Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2015

Η μικροφυσική της ανάγνωση : Σύντομος λόγος περί βιβλιοθηκών.


Η μικροφυσική της ανάγνωσης
Σύντομος λόγος περί βιβλιοθηκών.

Υπάρχουν χειρότερα πράγματα από το κάψιμο των βιβλίων, όπως το να μην τα διαβάζεις.
Ray Bradbury



Τρίτη 25 Φεβρουαρίου 2015. “Αντικατάσταση των σπασμένων μαρμάρων στο κτίριο – κόσμημα του Ηρακλείου, τη Βικελαία Βιβλιοθήκη”. Με τέτοιους βαρυσήμαντους, πηχιαίους τίτλους υποδέχτηκε η κοινωνία της πόλης την αποκατάσταση των ζημιών στο κτίριο της Βικελαίας Βιβλιοθήκης “από τους θερμόαιμους και βάνδαλους διαδηλωτές της πορείας της 6ης Δεκέμβρη”. Και ξεφύσηξε ανακουφισμένη… Για τους αντιδραστικούς, που ούτως ή αλλιώς, θα λοιδορούσαν και την ίδια την πορεία, ανεξαρτήτως συμμετοχής, αιτημάτων ή ειρηνικής κατάληξης, η παραπάνω αντίδραση ήταν αναμενόμενη. Το άρθρο όμως γράφεται κυρίως για αυτούς που ενοχλήθηκαν μόνο (και κακώς γιατί υπήρχαν πολλοί περισσότεροι λόγοι για κριτική στα γεγονότα) από την επίθεση στη Βικελαία ως συμβολισμό. Όμως πριν βιαστούμε να εκχωρήσουμε στη Νέα Βικελαία Βιβλιοθήκη το χαρακτηρισμό του ναού της γνώσης και της μάθησης, ίσως θα έπρεπε να αναλογιστούμε τι είναι αυτό που στην πραγματικότητα συμβολίζει ή μάλλον πρόκειται να συμβολίσει (διότι αν και δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί η κατασκευή της, ο προσανατολισμός της δομής και των στόχων της είναι σαφής). Φάρος και οδηγός των βιβλιοθηκών στην Ελλάδα σήμερα είναι η Βιβλιοθήκη της Βέροιας του “μεγάλου οραματιστή” Γιάννη Τροχόπουλου, με τη στήριξη του δικτύου “Future Library”, μιας αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρίας του “Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος” για τη δικτύωση των δημόσιων και δημοτικών βιβλιοθηκών της χώρας. Με άλλα λόγια: όταν η βιβλιοθήκη έπαψε να είναι αυτό που πάντα ήταν και μετατράπηκε σε ένα θεματικό πάρκο με επίκεντρο την ψυχαγωγία και τις νέες τεχνολογίες. Σύμφωνα με το παραπάνω “όραμα” και τις βασικές στοχεύσεις των εμπνευστών του, η Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη της Βέροιας σήμερα (οσονούπω και η Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη Ηρακλείου) δίνει το βάρος στη γνωστική εμπειρία, μακριά από τη στείρα εκπαιδευτική διαδικασία, προωθεί τη νέα επιχειρηματικότητα και την καινοτομία, λειτουργεί σαν αντίδοτο στην πλήξη των μικρών παιδιών και των ηλικιωμένων, αμβλύνει τις κοινωνικές ανισότητες καθώς ενθαρρύνει την πρόσβαση σε μετανάστες ή άλλες ομάδες αποκλεισμένων προερχόμενων από τα κατώτερα στρώματα, αφουγκράζεται τις ανάγκες και τους ρυθμούς της σύγχρονης κοινωνίας και της αγοράς εργασίας και δίνει έμφαση στη διάδραση λειτουργώντας σαν παράθυρο στον κόσμο όπου όλοι συνδεόμαστε αμοιβαία και επικοινωνούμε. Κι όλα αυτά σε ένα κτίριο υψηλών προδιαγραφών, που συνδυάζει τις ψηφιακές υποδομές και τη νέα τεχνολογία με ενυδρεία, αναπαυτικές καρέκλες, ντιζαϊνάτα έπιπλα, άπειρες οθόνες και λίγα (αναγκαστικά) βιβλία. Μ’ αυτό τον τρόπο εγκαταλείπουμε οριστικά την εικόνα του “σκοτεινού, υποφωτισμένου χώρου ανάγνωσης για λίγους”, ενώ η “edutainment” (education:εκπαίδευση+entertainment:ψυχαγωγία), αυτή η οξύμωρη πρόσμειξη εκπαιδευτικής και ψυχαγωγικής εμπειρίας, κάνει την εκπαίδευση μια ελκυστικότερη και αποτελεσματικότερη διαδικασία. Αυτή η “βιβλιοθήκη – πολυεργαλείο”, όπως με καμάρι αποκαλείται, λειτουργεί σαν πρότυπος δημόσιος οργανισμός (π.χ. με ανθρώπινο δυναμικό άριστα καταρτισμένο σε θέματα νέων τεχνολογιών), προμηνύοντας τις μελλοντικές αλλαγές στο δημόσιο τομέα. Κι αν όλα τα παραπάνω φαντάζουν ιδανικά και απολύτως επιθυμητά στο μυαλό του κάθε (νεο)φιλελεύθερου (και όχι μόνο) που σέβεται τον εαυτό του, ευτυχώς υπάρχει και ο αντίλογος. Καταρχήν αναγνωρίζουμε το στείρο εκπαιδευτικό χαρακτήρα της εκπαιδευτικής διαδικασίας μέσα στα σχολεία για τον απλούστατο λόγο ότι η μάθηση δεν μπορεί επ’ ουδενί να ταυτίζεται με αυτή. Η μάθηση είναι ευρύτερη διαδικασία και διαχέεται σε όλο το φάσμα της ανθρώπινης ζωής. Δεν παύει όμως η κατάκτηση της γνώσης να είναι μια επίπονη και συστηματική προσπάθεια, να απαιτεί σταθερό συναισθηματικό έδαφος και προσωπικό μόχθο, όπως επισημαίνει κι ο Neil Postman(“Διασκέδαση μέχρι θανάτου”, εκδόσεις Κατάρτι). Ο λόγος που σήμερα συνδέθηκε τόσο άρρηκτα με την ψυχαγωγία ήταν γιατί η μάθηση γίνεται έτσι εύκολη και εύπεπτη, οι απαιτήσεις (και συνεπώς οι δεσμεύσεις) μετριάζονται, κινούμαστε στο εφήμερο και στο θραυσματικό όπως άλλωστε επιτάσσει και η εποχή. Οι βιβλιοθήκες θα μπορούσαν κατά περίπτωση να λειτουργήσουν σαν “αντίδοτα στην πλήξη” της ζωής, όχι όμως μέσα από την αναπαραγωγή του υπάρχοντος (από την οθόνη του σπιτιού στην οθόνη της βιβλιοθήκης), αλλά γιατί θα μας έδιναν τη δυνατότητα να γνωρίσουμε τη σκέψη των συγγραφέων και το χρόνο να αναστοχαστούμε πάνω σε αυτή. Κι έπειτα ξαναγεννημένοι, στο όνομα των καινούριων προοπτικών που ανοίχτηκαν μπροστά μας, θα επιστρέφαμε στην πραγματικότητα για να την αλλάξουμε από τα θεμέλια. Κάπως έτσι θα επιτελούταν η προσωρινή (και μακροπρόθεσμα οριστική) απόδραση από τη φρίκη του παρόντος και όχι με μια βιβλιοθήκη που δεν κάνει άλλο από το να προετοιμάζει ανθρώπους (κατάρτιση, εξοικείωση με την τεχνολογία, ενθάρρυνση καινοτομίας) για να τους μπάσει ακόμα πιο βαθιά μες στο δυσοίωνο παρόν. Όταν ο Κικέρωνας έλεγε ότι σκοπός της διδασκαλίας είναι να απελευθερώσει το μαθητή από το υπάρχον κι όχι να τον συμφιλιώσει με αυτό, σίγουρα δεν μπορούσε να φανταστεί πως κάποτε ακόμα και η μάθηση μέσω βιβλιοθηκών θα γινόταν ο πιο ασφαλής δρόμος προς την επίτευξη του απόλυτου κομφορμισμού. Όσο δε για τις κοινότυπες ρητορείες περί κοινωνικής ισότητας με το να δίνεται χώρος σε ασθενέστερους πληθυσμούς να μετέχουν στα δρώμενα εντός της βιβλιοθήκης, δεν υπάρχει κάτι να σχολιαστεί. Ούτως ή άλλως ποτέ η πρόσβαση στις βιβλιοθήκες δεν γινόταν με κριτήρια εισοδηματικά ή χρώματος του δέρματος, οπότε το να παρουσιάζεται με τέτοιο στόμφο το αυτονόητο και το επί χρόνια ισχύον ως υπέρτατη κατάκτηση της σύγχρονης βιβλιοθήκης, ακούγεται τουλάχιστον αστείο. Τέλος η έμφαση στην κατάρτιση του εργαζόμενου προσωπικού (επαναλαμβάνεται σε όλα τα σχετικά άρθρα και τις συνεντεύξεις των εμπλεκομένων) αποκαλύπτει για άλλη μια φορά τον υποβιβασμό της σημερινής βιβλιοθήκης σε μια κανονική επιχείρηση που λειτουργεί με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια κέρδους και μέγιστης απόδοσης. Κι αν άλλοτε η απαίτηση (ασχέτως αν εκπληρούταν στην πράξη ή όχι) ήταν η γνώση των υπαλλήλων σε θέματα βιβλίων, συγγραφέων και εκδόσεων, όταν το βάρος πλέον μετατοπίζεται στις υπηρεσίες πληροφόρησης και επικοινωνίας, προαπαιτούμενο της πρόσληψης σε τέτοιους φορείς είναι σχεδόν αποκλειστικά η γνώση πληροφοριακών συστημάτων και δικτύων. Περίτρανη απόδειξη για αυτό είναι η απονομή του “Βραβείου Πρόσβαση στη Μάθηση 2010” του Ιδρύματος Melinda & Bill Gates στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη της Βέροιας, για την “καινοτόμα χρήση της τεχνολογίας και την ανάπτυξη δημιουργικού και ισχυρού περιβάλλοντος για την κοινότητα” εντός αυτής, ύψους 1 εκατομμυρίου δολαρίων. Μπορεί να μην ξέρουμε ακόμα πως θα σχεδιαστεί η λειτουργία της Βικελαίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης, μπορούμε πάντως να το υποθέσουμε με μικρή πιθανότητα λάθους. Εξάλλου ο “οραματιστής” της Βέροιας Γιάννης Τροχόπουλος, ως διευθύνων πλέον σύμβουλος του οργανισμού “Κέντρο Πολιτισμού Σταύρος Νιάρχος”, κλήθηκε και εργάζεται πια στην Αθήνα για την αποπεράτωση του “Κέντρου”, του “μεγαλύτερου κατασκευαστικού και πολιτισμικού έργου της χώρας” στον παλιό Ιππόδρομο (Φαληρικό Δέλτα), όπου πρόκειται να μεταφερθεί σύντομα η Λυρική Σκηνή και η Εθνική Βιβλιοθήκη. Συνεπώς ο δρόμος άνοιξε για το ριζικό μετασχηματισμό των βιβλιοθηκών και είναι μάλλον απίθανο να αφήσει ανεπηρέαστη τη Δημοτική Βιβλιοθήκη μιας από της πιο “έξυπνες” πόλεις της Ευρώπης και γενικότερα (το 2014 το Ηράκλειο κατέλαβε την 21η θέση στην παγκόσμια κατάταξη των “έξυπνων πόλεων”). Πριν λοιπόν βιαστούμε να χαιρετίσουμε με ενθουσιασμό την αποκατάσταση των μαρμάρων της Βικελαίας στο όνομα ενός αφηρημένου συμβολισμού, θα ήταν σκόπιμο να υπάρξει μια δεύτερη σκέψη. Όχι αναφορικά με την αποκατάσταση (από τη στιγμή που καταστράφηκαν έπρεπε επισκευαστούν, και για αυτό δεν χωράει συζήτηση), αλλά αναφορικά με την ποιότητα του συμβολισμού. Γιατί το αίτημα για μια βιβλιοθήκη με τις παραδοσιακές υπηρεσίες (δανεισμός/αναγνωστήριο) δεν είναι ούτε αναχρονιστικό, ούτε μας κάνει γραφικούς νοσταλγούς που εθελοτυφλούμε στις εξελίξεις της ζωής. Είναι το αίτημα της αληθινής ανάγνωσης ως ουσιαστικού βιώματος, έξω από την ψυχρή διαμεσολάβηση της οθόνης (e-books), έξω από τη σκόρπια, ασύνδετη κι ενίοτε αποπροσανατολιστική πληροφορία (internet) κι έξω από τη γενικευμένη ασημαντότητα των προσομοιώσεων (ψηφιακές εφαρμογές). Μπορεί να ζητάμε “βιβλιοθήκες – αποθήκες βιβλίων”, όπως χλευάζονται τα τελευταία χρόνια όσες ακόμα δεν ενέδωσαν στην ψηφιακή λαίλαπα και μετά βίας διατηρούν το χαρακτήρα τους, πάντως ζητάμε ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΕΣ. Κι αν θέλουμε να αλλάξουμε σ’ αυτές χίλια πράγματα, ωστόσο δεν θα επιτρέπαμε ποτέ να μετατραπούν σε αυτά τα εκτρωματικά υβρίδια που διατείνονται ότι παράγουν πολιτισμό και διαχέουν τη γνώση ισότιμα. Αφού δεν βλέπω τρόπο να απαλλασσόμαστε άμεσα από αυτά, ας μείνουν, αρκεί να αποποιηθούν το χαρακτηρισμό τους ως βιβλιοθηκών ή τουλάχιστον να πάψουμε εμείς να τις αναγνωρίζουμε ως τέτοιες. Οι πληγωμένοι αναγνώστες που είδαν στην καταστροφή των μαρμάρων της Βικελαίας να βεβηλώνεται το σύμβολό τους, επικρότησαν τελικά άθελά τους ένα όραμα που για ορισμένους βρισκόταν σε πλήρη ασυμφωνία με το φαντασιακό τους. Διότι αν πράγματι η ανάγνωση βρίσκει τη συμβολική της έκφραση σε ένα περιβάλλον που κυριαρχείται από ψυχρές οθόνες και στοχεύει στην “edutainment”, είμαστε έτοιμοι να υποδεχτούμε τη μελλοντική δυστοπία των βιβλιοθηκών, που όχι μόνο αλλάζουν ερήμην μας, αλλά μας κάνουν και υπερασπιστές της μετάλλαξής τους. Όμως αντί να περιμένουμε να γεμίσουν οι βιβλιοθήκες με άπειρους ανθρώπους που δεν ανέπτυξαν ποτέ ουσιαστική σχέση με την ανάγνωση, θα έπρεπε να κινηθούμε προς την αντίστροφη πορεία: από την οικειοποίηση του διαβάσματος στη διαμόρφωση ενός χώρου που να το φιλοξενεί. Θέλουμε όλο και περισσότεροι άνθρωποι να αποκτήσουν μάτια εξοικειωμένα με το ημίφως και ψυχές πρόθυμες να υποβληθούν στο άχθος ενός απαιτητικού αναγνώσματος. Πριν η ανάγνωση εξοστρακιστεί τελείως από τη σύγχρονη βιβλιοθήκη ως περιττή και ντεμοντέ κι η τελευταία εκπέσει σε ένα τυπικό internet cafe, καλό θα ήταν να επαναπροσδιορίσουμε αξίες και συμβολισμούς. Γιατί αν ο παράδεισος μοιάζει με βιβλιοθήκη (όπως τον φανταζόταν πάντα ο Luis Borges), η κόλαση πρέπει να μοιάζει εκπληκτικά με τη νέα “βιβλιοθήκη”…

Μίσκιν

Τρίτη, 16 Ιουνίου 2015

14 σχόλια αναγνωστών μας για τα φετινά βραβεία του 4ου ποιητικού διαγωνισμού ΕΛΙΚΩΝ


με κλικ ΕΔΩ η ανάρτηση με τα ποιήματα

14 σχόλια:
Nikos D. Sakkas είπε...
Άσχημο που φέτος δεν υπήρξε η αναλυτική βαθμολόγηση που υπήρξε πέρυσι, κάτι που ήταν αρκετά σπάνιο αλλά και εξαιρετικά σημαντικό και ποιοτικό ως πρακτική. ΄Άσχημη επίσης η αποχώρησή σας απο το διαγωνισμό. Ελπίζω μόνο να οφείλεται σε λόγους χρόνου, πόρων, κ.λπ. και να μη σχετίζεται με τις διαδικασίες αξιολόγησης.

φιλικά, Νίκος
knave84 είπε...
Μετά συγχωρήσεως, αλλά το πρώτο ποίημα αποτελεί ένα συνονθύλευμα ακατανοησίας. Μια συλλογή από τυχαία συναθροισμένες λέξεις. Ένα αμετροεπές λογύδριο, στερούμενο οποιασδήποτε σημασίας. Και τι ωραία λέξη αυτή: "σημασία", αναφέρεται τόσο στο "νόημα" όσο και στην "σπουδαιότητα" αυτού.

Καμία σχέση με την απλότητα, ευρηματικότητα και τον πλούτο νοήματος του Κ. Μόντη. Και θα κλείσω με ένα δικό του απόφθεγμα: "Δεν είχες τίποτα να πεις, κύριε. Γιατί ηνώχλησες τις λέξεις, γιατί τις ηνώχλησες; "

Ανώνυμος είπε...
ΣΥΜΦΩΝΩ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΡΑΠΑΝΩ
ΡΕΣΙΤΑΛ ΚΕΝΟΤΗΤΑΣ ΤΟ 1 ΠΟΙΗΜΑ
ΜΕ ΚΑΝΕΙ ΚΑΙ ΑΠΟΡΩ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΟΥΛΙΑΝΟΣ είπε...
Αν τα ζητούμενα της επιτροπής είναι ο, δίκην τσίρκου, γλωσσικός ακροβατισμός, που επιχειρείται με όχημα τον ποιητικό λόγο, ερήμην κάθε ουσίας και νοήματος, ενημερώστε μας να μη μπαίνουμε στον κόπο. Το 1ο βραβείο είναι μνημείο ανάδειξης του ακατανόητου!
Nikos Vamvakas είπε...
Θα ήθελα αγαπητοί διοργανωτές του διαγωνισμού να μας γνωστοποιήσετε τις βαθμολογίες που πήραν όλα τα διαγωνιζόμενα κείμενα, μιας και γι΄αυτό το λόγο στάλθηκαν. Δεν θα μπώ στη διαδικασία κρίσης επι των κρίσεων μιας και αυτοβούλως μπήκα σε αυτή τη δοκιμασία. Ευχαριστώ!
Ανώνυμος είπε...
Θα ήθελα να παρακαλέσω τους διοργανωτές του διαγωνισμού να μας γνωστοποιήσουν τις βαθμολογίες που πήραν τα ποιήματα που έλαβαν μέρος και όχι μόνο τα πρώτα, άλλωστε νομίζω πως έχετε υποχρέωση να το κάνετε. Δεν θα μπώ στη διαδικασία κρίσεως επι των κρίσεων μιας και αυτοβούλως πήρα μέρος στον εν λόγο διαγωνισμό. Ευχαριστώ!
Ανώνυμος είπε...
Συμφωνώ απόλυτα με τους προλαλήσαντες. Έχω επανειλημμένως αναγνωρίσει την αξία διαφόρων συμμετοχών που πήραν Α Βραβείο σε διαγωνισμούς, αλλά είναι η πρώτη φορά που αδυνατώ να πω το ίδιο. Δεν μπορώ να καταλάβω με ποια κριτήρια η Επιτροπή δίνει τόσο υψηλή διάκριση σε μια τέτοια παραδοξολογία ούτε πώς κατάφερε να διαβάσει το εν λόγω έργο μέχρι το τέλος. Κουράζει από τους πρώτους στίχους.
Ανώνυμος είπε...
Εφόσον Θεωρείται δεδομένο ότι όλα τα ποιήματα βαθμολογήθηκαν η γνωστοποίηση των βαθμολογιών όλων των ποιημάτων είναι απλή διαδικασία οπότε ελπίζουμε ότι άμεσα θα ικανοποιηθεί η συγκεκριμένη επιθυμία από τους διοργανωτές.
Ανώνυμος είπε...
Θεωρώ πως είναι αδύνατον να κριθεί αντικειμενικά η τέχνη κι επομένως και η ποίηση. Βέβαια εδώ έχουμε ένα παράδοξο. Το 1ο βραβείο του 4ου Πανελλήνιου Ποιητικού Διαγωνισμού ΕΛΙΚΩΝ δεν πήγε σε ποίημα αλλά σε μια απλή καταγραφή σκέψεων.

Το 40% του "ποιήματος" αποτελείται από αυτούσια αποσπάσματα από τον Αισχύλο και την Καινή Διαθήκη. Το υπόλοιπο 60% αποτελείται από ένα συνδυασμό καθαρεύουσας (π.χ. "ώτα") και δημοτικής (π.χ. "ραχατλίδικα", "παλιατζούρες"), αρχαίων γραμματικών τύπων ("έκειτο") και σύγχρονων εκφράσεων ("Να μου κάνεις τη χάρη"). Λογικό είναι να υπάρχουν κάποια λάθη και αδόκιμοι όροι.

Η έννοια "ελέυθερος στίχος" είναι παρεξηγημένος. Ένα ποίημα έμμετρο ή μη πρέπει να έχει ρυθμό, μουσικότητα και να μπορεί να επικοινωνήσει αυτό που θέλει να πει ο ποιητής στους αναγνώστες του. Νόμιζα πως ο διαγωνισμός αφορούσε την ποίηση κι όχι εν γένει την ελεύθερη έκφραση. Το "Χάσιμο χρόνου (Η εμφύλιος διχογνωμία)" δε θεωρώ πως εμπίπτει στην κατηγορία της ποίησης σε καμία περίπτωση.

Τέλος, δε θα κρίνω τα υπόλοιπα ποιήματα, γιατί είναι ποιήματα κι επομένως ορθώς διακρίθηκαν. Καλό θα ήταν πέραν των βαθμολογιών, να αναρτηθούν και κάποια σχόλια της κριτικής επιτροπής σχετικά με τα έργα που βραβεύτηκαν, τα κριτήρια επιλογής, αλλά κι ένας γενικός απολογισμός του διαγωνισμού για διακριθέντες και μη.
Litsa D είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
Eftichia kapardeli είπε...
Συμφωνώ απολυτα με τον φιλο............
Μετά συγχωρήσεως, αλλά το πρώτο ποίημα αποτελεί ένα συνονθύλευμα ακατανοησίας. Μια συλλογή από τυχαία συναθροισμένες λέξεις. Ένα αμετροεπές λογύδριο, στερούμενο οποιασδήποτε σημασίας. Και τι ωραία λέξη αυτή: "σημασία", αναφέρεται τόσο στο "νόημα" όσο και στην "σπουδαιότητα" αυτού.

Καμία σχέση με την απλότητα, ευρηματικότητα και τον πλούτο νοήματος του Κ. Μόντη. Και θα κλείσω με ένα δικό του απόφθεγμα: "Δεν είχες τίποτα να πεις, κύριε. Γιατί ηνώχλησες τις λέξεις, γιατί τις ηνώχλησες; "
Χριστίνα Γαλιάνδρα είπε...
Συμφωνώ και γω ώστε να δημοσιευτεί η αναλυτική βαθμολογία όλων των ποιημάτων. Συμμετείχα και γω και θα ήθελα να δω την βαθμολογία μου.
Πιστεύω πως ένα κείμενο θα πρέπει να είναι κατανοητό για όλους. Με λύπη μου διαπίστωσα πως το βραβευμένο ποίημα είναι ακαταλαβίστικο...
Μετά τιμής : Χριστίνα
Litsa D είπε...
Καμία σχέση με την απλότητα, ευρηματικότητα και τον πλούτο νοήματος του Κ. Μόντη. Και θα κλείσω με ένα δικό του απόφθεγμα: "Δεν είχες τίποτα να πεις, κύριε. Γιατί ηνώχλησες τις λέξεις, γιατί τις ηνώχλησες; "
ψιτ ψιτ είπε...
αν αυτο ειναι ποιηση εγω ειμαι χερουβείμ....προφανώς κάνετε πλάκα σαν να πηραν λεξεις απο 12 αλλα ποιηματα και να τις εβαλαν σε τυχαια σειρα....ειδικά το 1ο θα ηθελα πολυ ο ποιητης να μου το εξηγήσει

Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2015

Κωστής Χατζηδάκης: εχθρός του Ελληνικού βιβλίου και του Ελληνικού πολιτισμού. Η Ένωση Ελληνικού Βιβλίου απαντά στον πρώην υπουργό της μνημονιακής συγκυβέρνησης.


Η ΕΝΕΛΒΙ απαντά με βαρείς χαρακτηρισμούς στον πρώην υπουργό Κωστή Χατζηδάκη που υπερασπίστηκε χθες την πολιτική της κατάργησης της Ενιαίας Τιμής για το βιβλίο, στο πλαίσιο συζήτησης στη Βουλή που προκάλεσε ο ίδιος με επίκαιρη ερώτηση στον κ. Σταθάκη. 

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Αθήνα, 10 Ιουνίου 2015

Κωστής Χατζηδάκης: εχθρός του Ελληνικού βιβλίου και του Ελληνικού πολιτισμού

Με μεγάλη μας λύπη ενημερωθήκαμε για την παρέμβαση του κ. Χατζηδάκη στη Βουλή σχετικά με την αμφιλεγόμενη επιτυχία του να ρίξει τις τιμές του βιβλίου στην Ελλάδα.
Μας προκαλεί να του κάνουμε την εξής ερώτηση:
Εκτός από την υποτιθέμενη επιτυχία σας στη μείωση των τιμών του βιβλίου, ποιες άλλες τιμές καταφέρατε να μειώσετε χρησιμοποιώντας την περιβόητη εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ;
Μήπως το γάλα; Μήπως τα τρόφιμα; Μήπως τη βενζίνη και το πετρέλαιο; Για τα φάρμακα τι έχετε να πείτε;
Επίσης, αμφισβητούμε ευθέως τα στοιχεία που παραθέτετε, καθώς δεν υπάρχει κανένας οργανισμός, που μπορεί να εγγυηθεί την ορθότητά τους. Πιθανότατα αντλήσατε τα στοιχεία σας από κάποια «μεγάλα» βιβλιοπωλεία και μάλλον αναφέρεσθε σε ευπώλητους τίτλους, οι οποίοι λόγω του όγκου των πωλήσεων είναι φυσικό να πωλούνται φθηνότερα. Μήπως θα έπρεπε να αντλήσετε στοιχεία και από συνοικιακά ή, ακόμα καλύτερα, επαρχιακά βιβλιοπωλεία και να αναφερθείτε σε τίτλους και σε άλλες, ίσως λιγότερο ευπώλητες, αλλά ιδιαίτερα σημαντικές για την παιδεία και τον πολιτισμό μας κατηγορίες βιβλίων (π.χ. ανθρωπιστικές και θετικές επιστήμες, παιδικά - εφηβικά βιβλία); Κατά κοινή ομολογία, άλλωστε, ο πολιτισμός μας είναι ό,τι μας έχει απομείνει.
Τα ξενόγλωσσα σχολικά βιβλία που είναι «συνταγογραφούμενα», καθώς ο γονιός δεν μπορεί να τα επιλέξει βάσει τιμής αλλά μόνο καθ’ υπόδειξη του φροντιστηρίου, μήπως φθήνυναν και αυτά; Ναι, αλλά αυτά είναι υποχρεωτικά σε κάθε οικογένεια και έχουν ένα ετήσιο κόστος από 100 έως 200€ ανάλογα με τη βαθμίδα. Ούτε να τα δανειστεί μπορεί κανείς από κάποια βιβλιοθήκη.
Κατ’ αρχάς, η επιτυχία μιας «μεταρρύθμισης» κρίνεται όταν εφαρμόζεται σε μια αγορά υπό κανονικές συνθήκες και όχι στον πανικό της κρίσης. Δεν είναι η κατάργηση της ενιαίας τιμής, κ. Χατζηδάκη, που μειώνει το κέρδος των βιβλιοπωλών και κατ’ επέκταση τις τιμές των βιβλίων. Είναι η αγωνία τους να πουλήσουν έστω και ένα τεμάχιο, έστω και στο κόστος, για να συνεχίσουν να υπάρχουν. Και βέβαια, μέσα στον πανικό τους, δεν αντιλαμβάνονται ότι αυτή είναι μια αδιέξοδη στρατηγική καθώς αργά ή γρήγορα, χωρίς κέρδη, θα κλείσουν.
Όταν, όμως, θα φανούν τα οριστικά αποτελέσματα της ουσιαστικής κατάργησης του νόμου της ενιαίας τιμής του βιβλίου, θα είναι πολύ αργά για το βιβλίο ως πολιτιστικό αγαθό. Αυτό φαίνεται σε χώρες που κατήργησαν τον αντίστοιχο νόμο, όπως η Αγγλία, όπου μετά από 17 χρόνια «ελεύθερης» αγοράς βιβλίου, τα βιβλιοπωλεία είναι μόλις και μετά βίας 900 και έχουν ήδη ξεκινήσει να συζητούν την επαναφορά του νόμου, ενώ στη Γερμανία, όπου ισχύει η ενιαία τιμή, είναι 9.000.
Στις ΗΠΑ, όπου το 90% των βιβλίων πωλείται από τα super markets και το internet, δημιουργήθηκε fund υποστήριξης των μικρών ανεξάρτητων βιβλιοπωλείων για να μην κλείσουν, συνεχίζοντας την κοινωνική προσφορά τους, χρηματοδοτούμενο κυρίως από συγγραφείς, οι οποίοι δεν έχουν άλλον τρόπο επικοινωνίας με το αναγνωστικό κοινό.
Οι δε έρευνες για την αγορά της Αγγλίας (Fishwick 2008, σελ. 124 της OECD Competition Assessment Reviews), τις οποίες οφείλατε να διαβάσετε καθώς αναφέρονται μέσα στην εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ, κατέληξαν στο εξής συμπέρασμα: «With respect to consumer welfare, Fishwick argues that consumers who read bestselling titles are probably paying less after deregulation but readers of other minority-interest titles are almost certainly paying more». Δηλαδή, οι εκπτώσεις στα bestsellers κατέστησαν ακριβότερα όλα τα άλλα βιβλία.
Και το τελευταίο ερώτημα:
Πώς και γιατί δεν καταφέρατε τίποτε άλλο από τις συστάσεις της εργαλειοθήκης του ΟΟΣΑ παρά μόνο το βιβλίο;
Μήπως γιατί οι υπόλοιπες «συντεχνίες» (κτηνοτρόφοι, φαρμακεία, ΜΜΕ, πετρελαϊκές εταιρίες κ.ο.κ.) έχουν μεγαλύτερη διαπραγματευτική ικανότητα από τη «συντεχνία» εκδοτών – βιβλιοπωλών; Μήπως γιατί αριθμητικά είμαστε μικρή εκλογική πελατεία; Άρα, τελικά εφαρμόσατε και εσείς «προσωπική πολιτική»: δίνω το βιβλίο στην Τρόικα για να τα έχω καλά μαζί της και προστατεύω τα υπόλοιπα για να τα έχω καλά με τις δυνατότερες των «συντεχνιών».
Από όλα όσα περιγράψαμε παραπάνω, κ. Χατζηδάκη, το σημαντικότερο που σας προσάπτουμε είναι ότι η κατάργηση του νόμου της ενιαίας τιμής ήταν αντεθνική και ανθελληνική πράξη εκ μέρους σας.
Όταν όλες οι χώρες της Ευρωζώνης προστατεύουν τη γλώσσα τους με αντίστοιχους νόμους, όταν ακόμη και η πλειοψηφία των χωρών του ΟΟΣΑ κάνουν το ίδιο, εσείς κρίνατε ότι η γλώσσα μας δεν έχει ανάγκη προστασίας. Οι Γερμανοί, οι Γάλλοι, οι Ιάπωνες, οι Κορεάτες προστατεύουν τις γλώσσες τους ενώ εσείς, σε έναν δήθεν παροξυσμό οικονομικού φιλελευθερισμού, στερείτε από την Ελληνική γλώσσα το μοναδικό όπλο επιβίωσής της.
Συγχαρητήρια για τις επιτυχίες σας!!!   



ΤΟ Δ.Σ. ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

Το Σάββατο 10 Ιουνίου 1944 τα χιτλερικά στρατεύματα κατοχής έγραψαν ακόμη μία αιματοβαμμένη σελίδα στην ιστορία της ανθρωπότητας. Το Δίστομο γνώρισε την απερίγραπτη σφαγή και τον όλεθρο. Δεν ξεχνάμε.



Το επίγραμμα του Γιάννη Ρίτσου για το Δίστομο αποδίδει ο Στάθης Σταθάς σε εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου του Γ. Χ. Θεοχάρη ΔΙΣΤΟΜΟ 10 ΙΟΥΝΙΟΥ 1944 - ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ εκδ. βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ

Τρίτη, 9 Ιουνίου 2015

Τα ιστορικά αίτια της Σφαγής του Δίστομου. Η ομιλία του Μιχάλη Λυμπεράτου κατά την παρουσίαση του βιβλίου ΔΙΣΤΟΜΟ 10 ΙΟΥΝΙΟΥ 1944 - ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ



Ικανοποιούμε το αίτημα πολλών φίλων ανεβάζοντας την ομιλία του Μιχάλη Λυμπεράτου - ιστορικού, διδάκτορα στο Πάντειο Παν/μιο - που έγινε στο Μαυσωλείο του Διστόμου στην πρώτη παρουσίαση του βιβλίου μας ΔΙΣΤΟΜΟ 10 ΙΟΥΝΙΟΥ 1944 - ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ακριβώς 66 χρόνια μετά την αγριότερη σφαγή του Β' παγκοσμίου πολέμου.

Τα ιστορικά αίτια της Σφαγής του Δίστομου (Ιούνιος 1944)*

Το βιβλίο του Γ. Θεοχάρη και του βιβλιοπωλείου Σύγχρονη Έκφραση  συνέπεσε με μια συγκυρία που του προσδίδει μια ιδιαίτερη σημασία. Πρωτίστως, επειδή ανακινείται έμμεσα το ζήτημα των πολεμικών επανορθώσεων και των καταστροφών που τις απαίτησαν. Παράλληλα, αναμοχλεύει το ζήτημα της ιστοριογραφίας που διέσωσε τα γεγονότα αυτά, αλλά και τις σημαντικές ελλείψεις που δεν κατόρθωσε να αναπληρώσει. Αλλά και βαθύτερα, το βιβλίο συνεισφέρει, με την επάνοδο σε ιστορικές στιγμές συνδεδεμένες με το αντιστασιακό φρόνημα των Ελλήνων, σε μια ζωτική ανάγκη, αυτή της ανασύνταξης της εθνικής αυτοπεποίθησης που υπέστη τριγμούς, συνεπεία των πρόσφατων οικονομικών εξελίξεων και των σχέσεων διεθνούς εξάρτησης που η οικονομική κρίση παρήγαγε.
Πράγματι, το βιβλίο δεν επαναφέρει απλά στην εκδοτική επικαιρότητα το γεγονός της σφαγής, αλλά το διερευνά κατά τρόπο που δεν έγινε ως σήμερα, ως ιστορικό γεγονός αλλά και ως διαχρονική συλλογική εμπειρία, ως δημόσια ιστορία. Με την έννοια αυτή, το βιβλίο ανασυνθέτει το γεγονός με το συνήθη τρόπο της αναδίφησης των πηγών αλλά, επιπλέον, και ως μνήμη, ως ιστορική παράδοση, όπως αυτή μεταφέρθηκε από γενιά σε γενιά, και επικαθορίστηκε από την ίδια την ιστορική πορεία της χώρας. Αναδεικνύει, δηλαδή, το γεγονός ως στοιχείο λειτουργίας μιας ολόκληρης κοινωνίας, που υφίσταται μια σύγκρουση μνήμης και λήθης, με δεσπόζουσες τις ιδεολογικές λαθροχειρίες, που παρήχθησαν στη μετεμφυλιακή περίοδο και δυστυχώς επιβιώνουν και σήμερα.[1]
Αλλά, επιπροσθέτως, προβάλει και την αναγκαιότητα συμπλήρωσης της μελέτης του γεγονότος, σε ερευνητική βάση, όταν αυτό δυστυχώς δεν έτυχε μιας ολόπλευρης επιστημονικής προσέγγισης.  Να σημειωθεί ότι από το πλούσιο αρχείο της μεταπολεμικής Επιτροπής που συνέταξε τις δικογραφίες για τα εγκλήματα των Γερμανών στην Ελλάδα απέμεινε μόνο η έκθεση του διευθυντή της υπηρεσίας δικαστή Δημ. Κιουσόπουλου, που περιλαμβάνει το βιβλίο του Γιώργου Θεοχάρη.  Τα υπόλοιπα υλικά δεν παραδόθηκαν ποτέ στους ιστορικούς αλλά καταστράφηκαν, αφού το ελληνικό κράτος στα  1975 «θεώρησε» όλες αυτές τις δικογραφίες ως υλικό άνευ σημασίας. [2]
Αναμφίβολα, η ιστοριογραφία του γεγονότος διατηρεί ακόμη σημαντικά κενά. Το κύριο πρόβλημα των ελλείψεων αυτών είναι ότι παρεμποδίζουν τη συγκρότηση της συλλογικής μνήμης, στο  μέτρο που αποδίδουν συνήθως τα αίτια της σφαγής σε πνευματικές διαταραχές και ανθρώπινες έξεις. Δεν το αντιμετωπίζουν δηλαδή ως ιστορικό γεγονός που ανάγεται σε συγκεκριμένα αίτια, πολλά από τα οποία συνδέονται με εξίσου συγκεκριμένες σκοπιμότητες, που υποσκελίζουν τους ψυχολογικούς παράγοντες που και αυτοί βεβαίως είναι υπαρκτοί..
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα του γενικού προβλήματος: γιατί έγινε τελικά η σφαγή; Οπωσδήποτε ο αποκρουστικός χαρακτήρας της συνδέεται με πολιτισμούς και ένστιχτα, που άπτονται αυτού που ο Φρόυντ χαρακτήρισε τερατώδες «άλλο» στην ανθρώπινη προσωπικότητα και η Χ. Άρεντ το απέδωσε ως «πολιτισμό» του ολοκληρωτισμού. Ωστόσο, όπως φαίνεται και στο βιβλίο του Θεοχάρη, δεν ήταν μόνο αυτό. Η σφαγή είχε συγκεκριμένη σκοπιμότητα, πέραν μιας αυτοματικής φοβικής αντίδρασης της «γάτας που πρόκειται να πιαστεί στη φάκα», όταν διαφαίνεται ότι οι υποσχέσεις του Γκαίμπελς προς τους Γερμανούς και τους συνεργάτες του για το αήττητο του Άξονα ξεθωριάζουν.
Με άλλα λόγια, το γεγονός δεν μπορεί να εξηγηθεί ως ψυχολογικό φαινόμενο, γιατί αλλιώς παραμορφώνεται. Αν, αντίθετα, συνδεθεί με την καθοριστική φάση της ιστορίας του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, αυτή της υλοποίησης του σχεδίου Overload, το άνοιγμα, δηλαδή, του δεύτερου συμμαχικού μετώπου στην Ευρώπη με την απόβαση στη Νορμανδία, τότε αποκτά μια πραγματική σημασία που βοηθά στη διαλεύκανσή του (και πιθανώς απαντά στη φιλολογία ότι δεν ευθύνονται ολόκληρα κράτη για τις ιδιομορφίες μιας μικρής ομάδας αξιωματικών ή στο επιχείρημα που διατυπώθηκε για να αντιμετωπιστούν οι απαιτήσεις για αποζημιώσεις ότι ο γερμανικός στρατός αμυνόταν έναντι των αντίστοιχων «ιδιομορφιών» των ανταρτών).
φωτο: Ο ιστορικός Μιχάλης Λυμπεράτος κατά την παρουσίαση του βιβλίου

Πράγματι, η  σφαγή στο Δίστομο έρχεται την  τέταρτη μέρα της απόβασης στη Νορμανδία, όπου διέψευσε την ισχύ της γερμανικού «τείχους του Ατλαντικού» για την κατασκευή του οποίου είχαν επιστρατευθεί και οδηγηθεί στο θάνατο χιλιάδες Ευρωπαίοι εργάτες,[3]  ενώ στο μέτωπο του Άρνο στην Ιταλία ο συμμαχικός στρατός πλησιάζει να απελευθερώσει την Ρώμη, ολοκληρώνοντας την επίθεση που εξαπέλυσε στις 11 Μαίου του 1944.  Πράγματι, στις 4 Ιουνίου 1944 η Διοίκηση Μάχης της Ιης Θωρακισμένης Μεραρχίας του αμερικανικού στρατού πέρασε από τη γέφυρα του Σαν Τζιοβάνι μέσα σε ένα πλήθος κόσμου που ζητωκραύγαζε τους απελευθερωτές. Στο ανατολικό μέτωπο ο σοβιετικός στρατός στην Ουκρανία καταδιώκει τους Γερμανούς, στις 8 Απριλίου 1944 είχε προσπελάσει τα σύνορα της Τσεχοσλοβακίας,  και πλησιάζει πλέον τα σύνορα της Πολωνίας. Στις 9 Ιουνίου, την παραμονή της σφαγής στο Δίστομο, ο Κόκκινος Στρατός εξαπολύει επίθεση και στη Φιλανδία, ενώ η Ρουμανία, κύρια σύμμαχος του Χίτλερ, ζητά να πληροφορηθεί από την ΕΣΣΔ τους όρους ανακωχής.[4]
Ως συνέπεια των εξελίξεων αυτών, οι Γερμανοί έχουν άμεση ανάγκη από στρατιωτικές δυνάμεις, εφόδια και βιομηχανικά υλικά, τμήμα των οποίων προμηθεύονται από την Ελλάδα, αφού για να αντιμετωπιστεί η συμμαχική επίθεση στη Νορμανδία μένει χωρίς δυνάμεις ο γερμανικός στρατός στο Ανατολικό Μέτωπο. Όμως, την ίδια στιγμή, όλες οι γερμανικές εκθέσεις διαπιστώνουν τις τεράστιες δυσκολίες του εγχειρήματος, αφού οι αντιστασιακές ενέργειες αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και ο γερμανικός στρατός φοβάται να αποσύρει μεγαλύτερες δυνάμεις από το ελληνικό έδαφος.
Σε αυτή τη βάση η σφαγή στο Δίστομο ήταν μια κλασική μορφή άσκησης τρομοκρατίας εναντίον του πληθυσμού, χωρίς εμπλοκή σε στρατιωτικές ενέργειες που περιείχαν κινδύνους, πρακτική στην οποία είχε ειδικευθεί ο φασισμός από την εποχή που επιβλήθηκε στη Γερμανία. Ήδη από τον Απρίλιο του 1941 ο διοικητής νοτιοανατολικής Ευρώπης στρατάρχης  Max. von Weichs (Μαξιμίλιας φον Βάκς) είχε δώσει εντολές σε όλες τις γερμανικές μονάδες των Βαλκανίων, ιδίως δε σε αυτές της Γιουγκοσλαβίας, να τουφεκίζουν πολίτες που ενέχονταν στην Αντίσταση  κατά των δυνάμεών τους, ακόμα και χωρίς σοβαρές ενδείξεις για την εμπλοκή τους.[5] Η διαταγή του αρχηγού της Ανώτατης Γερμανικής Διοίκησης των Ενόπλων Δυνάμεων στρατάρχη Wilhelm Keitel της 16 Σεπτεμβρίου 1941 καθόριζε ότι για κάθε νεκρό Γερμανό στρατιώτη από «συμμορίτες» θα εκτελούνταν 100 όμηροι και για κάθε τραυματία 50. Μάλιστα ο τρόπος της εκτέλεσης έπρεπε να εντείνει περισσότερο την εκφοβιστική επίδραση των αντιποίνων πάνω στον πληθυσμό.[6]
Με τη σφαγή οι Γερμανοί ευελπιστούσαν να περιορίσουν τις αντιστασιακές ενέργειες, τρομοκρατώντας τον πληθυσμό που τις υπέθαλπε και χωρίς την άμεση ή έμμεση συνδρομή του οποίου δεν θα πραγματοποιούνταν. Να σημειωθεί ότι εξαιτίας αυτής της αντιστασιακής δράσης και του φόβου ότι προετοίμαζε συμμαχική απόβαση στην Πελοπόννησο οι Γερμανοί είχαν υποχρεωθεί ήδη από τα μέσα του 1943 να μεταφέρουν 3 επιπλέον μεραρχίες στην Ελλάδα, που καθηλώθηκαν σε αυτήν.[7] Η πολιτική αυτή των Γερμανών είχε ως συνέπεια πάνω από 1000 χωρία να καταστραφούν σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής, 1.000.000 Έλληνες να δουν τα σπίτια τους να λεηλατούνται ή να πυρπολούνται και πάνω από 20.000 άνθρωποι να πέφτουν θύματα μαζικών σφαγών.[8] Το γιατί προσέλαβε η σφαγή στο Δίστομο αυτή την ειδεχθή μορφή εξηγείται από αυτή τη συνθήκη, που είναι πραγματική πολιτική ιστορία: οι Γερμανοί, έχοντας ανάγκη από κάθε διαθέσιμο στρατιώτη και μη διαθέτοντας πλέον επαρκείς δυνάμεις για να αντιμετωπίσουν μια ογκούμενη αντίσταση, δεν είχαν άλλη λύση από το να καταστρέψουν τη σχέση του άμαχου πληθυσμού με αυτούς που τους πολεμούσαν.[9] Η οδηγία των Rundestedt και Rommel, επικεφαλής των γερμανικών δυνάμεων στη Νορμανδία, ότι ακόμα και οι γιατροί, οι αρτοποιοί, αλλά και οι τραυματίες ήταν απαραίτητοι στο γερμανικό στρατό, ήταν ταυτόσημη με την απαίτηση να εξαλειφθεί η αντίσταση των κατεχόμενων λαών χωρίς να εμπλέκονται καν σε μάχες οι Γερμανοί, που πιθανόν θα περιείχαν απώλειες, στρεφόμενοι απλά εναντίον των αμάχων.[10] Και δεν ήταν μόνο οι Έλληνες τα θύματα της στρατηγικής αυτής: ακριβώς στην ίδια αντίσταση έκαναν και οι Μακί της Γαλλίας, οι Πολωνοί αντιστασιακοί, οι Γιουγκοσλάβοι, οι Βέλγοι και οι Ολλανδοί, ακριβώς τα ίδια αντίποινα υπέστησαν οι άμαχοι των χωρών αυτών.
Για αυτό ακριβώς το λόγο σφαγές, και μάλιστα την ίδια ακριβώς περίοδο, δεν είχαμε μόνο στην Ελλάδα: 2 μέρες πριν τη σφαγή του Διστόμου οι Γερμανοί, για να τρομοκρατήσουν τον πληθυσμό και τους Γάλλους αντάρτες, που είχαν εντολή από το συμμαχικό στρατηγείο να παρεμποδίσουν τις μετακινήσεις των γερμανικών δυνάμεων προς τη Νορμανδία, -σημειωτέον ότι ειδική υπηρεσία του BBC (the Voice of SHAEF) έστελνε καθημερινά μηνύματα και εντολές στη γαλλική αντίσταση από το στρατηγείο του Μονγκόμερυ-, συνέλαβαν 135 Καναδούς στρατιώτες και τους εκτέλεσαν με συνοπτικές διαδικασίες. Πέταξαν δε τα πτώματα τους στο δρόμο, πάνω από τα οποία πέρασαν τα γερμανικά πάντζερ του 26 Συντάγματος Γρεναδιέρων των SS.[11]
Ήταν μια συμβολική εκφοβιστική ενέργεια για να καταδείξουν στους Γάλλους αντιστασιακούς και τον πληθυσμό της περιοχής ότι η σχέση τους με τους συμμάχους θα οδηγούσε στην καταστροφή και των δύο πλευρών. Γιατί η δράση των Γάλλων αντιστασιακών έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ολοκλήρωση της συμμαχικής απόβασης στη Νορμανδία. Ειδικά γύρω από τη Βρετάνη παρεμπόδισαν, μαζί με τη συμμαχική αεροπορία, τη μετακίνηση γερμανικών στρατευμάτων στη Ρεν και τα προγεφυρώματα των συμμάχων στη Νορμανδία ενώ τμήματα των γερμανικών ενισχύσεων καθυστερούν να φτάσουν στην περιοχή και έτσι εδραιώνονταν τα προγεφυρώματα των συμμάχων, ιδίως στην κρίσιμη φάση από 7 έως 11 Ιουνίου 1944.[12] Να σημειωθεί ότι οι Γάλλοι αντιστασιακοί δεν ήταν μια ευκαταφρόνητη δύναμη: είχαν ανέλθει σε 4.000 και έδιναν ακατάπαυστες μάχες στην περιοχή του Βερκόρ, ένα ορεινό φυσικό οχυρό στην κοιλάδα του Ροδανού, που λειτούργησε ως συμμαχικό προγεφύρωμα. Και στην περίπτωση αυτή οι Γερμανοί φάνηκαν ανελέητοι εναντίον των αμάχων.
Την επόμενη μέρα της σφαγής των Καναδών αιχμαλώτων, οι Γερμανοί αποφάσισαν να στρέψουν τα αντίποινα και απευθείας κατά του άμαχου πληθυσμού. Στην  Tulle, κοντά στη Λιμόζ στην Κεντρική Γαλλία, η 2η μεραρχία Πάντσερ των SS μπήκε στην πόλη, συγκέντρωσαν όλους τους άντρες, επέλεξε 133 κατοίκους, εκ των οποίων εκτέλεσαν  99. Τα πτώματά τους κρεμάστηκαν στους φανοστάτες της πόλης. Άλλοι 145 κάτοικοι στάλθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Γερμανία από τους οποίους μόνο 40 γύρισαν πίσω.[13]
Την 10 Ιουνίου 1944, την ίδια μέρα με τη σφαγή στο Δίστομο, στο  Oradour sur Glane στην Κεντρική Γαλλία, η ίδια μεραρχία, επειδή παρεμποδίστηκε από δυνάμεις των Γάλλων ανταρτών χωρίς να έχει υποστεί πραγματικές απώλειες, συγκέντρωσε όλους τους άνδρες του χωριού στην αγορά της πόλης, και τα γυναικόπαιδα στην τοπική εκκλησία. Όλοι οι άνδρες εκτελέστηκαν μέσα στα μαγαζιά  της αγοράς σε τετράδες, συνολικά 196 άτομα. Τα  452 γυναικόπαιδα πνίγηκαν από τους καπνούς και τις αναθυμιάσεις μέσα στην εκκλησία, στην οποία έριξαν εμπρηστικές χειροβομβίδες από τα παράθυρα.  Στο Oradour 648 άνθρωποι  (245 γυναίκες, 207 παιδιά και 196 άντρες) εξολοθρεύτηκαν. Σημείωση: τους άντρες τους πυροβόλησαν στα πόδια και τους έβλεπαν να πεθαίνουν αργά από αιμορραγία, ενώ έκαψαν ζωντανούς όσους καθυστερούσαν να πεθάνουν.[14] Ο Adolf Diekmann, επικεφαλής της ομάδας που οργάνωσε τη σφαγή, ισχυρίστηκε, όπως κάτι αντίστοιχο έγινε και στο Δίστομο, ότι ήταν επιβεβλημένα αντίποινα για τη δράση των ανταρτών κοντά στο Tulle και την απαγωγή του στρατηγού Helmut Kämpfe από τους αντάρτες και ομάδα δολιοφθορών των συμμάχων.[15] Μάλιστα, και οι ομοιότητες είναι ενδεικτικές ότι όπως και στο Δίστομο και εδώ οι ανώτεροι του Diekmann αμφέβαλαν για τις εκθέσεις που υπέβαλε για να δικαιολογήσει τη σφαγή και ξεκίνησε ανάκριση που τη ματαίωσε ο θάνατος του Diekmann λίγες μέρες αργότερα στη Νορμανδία.[16]
Το κοινό που παρακολούθησε την παρουσίαση του βιβλίου

Και μια άλλη αναλογία με το Δίστομο: Στις 12 Ιανουαρίου 1953 στρατιωτικό δικαστήριο στο Μπορντώ εκδίκασε τις υποθέσεις 65 Γερμανών, υπευθύνων της σφαγής, που εντοπίστηκαν.[17] Από αυτούς μόνο 21 προσήχθησαν τελικά στην αίθουσα του δικαστηρίου. Όλοι τους ισχυρίστηκαν ότι σύρθηκαν στα Waffen SS παρά τη θέλησή τους και ως στρατιώτες εκτελούσαν το καθήκον τους. Από αυτούς, ενώ τυπικά όλοι καταδικάστηκαν σε ισόβια, πέντε χρόνια μετά ήταν όλοι ελεύθεροι, όπως συνέβη και στην ελληνική περίπτωση. Το γαλλικό κράτος δεν διεκδίκησε, όπως και το ελληνικό σε αντίστοιχες περιπτώσεις, από τους Βρετανούς ούτε καν την  έκδοση του στρατηγού Heinz Lammerding που έδωσε τις εντολές. Ο μόνος τελικά που τιμωρήθηκε ήταν ένας λοχαγός που δικάστηκε στα 1983 ισόβια και απελευθερώθηκε στα 1997. Μετά τον πόλεμο ο στρατηγός Charles de Gaulle αποφάσισε το χωριό να μην ξαναχτιστεί αλλά να μείνει ως μαυσωλείο και σύμβολο της πάλης κατά του ολοκληρωτισμού.
Στην ουσία τόσο στη υπόλοιπη Ευρώπη όσο και στην Ελλάδα το γερμανικό σχέδιο είχε αναβαθμιστεί: εκτός από την κατατρομοκράτηση σκοπός του ήταν να χρησιμοποιηθούν τα αντίποινα ώστε να στρέψουν  τμήμα του εγχώριου κατεχόμενου πληθυσμού εναντίον της αντίστασης. Η επιδίωξη αυτή κατέστη επιτακτική δεδομένου, ότι όπως διαπίστωνε το ΓΣ του ΕΛΑΣ, συμπτωματικά την ίδια μέρα που πραγματοποιήθηκε η σφαγή στο Δίστομο, λόγω της εξέλιξης των μετώπων στην Ευρώπη, οι Γερμανοί είχαν υποχρεωθεί να μεταφέρουν το βαρύ οπλισμό τους εκτός Ελλάδας, καθώς και τμήμα των πιο μάχιμων δυνάμεών τους, αφήνοντας πίσω μικρότερης μαχητικής αξίας τμήματα και μάλιστα αποτελούμενα από τους συμμάχους των Γερμανών αλλοεθνείς τους, γεγονός που αποδυνάμωνε τις δυνάμεις κατοχής και τις υποχρέωνε να στηρίζονται και στα Τάγματα Ασφαλείας και στην ωμή τρομοκρατία.[18]
Άρα, οι Γερμανοί  από την οδηγία του στρατάρχη V. Keitel  στα τέλη του 1941, ότι έπρεπε να δίνονται πλουσιοπάροχες χρηματικές αμοιβές σε όσους από τον τοπικό πληθυσμό έδιναν πληροφορίες κατά των ανταρτών, αλλά και την πρακτική να προσφέρεται αυτοσχέδιος οπλισμός με τη μορφή τσεκουριών ή μαχαιριών (ιδίως στη Μακεδονία) σε πληθυσμούς με ιδιαίτερα εθνοτικά χαρακτηριστικά, πέρασαν στη δημιουργία ημιστρατιωτικών ελληνικών σωμάτων, εξοπλισμένων από τους ίδιους με ελαφρύ οπλισμό για να κτυπήσουν τους αντάρτες.
Πράγματι, εξαιτίας των σχεδίων αυτών άρχισαν να πληθαίνουν οι καταδότες, ενώ ολόκληρα χωριά απέκτησαν εξοπλισμένους «οπλαρχηγούς», όπως οι Κούκοι της Κατερίνης ή τα χωριά των Ποντίων μουσουλμάνων στη Μακεδονία (ο κορυφαίος ανάμεσα τους ο Τσαούς Αντόν- Αντώνης Φωστερίδης), στην περιφέρεια των οποίων πραγματοποιήθηκαν εγκλήματα κατά της Αντίστασης με τη μορφή αποκεφαλισμών ή λιντσαρισμάτων αιχμαλώτων. Όμως, ιδίως στην Πελοπόννησο, το γερμανικό σχέδιο αξιοποιήθηκε πιο ολοκληρωμένα με τη δράση των ταγμάτων Ασφαλείας, την ευθύνη των οποίων ανέλαβε ίσως η πιο ειδεχθής περίπτωση αιμοσταγών Γερμανών αξιωματικών ο Walter Schimana, επικεφαλής της υπηρεσίας του «Ανώτερου Αρχηγού των SS και της Αστυνομίας» που υπαγόταν απευθείας στον αρχηγό των SS H. Himmler στο Βερολίνο. Έτσι, όταν οι σύμμαχοι παραπλάνησαν τους Γερμανούς ότι η απόβαση στη Σικελία στα 1943 θα γινόταν στην Ελλάδα, οι τελευταίοι εκτός από τον πολλαπλασιασμό τυφλών αντιποίνων, έριξαν στο παιχνίδι τα Τάγματα Ασφαλείας ως επικουρική δύναμη κατοχής. Με διαταγή του Μ. φον Βάικς, το Γενάρη του 1944, δόθηκε ρητή εντολή να αναβαθμιστεί ο εφοδιασμός των δυνάμεων αυτών με επαρκέστερο οπλισμό.
Μάλιστα, αν στην Ελλάδα αξιοποίησαν παλιές πολιτικές αντιθέσεις για  να κατασυκοφαντήσουν την αντίσταση και να δικαιολογήσουν τη δράση των Ταγμάτων Ασφαλείας, στη Γιουγκοσλαβία χρησιμοποίησαν τον εθνικισμό και τις θρησκευτικές διαφορές: στις 27 Μαίου 1944, 14 μέρες πριν τη σφαγή στο Δίστομο,  στρατεύματα από την  7η  Prinz Eugen Division των SS εκτέλεσαν 834 σέρβους αμάχους και έβαλαν φωτιά σε 500 σπίτια στα χωριά  Ruda, Cornji, Dorfer Otok and Dalnji στη Δαλματία. Τους τιμώρησαν ως υποστηρικτές των γιουγκοσλάβων παρτιζάνων. Η ίδια στρατιωτική δύναμη ήταν εκείνη που δύο μήνες μετά, στις 28 Ιουλίου 1944, συγκέντρωσε Σέρβους και Εβραίους του Κοσόβου στο χωριό Velika και εκτέλεσε 428 ανθρώπους. Το μυστικό ήταν ότι στη σφαγή συμμετείχαν και ένοπλες δυνάμεις των  Αλβανών της περιοχής, και  η σφαγή ήταν της μορφής της εθνικής εκκαθάρισης. Τα ίδια έγιναν και στο χωριό Blagaj, όπου 520 άνθρωποι εκτελέστηκαν προς όφελος, αυτή τη φορά, των Κροατών Ustazi.[19]  
Όμως, η σφαγή στο Δίστομο δεν ήταν μόνο αυτό που υπογράμμισε ο Αμερικανός υπουργός των Εξωτερικών Acheson όταν την πληροφορήθηκε: ένα ακόμη δείγμα της τρομοκρατίας που είχαν εξαπολύσει οι Γερμανοί σε ολόκληρη την Ευρώπη.[20] Ήταν και μια μορφή τιμωρίας αφού ο πληθυσμός της περιοχής δεν δέχτηκε τα Τάγματα Ασφαλείας.[21] Γιατί σε όλη τη Στερεά συγκροτήθηκαν μόνο ένα τάγμα στη Χαλκίδα και ένα στο Αγρίνιο, αφού δεν παραγματοποιήθηκε στην περιοχή σχεδόν καμία εθελοντικά κατάταξη.[22] Το στοιχείο της εκδίκησης φαίνεται από τη μορφή που πήρε η σφαγή: δεν ήταν η μεγαλύτερη σφαγή αμάχων στην Ελλάδα, όπως για παράδειγμα τα Καλάβρυτα, ήταν όμως η πιο ειδεχθής.
Μάλιστα, η σφαγή ήρθε σε μια στιγμή που το Γενικό Αρχηγείο του ΕΛΑΣ, καλύτερα οργανωμένο από ποτέ, είχε εγκαινιάσει πολιτική αποφυγής των άσκοπων ενεργειών, που διευκόλυναν τους Γερμανούς να προβαίνουν σε αντίποινα.[23] Πράγματι, το Αρχηγείο των ανταρτών ζητούσε πλέον σχέδια δράσης από τα επιμέρους τμήματα του, απαιτούσε να εγκρίνονται οι ενέργειες από το ίδιο, να μην γίνονται κοντά σε κατοικημένες περιοχές και να σχετίζονται με το γενικότερο στρατιωτικό σχεδιασμό των συμμάχων και των εντολών της Μέσης Ανατολής.[24] Ήταν, κατά σύμπτωση, μια μέρα μετά τη σφαγή στο Δίστομο που το Γενικό στρατηγείο του ΕΛΑΣ είχε ζητήσει από τη Μέση Ανατολή να το ενημερώνει εγκαίρως για τις επιχειρήσεις που ζητούσε να εκτελεστούν στην Ελλάδα, για να αποφεύγεται η σύγχυση και να προετοιμάζονται οι μονάδες του ΕΛΑΣ να αντιμετωπίσουν τυχόν γερμανικά αντίποινα.[25] 
Αυτή ακριβώς η εξέλιξη εξηγεί απόλυτα και τον τρόπο με τον οποίο εκτυλίχθηκε η σφαγή του Διστόμου: οι Γερμανοί αναζητούσαν ένα πρόσχημα να εδραιώσουν την εντύπωση ότι την ευθύνη για τα αντίποινα είχε η αντίσταση. Όμως, ήξεραν ότι οι μόνες περιπτώσεις που οι μαχητές του ΕΛΑΣ δεν περίμεναν ρητές εντολές από το Αρχηγείο τους ήταν όταν επρόκειτο να απελευθερώσουν πολίτες που μεταφέρονταν για εκτέλεση. Για αυτό έκαναν τα πάντα για να παγιδεύσουν τους αντάρτες. Όπως δείχνουν και οι μαρτυρίες που φιλοξενεί το βιβλίο του Θεοχάρη, Γερμανοί με πολιτικά, προσποιούμενοι τους Έλληνες επιβιβάστηκαν στο πρώτο φορτηγό της φάλαγγας. Μάλιστα, για να καταστεί πιο αληθοφανής η επιχείρηση η αφετηρία της ήταν οι φυλακές της πόλης. Προκειμένου δε να διασφαλίσουν ότι θα παρέσυραν τους αντάρτες, 14 χιλιόμετρα έξω από τη Λιβαδειά, όπως γράφει και η απόφαση του δικαστικού συμβουλίου για τα εγκλήματα Πολέμου, συλλάμβαναν και εκτελούσαν ή επιβίβαζαν δια της βίας στα φορτηγά και όσους βρήκαν στα χωράφια. Ενώθηκαν δε με άλλη φάλαγγα που προερχόταν από την Άμφισσα και συνέχισαν τις προκλήσεις, λεηλατώντας σπίτια στο Δίστομο. Δεδομένου ότι δεν παρενοχλήθηκαν μέσα στην πόλη, αναζήτησαν τους αντάρτες εκτός του Διστόμου και δέχτηκαν τελικά επίθεση από αυτούς, αφού οι τελευταίοι τήρησαν την εντολή της απόστασης από κατοικημένες περιοχές. Ωστόσο, οι Γερμανοί, έχοντας προσχεδιάσει τη σφαγή επέστρεψαν στο Δίστομο, κατασφάζοντας τον πληθυσμό του.
Είναι αρκούντως εντυπωσιακό ότι ακόμα και ο κατοχικός νομάρχης Βοιωτίας, που τοποθέτησε το κράτος των Αθηνών, την έκθεση του οποίου περιλαμβάνει το βιβλίο του Θεοχάρη, και αυτός ακόμα αποσβολωμένος από την αναλγησία των Γερμανών, δεν έκρυψε στους ιεραχικά ιστάμενους τα πραγματικά χαρακτηριστικά της σφαγής. Ο ίδιος μίλησε για Γερμανούς μεταμφιεσμένους σε μαυραγορίτες και φυλακισμένους-μάλιστα χρησιμοποιήθηκαν οι ενδυμασίες των φυλακισμένων-,ότι είχαν κρύψει τα όπλα τους για να παραπλανήσουν τους αντάρτες, ότι οι σφαγές είχαν ξεκινήσει ήδη από τη στιγμή που η γερμανική φάλαγγα έφυγε από τη Λιβαδειά. Μάλιστα, έμμεσα παρατηρεί στην έκθεσή του ότι το Δίστομο δεν καταχωρούνταν στα «ανταρτοχώρια», ούτε είχαν γίνει σημαντικές ενέργειες στην περιοχή γύρω από αυτό για να μπορεί έστω και στο ελάχιστο να δικαιολογηθεί η σφαγή. Προφανώς δεν ήξερε ότι οι Γερμανοί είχαν εγκαινιάσει μια πολιτική να διαφαίνεται ότι οι αντάρτες έμμεσα «τιμωρούσαν» τους πληθυσμούς που δεν εντάσσονταν στις αντιστασιακές οργανώσεις, προκαλώντας τα γερμανικά αντίποινα, αφού η τακτική να στρέφουν τα αντίποινα, κυρίως κατά των οικογενειών των ανταρτών, δεν είχε αποδώσει, προκαλώντας, αντί τον εκφοβισμό τους, τη μαζικοποίηση των ανταρτικών οργανώσεων. Είναι ενδεικτικό ότι και τμήμα των Γερμανών ιθυνόντων φοβούνταν ότι τα αντίποινα αυτά όχι μόνο θα προκαλούσαν τα αντίθετα αποτελέσματα και θα μαζικοποιούσαν την αντίσταση για λόγους εκδίκησης, αλλά το ίδιο το ειδεχθές στοιχείο των εγκλημάτων ήταν πιθανόν να προκαλέσει αντιδράσεις ακόμα και στους Έλληνες υποστηρικτές των Γερμανών, όπως και στην κατοχική κυβέρνηση των Αθηνών. Για αυτό και ο πολιτικός διοικητής των Γερμανών Χέρμαν Νόιμπαχερ ζήτησε έρευνα για τα γεγονότα, με κανένα φυσικά αποτέλεσμα.
Οι προθέσεις αυτές των Γερμανών αποτυπώνονται στις εκθέσεις που συνέταξαν μετά τα γεγονότα. Τα παρουσίασαν ως τμήμα σύγκρουσης μέσα στην πόλη, και όπως ο στρατάρχης von Weichs (Μαξιμίλιαν φον Βαίκς, Διοικητής  της Νοτιοανατολικής Ευρώπης),  πληροφόρησε στις 16 Ιουλίου 1944 το Στρατηγείο της Βέρμαχτ στο Βερολίνο, η επίθεση έγινε εναντίον Διστομιτών που έπληξαν το γερμανικό στρατό εντός του οικισμού. Για αυτό, όπως σημείωνε στην τελευταία της παράγραφο η γερμανική αναφορά, «μετά την εκκαθάριση του χωριού μετρήθηκαν 250 νεκροί ύποπτοι συμμορίτες και μέλη συμμοριών». Είναι σχεδόν το ίδιο κείμενο, που το βιβλίο του Γιώργου Θεοχάρη μας πληροφορεί ότι δόθηκε για δημοσίευση σε ελληνικές εφημερίδες από τις αρχές Κατοχής λίγο μετά τη σφαγή. Είναι εξίσου χαρακτηριστικό ότι οι Γερμανοί μίλησαν για κομμουνιστική δημοκοπία που διέσπειρε ψευδείς ειδήσεις περί υποτιθέμενων ωμοτήτων, αφού γερμανική μονάδα «εβλήθη έμπροσθεν του χωριού Διστόμου» με όπλα πολυβόλα και ολμοβόλα. Σημειωτέον ότι η ανακοίνωση των Αρχών Κατοχής δεν ανέφερε συγκεκριμένο αριθμό νεκρών αλλά «αριθμόν τινά εις νεκρούς και τραυματίας», προκειμένου να αιωρείται ότι υπήρχε κάποιων αντιστοιχία μεταξύ των απωλειών των Γερμανών και των σφαγέντων στο Δίστομο. Οι Γερμανοί απλά, σύμφωνα με την ανακοίνωση της κατοχικής κυβέρνησης,  υποχρεώθηκαν να χρησιμοποιήσουν τα βαρέα γερμανικά όπλα για να καταληφθεί το χωριό, αφού οι αντάρτες είχαν υποτίθεται οχυρωθεί στο χωριό με «όλα τα υπάρχοντα μέσα» και άρα και οι κάτοικοί του τους υποστήριζαν παρέχοντας τους αυτά τα «υπάρχοντα μέσα». Τελικά, η ανακοίνωση της ελληνικής κατοχικής κυβέρνησης κατέληγε απλά στο ότι σκοτώθηκαν «250 συμμορίτες».
Έτσι, δικαιολογήθηκε και ο θάνατος παιδιών και γυναικών, που κατά τις αρχές Κατοχής, ήταν αναπόφευκτος λόγω του κανονιοβολισμού του χωριού από αυτά τα βαρέα όπλα. Πάντως, επειδή όλα αυτά φάνταζαν ολίγον έωλα η ανακοίνωση της κατοχικής κυβέρνησης επιβεβαίωνε ότι σε κάθε περίπτωση «απεδείχθη» ότι οι κάτοικοι «είχον συνεργαστεί με τας συμμορίτας». Και η ανακοίνωση των αρχών Κατοχής  ολοκληρωνόταν με τη συμβουλή ότι  όλη υπόθεση αποτελούσε μια προειδοποίηση, «όπως κανείς να μη συνεργάζεται με τους κομμουνιστάς συμμορίτας.» Η ειρωνεία ήταν ότι οι ίδιοι οι Γερμανοί, για να επιτείνουν τον εκφοβισμό, συσχέτισαν τη σφαγή με τα ανάλογα φαινόμενα στη Γαλλία την ίδια περίοδο, απειλώντας τους Έλληνες ότι θα επαναληφθεί και στην Ελλάδα το φαινόμενο να φονευθούν αθώοι πολίτες, όπως και στη Γαλλία, όπου τα αθώα θύματα έφτασαν τις 47.000. Μάλιστα επειδή γνώριζαν ότι οι αντάρτες πολεμούσαν με βάση τις εντολές της Μέσης Ανατολής η ανακοίνωση καταληκτικά διαπίστωνε ότι οι αγγλοαμερικανική εισβολή στην Ευρώπη συμπλήρωσε ότι άρχισε ο κομμουνιστικός εμφύλιος πόλεμος, δηλαδή την εξολόθρευση του ελληνισμού πλευρά της οποίας ήταν φαινόμενα τύπου Διστόμου. [26]
Να σημειωθεί ότι όπως και στην περίπτωση του Oradour υπήρχε και άλλη μαρτυρία και έκθεση από τους κόλπους των ίδιων των Γερμανών, την οποία μάλιστα  o Weichs,  δεν έκρυψε από τους ανωτέρους του. Επρόκειτο για έναν υπαξιωματικό αυτόπτη μάρτυρα, που μίλησε για σαφή έλλειψη ανταρτικών ενεργειών μέσα στην πόλη. Ήταν η αναφορά του G. Koch, ενός μέλους της στρατιωτικής αστυνομίας της Βέρμαχτ (Wehrmacht GFP Geheime Feldpolizei), που υποστήριζε  ότι  τα τμήματα των SS μπήκαν στο Δίστομο χωρίς να αντιμετωπίσουν κανένα απολύτως πρόβλημα  και την επίθεση από τους αντάρτες την δέχθηκαν, αφού αποχώρησαν από το Δίστομο και σε απόσταση από αυτό.  Μετά γύρισαν  και διέπραξαν τη σφαγή, πράγμα που αντιφάσκει προς την αναφορά του  Fritz Lautenbach (SS-Standartenführer Schührers), του επικεφαλής της σφαγής. Αξιοσημείωτο είναι ότι έγινε τελικά έρευνα από την ίδια τη Wehrmacht, που αναγνώρισε ότι ο Lautenbach εσκεμμένα παραποίησε τα γεγονότα. Όμως στο τέλος ο Veichs δικαίωσε τις πράξεις των υφισταμένων του ως απόρροια  υποτιθέμενης στρατιωτικής αναγκαιότητας και τις χαρακτήρισε ως μέτρο «εξιλέωσης» (;)[27] .
Αλλά το ίδιο παιχνίδι της τύχης παίχτηκε ακόμα και σε αυτό το θέμα με το δίδυμο έγκλημα στο Oradour στη Γαλλία. Η ίδια διχογνωμία σε σχέση με τις πραγματικές συνθήκες της σφαγής υπήρξε και εκεί στους κόλπους του γερμανικού στρατού. Όπως φάνηκε στη δίκη για τη σφαγή που έγινε στο Μπορντώ στα 1953, ένας από τους αυτόπτες μάρτυρες ο C. Weidinger, επέμεινε ότι ο εκεί σφαγέας  Diekmann δεν είχε καν εντολή από τους ανωτέρους του όταν έκαψε το χωριό. Όταν δε γύρισε στην έδρα του αρχηγείου της Βέρμαχτ αργά το απόγευμα μετά τη σφαγή, στην πρώτη του αναφορά ούτε καν ανέφερε τους θανάτους των παιδιών και των γυναικών μέσα στην εκκλησία. Όπως και στην περίπτωση του Διστόμου ανέφερε ότι δέχθηκε επίθεση μέσα στον οικισμό από τους κατοίκους που αντιστάθηκαν όταν οι Γερμανοί μπήκαν στο χωριό. Όταν προχώρησε σε έρευνα για τον απαχθέντα στρατηγό Kampfe, ενώ δεν τον εντόπισε, ισχυρίστηκε ότι βρήκε έναν αριθμό δολοφονημένων Γερμανών στρατιωτών μέσα στο χωριό, γεγονός που προκάλεσε την έξαλλη αντίδραση του και τη σφαγή. Σε βιβλίο που ο Weidinger έγραψε, το  "Comrades to the End," πρόσθεσε ότι στην αναφορά του ο Diekmann στο γερμανικό στρατηγείο στη Λιμόζ πρόσθεσε λίγο αργότερα ότι στην έρευνά του μέσα στο χωριό βρήκε μεγάλη ποσότητα όπλων και σκότωσε τους κατοίκους γιατί τους θεώρησε όλους παρτιζάνους Μακί.  Τα γυναικόπαιδα κάηκαν γιατί όταν σκότωνε τους άντρες τα πυρομαχικά που ήταν σε κάθε σπίτι κρυμμένα  έσκασαν ξαφνικά, προκαλώντας τη φωτιά που έκαψε την εκκλησία, στην οροφή της οποίας υπήρχαν επίσης πολεμοφόδια των ανταρτών. [28]
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι Γερμανοί και στο Δίστομο αξιοποίησαν την πλούσια εμπειρία που είχαν αποκτήσει στο να στήνουν αντίποινα. Τα ίδια έκαναν, για παράδειγμα, και στην περίπτωση της σφαγής του Καρακόλιθου, στις 30 Απριλίου 1944 αλλά και σε όλες σχεδόν τις περιοχές της χώρας, όπως στο Βιάννο του Ηρακλείου Κρήτης, το Σεπτέμβριο του 1943,[29]  στο Κομμένο της Άρτας, τον Αύγουστο του 1943, στο Χορτιάτη, την Κάνδανο κλπ, αλλά και με τις περίφημες «κλούβες» ομήρων στα τρένα, φτάνοντας μάλιστα μέχρι και του σημείου να υλοποιήσουν τη διαταγή του στρατηγού των Αλεξιπτωτιστών B. Broyer, της 10ης Φεβρουαρίου 1944, ώστε σε όλα τα γερμανικά φορτηγά αυτοκίνητα που κινούνταν στην Κρήτη, να επιβαίνει και κάποια Ελληνίδα όμηρος νεαρής ηλικίας. από προβεβλημένες οικογένειες της περιοχής.
Μάλιστα η σφαγή στο Κομμένο της Άρτας έχει και τις πιο εντυπωσιακές αναλογίες με αυτή του Διστόμου. Έγινε 15 μέρες πριν συνθηκολογήσει η Ιταλία μετά την απόβαση των συμμάχων στη Σικελία. Έτσι, τα χαράματα της 16ης Αυγούστου 1943 μια φάλαγγα με 22 αυτοκίνητα στάθμευσε μπροστά στο χωριό και 400 Γερμανοί στρατιώτες των ειδικών δυνάμεων, οπλισμένοι με όλμους, πολυβόλα, χειροβομβίδες και αυτόματα, το περικύκλωσαν. Στις 4.30’ το πρωί δόθηκε ο σύνθημα της μαζικής εξόντωσης.[30] Οι Γερμανοί κατέστρεψαν ό,τι βρήκαν μπροστά τους. Τουφέκισαν αδιάκριτα άντρες, γυναίκες, γέρους και παιδιά, ξεκοίλιασαν τις έγκυες και έκαψαν τα έμβρυα. Εννιά ώρες κράτησε η φρίκη του μίσους και της καταστροφής.[31] Κατά το μεσημέρι οι Γερμανοί έφυγαν  παίρνοντας μαζί τους ρούχα, χρυσαφικά, ζώα, χρήματα και ό,τι άλλο πολύτιμο βρήκαν. Άφησαν πίσω τους 317 πτώματα, ενώ διασώθηκαν 440, που πρόλαβαν να κρυφτούν και να γλυτώσουν. Εξοντώθηκαν 20 ολόκληρες οικογένειες μέχρι ενός. Εκτελέστηκαν ανελέητα και 97 νήπια και παιδιά έως 15 ετών. Θανατώθηκαν 119 γυναίκες.[32] Και εδώ οι εκθέσεις που υποβλήθηκαν από τους αυτουργούς προς τους ανωτέρους τους μιλούσαν για «εχθρικές απώλειες» και επιβεβλημένες απώλειες των αμάχων που υποτίθεται βρέθηκαν σε διασταυρούμενα πυρά.[33]
Μάλιστα, η περίπτωση της σφαγής του Κομμένου δεν μπορεί καν να αποδοθεί στη δράση μόνο του ΕΛΑΣ, όπως έκαναν οι Γερμανοί και το μετεμφυλιακό ελληνικό κράτος, το οποίο έσπευσε σχεδόν άμεσα να δικαιώσει τους Γερμανούς υπό την επίρροια ενός τυφλού αντικομμουνισμού, και έτσι να δικαιολογήσει και την απουσία πολιτικής πολεμικών διεκδικήσεων, που αρχικά επιδικάστηκαν στη χώρα. Γιατί οι επιταγές του Ψυχρού Πολέμου, υπέβαλαν στις μετεμφυλιακές ελληνικές κυβερνήσεις να δεχθούν ως πεδίο συζήτησης, έστω και έμμεσα, το επιχείρημα των ιθυνόντων της Δυτικής Γερμανίας ότι έφταιγαν και οι αντάρτες (ακόμα και ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Καραμανλή στα 1959 Π. Κανελλόπουλος, στην ίδια την ελληνική βουλή αναγνώρισε ελαφρυντικά στις δυνάμεις Κατοχής, χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα τη σφαγή στα Καλάβρυτα και τις απώλειες του γερμανικού στρατού.)[34] Αντίθετα, μέσα στο χωριό στο Κομμένο υπήρχαν εκτός από μαχητές του ΕΛΑΣ και αντάρτες του ΕΔΕΣ, όταν η γερμανική διμοιρία έσπευσε να ερευνήσει τις καταγγελίες ότι το χωριό προμήθευε με τροφή τους αντάρτες της περιοχής. Γιατί φαίνεται πως οι γερμανικές αρχές γνώριζαν πως στην περιοχή του Κομμένου λάβαινε χώρα ένα ιδιότυπο είδος εμπορίου ή λαθρεμπορίου. Έμποροι από τη Λευκάδα μετέφεραν με τις βάρκες τους λάδι, πατάτες, σταφύλια κλπ. και τα προωθούσαν στους πληθυσμούς των χωριών που γειτόνευαν με τον ποταμό Άραχθο, στις όχθες του οποίου αγκυροβολούσαν και διανυκτέρευαν. [35]
Αξιοσημείωτο είναι ότι κάτι ανάλογο έγινε και  στο Ugine στη Γαλλία, 5 μέρες πριν τη σφαγή στο Δίστομο. Μια νάρκη των ανταρτών που πυροδοτήθηκε με τηλεχειριστήριο σκότωσε 11 Γερμανούς σε κομβόι της Στρατιωτικής Αστυνομίας. Οι Γερμανοί μπήκαν στο Ugine κοντά στο Annecy της δυτικής Γαλλίας συνέλαβε όλους τους άντρες που βρήκαν μπροστά τους και εκτέλεσαν 28. Άλλους 19 τους μετέφεραν στο σημείο που έσκασε η νάρκη τους εκτέλεσαν και έριξαν τα σώματά τους στην τρύπα που είχε προκαλέσει η έκρηξη. Λεηλάτησαν, μάλιστα, τουλάχιστον 500 σπίτια.
Γιατί, όμως, επιλέχθηκε το Δίστομο και ολόκληρη η περιοχή για αυτές τις σφαγές; Οι Γερμανοί γνώριζαν ότι η περιοχή είχε κομβική σημασία, αφού από την αρχή της κατοχής ο Ελικώνας και τα γύρω βουνά ήταν τα πεδία ρίψης όπλων, ασυρμάτων, συνδέσμων αξιωματικών της Μέσης Ανατολής. Αφετέρου ήταν και ο κύριος δρόμος μετακίνησης ανταρτών και στελεχών της Αντίστασης από την Αθήνα προς το βουνό. Επιπλέον, ήταν η κύρια οδός για τη μεταφορά μεταλλευτικών προϊόντων ώστε να μετατραπούν σε πολεμοφόδια. (Ιδίως στα 1944 μεταφέρθηκαν από την Ελλάδα 50000 τόνοι χρωμίου για την κατασκευή χάλυβα). Αλλά και απαραίτητος χώρος διέλευσης σε μια ενδεχόμενη μετακίνηση γερμανικών στρατευμάτων στα άλλα μέτωπα του πολέμου όσο και η κύρια οδός διαφυγής σε περίπτωση υποχώρησης.  Για αυτό επιχείρησαν να ξεκαθαρίσουν την αντίσταση από τις γύρω περιοχές, να δημιουργήσουν προγεφυρώματα και να ελέγξουν τις διαβάσεις.
Σε αυτή τη βάση δεν είναι τυχαίο ότι λίγες μέρες πριν τη σφαγή στο Δίστομο, το Μάιο του 1944  έχουμε σφαγές αμάχων στις Λίμνες Αργολίδας, στο Αγγελόκαστρο Κορινθίας, στους Αγίους Θεοδώρους (όπου εκτελούν σε δύο επιχειρήσεις 113 κατοίκους), στο Αγιονόρι και στο χωριό Άγιος Ιωάννης Κορινθίας, στο Κακολύρι Έυβοιας, στη Χαλκίδα και στη Ριτσώνα. Στην Βοιωτία, εκτός από την εκτέλεση 29 ομήρων στη Στενή Λιβαδειάς, στις 27 Φεβρουαρίου 1944, στις 2 Απριλίου εκτελούν 100 Βοιωτούς στη Λαμία, ενώ στις 30 Απριλίου  εκτέλεσαν 138 ομήρους στον Καρακόλιθο. Αντίστοιχες ενέργειες με εκατόμβες θυμάτων έγιναν στο Κυριάκι  την ίδια μέρα και  στο Καλάμι Λιβαδειάς στις 16 Ιουνίου 1944. Μετά σειρά, πιο βόρεια, πήρε η Υπάτη Φθιώτιδας στις 17 Ιουνίου 1944, αλλά και η Θεσσαλία που δέχεται αλλεπάλληλες καταστροφές ένα μήνα μετά.[36] Όπως πληροφορούσαν το Foreign Office οι Βρετανοί σύνδεσμοι, στα πλαίσια των επιχειρήσεων αυτών οι Γερμανοί, μόνο μέσα σε ένα 15μερο, τον Ιούνιο του 1944 έκαψαν  28 χωριά και κατέστρεψαν τις σοδειές τους. Τα δε Τάγματα Ασφαλείας εκτέλεσαν 250 αμάχους και λεηλάτησαν μεγάλες ποσότητες τροφίμων.[37]
Τέλος, έχει σημασία ποιος διέπραξε τη σφαγή;. Τυπικά ήταν η SS Polizei Panzergrenadier Division υπό τις διαταγές του  SS-Hauptsturmführer, κάτι σαν λοχαγός ειδικών καθηκόντων, Fritz Lautenbach.  Ήταν τμήμα των Waffen SS, των λεγόμενων πολεμικών SS, μέρος της Wehrmacht,  που αποτελούνταν από εθελοντικές δυνάμεις που επιλέχθηκαν στη βάση των θεωριών ρατσιστικής καθαρότητας των Ναζί. Ήταν οργανισμός του γερμανικού στρατού που φτιάχθηκε για να καταπολεμηθούν οι υπάνθρωποι σύμφωνα με τη ναζιστική ιδεολογία ( Εβραίοι, Πολωνοί, Ρομά και κομμουνιστές.) Αυτές τις δυνάμεις τις έφεραν οι Ναζί στην Ελλάδα στα 1943 ειδικά επειδή η Αντίσταση συνεχώς μεγάλωνε. Ανάμεσα τους και η «104 Μεραρχία Κυνηγών», η 117 Μεραρχία Κυνηγών», η «1η Ορεινή Μεραρχία», η «4η Τεθωρακισμένη Μεραρχία Αστυνομίας Γρεναδιέρων των SS» (αυτή που διέπραξε τη σφαγή στο Δίστομο). Οι μονάδες αυτές διέθεταν πλούσια εμπειρία από πρακτικές αντιποίνων στο Ανατολικό Μέτωπο και ιδίως από την αντιμετώπιση της Γιουγκοσλαβικής Αντίστασης, στις οποίες και δόθηκε ρητή εντολή από το Βερολίνο να προβαίνουν σε αντίποινα χωρίς καμία αναστολή, δεδομένου ότι «μια ανθρώπινη ζωή πολλές φορές δεν αξίζει τίποτα».[38]   
Σε κάθε, όμως, περίπτωση τα Waffen SS βρίσκονταν κάτω από τον υπηρεσιακό έλεγχο της Wehrmacht. Μετά τον πόλεμο τα Waffen SS, στη δίκη της Νυρεμβέργης καταδικάστηκαν ως εγκληματική οργάνωση. Στα 1950 και 1960 οι βετεράνοι των Waffen SS επιδόθηκαν στην προσπάθειας να ανατρέψουν τις αποφάσεις της Νυρεμβέργης στην νεόδμητη Δυτική Γερμανία και να τύχουν και αυτοί της δυνατότητας συντάξεων.
Αλλά και στην ίδια την Ελλάδα είναι χαρακτηριστικό πώς αντιμετωπίστηκαν όσοι λίγοι προσήχθησαν στη δικαιοσύνη μεταπολεμικά. Παρά τις βαριές ποινές του Έκτακτου Ειδικού Δικαστηρίου Αθηνών στα 1945 σχεδόν όλοι δεν εξέτισαν τις ποινές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο στρατηγός Al. Andre, στρατιωτικός διοικητής Κρήτης που ευθύνονταν για εκτεταμένα αντίποινα και καταστροφές χωριών. Η καταδίκη του ήταν ισόβια και ήταν φυλακισμένος από το 1947. Το 1951 υπέβαλε αίτηση χάριτος και με βάση τις εισηγήσεις του τότε διευθυντή των φυλακών για άριστη συμπεριφορά στη φυλακή (;)η ποινή των ισοβίων μετετράπη σε 4 ετή φυλάκιση. Δεδομένου ότι είχε ήδη εκτίσει την ποινή απελευθερώθηκε. Τα ίδια συνέβησαν και με τον Ζάμπελ σφαγέα του Διστόμου, που παραδόθηκε στους Γερμανούς, στις 13 Ιουλίου 1953, ενώ ήταν έγκλειστος στις φυλακές Αβέρωφ ή τον Μ. Μερτενς υπεύθυνο για τη σφαγή 50.000 Εβραίων της Θεσσαλονίκης. Ειδικά ο τελευταίος που συνελήφθη τυχαία στα 1957 και αποφυλακίστηκε σχεδόν αμέσως κατά απαίτηση της γερμανικής κυβέρνησης. Όταν έφυγε στη Γερμανία και φυσικά απαλλάχθηκε κατηγόρησε περιπαίζοντας τον Έλληνα πρωθυπουργό της χώρας Κ. Καραμανλή, που τον απελευθέρωσε παραβιάζοντας τη δικονομική τάξη, ότι ήταν συνεργάτης των Γερμανών στην Κατοχή προκαλώντας μια άνευ προηγουμένου πολιτική κρίση στην Ελλάδα.  
Να σημειωθεί ότι τον ίδιο βαθμό με τον Lautenbach είχαν  ο  Josef Mengele, ο περιώνυμος γιατρός του Άουσβιτς,  ο  Klaus Barbie, ο Διοικητής της Γκεστάπο στη Λιόν, ο Alois Brunner, Adolf Eichmann και ο Amon Göth, που διέπραξε τις σφαγές στα γκέττο του Τάρνοβου και της Κρακοβίας.
Πάντως σε όσους επιχείρησαν να αποδώσουν τις ευθύνες στα SS και όχι στη Βέρμαχτ, η απάντηση της ιστορικής έρευνας είναι ότι όταν οι Γερμανοί εγκατέλειψαν την πεποίθηση της τελικής νίκης τα δύο σώματα δεν είχαν καμιά διαφορά μεταξύ τους.[39]


*Το κείμενο αυτό είναι μια ανεπτυγμένη μορφή της ομιλίας που δόθηκε στα πλαίσια των εκδηλώσεων για τη σφαγή του Διστόμου στη μαρτυρική πόλη, στις 10 Ιουνίου 2010. Την ανάπτυξη του αρχικού κειμένου, με την ενσωμάτωση ενδεικτικών υποσημειώσεων, επέβαλε το πολύ μεγάλο ενδιαφέρον που νομίζω ότι αποδόθηκε στην ομιλία αυτή.
[1] Είναι απολύτως απαραίτητο να γίνει μια μεθοδολογική επισήμανση που καθιστά εφικτή την ενασχόληση με κάθε ιστορικό γεγονός και επιτρέπει να σχηματιστεί το υπόστρωμα μιας πορείας για την τελική ανάδειξη του υπό όρους ιστορικής αλήθειας. Αυτή δεν είναι άλλη από το ότι ο ιστορικός λόγος ως επιστημονικός λόγος προϋποθέτει  την ενασχόληση με το «συγκεκριμένο» και το «απτό», το αξιολογήσιμο στα πλαίσια μιας λογικής ερμηνείας και των μεθόδων της ιστορικής έρευνας. Αυτό το συγκεκριμένο υλικό που αποτελεί την κύρια βάση της ιστορικής εργασίας είναι τα «κείμενα», με την ευρύτερη έννοια του όρου, που αναφέρονται στο γεγονός και υφίστανται από την ιστορική επιστήμη μια αξιολόγηση στη βάση κάποιων επιστημονικών κριτηρίων. Αυτά που δεσπόζουν ανάμεσα τους είναι όσα στη παραγωγή τους είναι χρονικά εγγύτερα με το ίδιο το υπό μελέτη γεγονός. Αλλά και από αυτά, εκείνα που παίζουν πρωταρχικό ρόλο είναι τα γραπτά κείμενα, αυτά που ονομάζονται πρωτογενή, στο βαθμό που έχουν «λειτουργήσει» σχεδόν παράλληλα με το γεγονός. Και προτιμούνται  από τον ερευνητή γιατί είναι μέρος του ιστορικού γεγονότος και δεν επιδέχονται μεταγενέστερες αλλοιώσεις. Τα υπόλοιπα κείμενα είναι δευτερογενή, επειδή ενσωματώνουν σημασίες που προκύπτουν εκ των υστέρων, υφίστανται επαναξιολογήσεις και πιθανόν διαστροφές, έχουν, όμως, τη σημασία τους, ως συμπληρωματικές πάντα πηγές. Ανάμεσά τους ιδιαίτερο βάρος, όταν σπανίζουν τα γραπτά τεκμήρια, έχουν οι προφορικές πηγές, όμως είναι και αυτές πάντα δευτερεύουσες, ακόμα και όταν έχουν καταγραφεί σχεδόν ταυτόχρονα με το γεγονός, δηλαδή αποτελούν στην ουσία γραπτά κείμενα της εποχής του γεγονότος και άρα αντικειμενικό κοινό κτήμα των αναγνωστών και των ιστορικών. Και αυτό γιατί, παρά την εγγύτητα με το γεγονός και την παραστατικότητά τους,  προϋποθέτουν αφεύκτως τη διαμεσολάβηση αυτού που καταγράφει την προσωπική μαρτυρία και την αναδεικνύει και αναγκαστικά την οριοθετεί μέσω των ερωτημάτων του. Οπωσδήποτε πιο προβληματική ως ιστορικό υλικό είναι εκείνη η προφορική παράδοση που δεν έχει καταγραφεί και φτάνει στον ιστορικό μέσω αναπαραγωγής της ως παράδοση και μάλιστα από γενιά σε γενιά. Γιατί την ανάμνηση ενός γεγονότος την επικαθορίζουν σειρά στρωμάτων ερμηνειών που τα γεννά η εκάστοτε ιστορική συγκυρία, αλλά κυρίως μια διαδικασία διαχείρισης της μνήμης, στην ανάπτυξη της οποίας επιδίδονται όλες οι πολιτικές εξουσίες. Ακόμα και όταν είμαστε βέβαιοι για την κατάθεση μιας αντικειμενικής μαρτυρίας, που αντλεί την αξία της από τη διαπιστωμένη στη συλλογική συνείδηση αξία της προσωπικότητας αυτού που την εκστομίζει ή την αναπαράγει, στην πραγματικότητα όταν αυτή απέχει έστω και λίγο από το γεγονός, επικάθεται πάνω της μια νέα ερμηνεία, που διαφοροποιείται σε μικρό η μεγάλο βαθμό από την αρχική, ιδιαίτερα όταν μεταβάλλονται άρδην οι ιστορικές συνθήκες. Για παράδειγμα: η αφήγηση ενός γεγονότος θα διαφοροποιηθεί όταν αυτή γίνεται σε συνθήκες που ακόμα διατηρεί την εξουσία του ο κατακτητής, όταν γίνεται κατά τη διάρκεια της απελευθέρωσης από τον κατακτητή αυτό, όταν γίνεται στον ορίζοντα ενός εμφυλίου, ή όταν γίνεται στη βάση της επενέργειας μηχανισμών εντεταλμένης παραχάραξης, όπως αυτοί που επικράτησαν μετά τον εμφύλιο και ιδίως την περίοδο της χούντας που αλλοίωσαν την εικόνα ολόκληρης της σύγχρονης νεοελληνικής ιστορίας. Είναι ιδιαίτερα επιβοηθητικό για την κατανόηση αυτής της προβληματικής  το βιβλίο του Χάγκεν Φλάισερ, Οι Πόλεμοι της Μνήμης, Αθήνα 2008, που καταδεικνύει απτά το πώς σε ολόκληρη την Ευρώπη, και όχι μόνο στην Ελλάδα βεβαίως,  κατασκευάστηκε μια δημόσια ιστορία και άλλαξε, ιδίως μετά τα 1989, ο τρόπος που θυμόμαστε, συγκροτούμε τη μνήμη μας και κατανοούμε το ιστορικό επιστητό. Ιδίως τα  Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης δεσπόζουν σε αυτή τη διαδικασία και ανακατασκευάζουν συνέχεια τη μνήμη, όπως φαίνεται άλλωστε και στο βιβλίο του Γ. Θεοχάρη που έχει το προσόν να δείχνει το πώς, μέσω των τελετών των μνημοσύνων για το Δίστομο που επακολούθησαν του γεγονότος, η εκάστοτε εξουσία πρόβαλε τη δική της ερμηνεία, αξιοποιώντας το θέαμα που συχνά συναρτώνταν με αυτές τις εκδηλώσεις και την παρουσία επισήμων του κράτους των Αθηνών. Με βάση τις επισημάνσεις αυτές που πρέπει να έχει στο μυαλό του όχι μόνο ο ιστορικός αλλά και ο αναγνώστης, είναι ανυπερθέτως αναγκαίο να τονιστεί ότι ένας ιστορικός είναι υποχρεωμένος να κινηθεί εντός των ορίων των γραπτών, ως επί το πλείστον, κειμένων με τις προϋποθέσεις που τέθηκαν παραπάνω, ανεξαρτήτως των προσωπικών του απόψεων. Ούτε είναι προφανώς επιστημονικά θεμιτό να επικαλείται απλά την προφορική παράδοση, ή την κοινή πεποίθηση για να κάνει επιστήμη, γιατί τότε είναι σαν να αρνείται ένα αντικειμενικό πεδίο για τον επιστημονικό διάλογο, βασικό κριτήριο αξιολόγησης των πορισμάτων του. Από κει και πέρα είναι υποχρεωμένος να αξιολογεί τα «κείμενα» από τα οποία αντλεί τις πληροφορίες του, να τα συσχετίζει και να τα αντιπαραβάλει, ακόμα και να αξιολογεί το ίδιο το γεγονός της απουσίας γραπτών πηγών. Με άλλα λόγια επουδενί δεν πρέπει να  παραδίδεται αμαχητί στην απουσία πηγών με τη λογική ότι εκεί που αυτές σπανίζουν νομιμοποιείται η αναπαραγωγή του «αυτονόητου», όπως υποτίθεται ότι παραδόθηκε. Υπάρχουν μηχανισμοί στα πλαίσια της επιστημονικής μεθοδολογίας που ακόμα και όταν υπάρχουν σημαντικές ελλείψεις στο πραγματολογικό υλικό είναι δυνατόν μέσω της εγγραφής αυτού του γεγονότος σε ευρύτερες ενότητες και σειρές γεγονότων να το αναδείξουν και να αξιολογήσουν ορθότερα τις ελλείψεις του όποιου υλικού. Πάντα με γνώμονα την αρχή ότι σχηματοποιήσεις που αναδεικνύουν απλοποιημένες αντιθέσεις δεν αντιστοιχούν στην επιστημονική παραγωγή γνώσης. Ένα ενδεικτικό παράδειγμα: μια μαζική σφαγή, όπως αυτή του Διστόμου, σπάνια προκύπτει εντελώς απομονωμένη από ευρύτερες διαδικασίες ή ανάλογα φαινόμενα εγχώρια ή διεθνή. Μια συγκριτική παράθεσή τους, ειδικά όταν υπερβαίνει τα όρια του ελληνικού χώρου είναι το ίδιο σημαντικός μηχανισμός ιστορικής γνώσης, όσο και μια προφορική παράδοση, που σχεδόν πάντα αφορά  στη «μνήμη» τμήματος του πληθυσμού που σχετίστηκε με το γεγονός, εμπλέκεται, επίσης, σχεδόν πάντα με την εκάστοτε πολιτική αντιπαράθεση και έχει συνήθως πολωτικό χαρακτήρα.    
[2] Ωστόσο, αρκετές από τις δικογραφίες αυτές έχουν εντοπιστεί σε διάφορες αρχειοθήκες, όπως αυτή του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου ή του Αρχείου του Υπουργείου Εξωτερικών. Ανάμεσα σε αυτά υπάρχει η δικογραφία του Λοχαγού Χόλμαν, Στρατιωτικού Διοικητή Λιβαδειάς, του Β. Γιάννις, υποδιοικητή Λιβαδειάς, του Χίλμπιγκ φρούραρχου Λιβαδειάς, όπως και του Κ. Πάαρ διευθυντή Φυλακών Λιβαδειάς. Απομένει στο ενδιαφέρον που θα δείξει ή τοπική κοινωνία να καλυφθούν κάποια από τα κενά της βιβλιογραφίας που αφορά σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις σφαγών των Γερμανών σε όλη την ελληνική επικράτεια.   
[3] Ευτυχώς λόγω της δράσης της Εθνικής Αντίστασης σχεδόν κανείς  Έλληνας.
[4]Λ. Αραγκόν,  Ιστορία της Σοβιετικής Ενώσεως, τομ. Β, Αθήνα 1962, σ. 61-62.
[5] