αλλά τα κράτησε, τα εξέλιξε, τα δικαίωσε, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει η Μαρία Ψάχου, στο φιλολογικό της επίμετρο το οποίο αφορά αυτή ακριβώς την ενότητα ποιημάτων.
Για το θεό! μη συνουσιαστείς πάλι με το χρόνο. Μη σου λέω! Άσε να μείνουν στα μάρμαρά σου τα σημάδια της παρακμής μας.

Τετάρτη, 16 Ιουλίου 2014

Οι αναγνώστες μας προτείνουν: Η ΧΟΡΕΥΤΡΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ του ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΔΑΝΔΟΛΟΥ

Οι αναγνώστες μας προτείνουν.
Νέα ετικέτα στο μπλογκ με τα βιβλία που ενθουσιάζουν τους αναγνώστες του βιβλιοπωλείου μας και τα προτείνουν στους υπόλοιπους.


Οι αναγνώστες μας προτείνουν:

Η ΧΟΡΕΥΤΡΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ του ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΔΑΝΔΟΛΟΥ

Λονδίνο, 1936. Ένας διάσημος Αμερικανός συγγραφέας αντικρίζει μέσα στο πλήθος τη μυθική χορεύτρια Σολάνζ Νταλμόν, τη γυναίκα που ερωτεύτηκε παράφορα και οδήγησε στο θάνατο πριν από πολλά χρόνια. Άραγε είναι πράγματι αυτή; Και αν ναι, επέστρεψε από τον κόσμο των νεκρών για να τον εκδικηθεί;
Καθώς έρχεται αντιμέτωπος με το σκοτεινό παρελθόν του, βυθίζεται σε μια αγωνιώδη περιπλάνηση από τα κοσμοπολίτικα σαλόνια του Παρισιού και της Νέας Υόρκης μέχρι την καρδιά του ναζιστικού σκότους. Για να φτάσει όμως στην αλήθεια, θα περάσει από ένα λαβύρινθο γεμάτο ένοχα μυστικά: αστέρες του κινηματογράφου που είναι κατάσκοποι, ραγισμένες ντίβες, κυνικούς διπλωμάτες και το Τάγμα των Σκιών, την απόκρυφη ελίτ της παγκόσμιας οικονομίας, που ρύθμισε την πτώχευση της Ελλάδας τη δεκαετία του 1890 και στηρίζει τώρα τα σχέδια του Χίτλερ.
Από την Κωνσταντινούπολη, το Αιγαίο και την Αθήνα των αρχών του αιώνα ως το συγκλονιστικό φινάλε στο Εδιμβούργο του 1945, ο δρόμος είναι μακρύς και φωτίζεται από το πεπρωμένο δύο ανθρώπων που, ενώ τα έχασαν όλα, δεν έπαψαν να αναζητούν τη δικαίωση του έρωτα.
Ένα θρίλερ κατασκοπείας που με φόντο τα μεγάλα γεγονότα του εικοστού αιώνα ξετυλίγει μια συνταρακτική ιστορία πάθους.


Με την «σέπια» του κλασσικού

Από τον Αργύρη Τσιρτσίκο

Η φαντασία δεν πλάθεται μόνο από τα χέρια της επιθυμίας. Τροφοδοτείται και ενισχύεται κυρίως από φόβους και ανησυχίες. Όταν, δε, μετατρέπεται σε εφιάλτη, που ξεκουράζεται μόνο στον ύπνο σου, τότε νιώθεις σαν να σε έχουν ρίξει «στα σκυλιά της τρέλας». Στη συγκεκριμένη κατάσταση βρίσκεται διαρκώς ο Τζον Γκίμπονς, ο πρωταγωνιστής του βιβλίου του Στέφανου Δάνδολου, «Η χορεύτρια του διαβόλου» (Εκδόσεις Ψυχογιός), από τη στιγμή που νομίζει πως είδε την παρολίγον ερωμένη του, Σολάνζ Νταλμόν. Το σοκ του προκαλείται από το γεγονός ότι ο ίδιος την οδήγησε στο θάνατο πριν από περίπου τρεις δεκαετίες! Ή μήπως όχι;
Η ζωή του συγγραφέα, διπλωμάτη, και εν αγνοία του πράκτορα, Τζον, ταράζεται συθέμελα μόλις τον αγγίζει η ομπρέλα της πανέμορφης Νταλμόν. Αυτό το άγγιγμα που με τόση σιγουριά ένιωσε, αρκεί για να ξεκινήσει μια σφοδρή εσωτερική μάχη, όπου πρωταγωνιστικό ρόλο έχουν τα κονταροχτυπήματα μεταξύ των όσων έζησε  και των αποκυημάτων της πλούσιας, γεμάτης συνομωσίες φαντασίας του. Μαζί με τη σύγκρουση αρχίζει και ένα ταξίδι του αναγνώστη σε μερικές από τις πιο σημαντικές στιγμές της ιστορίας. Πρόσωπα που υπήρξαν, μύθοι που άντεξαν στο πέρασμα του χρόνου και γεγονότα που διαμόρφωσαν την τελική εικόνα των σύγχρονων πολιτισμών, συνθέτουν το σκηνικό.
Εικόνες από το Αιγαίο, το Παρίσι, το Λονδίνο, τη Νέα Υόρκη και την Κωνσταντινούπολη ζωντανεύουν στο χαρτί, σε συνδυασμό με τις αναμνήσεις του Γκίμπονς. Καλλιτέχνες που πρόβαλλε και ο Γούντι Αλεν στο «Μεσάνυχτα στο Παρίσι» αποτελούν την παρέα του. Στη διαδρομή του όμως, μπλέκει και με πιο σκοτεινές παρέες, βυθίζοντας τον αναγνώστη στο μυστήριο. Ο αναγνώστης μπαίνει αυτομάτως στη θέση του Τζον: Κάθε πρόταση πρέπει να αμφισβητηθεί, κάθε νέα ιστορία δημιουργεί ερωτήματα, καθώς κανένας χαρακτήρας δεν είναι άξιος εμπιστοσύνης. Το μόνο σίγουρο είναι ότι ο Τζον έπεσε θύμα μιας τεράστιας πλεκτάνης. Ή μήπως όχι;

