Τρίτη, 31 Μαρτίου 2015

Ο ρόλος του Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ στην υπόθεση ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗ



Ενοποιούμε μια σειρά παλαιότερων αναρτήσεών, αποτέλεσμα μιας μικρής μας έρευνας σχετικής με το ρόλο του πολιτευτή Βοιωτίας και τότε υπουργού Δικαιοσύνης Δημητρίου Παπασπύρου στην υπόθεση της δολοφονίας του Νίκου Μπελογιάννη και των συντρόφων του.

  Ο ρόλος του Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ στην υπόθεση ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗ

Η φίλη Ε.Β. μας έστειλε σε 2 φωτοαντίγραφα έγγραφο των φυλακών ΑΒΕΡΩΦ που ( όπως ισχυρίζεται ) έλαβε διά χειρός Δ. Παπασπύρου γύρω στο 1980 σε μια προσπάθειά αυτού να αποδείξει ότι κατέβαλλε προσπάθειες ώστε να μη γίνει η εκτέλεση.
Γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι πάνω από τον αριθμό φακέλου πρέπει να έχουν σβηστεί στοιχεία, ότι δεν υπάρχουν σφραγίδες παρά μόνο υπογραφές κι ότι τα γράμματα είναι εξαιρετικά δυσανάγνωστα για επίσημο έγγραφο.
Αν με όλα όσα προαναφέραμε παρουσιάζει ενδιαφέρον το έγγραφο θα μας το πουν οι περισσότερο ειδικοί.


 


















Προς το παρόν αποκρυπτογραφήσαμε την πρόταση του τότε Υπουργού Δικαιοσύνης και σας την παρουσιάζουμε. Δεκτές και οι όποιες διορθώσεις από όσους έχετε το κουράγιο να επεξεργαστείτε τα φωτοαντίγραφα που παραθέτουμε (σε καλή ανάλυση).

Πρότασις Υπουργού Δικαιοσύνης
Προτείνω όπως μετριασθή η ποινή του θανάτου εις ισόβιον κάθειρξιν λαμβανομένου υπ’ όψιν, ότι αι υπ’ αυτού τελεσθείσαι πράξεις ανάγονται κατά την καταδικαστικήν απόφασιν εις χρόνον πολύ προγενέστερον ( Σεπτέμβριος; 1950 και πρότερον), της υπό του Προέδρου της Κυβερνήσεως διακηρυχθείσης κατά τον σχηματισμόν της παρούσης Κυβερνήσεως αρχής ότι τα προ ταύτης τελεσθέντα αδικήματα θα τύχουν επιεικούς κρίσεως και θα αποφευχθούν αι θανατικαί καταδίκαι.
29-3-1952
 Δηλαδή μια μέρα ή λίγες ώρες πριν την εκτέλεση...

Η εκτέλεση του Ν. Μπελογιάννη

Του Μιχάλη Λυμπεράτου

Η καταδίκη του Μπελογιάννη σε θάνατο αντανακλούσε τη διπλή επιδίωξη, τόσο των Αμερικανών όσο και κέντρων εξουσίας μέσα και εκτός του ελληνικού κράτους, να αντιμετωπιστεί δραστικά κάθε ενδεχόμενο ανασύνταξης του κοινωνικού μετώπου στην Ελλάδα. Σε συνάρτηση με αυτό να αποτραπεί κάθε πιθανότητα για την πολιτική έκφραση ενός τέτοιου μετώπου με την μορφή μιας συμμαχίας μεταξύ της νεόδμητης ΕΔΑ και δυνάμεων του Κέντρου με κύριο άξονα την αριστερή πτέρυγα της ΕΠΕΚ του Πλαστήρα.
Αναφορικά με τον πρώτο στόχο, οι Αμερικανοί γνώριζαν ότι παρά την ήττα στον εμφύλιο, το κοινωνικό μπλοκ της αριστεράς κάθε άλλο παρά είχε αποδιαρθρωθεί. Οι εκλογές του 1950 και 1951 έδειξαν ότι στο εκλογικό σώμα υπήρχε μια ισχυρή, πιθανόν και ηγεμονική τάση, να καταργηθεί το κράτος έκτακτης ανάγκης, να περιοριστεί η περιστολή των πολιτικών ελευθεριών και κατά προέκταση να επανέλθει η οργανωμένη Αριστερά στην πολιτική ζωή. Το πρόβλημα, επομένως, ήταν ότι φάνταζε πολύ πιθανό το ενδεχόμενο αυτό και οι Αμερικανοί γνώριζαν ότι μόνο η διατήρηση ενός κράτους ειδικών συνθηκών θα απέτρεπε την ανασυγκρότηση αυτή.
Χαρακτηριστικό της προβληματικής αυτής είναι αυτό που συνέβη στην περίπτωση του Νίκου Νικηφορίδη, στις αρχές του 1951, όταν κράτος, παρακράτος και Αμερικανοί διαπίστωναν την ικανότητα μιας μικρής ομάδας κομμουνιστών νέων να συγκεντρώσουν, παρά το κλίμα διώξεων, μέσα σε μερικούς μήνες 60.000 υπογραφές στο κείμενο της «έκκλησης της Στοκχόλμης» υπέρ του πυρηνικού αφοπλισμού. Το γεγονός αυτό θεωρήθηκε ότι ισοδυναμούσε με ανασυγκρότηση των αριστερών οργανώσεων στην Ελλάδα και ότι υποδαύλιζε το κλίμα της μαζικής αντίδρασης έναντι της συμμετοχής στον πόλεμο της Κορέας, που είχε αρχίσει να στοιχίζει δεκάδες νεκρούς στο ελληνικό εκστρατευτικό σώμα.
Έτσι, οι κατασταλτικοί μηχανισμοί απάντησαν δραστικά και στις 18 Ιανουαρίου 1951, για να τρομοκρατηθούν οι υπογράφοντες την «έκκληση» διέλυσαν το «Δημοκρατικό Φιλειρηνικό Μέτωπο Νέων» και συνέλαβαν τον Ν. Νικηφορίδη και 14 συνεργάτες του, με μόνη κατηγορία ότι συνέλεγαν υπογραφές. Το κατηγορητήριο αυτό διευρύνθηκε για να υπαχθεί στο νόμο 509 περί αντιμετώπισης της κομμουνιστικής συνομωσίας και στις 25 Φεβρουαρίου 1951, μόλις μετά από 20 μέρες ακροαματική διαδικασία, το Έκτακτο Στρατοδικείο καταδίκασε σε θάνατο τον Νικηφορίδη και σε ισόβια τους Λ. Δούκα και Ι. Δαμιανίδη. Σχεδόν 10 μέρες μετά, στις 6 Μαρτίου, εκτελέστηκαν στις φυλακές Επταπυργίου οι Κ. Ορφανίδης, Μ. Στογιάννης, Κ. Στρίντζος, Κ. Μήτσας, Χρ. Παπαδόπουλος, Ρ. Παραθυράς και ο Ν. Νικηφορίδης.
Το πόσο ευσταθούσε η καταδίκη αυτή ακόμα και σε σχέση με την ασφυκτική νομολογία του έκτακτου καθεστώτος, φαίνεται από το γεγονός ότι η έφεση δύο που δεν εκτελέστηκαν (γιατί οι συγγενείς τους επηρέασαν ένα στρατοδίκη που μειοψήφισε) έγινε δεκτή και αθωώθηκαν. Το γεγονός ότι έγιναν τόσο εσπευσμένα οι εκτελέσεις αυτές εξηγεί και τον δεύτερο στόχο των επιδιώξεων Αμερικανών και του κράτους σε σχέση με τις εκτελέσεις αυτές. Είχε διαφανεί ότι τμήμα της ΕΠΕΚ ήταν αποφασισμένο να σταματήσει τις εκτελέσεις, τις εκτοπίσεις και να προωθήσει ένα καθεστώς ειρήνευσης. Για αυτό ακριβώς το λόγο, εξαιτίας εσωκομματικών αντιδράσεων, ο Πλαστήρας θα σταματήσει την εκτέλεση 4 της «στενής αυτοάμυνας» της Αθήνας αλλά και 16 σπουδαστών της ΕΠΟΝ, που έτυχαν και της πλαισίωσης μεγάλης διεθνούς συμπαράστασης με υπογραφές των Αϊνστάιν, Ζ. Κιουρί κλπ. Το γεγονός επίσης ότι στις νέες καταδικαστικές αποφάσεις σε θάνατο, στις 21 Αυγούστου 1951, των Ν. Καρρά, Μανθ. Τσιμπουκίδη, Φ. Πασπαλιάρη και Δ. Αυγερινού εμφανίστηκε στο αναθεωρητικό δικαστήριο ως μάρτυρας υπεράσπισης ο Γραμματέας της Νεολαίας της ΕΠΕΚ Α. Πεπονής δημιούργησε την απαίτηση των Αμερικανών να περιοριστεί αυτή η υπόγεια διασύνδεση Αριστεράς και Κέντρου και να ενισχυθεί το τμήμα της ΕΠΕΚ που ήθελε ευθυγράμμιση με τις αμερικανικές επιδιώξεις. Όπως εκφράστηκε από τον παλιό κεντρώο πολιτευτή και πρώην αξιωματικό Λ. Σπαή, «αν εμείς αρνούμασταν την ανάληψη ευθυνών, τα πράγματα θα ήταν χειρότερα».
Έτσι, προκειμένου να αποτραπεί κάθε ενδεχόμενο κατάργησης του κράτους έκτακτης ανάγκης αλλά και συνεργασίας μεταξύ της Αριστεράς και του Κέντρου, χρησιμοποιήθηκε και η εκτέλεση του Ν. Μπελογιάννη. Το γιατί έφτασαν τα πράγματα μέχρι τη δολοφονία εξηγείται από το γεγονός ότι από την πλευρά της ΕΔΑ υπήρχε μια συγκατάβαση έναντι των προβλημάτων που αντιμετώπιζε η κυβέρνηση Πλαστήρα, ιδίως σε σχέση με τομείς του κρατικού μηχανισμού (δικαιοσύνη, στρατός και δυνάμεις καταστολής), που με τη συνδρομή της αμερικανικής πρεσβείας δεν ελέγχονταν από την κυβέρνηση και λειτουργούσαν ως αυτονομημένοι πόλοι εξουσίας. Για να αποδυναμωθεί αυτή η ανεκτικότητα έπρεπε να υπάρξει μια πρόκληση που θα καθιστούσε αγεφύρωτο το χάσμα μεταξύ του δημοκρατικού κόσμου. Η πρόκληση αυτή δυστυχώς δεν μπορούσε να πάρει παρά τραγική τροπή, που απέδωσε και πολιτικά αφού για την Αριστερά ο Πλαστήρας ήταν πλέον, μετά την εκτέλεση του Μπελογιάννη, ο «Ιούδας της Δημοκρατίας». Δεν είναι τυχαίο ότι η πλάστιγγα έγειρε αποφασιστικά υπέρ της εκτέλεσης του Μπελογιάννη, όταν στις 17 Νοεμβρίου 1951 ξέσπασε φημολογία στις δεξιές εφημερίδες για μετεκλογική συνεργασία μεταξύ της ΕΔΑ και Πλαστήρα αλλά και εξαιτίας περικοπών στην αμερικανική βοήθεια στην Ελλάδα, φάνηκε ότι έσπαγε ο κρίκος της πολιτικής συνεργασίας μεταξύ της ΕΠΕΚ και του φανατικά αντικομμουνιστικού κόμματος των Φιλελευθέρων.
Το γεγονός ότι η υπόθεση Μπελογιάννη αφορούσε στη ματαίωση κάθε ενδεχόμενου να επιτευχθεί σύγκλιση κάποιων δυνάμεων του Κέντρου με την Αριστερά ενισχύεται και από το ότι ο Μπελογιάννης είχε τη φήμη μετριοπαθούς και μάλιστα, όπως φαίνεται από τα τηλεγραφήματα που έστελναν οι ασύρματοι στο Βουκουρέστι, ήταν ο βασικός υποστηρικτής της ιδέας για τη δημιουργία μιας ευρύτερης Αριστεράς του τύπου της ΕΔΑ. Επιπλέον, ανάμεσα στους κατηγορουμένους της υπόθεσης ήταν και ο Στ. Δρομάζος, το πρόσωπο το οποίο είχε σε μεγάλο βαθμό αναλάβει, εκ μέρους του ΚΚΕ όλες τις συνεννοήσεις, το καλοκαίρι του 1950, για τη δημιουργία μιας ευρύτερης δημοκρατικής εφημερίδας αλλά και τη συγκρότηση του δημοκρατικού μετώπου και τη διερεύνηση των πιθανοτήτων συνεργασίας με την ΕΠΕΚ.
Έτσι, την κρίσιμη στιγμή ανακαλύφθηκαν οι κρύπτες με τους ασυρμάτους της Αριστεράς, στις 14 Νοεμβρίου 1951, γεγονός που ανήγαγε το ζήτημα σε θέμα κατασκοπίας και εθνικής ασφάλειας και νομιμοποιούσε την εκτέλεση. Μαζί με τις κρύπτες επανερχόταν σε ισχύ ο νόμος 375/36 της δικτατορίας Μεταξά περί κατασκοπίας, μια ιδέα του Α. Κύρου, εκπροσώπου της Ελλάδας στον ΟΗΕ, ακριβώς για να νομιμοποιηθεί η στρατηγική αυτή και να αποτραπούν οι διεθνείς αντιδράσεις για τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα. Κυρίως δε για να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να μην εκτελεστεί ο Μπελογιάννης, αφού στην πρώτη δίκη η κατηγορία ήταν τέτοια που θα επέτρεπε την μετατροπή οποιασδήποτε ποινής σε κάθειρξη (όπως προέβλεπε και ο νόμος «περί μέτρων ειρήνευσης» που σχεδίαζε η κυβέρνηση Πλαστήρα). Μάλιστα, μέσα στην ίδια την κυβέρνηση, το δεξιό κομμάτι της, όπως ο ίδιος ο υπουργός Εσωτερικών και εμπνευστής λίγα χρόνια πριν της Μακρονήσου Κ. Ρέντης, βρήκε την ευκαιρία να καταφέρει ένα ισχυρό πλήγμα στην αριστερή τάση της ΕΠΕΚ και για αυτό έσπευσε από την πρώτη στιγμή να προεξοφλήσει ότι η Ελλάδα βρισκόταν μπροστά σε μια καταφανή περίπτωση κατασκοπίας.
Να σημειωθεί ότι η «ανακάλυψη» των κρυπτών είχε προαναγγελθεί στην απόφαση της πρώτης δίκης Μπελογιάννη, όταν ο βασιλικός επίτροπος για πρώτη φορά, ζήτησε να επιστρατευθεί ο νόμος περί κατασκοπίας, παρότι, έτσι ή αλλιώς, με το υπάρχον κατηγορητήριο ο Μπελογιάννης και άλλοι δώδεκα είχαν καταδικαστεί σε θάνατο. Όμως η κυβερνητική εξαγγελία ότι όλες οι ποινές με τις παλιές κατηγορίες θα μετατρέπονταν σε ισόβια, κατέστησε επιτακτική την ανάγκη «ανακάλυψης» των κρυπτών, αφού όπως είχε προαναγγείλει η «Εστία» μόνο επί κατασκοπίας ήταν βέβαιο ότι θα τιμωρούνταν πραγματικά οι κομμουνιστές. Για να φανεί το μέγεθος της κρατικής αυτής συνομωσίας πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι με βάση τον νέο ποινικό κώδικα του Αυγούστου του 1950 οριζόταν ότι ακόμα και οι ποινές επί κατασκοπία σε καιρό ειρήνης θα ήταν ισόβια. Όμως, αιφνιδιαστικά, με αξίωση του Παπάγου, την 31 Δεκεμβρίου 1950, ψηφίστηκε νέος νόμος που προέβλεπε και την διατήρηση των διατάξεων του Α.Ν 375/1936 που επιστρατεύθηκαν αργότερα.
Εξαιτίας των κρυπτών, οι οποίες είχαν εντοπιστεί πολύ πριν γίνει η αποκάλυψη τους, προκάλεσαν μια ολόκληρη βιομηχανία παραγωγής τεκμηρίων κομμουνιστικής συνομωσίας, σε σημείο που σε μεγάλο τμήμα των ελληνικών εφημερίδων διατυπώνονταν ανοικτά αιτιάσεις ότι η αστυνομία στο θέμα με τις κρύπτες λειτουργούσε τελείως ανεξέλεγκτα, κατασκεύαζε τα στοιχεία και ερευνούσε το θέμα ως παράκεντρο εξουσίας. Μάλιστα, το θέμα έφτασε μέχρι και στα δικαστήρια και η Αντιεισαγγελία του Αρείου Πάγου εξέδωσε πόρισμα για τις καταγγελίες αυτές που κατέληγε στο συμπέρασμα ότι τις εντολές τις είχε δώσει το υπουργείο Δημοσίας Τάξεως, γεγονός που επιβεβαίωσε και ο ίδιος ο Κ. Ρέντης. Ωστόσο, παρά την προσπάθεια νομιμοποίησης των μεθοδεύσεων αυτών, την ίδια στιγμή οι επιτελείς της Αστυνομίας (Βρανόπουλος, Πανόπουλος) κατηγορούσαν ο ένας τον άλλο ότι δρούσαν ανεξέλεγκτα. Στις 15 Μαίου 1952 μάλιστα ο Σαμπάνης, αρχηγός Αστυνομίας Πόλεων, παραιτήθηκε ενώ ο ίδιος ο υπουργός Εσωτερικών απειλούσε με παραίτηση επειδή αδυνατούσε να ελέγξει όλα τα κλιμάκια της αστυνομίας. Είναι χαρακτηριστικό του μεγέθους της μηχανορραφίας και του σκοπού για τον οποίο «ανακαλύφθηκαν οι ασύρματοι» ότι στον ίδιο τον παράνομο μηχανισμό του ΚΚΕ απορούσαν για καιρό πως η ανακάλυψη των ασυρμάτων δεν είχε γίνει νωρίτερα αφού τα μέτρα προφύλαξης ήταν τελείως ανεπαρκή. Μάλιστα ο Ν. Βαβούδης, ο κύριος χειριστής του ασυρμάτου στην Καλλιθέα, είχε μεταφέρει ήδη από τις 19 Απριλίου 1951 την απορία του στο Π.Γ του ΚΚΕ στο Βουκουρέστι, υπογραμμίζοντας τον άμεσο κίνδυνο να εντοπιστούν οι ασύρματοι.
Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι με μήνυμα από το σταθμό «Ελεύθερη Ελλάδα», το ίδιο το ΚΚΕ είχε ζητήσει άμεση διενέργεια έρευνας γύρω από την αυτοκτονία του Βαβούδη, κατά τη διάρκεια ανακάλυψης του ασυρμάτου, αλλά και των περίφημων τηλεγραφημάτων που παρουσίαζε η Ασφάλεια, έρευνα που ζητούσε να αναλάβουν έγκριτοι νομικοί για να αποδειχθεί τι πραγματικά λένε αυτά τα τηλεγραφήματα και ποια κατασκευάστηκαν από την Ασφάλεια. Για το ΚΚΕ η όλη υπόθεση ήταν στημένη και ο Ρέντης «ξεφούρνιζε κακοφτιαγμένα τηλεγραφήματα ΚΚΕ προς την ΕΔΑ», ακριβώς για να εξασφαλίσει την άρση της νομιμότητας της.
Ενδεικτικό της παραβίασης κάθε έννοιας νομιμότητας είναι το γεγονός ότι τις ανακρίσεις διεξήγαγε ακόμα και το ίδιο το υπουργείο Εσωτερικών. Στις 8 Ιανουαρίου 1952 οι εφημερίδες έγραφαν ότι οι ανακρίσεις διεξάγονταν απευθείας από τον υπουργό Ρέντη,!!! με τη βοήθεια ανώτερων αξιωματικών. Εκτός από την ανάκριση του Μπελογιάννη, επρόκειτο και για αυτή του Δ. Μπάτση ενός δικηγόρου και διαπρεπούς οικονομολόγου, ο οποίος τελικά καταδικάστηκε σε θάνατο ενώ στη δίκη αποδείχθηκε, ακόμα και με μαρτυρίες ανώτατων αξιωματικών της αστυνομίας, ότι δεν είχε καμία σχέση με τους ασυρμάτους αλλά μόνο έμμεση σχέση με το ΚΚΕ ως ενδιάμεσος στην μεταφορά κάποιων οικονομικών ενισχύσεων από το εξωτερικό προς το παράνομο κλιμάκιο του ΚΚΕ στην Αθήνα. Στις ανακρίσεις αυτές έπαιρναν μέρος και οι Αμερικανοί και το κλιμάκιο της CIA στην Ελλάδα με επικεφαλής τον Τ. Καραμεσίνη. Ο υπαρχηγός του Ρ. Ντρίσκολ ήταν εκείνος που ανέκρινε τον Ν. Μπελογιάννη και την Έλλη Ιωαννίδου.
Με την εξέλιξη αυτή των ασυρμάτων όλες οι υποθέσεις που αφορούσαν στον εμφύλιο άρχισαν πλέον να μετατρέπονται σε κατηγορίες κατασκοπίας, εντείνοντας το κλίμα κατατρομοκράτησης του πληθυσμού και ενισχύοντας τα επιχειρήματα. των δυνάμεων καταστολής. Έτσι, ακυρωνόταν πλήρως η πάνδημη απαίτηση, ακόμα και του Συναγερμού, για παροχή ενός καθεστώτος ειρήνευσης. Οι άνθρωποι πλέον δεν εκτελούνταν για κομμουνιστική συνομωσία, αλλά για υποτιθέμενη κατασκοπία υπέρ της Βουλγαρίας, όπως συνέβη στις 23 Μαϊου 1952 οι Χρ. Τούμπης και Ι. Μπάτσης.
Έτσι, ακριβώς νομιμοποιήθηκε και η εκτέλεση Μπελογιάννη και ακυρώθηκε de facto η πολιτική της εξειρήνευσης, όπως μεγάλο τμήμα του πολιτικού κόσμου της χώρας, ακόμα και δεξιών πολιτικών αποχρώσεων, διαπίστωνε. Μέσα στην ίδια την ΕΠΕΚ προκλήθηκε μια γενικευμένη αναταραχή, και οι Λ. Ακρίτας και Ν. Ασκούτσης, Ι. Μογγογιάννης, φανατικά αντίθετοι των εκτελέσεων, σχεδόν ανοικτά δημοσιοποιούσαν την άποψη τους. Ταυτόχρονα η νεολαία της ΕΠΕΚ Αθηνών έσπευδε να απαιτήσει την ματαίωση της εκτέλεσης.
Όμως η πολύ ισχυρή συντηρητική μερίδα στο εσωτερικό της ΕΠΕΚ, σε συνεργασία με άλλους κεντροδεξιούς συμμάχους της στην κυβέρνηση, υποστήριζε αταλάντευτα την πόλωση με την Αριστερά. Ήταν οι δυνάμεις που την ίδια στιγμή προωθούσαν και την πολιτική σύγκλιση με τις δυνάμεις της δεξιάς του Παπάγου. Ήδη από την εποχή της σύλληψης του Μπελογιάννη, στις 20 Δεκεμβρίου 1950, η τότε ΕΠΕΚ με πρόεδρο τον Εμ. Τσουδερό, -που αργότερα προσχώρησε στο Συναγερμό-, είχε ανακοινώσει ότι επικροτούσε πλήρως τα μέτρα κατά του κομμουνισμού, (που είχαν επανέλθει σε ισχύ την προηγούμενη μέρα της ανακοίνωσης της σύλληψης του Μπελογιάννη), αυτά που οδήγησαν στην παύση της αριστερής εφημερίδας «Δημοκρατικός» χωρίς στην ουσία κατηγορητήριο. Ο δε αρχηγός των Φιλελευθέρων Σοφ. Βενιζέλος, συνεταίρος του Πλαστήρα στην κυβέρνηση, είχε δηλώσει στις 17 Φεβρουαρίου 1950 ότι η Ελλάδα όφειλε να μεταβληθεί σε ορμητήριο ώστε να προελάσει ο δυτικός στρατός προς το Δούναβη «για να επιφέρει πλήγμα στην καρδιά της Ρωσίας». (!!!)Εκτός αυτού υπήρχαν πληροφορίες ότι ηγετικά στελέχη της ΕΠΕΚ αλλά και των Φιλελευθέρων είχαν συχνές συναντήσεις με αμερικανούς ανώτερους υπαλλήλους της πρεσβείας, στους οποίους και ανέπτυσσαν, κατά τις εφημερίδες, το πολιτικό πρόγραμμα των κομμάτων τους.
Το πρόβλημα ήταν ότι το τμήμα αυτό της ΕΠΕΚ και της κυβέρνησης, με τη λογική της πλήρους αποστασιοποίησης από την Αριστερά, είχε και την πλαισίωση μεγάλου τμήματος του κρατικού μηχανισμού και ιδίως της δικαιοσύνης. Είναι χαρακτηριστικό ότι η πρώτη δίκη Μπελογιάννη άρχισε πριν ορκιστεί η κυβέρνηση Πλαστήρα-Βενιζέλου από φόβο μήπως καταργήσει η κυβέρνηση τα έκτακτα στρατοδικεία. (η δίκη άρχισε στις 19 Οκτωβρίου και η κυβέρνηση ορκίστηκε στις 27 Οκτωβρίου 1951). Είναι επίσης γεγονός ότι κάποιες περιορισμένες κυβερνητικές απόπειρες να αποφευχθεί η καταδίκη και η εκτέλεση του Μπελογιάννη, έπεσαν στο κενό, ακριβώς εξαιτίας αυτής της αντίδρασης του «βαθέος» κράτους. Έτσι, όταν ο Δ. Παπασπύρου και ο Κ. Ρέντης επιδίωξαν να μεταθέσουν το πρόβλημα με τις ποινές και να κερδίσουν χρόνο, πετυχαίνοντας αναβολή της δίκης, με τη μορφή της εφαρμογής των μέτρων για κατάργηση των εκτάκτων στρατοδικείων και την υπαγωγή των υποθέσεων τους στα πενταμελή Εφετεία., με εντολή του ΙΔΕΑ, ο πρόεδρος του Στρατοδικείου Ανδ. Σταυρόπουλος αρνήθηκε ρητά κάτι τέτοιο και μάλιστα απείλησε με αυτοκτονία.. Ο Πλαστήρας δεν κάλυψε τους συνεργάτες του και διέψευσε ότι υπέδειξε διακοπή της συνεδρίασης του Στρατοδικείου. Το ίδιο υποστήριξε και ο φερόμενος ως μεσολαβητής μεταξύ κυβέρνησης και στρατοδικείου υπουργός Εθνικής Άμυνας ναύαρχος Αλ. Σακελλαρίου.
Ωστόσο, παρά τις παρεμβάσεις αυτές του κράτους και του παρακράτους, το κυρίαρχο ζήτημα ήταν ότι μέσα στην κυβέρνηση είχε επικρατήσει η λογική ότι η εκτέλεση συνέφερε περισσότερο από την αποτροπή της. Είναι χαρακτηριστικό της μεθόδευσης σε σχέση με την υπόθεση Μπελογιάννη ότι ενώ στις 12 Δεκεμβρίου 1951 ο υπουργός Δικαιοσύνης κατέθεσε στη βουλή νομοσχέδιο για τα «μέτρα επιείκειας» το μοναδικό άρθρο του 4ου Κεφαλάιου του νομοσχεδίου μετέτρεπε σε ισόβια όλες τις θανατικές καταδίκες που είχαν επιβληθεί μέχρι τις 31 Οκτωβρίου 1951, μόνο και μόνο για να εξαιρεθεί ο Μπελογιάννης. Μάλιστα, ακόμη και ο βασιλιάς Παύλος διαπίστωσε την απροθυμία της κυβέρνησης να ματαιωθεί η εκτέλεση του Μπελογιάννη. Μάλιστα, παρατήρησε στον Υπουργό Δικαιοσύνης Παπασπύρου ότι δεν ήταν δυνατόν να αναβάλει την εκτέλεση επ΄ άπειρον, χωρίς να επιδιώκει η κυβέρνηση άμεσα να συγκαλέσει το συμβούλιο Χαρίτων για να λάβει απόφαση επί της δικογραφίας.
Δεδομένης της στάσης αυτής, και επειδή υποπτευόταν ότι επίτηδες καθυστερούσε η υλοποίηση των προεκλογικών δεσμεύσεων της ΕΠΕΚ, η ΕΔΑ απέρριψε τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης και κατηγόρησε ευθέως τον Πλαστήρα ότι και στο θέμα της κατάργησης των στρατοδικείων, ενώ τυπικά καταργούνταν με υπουργική απόφαση, δεν οριζόταν η ημερομηνία παύσης της λειτουργίας του, ακριβώς για εκδικάσουν την υπόθεση Μπελογιάννη. Μάλιστα, οι αγορητές της στη Βουλή μίλησαν ανοικτά για έναν πρωθυπουργό που υποσχέθηκε ειρήνη και «έχυσε νέο αίμα».
Ο ίδιος ο αρχηγός της ΕΠΕΚ και πρωθυπουργός Ν. Πλαστήρας, σταθερά εκφραστής της συντηρητικής μερίδας της ΕΠΕΚ και εντελώς αντίθετος με κάθε σχέδιο πολιτικής συνεργασίας με την Αριστερά, βλέποντας ότι η κατάσταση με τις αντιδράσεις στο εσωτερικό της ΕΠΕΚ ξέφευγε από τον έλεγχό του, κάλεσε στα Παλαιά Ανάκτορα το διοικητικό Συμβούλιο της νεολαίας για να τους επαναφέρει στην τάξη. Όταν αυτοί αντέδρασαν διέγραψε όλη την ηγεσία της νεολαίας (Α. Πεπονή, Λ. Βούλγαρη, Εμ. Καλιτσουνάκη).
Ωστόσο, η επιδεικτική αυτή κίνηση δεν περιόρισε τις αντιδράσεις. Ο Γ. Καρτάλης υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης είχε υποδαυλίσει τις φήμες ότι θα παραιτούνταν και ενώ βουλευτές της ΕΠΕΚ συγκεντρώθηκαν στο σπίτι του Λ. Ακρίτα για να σχεδιάσουν την αντίδραση τους, ζητήθηκε και έκτακτη σύγκλιση της κοινοβουλευτικής ομάδας. Όμως, παρότι υπήρχαν πληροφορίες ότι εκεί υπεβλήθη μομφή κατά του υπουργού Δικαιοσύνης Δ. Παπασπύρου, κανείς δεν τόλμησε να γενικεύσει τις αντιδράσεις αυτές. Η μόνη αντίδραση ήταν ότι στις 27 Φεβρουαρίου 1952 ομάδα βουλευτών της ΕΠΕΚ ζήτησε με δημοσιοποίηση στον Τύπο να μην εκτελεστεί ο Μπελογιάννης Βεβαίως, την ίδια στιγμή κανείς δεν τόλμησε να αναλάβει και την ευθύνη. Ακόμα και ο αντικομμουνιστής και σε στενές σχέσεις με την αμερικανική πρεσβεία αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Σ. Βενιζέλος όταν τον προσέγγισε ο Πασαλίδης αναφορικά με την ματαίωση της εκτέλεσης, παρέπεμψε απλά το θέμα στο Πλαστήρα στον οποίο απέδωσε την αποκλειστική ευθύνη.
Όμως, παρά τις επιμέρους δηλώσεις στον Τύπο, κανείς βουλευτής της ΕΠΕΚ δεν αναφέρθηκε στο θέμα της ματαίωσης της εκτέλεσης του Μπελογιάννη στη Βουλή, παρά την έντονή διαμαρτυρία της ΕΔΑ. Ο Μ. Κύρκος, που είχε προσχωρήσει στην ΕΠΕΚ από την ΕΔΑ, ήταν ο μόνος που καταφέρθηκε ανοικτά κατά της εκτέλεσης, υπογράμμισε ότι ήταν αδιανόητο να μην γίνεται σεβαστή η παγκόσμια κοινότητα και αναρωτήθηκε ποιος ήταν εκείνος που κυβερνούσε πραγματικά τη χώρα. Ο Δ. Παπασπύρου, υπουργός Δικαιοσύνης της κυβέρνησης, έσπευσε, μάλιστα, να τον ανακαλέσει στην τάξη, επειδή δεν τηρούσε τον κανονισμό της βουλής(;;) Ο Κύρκος χαρακτήρισε γενικότερα τα μέτρα για το θέμα της ειρήνευσης ως «μέτρα αποφυλάκισης ανανηψάντων, πράγμα που υιοθετούσαν σιωπηλά και αρκετά στελέχη της ΕΠΕΚ
Έτσι, η εκτέλεση έγινε παρότι ο Πλαστήρας είχε δεσμευθεί προσωπικά, το Σεπτέμβριο του 1951, απαντώντας σε έκκληση 120 γυναικών θανατοποινιτών, ότι όσο ζούσε δεν θα γινόταν εκτελέσεις. Ο πρόεδρος της ΕΔΑ Γ. Πασαλίδης απευθύνθηκε μάλιστα στη βουλή στην κυβέρνηση και τη ρώτησε αν θα αρνηθεί τις εκτελέσεις των 8 που ήθελε ο Παπάγος. Φορτισμένος δήλωσε επίσης ότι αν η κυβέρνηση τις ματαίωνε, η ΕΔΑ θα την στήριζε όπως μπορούσε. Μάλιστα, με μια επιβεβαιωτική χειρονομία, η ΕΔΑ δεν στήριξε πρόταση μομφής που υπέβαλε ο Παπάγος κατά της κυβέρνησης, ελπίζοντας ότι αυτό θα βοηθούσε ώστε να ματαιωθεί η εκτέλεση.
Τελικά, ρόλο στην υπόθεση έπαιξε και η ασυνέπεια των ίδιων των αντιπάλων της εκτέλεσης μέσα στην κυβέρνηση. Παρότι μεγάλη μερίδα βουλευτών της ΕΠΕΚ αντιμετώπισαν το θέμα με εύγλωττη σιωπή και άφησαν να αιωρείται ότι θα αντιδρούσαν αν γινόταν η εκτέλεση, όταν αυτή ανακοινώθηκε και μάλιστα με τον παράνομο τρόπο που έγινε, παραιτήθηκε μόνο ο Αν. Ιωσήφ, υφυπουργός της προεδρίας της κυβερνήσεως, αν και άνθρωπος συντηρητικός πολιτικών πεποιθήσεων, ενώ ο Καρτάλης που απείλησε με παραίτηση, σύντομα έσπευσε να την ανακαλέσει.
Να σημειωθεί εδώ ότι από αρκετούς υποστηρίχθηκε η άποψη ότι λόγω ασθένειας ο Πλαστήρας δεν μπορούσε να αντιδράσει και η εκτέλεση έγινε ερήμην του. Αντιθέτως, ο Πλαστήρας, παρά την όποια ασθένεια του, «κατόρθωσε» να αμνηστεύει με διάταγμα της 15ης Ιανουαρίου 1952 τους αξιωματικούς του ΙΔΕΑ που είχαν προβεί σε πραξικόπημα στις 30-31 Μαρτίου 1951, διότι όπως ανέφερε η εισηγητική έκθεση του Παπασπύρου η κυβέρνηση δεν μπορούσε να φυλακίσει αξιωματικούς που «αρχικώς συσπειρώθηκαν προς την αποτελεσματικωτέραν δράσιν κατά των κομμουνιστών. Επιπλέον, επιδίωξε τη διάλυση της ΕΔΑ και τη δίωξη της «επί κατασκοπεία» και μάλιστα με επίσημες δηλώσεις του, που υποχρέωσαν εφημερίδες προσκείμενες στην ΕΠΕΚ να αποδυθούν σε αρθρογραφία «διόρθωσης» των δηλώσεων αυτών.(Προοδευτική Αλλαγή, Προοδευτικός Φιλελεύθερος).
Σε προανάκρουσμα των εκπεφρασμένων αυτών προθέσεων, στις 19 Ιανουαρίου 1952, σφραγίστηκαν με εντολή του υπουργείου Εσωτερικών τα γραφεία των εφημερίδων «Δημοκρατική» της ΕΔΑ και των «Φρουρών της Ειρήνης», της νεολαίας της ΕΔΝΕ. Η κυβέρνηση συνέλαβε δε και εκτόπισε εκ νέου τον Κ. Γαβριηλίδη, το Στ. Σαράφη, το Γ. Ιμβριώτη, τον Μ. Πρωϊμάκη, και το Ν. Τσόχα, όλους εκλεγμένους βουλευτές της ΕΔΑ. Ήταν η ίδια μέρα που ανακοινώθηκε ότι παραπεμπόταν εκ νέου ο Μπελογιάννης στο Διαρκές Στρατοδικείο Αθηνών. Μάλιστα ο ίδιος ο Πλαστήρας με δηλώσεις του δεσμεύτηκε ότι οι καταδικαστικές αποφάσεις του δικαστηρίου θα εκτελούνταν στο ακέραιο.
Ακόμα μια απόδειξη περί της δήθεν ανικανότητας του Πλαστήρα είναι αυτό που συνέβη με το ζήτημα προσδιορισμού του εκλογικού νόμου, την ίδια ακριβώς περίοδο με την υπόθεση Μπελογιάννη. Ο Πλαστήρας ήθελε το πλειοψηφικό που ζητούσαν οι Αμερικανοί, με σκοπό βεβαίως και να εξαναγκάσει την ΕΔΑ σε συρρίκνωση μέσω του εκλογικού διλήμματος των ψηφοφόρων της. Όμως τα υπόλοιπα μέλη της κυβέρνησης του αντιδρούσαν γιατί αυτό θα δημιουργούσε προϋποθέσεις μονοκρατορίας του Παπάγου που φαινόταν ως ο πιθανός νικητής των εκλογών. Μάλιστα, ο ίδιος ο υπουργός της κυβέρνησης Κ. Ρέντης, το Μάρτιο του 1952, επιδίωξε, επωφελούμενος από την ασθένεια του Πλαστήρα να καταθέσει κρυφά νομοσχέδιο υπέρ της απλής αναλογικής. Όταν το έμαθε ο Πλαστήρας, αν και ασθενής, προέβη αμέσως σε ανακοίνωση ότι η κυβέρνηση εμμένει στο πλειοψηφικό, αποδοκίμασε τον υπουργό του και συνεργάστηκε με την Αμερικανική πρεσβεία ώστε να ακυρωθούν οι πρωτοβουλίες του υπουργού του.
Όμως πέραν αυτού, την θεωρία του ανήμπορου Πλαστήρα έρχεται να διαψεύσει ο τρόπος που μεθοδεύτηκε η ίδια η εκτέλεση. Γνωρίζοντας την απόφαση του δικαστηρίου, είχε οργανωθεί η προσπάθεια να αποτραπεί η εκτέλεση με τον τρόπο που είχε αποτραπεί και σε άλλες περιπτώσεις: με χωνιά οι φυλακισμένοι ειδοποιούσαν όταν επρόκειτο να γίνει μεταγωγή τη νύχτα, άμεσα διοργανώνονταν μεγάλη συγκέντρωση έξω από την φυλακή και η εκτέλεση ματαιώνονταν. Αυτό είχε προετοιμαστεί και για τον Μπελογιάννη που επιπλέον διέθετε και την έμμεση συμπαράσταση δεκάδων ελλήνων και ξένων δημοσιογράφων που περίμεναν με τις φωτογραφικές κάμερες ανά χείρας. Επομένως για να εκτελεστεί έπρεπε να παρακαμφθεί αυτή η κινητοποίηση.
Ακριβώς για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο μεθοδεύτηκαν τα εξής: λίγο πριν την εκτέλεση, στις 28 Μαρτίου 1952 συνεδρίασε το συμβούλιο των Χαρίτων, με μέλος τον Γ.Γ του υπουργείου Δικαιοσύνης Δ. Αγραφιώτη. Η απόφαση καθυστερεί και φτάνουν τα μεσάνυχτα ώστε να ληφθεί και, αν και καταδικαστική, δεν κοινοποιείται. Το πρωί της 29ης Μαρτίου ο υπουργός Δικαιοσύνης που μαθαίνει την απόφαση απευθύνεται στο βασιλιά για Χάρη χωρίς, όμως, να θέτει πολιτικό ζήτημα μετά τη σύμφωνη γνώμη του Πλαστήρα.(ο Γ. Παπανδρέου στην Καθημερινή της 6 Απριλίου 1952 θα ισχυριστεί ευθέως ότι το όλο θέμα ήταν μια πονηριά της κυβέρνησης για να μεταθέσει στο βασιλιά τις δικές της ευθύνες). Ο Παύλος με αφορμή αυτό (να σημειωθεί ότι αν είχε τεθεί θέμα παραίτησης μπορεί να δινόταν η χάρη γιατί ο Παύλος στη φάση εκείνη ήθελε να αποφύγει πολιτική κρίση), απορρίπτει τη Χάρη. Όμως και αυτό παρασιωπείται. Ο Παπασπύρου αργότερα ισχυρίστηκε ότι ήταν Σάββατο βράδυ και η απόρριψη του βασιλιά δεν έφτασε στο υπουργείο!!!. Οι δημοσιογράφοι τον πολιορκούν ακόμα και στις 12 τη νύχτα και εκείνος δηλώνει άγνοια. Εξαφανίζεται και δεν μπορεί να εντοπιστεί και αργότερα γράφεται ότι κατέλυσε σε ξενοδοχείο της Κηφισίας. Οι εφημερίδες πληροφορούν τους αναγνώστες τους ότι στις 5 το πρωί ο Παπασπύρου εντοπίζεται στο αεροδρόμιο και ετοιμάζεται να μεταβεί στη Θεσσαλονίκη, και ενώ στέλεχος της ΕΠΕΚ τον ρωτά για το θέμα, αυτός διαψεύδει την εκτέλεση, που είχε πραγματοποιηθεί το προηγούμενο βράδυ.
Οι δημοσιογράφοι γνωρίζοντας ότι εκτελέσεις δεν γίνονται ποτέ την Κυριακή στην πλειονότητα τους δεν επέμειναν, παρότι πολιόρκησαν το υπουργείο Δικαιοσύνης μέχρι και τα μεσάνυχτα. Στις 2 τη νύχτα η αστυνομία αποκλείει ολόκληρη την περιοχή της Καλλιθέας που βρίσκονται οι φυλακές. Στις 3.25 οι μελλοθάνατοι ανεβαίνουν στην κλούβα της Χωροφυλακής. Στις 4.12 ακούγεται το παράγγελμα της εκτέλεσης στο Γουδί υπό το φως των προβολέων.
Στο σάλο που ξεσπά ο Παπασπύρου επικαλείται άγνοια. 30 βουλευτές της ΕΠΕΚ σε σύσκεψη κατηγορούν ευθέως τον Παπασπύρου ότι επίτηδες παραπλάνησε τους δημοσιογράφους. Ο Πλαστήρας επεμβαίνει και δηλώνει ότι ήταν απολύτως ενήμερος από τους υπουργούς του για τις εκτελέσεις. Όμως ο Παπασπύρου αποδίδει την ευθύνη στο Ρέντη και ο τελευταίος στην Αστυνομική Διεύθυνση Αθηνών. Ο Παπαπολίτης στην εφημερίδα της ΕΠΕΚ Προοδευτική Αλλαγή μιλά για έγκλημα και αποδίδει ευθύνες στον Παπασπύρου.
Έτσι, ολοκληρώνεται μια υπόθεση, από τις πιο τραγικές στην πολιτική ιστορία της χώρας. Η άμεση συνέπεια της είναι να διακοπεί κάθε σχέση της Αριστεράς με το Κέντρο, να αποδυναμωθεί ηθικά και πολιτικά ο Πλαστήρας και η ΕΠΕΚ και να ηττηθεί κατά κράτος στις εκλογές από τον Παπάγο, που σημειωτέον με έξυπνη τακτική κρατήθηκε σε απόσταση από την υπόθεση και μάλιστα μέσω του πολιτικού του συμβούλου Σπ. Μαρκεζίνη έσπευσε ακόμα και να διεκδικήσει και το ψευδεπίγραφο εύσημο εκείνου που θα επέβαλε την πολυπόθητη λήθη στη χώρα.
 (Το συγκεκριμένο κείμενο είναι περιληπτική προσαρμογή ενός τμήματος μιας ευρύτερης εργασίας για τη Συγκρότηση της ΕΔΑ στα 1951-53)

ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΑΥΓΗ 1 - 4 - 1977

Σας παρουσιάζουμε την μοναδική συνέντευξη που έχει δώσει ο Δημήτριος Παπασπύρου για την υπόθεση Μπελογιάννη. Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΑΥΓΗ την 1η Απριλίου 1977.



Ο ιστορικός Μιχάλης Λυμπεράτος παρατηρεί σχετικά με τη συνέντευξη Παπασπύρου στην εφημ. Αυγή του 1977 που αναρτήσαμε παραπάνω.

Οι απαντήσεις του Δ. Παπασπύρου έγιναν στην εφημερίδα “Αυγή” την 31 Μαρτίου και 1 Απριλίου του 1977 (όταν όλοι οι εμπλεκόμενοι δεν βρίσκονται στη ζωή).
Στις συνεντεύξεις αυτές ο Παπασπύρου παραδέχεται ότι έφυγε από το Τατόϊ έχοντας την εντύπωση ότι ο βασιλιάς θα απέρριπτε τη χάρη και ενημέρωσε γι’ αυτό τον Πλαστήρα. Παραθέτω:
Παπασπύρου: «Κάθε δύναμη που διέθετα την εξήντλησα για να για να στηρίξω την εισήγηση μου….Στις 6 το απόγευμα πήγα στον Πλαστήρα και τον ενημέρωσα για όσα έγιναν. Του εξέφρασα την εντύπωση μου ότι ο βασιλιάς θα αποδεχθεί την απόφαση του Συμβουλίου Χαρίτων (σ.τ.μ που απέρριψε το ενδεχόμενο να δοθεί χάρη στον Μπελογιάννη). Η λύπη του ήταν καταφανής και πολύ θλιμμένος είπε: εμείς κάναμε το καθήκον μας ο θεός ας τον φωτίσει….».
Για το θέμα τού πότε πληροφορήθηκε την εκτέλεση και γιατί δεν ενημέρωσε τους δημοσιογράφους ο Παπασπύρου είπε:

«Τις βραδυνές ώρες πήγα στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και ήρθαν αρκετοί υπουργοί προς τους οποίους επανέλαβα τα ίδια. Η ανακοίνωση των Ανακτόρων για την απόφαση του βασιλέως επί των αιτήσεων Χάριτος εστάλη αργά τις εσπερινές ώρες. Στο Υπουργείο Δικαιοσύνης δεν έφτασε γιατί ήταν Σάββατο βράδυ και οι υπηρεσίες δεν ειργάζοντο. Εκοινοποιήθη όμως το ανακτορικό έγγραφο στο Υπουργείο Στρατιωτικών επειδή επρόκειτο περί αποφάσεως στρατοδικείου υπαγομένου στη δικαιοδοσία του. Εκεί μέρα και νύχτα υπάρχει ο αξιωματικός υπηρεσίας που παραλαμβάνει έγγραφα.(η υπογράμμιση δική μου σ.τ.μ)».
Και ο Παπασπύρου προφανώς για να προλάβει τις επιφυλάξεις σε σχέση και με το πώς ήταν δυνατόν να μην ενημερωθεί για την απόφαση του βασιλιά από το υπουργείο Στρατιωτικών, αμέσως μετά προσθέτει: «Διερωτώμαι όμως: και αν έφτανε η ανακτορική ανακοίνωση στο υπουργείο Δικαιοσύνης θα εματαιούτο η εκτέλεση;».
Στην ερώτηση του δημοσιογράφου που έπαιρνε τη συνέντευξη γιατί αφού το υπουργείου Στρατιωτικών έμαθε την απόρριψη από το βασιλιά της Χάριτος δεν έσπευσε αμέσως να παραιτηθεί σε ένδειξη διαμαρτυρίας για να δημιουργηθεί ζήτημα και να μη δολοφονηθεί ο Μπελογιάννης υπό τους προβολείς των αυτοκινήτων, ο Παπασπύρου απάντησε:
«Ούτε η παραίτηση της κυβερνήσεως ή έστω ενός ή περισσότέρων υπουργών θα εματαίωνε την εκτέλεση. Η παραίτηση απλώς θα ικανοποιούσε τους γνωστούς κύκλους που θα επετύγχαναν έτσι και την πτώση της κυβερνήσεως.»
Η δήλωση αυτή του Παπασπύρου εγείρει ορισμένα ζητήματα:
α) άραγε το θέμα συζητήθηκε μεταξύ των υπουργών, γεγονός που δείχνει ότι δεν ισχύει η άγνοια για την απόφαση του βασιλιά που επικαλέστηκε ο Παπασπύρου;
Β) αν ναι γιατί δεν ενημερώθηκε ο Τύπος;
Και ο Παπασπύρου συνεχίζει:

«πολύ πρωί την Κυριακή έφυγα αεροπορικά για τη Θεσσαλονίκη για να συμμετάσχω στο Συνέδριο των βαμβακοπαραγωγών ως προσωρινός υπουργός Γεωργίας. Στο αεροδρόμιο έμαθα λεπτομέρειες για τα τραγικά συμβάντα της νύχτας. Δεν πέρασε ποτέ από τη σκέψη μου ότι με τέτοια βιασύνη και τόσο απάνθρωπα θα εγίνετο η εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης».
  
Μια σειρά νέα ζητήματα εγείρονται από την πληροφορία αυτή:
α) δεν βρέθηκε κανείς από τις φυλακές ή το υπουργείο Στρατιωτικών να ενημερώσει τον Παπασπύρου για τη ξαφνική μεταγωγή των φυλακισμένων;
β) γιατί αφού τότε το πληροφορήθηκε, μπήκε στο αεροπλάνο και δεν έκανε έστω μια δήλωση ή δεν ήρθε σε καμία επαφή με τους δημοσιογράφους και απλά συνέχισε το ταξίδι του;
γ) γιατί υπάρχει η μαρτυρία του συναδέλφου του βουλευτή της ΕΠΕΚ Β. Πέτσου ότι ακόμα και μέσα στο αεροπλάνο αυτό καθησύχασε το βουλευτή ότι κάτι θα γινόταν ώστε να αποτραπούν οι εκτελέσεις;
δ) γιατί στα 1952 δεν διέψευσε την καταγγελία του Σ. Παπαπολίτη, σημαίνοντος στελέχους της ΕΠΕΚ, ότι σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Παπασπύρου μία ώρα μετά την εκτέλεση διαβεβαίωνε το συνομιλητή του ότι δεν είχε συμβεί τίποτα;
ε) πως είναι δυνατόν να μην ενημερώθηκε μετά την εκτέλεση από τις υπηρεσίες του υπουργείου Στρατιωτικών;

Ο Μιχάλης Λυμπεράτος είναι διδάκτορας Ιστορίας στο Πάντειο Παν/μιο, συγγραφέας των βιβλίων
  • ΣΤΑ ΠΡΟΘΥΡΑ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ Από τα Δεκεμβριανά στις εκλογές του 1946,  Βιβλιόραμα 2006 

Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2015

Η σκέψη του ανατρεπτικού φιλοσόφου ΦΡ. ΝΙΤΣΕ παρουσιάζεται από τον Ήρκο Αποστολίδη τη Δευτέρα 30 Μαρτίου στο βιβλιοπωλείο μας με αφορμή τη νέα έκδοση του βιβλίου Ο ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΣ

Τη Δευτέρα 30 Μαρτίου και ώρα 8.30 μμ
στο βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ
με αφορμή τη νέα έκδοση του βιβλίου
Ο ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΣ 

ΑΝΑΘΕΜΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ
ο σχολιαστής και φιλολογικός επιμελητής του 

Ήρκος Αποστολίδης
παρουσιάζει τη σκέψη του ανατρεπτικού φιλοσόφου 

Φρ. Νίτσε.

Η χριστιανική έννοια του θεού - ο θεός ως παρηγοριά των άρρωστων, ο θεός ως αράχνη, ο θεός ως πνεύμα- είναι μια απ' τις πιο εκφυλισμένες έννοιες του θείου που διατυπώθηκε ποτέ πάνω στη γη. 
Περιγράφει ίσως το τελευταίο στάδιο στην κατιούσα εξέλιξη των τύπων του θείου. Ο θεός κατέληξε νάναι το αντίθετο της ζωής, αντί η μεταμόρφωσή της, το αιώνιο "Ναι" της!
Ο θεός: διακήρυξη πολέμου κατά της ζωής, της Φύσης, της βούλησης για ζωή!
Θεός: η αλάνθαστη συνταγή για κάθε συκοφαντία του "ενθάδε", κάθε ψέμα του "επέκεινα"!
Θεός: το μηδέν που θεοποιήθηκε, η βούληση για εκμηδένιση που ανακηρύχτηκε "αγία"!..


Τρίτη, 24 Μαρτίου 2015

Την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης 2015 τιμήσαμε απαγγέλοντας και τραγουδώντας Μανόλη Αναγνωστάκη



Στο χώρο του βιβλιοπωλείου που γέμισε ασφυκτικά από τους φίλους της ποίησης γιορτάστηκε και φέτος Σάββατο 21 ΜΑΡΤΙΟΥ 2015
η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ
με αφιέρωμα στον ποιητή ΜΑΝΟΛΗ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ 
από το ΤΡΟΦΩΝΙΟ ΩΔΕΙΟ, 
το βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ, 
και τους φίλους τους

Τραγούδι : Άννα Μουζάκη, Παυλίνα Κατσή
Πιάνο : Παυλίνα Κατσή 

Ποιήματα διάβασαν οι :Αγραφιώτης Γιώργος, Θεοχάρης Γιώργος 
Καναβούρης Κώστας, Κατσικογιάννη Βάσω



Αναφορά στη ζωή και το έργο του Μανόλη Αναγνωστάκη έγινε από τον ποιητή και δημοσιογράφο Κώστα Καναβούρη ο οποίος ανάμεσα σε άλλα διάβασε και το παρακάτω κείμενο που είχε γράψει αποχαιρετώντας τον ποιητή.


Δεν μπορεί, κάτι παραπάνω θα σημαίνει η απώλεια ενός ποιητή. Κάτι ίσως πέρα και από την οδύνη, ή πάλι κάτι που να μετράει τις διαστάσεις της οδύνης. Μιλώ φυσικά για τα συναισθήματα που νιώθουν εκείνοι που αγαπάνε την ποίηση και τους ποιητές. Μιλώ δηλαδή για κείνους που μέσα από τους ποιητές και την ποίηση κατανοούν την εποχή και τον εαυτό τους μέσα στην εποχή. Ο Μανόλης Αναγνωστάκης ανήκε σ’ αυτούς τους ποιητές. Είπε τον καιρό του και μαζί μ’ αυτόν τον καιρό και όλους εκείνους που έζησαν μέσα στον καιρό και τον έφτιαξαν. Και τώρα ο καιρός φεύγει μαζί με τους ανθρώπους του. εκείνους που αποτέλεσαν το μέτρον της κατανοήσεώς του. Ο Μανόλης Αναγνωστάκης – θέλω να πω – υπήρξε μέτρον συγκρίσεως ώστε να κατανοούμε. Άρα, εποίησε την εποχή του και έγινε τω όντι ποιητής της. Δεν έχει σημασία αν σου άρεσε ή όχι η ποίησή του. Αν συμφωνούσες ή όχι με τη σιωπή του. Αν έκρινες αυτή τη σιωπή είτε θετικά, είτε αρνητικά, είτε ακόμα και απαξιωτικά. Δεν έχει σημασία καν αν τον θεωρούσες μέτριο, καλό, σπουδαίο, μεγάλο ποιητή. Τίποτε απ΄ όλα αυτά δεν έχει σημασία. Το κύριο είναι πως όταν εκδημούν τέτοιοι άνθρωποι χάνεται το μέτρον κατανοήσεως του κόσμου, τουλάχιστον για όσους από εμάς εθιστήκαμε στο αχανές των μεγάλων αφηγήσεων και ζήσαμε μέσα από αναμνήσεις άλλων πριν ακόμα γεννηθούμε και ζήσαμε μέσα σε μια εντιμότητα που δεν μπορέσαμε να την κάνουμε καθολική ομιλία. Ηττώμενοι, χωρίς να έχουμε ηττηθεί, νικώντας χωρίς να έχουμε νικήσει. Ακούγοντας πάντα τον Μανόλη Αναγνωστάκη για να μπορούμε να στεκόμαστε στα πόδια μας, τρέμοντας κάθε στιγμή μη και δεν είναι αλήθεια όσα πιστέψαμε. Μη και δεν είναι περηφάνεια η περηφάνεια μας, μη και δεν είναι λύπη η λύπη μας, μη και δεν είναι χαρά που την αξίζουμε η χαρά μας. Και ύστερα σε κάτι νύχτες με πανσέληνο, μη και δεν είναι σιωπή η σιωπή μας.
Εμείς, όσοι εμείς, κάπως έτσι κατανοήσαμε την εποχή μας, γι’ αυτό μας βρίσκει ξέσκεπους ο χρόνος κάθε φορά που φεύγει ένας ποιητής. Μπορεί – πού ξέρεις; - να κάνουμε λάθος.
Αλλά είναι οδικός μας καιρός, ο δικός μας χρόνος. αύριο τα παιδιά θα έχουν τους δικούς τους ποιητές. Και θα τους έχουν, δεν υπάρχει αμφιβολία. Μόνο που δεν θα μοιάζουν με τους δικούς μας ποιητές, εκείνους με την άχνα της σφαίρας στον κρόταφο και τη σελίδα του βιβλίου να γίνεται λεπίδα ειρωνείας. Κι εμείς, όσο προλάβαμε, θα περιμένουμε και θα χαρούμε τους νέους ποιητές. Και θα ζήσουμε μαζί τους γιατί χωρίς τους ποιητές δεν γίνεται να ζήσουμε. Αυτό μας το έμαθαν οι ποιητές που ζήσαμε μαζί τους. Το μέτρον του καιρού που λέγαμε. Αλλά όμως οι νέοι ποιητές είναι οι εποχή τους. Ο Μανόλης Αναγνωστάκης είναι η εποχή μας. Γι’ αυτό και η οδύνη. Μια εποχή που φεύγει, ποιητή προς ποιητή, κι εμείς τρέχουμε να την προλάβουμε για να την πούμε και να την ξαναπούμε όσο το δυνατόν πληρέστερα και στους επόμενους. Ελπίζοντας πάντα ότι δεν είναι μοιραίο οι επόμενοι ποιητές να πεθαίνουν νέοι. Ελπίζοντας σε άλλες σιωπές από εκείνη του Μανόλη Αναγνωστάκη.
Αλλά τώρα οδύνη. Χωρίς μεγάλα λόγια. Αρκεί η οδύνη. Η δύσκολη απώλεια που είναι κάτι πιο πέρα κι από το θάνατο. Μα- θα μου πεις – υπάρχει κάτι πιο πέρα από τον θάνατο; Ναι, υπάρχει. Και δεν εννοώ τη μεταθανάτιο ζωή. Το πιο πέρα από τον θάνατο είμαστε εμείς. Εμείς ζούμε. Η ζώσα ζωή η διαρκώς. Η διαρκής διαρκώς. Βαρύ φορτίο όταν φεύγουν οι πλοηγοί και αντιλαμβάνεσαι ότι η θάλασσα δεν είναι ποτέ δικιά σου χωρίς συντρόφους και τα τραγούδια της ποτέ κατορθωμένα χωρίς το μέτρον των ήχων, χωρίς το μέτρον της πραγματικότητας, χωρίς τον ρυθμό του κόσμου που ποιείται για να φανερωθεί, ώστε να μπορέσει να γίνει τρόμος εξερευνήσιμος μ’ ένα επόμενο ποίημα, ένα επόμενο τραγούδι, έναν επόμενο πόλεμο καθολικών ερώτων.
Κάπως έτσι είναι τα γεγονότα χωρίς τον Μανόλη Αναγνωστάκη. Δεν ξέρουμε από πού ήρθε. Ξέρουμε απλώς ότι ήρθε εδώ κι ότι έφυγε από εδώ.  Εν τω μεταξύ εσήμανε εσπερινούς και όρθρους και κάτι μεγάλες ολονυκτίες ανάμεσα στο αίμα και στο αίμα. Και ότι κάποτε, καθότι διαπρύσιος ποδοσφαιρόφιλος, με μια ντρίμπλα του Θεού αλλά Γκαρίντσα (για όσους ξέρουν) απέφυγε τον μέγα αντίπαλο. Γιατί έγραφε ποίηση. Γιατί ποιούσε τον καιρό του. Γνωρίζοντας πάντα – ω εξαίσιο μάθημα – τι μπορεί να πει και τι δεν μπορεί να πει. Για πόσα πράγματα δεν δικαιούται να σιωπήσει και για πόσα άλλα να μην έχει λόγια να τα πει. Γιατί – ναι – μας το έμαθε ο Μανόλης Αναγνωστάκης: Το να μην λες μπορεί και να είναι το απόλυτο της σιωπής. Αυτό το άγριο δεν μπορώ. Που κάνει τους άλλους να νιώσουν την ευθύνη τους και να μπορέσουν. Ώστε να ποιήσουν τον κόσμο, να ποιήσουν τον καιρό τους και να αποτελέσουν το μέτρον του καιρού τους. Πηγαίνοντας βεβαίως προς τη δική τους σιωπή. Προς τη δική τους ανωνυμία. Προς εκείνο τον τόπο όπου οι μελλούμενοι ποιητές πεθαίνουν πάντα νέοι. Όπως ο Μανόλης Αναγνωστάκης.
Τον χαιρετούμε λοιπόν, αλλά χωρίς αντίο. Γιατί όποτε το θελήσει θα είναι ευπρόσδεκτος. Έτσι, για να συζητήσουμε τις επίμαχες φάσεις μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος. Πάντα εδώ. στη σέντρα του παρόντος. Άλλωστε το λέει και ο Τέννυσον: «Ω τι ζωντανός θάνατος, οι μέρες που δεν υπάρχουν πια».
                                                                          Κώστας Καναβούρης
Παυλίνα Κατσή, Κώστας Καναβούρης


Παυλίνα Κατσή
Άννα Μουζάκη

Κώστας Καναβούρης, Γιώργος Θεοχάρης, Βασιλική Κατσικογιάννη, Γιώργος Αγραφιώτης, Άννα Μουζάκη



Μιλ

Μιλ γι τ τελευταα σαλπίσματα τν νικημένων στρατιωτν
Γι
τ κουρέλια π τ γιορτινά μας φορέματα
Γι
τ παιδιά μας πο πουλν τσιγάρα στος διαβάτες
Μιλ
γι τ λουλούδια πο μαραθήκανε στος τάφους κα τ σαπίζει βροχ
Γι
τ σπίτια πο χάσκουνε δίχως παράθυρα σν κρανία ξεδοντιασμένα
Γι
τ κορίτσια πο ζητιανεύουν δείχνοντας στ στήθια τς πληγές τους
Μιλ
γι τς ξυπόλυτες μάνες πο σέρνονται στ χαλάσματα
Γι
τς φλεγόμενες πόλεις τ σωριασμένα κουφάρια σος δρόμους
Το
ς μαστρωπος ποιητς πο τρέμουνε τς νύχτες στ κατώφλια
Μιλ
γι τς τέλειωτες νύχτες ταν τ φς λιγοστεύει τ ξημερώματα
Γι
τ φορτωμένα καμιόνια κα τος βηματισμος στς γρς πλάκες
Γι
τ προαύλια τν φυλακν κα γι τ δάκρυ τν μελλοθανάτων.
Μ πι πολ μιλ γι τος ψαράδες
Π
᾿ φήσανε τ δίχτυά τους κα πήρανε τ βήματά Του
Κι
ταν Ατς κουράστηκε ατο δν ξαποστάσαν
Κι
ταν Ατς τος πρόδωσε ατο δν ρνηθκαν
Κι
ταν Ατς δοξάστηκε ατο στρέψαν τ μάτια
Κι ο
σύντροφοί τους φτύνανε κα τος σταυρναν
Κι α
τοί, γαλήνιοι, τ δρόμο παίρνουνε π᾿ κρη δν χει
Χωρ
ς τ βλέμμα τους ν σκοτεινιάσει ν λυγίσει
ρθιοι κα μόνοι μς στ φοβερ ρημία το πλήθους.