Η ομορφιά αποτελεί το πιο ισχυρό όπλο, από το οποίο όλοι έχουν πονέσει. Ερωτεύτηκε παράφορα τη λάθος γυναίκα και θα το πληρώσει, χάνοντας το έργο πάνω στο οποίο δούλευε πυρετωδώς. Όσο εκείνη παίζει μαζί του, το μίσος τού πλημμυρίζει την ψυχή. Όταν, εντούτοις, του δίνεται η ευκαιρία να την εκδικηθεί, θα την αρπάξει από τα μαλλιά, ταυτόχρονα το μετανιώνει οικτρά. «Κανείς δεν είναι ασφαλής». Αυτή η φράση του καίει τα σωθικά. Δεν είναι πια ο εαυτός του και ψάχνει απεγνωσμένα τη λύτρωση. Ακολουθεί το μπερδεμένο νήμα, προκαλώντας στον αναγνώστη τρομερή αγωνία, τόση που σε υποχρεώνει να δαγκώσεις τα χείλη σου από εκνευρισμό.
«Η χορεύτρια του διαβόλου» δεν σε αφήνει να πάρεις ανάσα από τα στοιχεία που συλλέγεις. Πολιτικά, αλλά και πολιτιστικά, ιστορικά, οικονομικά, συγγραφικά, κατασκοπικά… Το βιβλίο προσφέρει στον αναγνώστη τη δυνατότητα να διευρύνει τις γνώσεις του, να καταπιαστεί με διαφορετικού ενδιαφέροντος θέματα, να ξεσκονίσει τις εγκυκλοπαίδειες της Ιστορίας. Αρκετές, άλλωστε, από τις «εικόνες» διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στις αρχές του εικοστού αιώνα, άλλες, ωστόσο, εντάχθηκαν ιδανικά στην πλοκή της ιστορίας, ενισχύοντας το ρόλο του μυθιστορήματος.
Για άλλους, πάλι, - για τους περισσότερους ίσως - η επίσημη Ιστορία είναι αναπόφευκτα βαρετή. Μέσα από τις διαρκείς χρονολογικές και τοπογραφικές εναλλαγές του Δάνδολου, καταφέρνει, όμως, να ξεφύγει από τα καθιερωμένα πλαίσια του όρου. Δημιουργεί, μάλιστα, και ερωτήματα για το πόσο άλλαξαν οι εποχές, αφού τα ίδια προβλήματα που μάστιζαν τότε τις ευρωπαϊκές χώρες, τις ταλαιπωρούν και σήμερα. «Η πολιτική είναι η στάχτη στα μάτια μας».
Εν κατακλείδι, ένα χορταστικό, επικό μυθιστόρημα με την «σέπια» του κλασσικού. Γλώσσα πλούσια, ατμόσφαιρα κινηματογραφική, ανατροπές συγκλονιστικές, κι όλα αυτά μέσα σε έναν κυκεώνα συμβολισμών που θα θυμίσουν στον αναγνώστη ότι η παγκόσμια ιστορία δεν ακολουθεί παρά το δόγμα όλων των ιστοριών: επαναλαμβάνεται!
Ο Αργύρης Τσιρτσίκος είναι δημοσιογράφος

Η χορεύτρια του διαβόλου

Στέφανος Δάνδολος
Ψυχογιός, 2013
475 σελ.
Τιμή € 17,70

Μετά από παράκληση πολλών φίλων αναρτούμε και το φιλμάκι με αποσπάσματα από το βιβλίο Η ΧΟΡΕΥΤΡΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ που προβάλλαμε κατά την διάρκεια της εκδήλωσης - παρουσίασης στο βιβλιοπωλείο μας τον Οκτώβριο του 2013.

Παρασκευή, 11 Ιουλίου 2014

Οι αναγνώστες μας προτείνουν: ΧΑΛΚΙΝΟ ΓΕΝΟΣ της ΜΑΡΙΑΣ ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗ

Οι αναγνώστες μας προτείνουν.
Νέα ετικέτα στο μπλογκ με τα βιβλία που ενθουσιάζουν τους αναγνώστες του βιβλιοπωλείου μας και τα προτείνουν στους υπόλοιπους.
 
Οι αναγνώστες μας προτείνουν:
ΧΑΛΚΙΝΟ ΓΕΝΟΣ της ΜΑΡΙΑΣ ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗ
 
Επτά νησιά που ζουν κάτω από λογής κατακτητές· τυχάρπαστους ηγεμονίσκους, Βενετούς δυνάστες, Γάλλους "αναμορφωτές", ως τους υπερόπτες Άγγλους, που, επί μισόν αιώνα, επέβαλαν μια Προστασία πιασμένη από το σχοινί της κρεμάλας, μέχρι να υπογράψουν την παραχώρηση των νησιών στην Ελλάδα σαν δώρο για την ανάρρηση του Γεωργίου Α' στον θρόνο της χώρας.

Μια οικογένεια, σ' ένα από τα επτά νησιά, που διασχίζει τον χρόνο από τον Μεσαίωνα ως τις μέρες μας.

Δυο παιδιά που δεν πρόλαβαν ν' αγαπηθούν, θυσία στον βωμό των συγκυριών. Δυο άλλα παιδιά που αγαπήθηκαν αψηφώντας την προδιαγεγραμμένη πορεία της ζωής τους.

Μια παλιά κατάρα που κοντεύει να ξεχαστεί ως τη στιγμή που τελικά επιβεβαιώνεται.

Ένα μυθιστόρημα για τα χρόνια που οι άρχοντες δε χτίζουν πια ανθρώπους στα κατώγια τους, μα αρνούνται ακόμα σθεναρά το ξύπνημα των σέμπρων. Μια εποχή στην κόψη, ανάμεσα στο παρελθόν που φεύγει αργόσυρτα και στο μέλλον που έρχεται καλπάζοντας.

Μια οικογενειακή ιστορία από την Κεφαλονιά, τότε που τα Επτάνησα παλεύουν να ενωθούν με την Ελλάδα, τότε που οι αστοί ξεκινούν ν' αποφασίζουν για τις τύχες τους και οι χωρικοί μαθαίνουν επιτέλους πως είναι και αυτοί άνθρωποι.



Δημοσιεύτηκε Σάββατο, 26 Απριλίου 2014 στο diastixo.gr
κείμενο: Χρίστος Παπαγεωργίου

Ξεκινάμε το παρόν κείμενο με ό,τι αφορά τη συγγραφέα: καλλιέργεια, ευρύτητα γνώσης, εντιμότητα, γνησιότητα, λογοτεχνική κτήση, αφηγηματική ικανότητα, αναλυτική παράθεση και πάνω απ' όλα ευρυμάθεια χαρακτηρίζουν τη χαρισματική πεζογράφο Μαρία Σκιαδαρέση. Η οποία στο μυθιστόρημα εποχής που παρουσιάζει, κερδίζει το στοίχημα, ρισκάρει και δεν χάνει, καθώς ένα τεράστιο σε έκταση έργο διαβάζεται μονορούφι και πετυχαίνει αναγνωστική απόλαυση, παράλληλα με έντονο προβληματισμό και επιπλέον με φόντο τα πολιτικά γεγονότα που συντάραξαν τα Επτάνησα και, ιδίως την Κεφαλονιά, κατά τον 19ο αιώνα. Η Μαρία Σκιαδαρέση κατέχει όλα τα εφόδια που ένας εργάτης του λόγου χρειάζεται, προκειμένου να γράψει ένα έργο αναφοράς, το οποίο διαβάζεται σήμερα και θα διαβάζεται για πάντα, θα δέχεται έντονες κρίσεις, θα γίνεται αντικείμενο συζητήσεων, θα γίνεται μπούσουλας για όσους επιθυμούν να γράψουν εκτενή μυθιστορήματα, θα προκαλεί αίσθηση, τέλος, θα προτείνει δεύτερη και τρίτη επαφή μαζί του, ώστε να μην ξεφύγει η παραμικρή λεπτομέρεια, που όμως είναι σημαντική. Η Μαρία Σκιαδαρέση, που έχει γράψει διήγημα, μυθιστόρημα, νουβέλα και βιβλία για τα παιδιά, με το Χάλκινο γένος φθάνει στο απόγειο της συγγραφικής της συστάδας, φτάνει στην κορύφωση της προσωπικής της δημιουργίας και συμπερασματικά γίνεται ακριβώς οικοδόμος και μάλιστα παλιότερης εποχής, κτίζοντας ένα οικοδόμημα αισθησιακό, συναρπαστικό, ερωτικό και μακρόσυρτο σαν οδυνηρό μοιρολόι.

Και τώρα, ας έρθουμε σ' αυτό καθεαυτό το έργο: κάθε προσπάθεια μεταφοράς στο χαρτί ενός τόσο πολύπλοκου και πολυδαίδαλου μύθου, καθίσταται εκ των πραγμάτων αδύνατη. Γιατί αν μιλήσει κανείς για τον Κλάρη, θα αδικήσει τον γιατρό Φωκά, γιατί αν μιλήσει κανείς για τον Νικηφόρο, θα ξεχάσει τον Κοσμέτο, γιατί αν μιλήσει κανείς για τη Ροζαλία, θα αφήσει στο περιθώριο τη Μαριγώ, γιατί αν δηλώσει κάτι για τη Μαριετίνα θα αδικήσει την Όρσολα, γιατί αν αναφέρει κάτι για τον Ρόκκο, θα παραμερίσει τον Μαρίνο, γιατί τέλος αν μιλήσει κανείς για την Έλενα, θα ξεχάσει τον Άγγλο σύζυγό της και αν γράψει κάτι για την Έρση, θα ξεγελάσει τον Μίκιο τον αδερφό της. Η συνδυαστική ικανότητα της Σκιαδαρέση στον τομέα της αφηγηματικής τεχνικής με την όποια εργάζεται, είναι τόσο εξωστρεφής και θεματική, τόσο λεπτομερής και βαθμιαία αναλυτική, που παρότι το μυθιστόρημα, όσο και ο πραγματικός χρόνος, στην ουσία σπάνε σε χίλια κομμάτια, καταφέρνει σχεδόν ως πηγαινέλα, αφενός να δίνει ερμηνεία σε γεγονότα που δεν εξετάζει αμέσως, αφετέρου κρατά το ενδιαφέρον αμείωτο, αφού η επιστροφή σε κάτι παρελθοντολογικό γίνεται με τρόπο που ενισχύει και πάλι την πλοκή. Μοιράζοντας γενικώς θανάτους γυναικών, ως επί το πλείστον, η Σκιαδαρέση –ως γυναίκα και η ίδια είναι πιο ευαίσθητη στα θέματα που αφορούν το φύλο της– συγκινεί ιδιαίτερα, καθώς είτε από κακιά αρρώστια, είτε πάνω στη γέννα, είτε από ψυχολογικά προβλήματα, οι γυναίκες που χάνουν τη ζωή τους, αφήνοντας πίσω άντρες και παιδιά, δεν ακολουθούν μια θα λέγαμε πορεία προς τα γηρατειά, απλώς υπακούουν σε μια μοιραία για αυτές συγκυρία, δίνοντας εντυπώσεις και διαστάσεις στη μυθιστορηματική συνέχεια. Αλλά, ακόμη άλλα υλικά, όπως αφέντες και δούλοι, μορφωμένοι και έμποροι, επιστήμονες και αναλφάβητοι, κατακτητές και επαναστάτες, που χαρακτηρίζουν την ποιότητα του έργου, κατά τη Βρετανική κατοχή στην Κεφαλονιά, λίγο πριν από την επανάσταση του 1821 και πολύ αργότερα, στην ένωση με την Ελλάδα όλων των Ιονίων νήσων, κυριολεκτικώς και χωρίς υπερβολή, πλην των ανθρώπων και των λόγων, μας κάνει επίσης συμμέτοχους η πολιτική πρόζα εποχής που συναρπάζει.

Ας δούμε λίγο πώς εργάζεται η Σκιαδαρέση: το μυθιστόρημα Χάλκινο γένος είναι γραμμένο πάνω απ' όλα με ψυχή. Η γυναικεία φύση της συγγραφέως, χωρίς να υποτιμάται σε μελό ή παραλογοτεχνικές συνισταμένες αλλά έχοντας μια γνήσια ευαισθησία, πετυχαίνει να προσδιορίσει στο έργο της τους κόπους κάποιων γενεών, δουλεύοντας μορφικά και πάσχοντας απ' τις απιθανότητες που βρίσκουν τους ήρωες, συμπάσχοντας μαζί τους, θρηνώντας για τους θανάτους τους, έτσι ώστε η ατμόσφαιρα να είναι βαριά και το ύφος θλιμμένο, χωρίς να έχει την ανάγκη κάποιας χαράς, όπως για παράδειγμα θα μπορούσε να γίνει σε μια γέννα, καθώς και εκεί κάτι πάλι θα συμβεί και θα μελαγχολήσει. Η Σκιαδαρέση δεν φείδεται αναλύσεων, παραμέτρων, σελίδων ολάκερων, προκειμένου να διατυπώσει ό,τι νομίζει πως της είναι χρήσιμο στη μυθοπλασία, την οποία κατεβάζει απ' το μυαλό της στο χαρτί με εκπληκτικό ρεαλισμό, νηνεμία και συνέπεια. Κι ενώ ο πολιτικός ορίζοντας ορίζεται ως προκάλυμμα και όχι ως κεντρική ιδέα, καθώς έτσι ορίζεται η ιστορία της οικογένειας Κλάρη, ρίζες της οποίας ενυπάρχουν απ' την εποχή των Σταυροφόρων, έχει κανείς την εντύπωση πως το συγκεκριμένο νησί πέρασε τα πάνδεινα μέχρι την ένωση με την Ελλάδα, που σηματοδότησε το τέλος των απαγορεύσεων, την ελευθερία του Τύπου και τη λαϊκή επανάσταση που εδραιώθηκε. Η Σκιαδαρέση υποχρεούται να θέσει τους πρωταγωνιστές της στο πλάνο της πολεμικής αντιπαλότητας, ωστόσο δεν είναι αυτή η πρότερή της επιλογή, περισσότερο εκτιμά ό,τι συμβαίνει σε κοινωνικό επίπεδο. Εν κατακλείδι, το νέο που γεννιέται και που το αντιπροσωπεύουν ο Νικηφόρος, ο Κοσμέτος, ο Ρόκκος και ο Μαρίνος αργότερα, έχει τη μήτρα του στο οικογενειακό περιβάλλον, από εκεί θα ξεκινήσει η επανάσταση απαλλαγής απ' τα οικογενειακά δεσμά και στη συνέχεια ολάκερης της τοπικής και εθνικής περιοχής.

Υπέροχο μυθιστόρημα, μυθιστόρημα πνευματικής αναφοράς. Πράγματι, κλείνοντας κανείς το βιβλίο με το γλωσσάρι, τις σημειώσεις και το επεξηγηματικό κείμενο της συγγραφέως, έχει την εντύπωση πως για κάποιες μέρες ταξίδεψε παλιά μέσα στον χρόνο, αγωνίστηκε, πολέμησε, πάλεψε και τέλος νίκησε, όχι μόνο τον εχθρό αλλά πολύ περισσότερο τις οικογενειακές αγκυλώσεις, προσδοκώντας σ' ένα άλλο, από άποψη ποιότητας, μέλλον. Έστω και αν αυτό έχει πολλή θλίψη και πολύ αίμα μέσα του.
κείμενο: Χρίστος Παπαγεωργίου
Χάλκινο γένος
Μαρία Σκιαδαρέση
Πατάκης
625 σελ.
Τιμή € 19,90
 
Ο Χρίστος Παπαγεωργίου που υπογράφει το παραπάνω κείμενο γεννήθηκε το 1954 στο Βόλο.
Ποιητής, κριτικός της λογοτεχνίας και συνεκδότης του βραχύβιου περιοδικού "Σχήμα λόγου",
συνεργάζεται με τα εγκυρότερα λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες. Ποιήματά του έχουν
συμπεριληφθεί σε αρκετές ανθολογίες. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.
 

Στον σύνδεσμο που ακολουθεί μπορείτε να δείτε και την κριτική της Έλενας Χουζούρη για το ίδιο βιβλίο, την οποία είχαμε δημοσιεύσει κατά την παρουσίασή του στο βιβλιοπωλείο μας.

Πέμπτη, 10 Ιουλίου 2014

Το Μουντιάλ μιας άλλης εποχής

 

Μουντιάλ 1970 με διοργανώτρια χώρα το Μεξικό. Το καλύτερο όλων με διαφορά. Για μένα. Θες η ηλικία – δεκαπεντάρης τότε – που έκανε όλα όσα συνέβαιναν στους αγωνιστικούς χώρους να αποκτούν διαστάσεις μαγικές.

Θες η εισβολή της τηλεόρασης, που για πρώτη φορά μετέδιδε ζωντανά ποδοσφαιρικούς αγώνες έγχρωμους και με ήχο καθώς μαθαίναμε αλλά αυτά για την Ελλάδα ήταν όνειρα κατοπινών εποχών ...

Καβαλώντας κάθε είδους οχήματα, πλημμυρίζαμε τα γύρω από την πόλη της Λιβαδειάς χωριά, εκεί που το σήμα ήταν καλό ή έστω υποφερτό και μετατρέπαμε τα καφενεία και τις ταβέρνες που διέθεταν το μαγικό κουτί σε εξέδρες, όπου αναστέναζε η Ελλάδα.


Όταν πάλι μέναμε στην πόλη, καταφεύγαμε στου θείου Λουκά, από τους λίγους που είχαν τηλεόραση στη Λιβαδειά με σπίτι κοντά στα υψώματα του Ζαγαρά και στοιχειώδη λήψη σήματος των κρατικών καναλιών.
Και τότε κατακαλόκαιρο και ντάλα μεσημέρι με 40 βαθμούς και βάλε στο Μεξικό δεν μας πολυπείραζε που η τουβούλα μας έδειχνε να χιονίζει ακατάπαυστα, αρκούσε η άμεση επαφή με το κοσμοϊστορικό γεγονός.

Η συμμετοχή όλων, μικρών και μεγάλων «ψυχή τε και σώματι». Να πανηγυρίζουν τα γκολ, να χτυπιούνται στα δοκάρια και τις χαμένες ευκαιρίες. Και όταν πλέον τα είχαν δώσει όλα , είχαν περάσει τα πειράγματα και η έξαψη του αγώνα και άρχιζαν οι αποχαιρετισμοί, οι πιο ηλικιωμένοι που με ενθουσιασμό συμμετείχαν στους πανηγυρισμούς  ρωτούσαν ποιός τελικά ήταν ο κερδισμένος.

 

Και ύστερα ο τελικός των τελικών.
Η σελεσάο  κόντρα στους Ατζούρι.
Η Βραζιλία των Πελέ, Τοστάο, Ριβελίνο, Ζαιρζίνιο, Κάρλος Αλμπέρτο αντιμέτωπη της Ιταλίας των Ματσόλα, Ρίβα, Ριβέρα, Μπονισένια, Φακέτι.

4-1 το σκορ υπέρ των Βραζιλιάνων.
Οι μπύρες καταναλώθηκαν από όλους αλλά χρεώθηκαν στους χαμένους υποστηρικτές της Ιταλίας, και όλοι, νικητές και ηττημένοι γυρίσαμε στα σπίτια μας,  με την στενάχωρη διαίσθηση ότι αυτή η ομορφιά και η πρωτόγνωρη αγνότητα ένα διάλλειμα ήταν, στης ζωής τις ανηφόρες.
Λαμπρόπουλος Νίκος


Τρίτη, 8 Ιουλίου 2014

Ο ΓΥΡΟΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ του Θωμά Κοροβίνη ένα βιβλίο που αξίζει να διαβάσετε

 Το βιβλίο του Θωμά Κοροβίνη O γύρος του θανάτου είναι ένα δυναμικό δραματικό μυθιστόρημα που αναφέρεται στην πολυτάραχη ζωή του Αριστείδη Παγκρατίδη(1940-1968), ο οποίος συνελήφθη και εκτελέστηκε ως ο «Δράκος του Σέιχ Σου». Μέσα από τις χειμαρρώδεις, υποβλητικές αφηγήσεις εννέα χαρακτηριστικών προσώπων που μιλούν διαφορετικές γλώσσες ανάλογα με τα βιώματα, το χαρακτήρα και το ρόλο που διαδραματίζουν, η αφηγηματική δράση παρακολουθεί το σκηνικό που διαμορφώθηκε στη Θεσσαλονίκη μετά την κατοχή και τον εμφύλιο. Οι συγκλονιστικές, ωμές καταθέσεις των αφηγητών σκιαγραφούν την ψυχολογία των ανθρώπων και συσχετιζόμενες συνθέτουν το κοινωνικοπολιτικό κλίμα της εποχής ενώ παράλληλα ο μυθιστορηματικός χρόνος παρακολουθεί τον κεντρικό ήρωα φωτίζοντας τις σκοτεινές πτυχές της τραγικής προσωπικότητας του νεαρού Αριστείδη.


Παραθέτουμε την ενδιαφέρουσα κριτική του συγγραφέα Γιάννη Μακριδάκη στην εφημερίδα Η ΑΥΓΗ
Θωμάς Κοροβίνης "Ο Γύρος του Θανάτου",
εκδ. Άγρα, σελ. 216, τιμή: 15 ευρώ

Ο γύρος του θανάτου είναι ένα βιβλίο που ήταν βέβαιο ότι μια μέρα θα το έγραφε ο Κοροβίνης, τουλάχιστον για όσους τον γνωρίζουν. Ένας άνθρωπος με καημό σαν τον Θωμά, ένας άνθρωπος με ζωή βιωμένη και γλώσσα ζυμωμένη, γνώστης της εποχής που περιγράφει και ταυτισμένος με τη Θεσσαλονίκη, δεν θα μπορούσε να μείνει ασυγκίνητος από την περίπτωση του Αρίστου Παγκρατίδη.

Kαι βέβαια, η περίπτωση Παγκρατίδη δεν θα μπορούσε να μην αποτελέσει την αφορμή για να αποτυπώσει ο Κοροβίνης όλη τη μαγεία της παλιάς ζωής στη Σαλονίκη, την οποία τόσο καλά γνωρίζει.

Με τον «Γύρο του θανάτου» ο Θωμάς παίρνει στην πλάτη του τη συλλογική ευθύνη της πόλης του για την άδικη εκτέλεση του Αρίστου, ξεπλένει τις τύψεις ολόκληρης της κοινωνίας, δικαιώνει μετά από πενήντα χρόνια έναν άνθρωπο που μέχρι την τελευταία του στιγμή φώναζε ότι είναι αθώος. «Είκοσι οχτώ χρόνια έζησε ο Αρίστος. Μόνο είκοσι οχτώ τυραννισμένα χρόνια. Όμως να ξέρουμε πως άμα καταδικαστεί κάποιος αθώος, πρέπει μετά θάνατον να δικαιωθεί. Για να ησυχάσει η ψυχή του. Αλλιώς γίνεται βραχνάς και η σκιά του τριγυρίζει τρελαμένη τις νύχτες και μας κλέβει από τη γαλήνη του ύπνου μας» λέει ένας από τους ήρωές του. Ο Κοροβίνης λοιπόν με το βιβλίο αυτό ξαναχαρίζει ήρεμο ύπνο στους Θεσσαλονικιούς.

Ταυτόχρονα μας δίνει τη Θεσσαλονίκη της εποχής εκείνης με τρόπο αξιοθαύμαστο και ζηλευτό από κάθε ομότεχνό του. Ενσαρκώνει τόσο διαφορετικούς χαρακτήρες χειριζόμενος με άνεση γλώσσες που είναι όλες μαζί χωνεμένες εντός του. Από τη λαϊκή ελληνική της εποχής, τη γλώσσα της πιάτσας, τη δημοσιοϋπαλληλική γλώσσα, την καθαρεύουσα των γραμματιζούμενων, τα καλιαρντά. Γλώσσες, πρόσωπα και χαρακτήρες που όλα μαζί αποτελούν συνιστώσες της πολύπλευρης και γοητευτικής προσωπικότητας του συγγραφέα.

Με τους αφηγητές που επιλέγει να ενσαρκώσει μας μεταφέρει στην Τούμπα της δεκαετίας του 50, την στολισμένη με γλάστρες με σκουλαρικιές, με καΐσια ζουμερά, τότε που όλα ήταν φτωχικά και ταπεινά μα περιποιημένα και ανοιχτόκαρδα. Τότε που κάθε τιτίζα νοικοκυρά στην αυλίτσα της ένιωθε παραπάνω από βασίλισσα. Μας δίνει εικόνες όπως αυτή της Πάτρας της βυζαρούς της ρεμπέτας που έβγαινε στην αυλόπορτα διότι ήτανε γυναίκα σεβνταλού και περπατημένη κι άμα άκουγε ελαφρά από το ραδιόφωνο έβριζε τους γειτόνους.

Μας πάει πίσω στην εποχή που τους τσιγγάνους τους λέγανε γύφτους και κατσίβελους και όχι ρομά και τα λεφτά τα λέγανε παράδες. Στην εποχή που οι άνθρωποι ζούσανε Χαμοζωή. Χορτάσαμε χώμα εκεί στον συνοικισμό. Μας μεγάλωσε ο δρόμος. Στην εποχή που τα αγόρια κάνανε τσαουσιές στο μεϊντάνι και στο βουνό και οι μανάδες δεν διστάζανε να στείλουνε οι ίδιες τα παιδιά τους στο αναμορφωτήριο για να γίνουνε άνθρωποι.

Δεν είναι μακρινές αυτές οι εποχές κι ας φαντάζουν στους σημερινούς νέους σαν προϊστορικές. Μα χρειάζεται μαστοριά και ψυχή για τις πεις.

Και αυτά τα δυο συστατικά ξεχειλίζουν στη γραφή του Κοροβίνη. Με κουβέντες του λαού, σταράτες, καλοδουλεμένες από τον μόχθο. Με τη σοφία της απλότητας που σε κάνει να μην πιστεύεις ότι αυτό που διάβασες το είχες ξεχασμένο. Ήταν μέσα σου κι ας μην το χρησιμοποιούσες πια ως έκφραση, ως κουβέντα αλλά όσο αγάλι αγάλι το βγαλες από το λεξιλόγιό σου, τόσο όμορφα και γλυκά σου ξανάρχεται πάνω μόλις το βλέπεις γραμμένο από την πένα του Κοροβίνη και νιώθεις μια αγαλλίαση, μια νοσταλγία για τη γλώσσα. Με χιούμορ απίθανο, με τουρκικές διάσπαρτες λέξεις όπως μιλούσανε οι άνθρωποι εκείνο τον καιρό κι ακόμα αργότερα, ακόμα και τώρα στην ελληνική επαρχία και κάνουνε τέχνη στο καφενείο οι άντρες και στο πεζούλι οι κυράδες.

Ο Κοροβίνης όφειλε να γράψει αυτό το βιβλίο. Ήτανε χρέος του να το κάνει. Χρέος απέναντι στον Αρίστο Παγκρατίδη, απέναντι στη συλλογική μνήμη και τη συλλογική ευθύνη των συμπολιτών του, απέναντι στη Θεσσαλονίκη ως Ιδέα και απέναντι σε εμάς, τους σύγχρονους αναγνώστες που τέτοιους ανθρώπους με ψυχή και συναισθηματική ευφυΐα περιμένουμε για να μας φωτίσουν. Είμαι βέβαιος, επειδή τυγχάνει να τον γνωρίζω, ότι ως χρέος το ένιωθε διότι είναι από την πάστα των ανθρώπων που τα νιώθουνε τα χρωστούμενα και δεν μπορούνε να κλείσουνε μάτι άμα δεν τα ξεπληρώσουν. Όπως έχει ένα ακόμη βαρύ χρέος, το οποίο κι αυτό είμαι βέβαιος πως το νιώθει και εύχομαι να έχει υγεία και διάθεση να μας το προσφέρει αργά ή γρήγορα. Κι αυτό δεν είναι άλλο από ένα βιβλίο σχετικό με την Κωσταντινούπολη που την γνωρίζει τόσο καλά όσο τη Σαλονίκη.

Τελειώνω με το πλέον σημαντικό κατά τη γνώμη μου. Ο «Γύρος του θανάτου» είναι ένα βιβλίο εμπνευστικό. Ένα βιβλίο που ενεργοποιεί κι άλλους συγγραφείς, τους προσφέρει το γλυκό γαργαλητό της δημιουργίας διαβάζοντάς το και τους ωθεί να γράψουν. Είναι λοιπόν ένα βιβλίο που προάγει την τέχνη. Την πάει παρακάτω.

Άφεριν Θωμά.
Μπου κιτάπ ιτσίν τσοκ τεσεκιούρ εντέριζ!

Για το βιβλίο "Ο γύρος του θανάτου" ο Θωμάς Κοροβίνης βραβεύτηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2011 με το ακόλουθο σκεπτικό της βράβευσης.

 "Γνωστός φιλόλογος και συνεχιστής του «νέου τόνου» (όρος που εισήγαγε ο συντοπίτης του Κοροβίνη, Γιώργος Ιωάννου, για να χαρακτηρίσει τη στροφή της πεζογραφίας στον τόπο μας σε αντιδιαστολή προς τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό), ο συγγραφέας του Γύρου του Θανάτου μας χαρίζει ένα περίτεχνο μυθιστόρημα κατευθείαν βγαλμένο από τα νεορεαλιστικά πλάνα της μετεμφυλιακής Ελλάδας και τις κοινωνικοπολιτικές της μεταλλάξεις. Στο βιβλίο αυτό, ο Κοροβίνης καταπιάνεται με την πολύκροτη υπόθεση Παγκρατίδη, του δήθεν «Δράκου του Σέιχ Σου», προκειμένου να ξεδιπλώσει το τοπίο μιας Ελλάδας που ακροβατούσε ανάμεσα σε λαϊκά είδωλα και καταπιεσμένες συνειδήσεις και που πάσχιζε να ανιχνεύσει έναν ιδιωτικό χώρο μακριά από το διαποτισμένο στα πολιτικά μίση και έριδες κοινωνικό τοπίο. Πώς όμως να αναπλάσει ο συγγραφέας μια τόσο οριακή περίοδο και μια αληθινή ιστορία χωρίς να παραδοθεί στις ευκολίες του μυθιστορήματος-ντοκουμέντου και στις δημοσιογραφικές του παγίδες; Πώς να μιλήσει για μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, όπως ο Παγκρατίδης, χωρίς να καταλήξει σε ηθικολογικά –και άρα άσχετα με το μυθιστόρημα– συμπεράσματα; Ευφυώς ο Κοροβίνης υιοθετεί τη λύση μιας πολυπρόσωπης αφήγησης δίνοντας μυθιστορηματικά το λόγο στους «πρωταγωνιστές» που συναγελάστηκαν τον Παγκρατίδη, πρόσωπα πολύπαθα και τα ίδια, θύματα μαζί και θύτες, μέλη ενός χορού μιας τραγωδίας δίχως κάθαρση και τέλος. Προσφέρει έτσι στον αναγνώστη την ευκαιρία να εξαγάγει μόνος του τα συμπεράσματά του. Μεταξύ άλλων αρθρώνουν τη δική τους φωνή –αργκό για τους περιθωριακούς, καθαρευουσιάνικη για τους γραμματιζούμενους– ο συμμαθητής που έζησε τον Αρίστο από κοντά στα χρόνια του σχολείου, μαζί με τον οποίο ανακάλυπταν παρέα την τότε αθώα πλευρά της παραβατικότητας, η υπηρέτρια-φίλη της πλύστρας μητέρας του, ο δημοκρατικός αστυνομικός που μιλά ξεκάθαρα για τις «έξυπνες» μεθόδους που υιοθετούσαν τότε στο τμήμα προκειμένου να αποσπάσουν τις πολυπόθητες ομολογίες, ο δωσίλογος περιπτεράς, η ντιζέζ και η τραβεστί με τις οποίες ανέπτυξε ο Αρίστος σχέση –η μοναδική ίσως τρυφερή νότα σε μια κοινωνία ανάλγητη και άπονη. Από την πολυπρισματική αυτή αφήγηση προκύπτει επίσης το προφίλ ενός ανθρώπου-μάρτυρα μιας εποχής που αναζητούσε τα δικά της εξιλαστήρια θύματα, συνεχίζοντας τον φαύλο κύκλο των άδικων πολιτικών εγκλημάτων και λαθεμένων εκτιμήσεων (όχι τυχαία ο συγγραφέας επανέρχεται επανειλημμένως στην υπόθεση Λαμπράκη που έλαβε, επίσης, χώρα στη Θεσσαλονίκη, αναπαριστώντας έτσι το απόλυτο έγκλημα που, σε αντίθεση με την υπόθεση Παγκρατίδη, δεν βιάστηκε να βρει τιμωρό).
Ο πολυφωνικός τρόπος της αφήγησης εύλογα φέρνει στο μυαλό αντίστοιχα περίτεχνα έργα, όπως το HerculineBarbin του Μισέλ Φουκό όπου, μέσα από τους διάφορους αυτόπτες μάρτυρες του θανάτου ενός ερμαφρόδιτου, προκύπτουν θέματα ταυτότητας, προκαταλήψεων και κοινωνικών εντάσεων. Αντίστοιχα, λοιπόν, σε αυτή την ανοιχτή τυπολογία του «λαϊκού» κόσμου που χτίζει το βιβλίο, όπως χαρακτηριστικά τον ξεδιπλώνουν οι διαφορετικές φωνές, ενυπάρχουν ταυτόχρονα το μεγαλείο των προφορικών αφηγήσεων, οι αστικοί μύθοι, οι ήρωες του περιθωρίου, οι ανείπωτες κραυγές μιας ομορφιάς που μπορεί να ενοικεί στο χθαμαλό. Ο Κοροβίνης δένει αρμονικά τα χαρακτηριστικά των πρωταγωνιστών του με τον αντίστοιχο λεκτικό τους κόσμο. Εσκεμμένα αποδίδονται διάφορα ονόματα στον ίδιο τον πρωταγωνιστή. Από τον πιτσιρικά «Αρίστο» μέχρι τον κατηγορούμενο «Αριστείδη» και τον τολμηρό «Γουρουνά» που επιχειρούσε τον «Γύρο του Θανάτου», υπάρχει μια αφηγηματική γραμμή που αναδεικνύει με τρόπο γενεαλογικό περίπλοκες σχέσεις εξουσίας, έρωτα και γνώσης: το πρώτο υλικό μιας σπουδαίας λογοτεχνίας. Κι αυτή μας την χαρίζει αφειδώλευτα ο Κοροβίνης χωρίς ούτε στιγμή να παραχωρεί τα λογοτεχνικά του μέσα σε ευκολίες. Πρόκειται για καλή λογοτεχνία που αναδεικνύει από μόνη της «ευαίσθητα κοινωνικά ζητήματα». Οι ευαίσθητες χορδές που αγγίζει το βιβλίο δεν έχουν τόσο να κάνουν με τις δεδηλωμένες προθέσεις του όσο με τη μυθοπλαστική του δεινότητα και τις πολύπλευρες κοινωνικοπολιτικές παραμέτρους του που αυτή φέρνει στο φως. Ο Γύρος του Θανάτου θα μπορούσε κάλλιστα να συμπεριλαμβάνεται στη βιβλιογραφία των «Σπουδών του Φύλου» ή άλλων τομέων που θίγουν ζητήματα μειονοτήτων πάσης φύσεως. "


O ΘΩΜΑΣ ΚΟΡΟΒΙΝΗΣ, φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση, έζησε για μια οχταετία στην Κωνσταντινούπολη. Εδώ και χρόνια έρευνα πτυχές του ελληνικού και του τούρκικου λαϊκού πολιτισμού καθώς και τις σχέσεις μεταξύ τους. Συνεργάζεται με διάφορα περιοδικά πολιτιστικού προσανατολισμού.
Έγραψε τα βιβλία: Τουρκικές παροιμίες, Κανάλ ντ' Αμούρ, Τα πρόσωπα της Σωτηρίας Μπέλλου, Φαχισέ Τσίκα, Σκανδαλιστικές και βωμολοχικές ελληνικές παροιμίες, Κωνσταντινούπολη Λογοτεχνική ανθολογία, Τούρκοι ποιητές υμνούν την Κωνσταντινούπολη, Ο Μάρκος στο χαρέμι, Το χτικιό της Άνω Τούμπας, Τρία ζεϊμπέκικα και ένα ποίημα για τον Γιώργο Κούδα, Οι Ασίκηδες -Εισαγωγή και ανθολογία της τουρκικής λαϊκής ποίησης από τον 13ο αιώνα μέχρι σήμερα, Οι Ζεϊμπέκοι της Μικρός Ασίας, Αφιέρωμα στον Στέλιο Καζαντζίδη, Θεσσαλονίκη 2005 - Ρεπορτάζ- Στον αδελφό Γιώργο Ιωάννου πού λείπει 20 χρόνια στην καταπακτή, Σμύρνη, μια πόλη στην λογοτεχνία, Όμορφη Νύχτα - Χρονογραφία-μυθιστόρημα για 20 χρόνια λαϊκού τραγουδιού στη Θεσσαλονίκη [ 1985-2005], Ο Καραγκιόζης λαϊκός τραγουδιστής.
Είναι συνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής λαϊκών τραγουδιών.
Δισκογραφία: Από έβενο κι αχάτη, Φουζουλή: Λείλά και Μετζνούν, Τακίμια, Το Κελί.
Συχνά παρουσιάζει συναυλίες με το δικό του ρεπερτόριο ή με θέματα του ρεμπέτικου και του λαϊκού τραγουδιού.

Πέμπτη, 3 Ιουλίου 2014

Προκήρυξη του 4ου Ποιητικού Διαγωνισμού ΕΛΙΚΩΝ


4ος Ποιητικός Διαγωνισμός ΕΛΙΚΩΝ

Tο περιοδικό ΒΟΙΩΤΙΑ, το βιβλιοπωλείο/εκδόσεις Σύγχρονη Εκφραση και το viotia.blogspot.com προκηρύσσουν τον 4ο Πανελλήνιο Ποιητικό Διαγωνισμό ΕΛΙΚΩΝ, που φέτος είναι αφιερωμένος στον μεγάλο Ελληνοκύπριο ποιητή Κώστα Μόντη (φωτό) με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννησή του και τα 10 από τον θάνατό του. Οι όροι του 4ου Πανελλήνιου Ποιητικού Διαγωνισμού ΕΛΙΚΩΝ είναι οι ακόλουθοι:

1. Στο διαγωνισμό μπορούν να συμμετάσχουν Ελληνίδες και Έλληνες ανεξαρτήτως ηλικίας, γραμματικών γνώσεων, επαγγελματικών ασχολιών κ.λπ. είτε κατοικούν στην Ελλάδα και Κύπρο είτε διαμένουν μόνιμα ή προσωρινά στο εξωτερικό, εφόσον έχουν την ελληνική ή κυπριακή υπηκοότητα και μπορούν να γράφουν στη νεοελληνική γλώσσα.

2. Όσοι επιθυμούν να συμμετάσχουν στο διαγωνισμό θα πρέπει να στείλουν ένα (1) αδημοσίευτο ποίημά τους (κι όχι περισσότερα του ενός ποιήματα με διαφορετικά ψευδώνυμα), θέματος της επιλογής τους. Διευκρινίζεται ότι το ποίημα που θα σταλεί ΔΕΝ πρέπει να έχει λάβει μέρος σε άλλο Διαγωνισμό.

3. Ο αποστολέας θα χρησιμοποιήσει το ίδιο ψευδώνυμο τόσο για την αποστολή όσο και για την υπογραφή του ποιήματος. Στο φάκελο που θα εμπεριέχει το ποίημα θα αναγράφεται το ψευδώνυμο του αποστολέα. Στον ίδιο όμως φάκελο θα τοποθετηθεί ένας μικρότερος, στο εσωτερικό του οποίου θα αναγράφονται τα πραγματικά στοιχεία του ποιητή (ονοματεπώνυμο, γραμματικές γνώσεις, επάγγελμα, διεύθυνση κατοικίας και αριθμοί τηλεφώνου: σταθερό και κινητό). Οι μικροί φάκελοι εκείνων που ΔΕΝ θα διακριθούν ΔΕΝ θ´ ανοιχτούν. Έτσι, θα παραμείνει μυστική η συμμετοχή τους. Χρησιμοποιώντας όμως, οι ενδιαφερόμενοι τα ψευδώνυμά τους, θα τους ανακοινώνεται ο συνολικός αριθμός των μορίων, που έλαβε το ποίημά τους και από τους 4 κριτές.

4. Το ποίημα, που θα σταλεί, για συμμετοχή στο Διαγωνισμό, θα πρέπει να είναι πληκτρολογημένο με Η/Υ ή δακτυλογραφημένο και απαραιτήτως σε έξι (6) πανομοιότυπα αντίτυπα (καλής, ευανάγνωστης εκτύπωσης), υπογεγραμμένα όλα με το ίδιο ψευδώνυμο. Ο φάκελος θα σταλεί με απλή επιστολή στη Διεύθυνση: Βύρωνος 19 Λιβαδειά 32100, με την ένδειξη Περιοδικό ΒΟΙΩΤΙΑ/Συμμετοχή στον 4ο Ποιητικό Διαγωνισμό ΕΛΙΚΩΝ.

5. Η Επιτροπή κρίσης του Διαγωνισμού θα αποτελείται από 4 ανθρώπους των γραμμάτων. Η βαθμολόγηση θα γίνει από το 1 έως το 20.

6. Θα απονεμηθούν τρία (3) βραβεία και τρεις (3) έπαινοι (Α’, Β’ και Γ’).

Τα 3 πρώτα βραβεία συνοδεύονται από χρηματικά έπαθλα ως εξής:
1ο Βραβείο: 1000 ευρώ
2ο Βραβείο 300 ευρώ
3ο Βραβείο: 200 ευρώ
Το συνολικό χρηματικό ποσό των τριών βραβείων είναι χορηγία της εταιρείας ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΝ Α.Ε. που ανήκει στον Ομιλο Μυτιληναίος.

Οι 3 έπαινοι θα συνοδεύονται από δώρο/βιβλίο. Διευκρινίζεται ότι στις περιπτώσεις ισοψηφιών τα βραβεία, χρηματικά έπαθλα και έπαινοι θα μοιράζονται ισομερώς. Στον καθένα που θα διακριθεί είτε με βραβείο είτε με έπαινο θα του απονεμηθεί τιμητικό - ονομαστικό δίπλωμα καλλιτεχνικά εκτυπωμένο.

7. Θεσπίζεται και τέταρτο βραβείο (με χρηματικό έπαθλο 300 ευρώ) για ένα ποίημα με θέμα τη Λιβαδειά ή τη Βοιωτία εν γένει. Το βραβείο αθλοθετεί ο Σύλλογος Οι Φίλοι Του ΞΕΝΙΑ Λιβαδειάς. Για αυτόν τον κλάδο του 4ου διαγωνισμού ΕΛΙΚΩΝ οι συμμετέχοντες θα αποστείλουν και δεύτερο ποίημα (εκτός του πρώτου για τη συμμετοχής τους στον κύριο 4ο διαγωνισμό ΕΛΙΚΩΝ) ή εφόσον επιθυμούν μόνο για αυτό το έπαθλο ποίημα με θέμα τη Λιβαδειά ή τη Βοιωτία. Και για το βραβείο τούτο θα ακολουθηθεί η ως άνω διαδικασία και θα κριθεί από τους 4 κριτές.

8. Ως τελευταία προθεσμία αποστολής, από τους ενδιαφερομένους, των συμμετοχών τους ορίζεται η 31 Δεκεμβρίου 2014. Οι ημερομηνίες της αποστολής θα εξακριβώνονται από τις σφραγίδες των ΕΛ.ΤΑ.

9. Τα αποτελέσματα του διαγωνισμού θα ανακοινωθούν τον Μάιο του 2015. Τα βραβεία, οι έπαινοι και τα τιμητικά διπλώματα θα απονεμηθούν σε ειδική τελετή η οποία θα οργανωθεί και θα πραγματοποιηθεί τον Μάιο του 2015. Περισσότερες πληροφορίες, δίνονται στους ενδιαφερομένους, στο τηλέφωνο: 69 44 73 44 90.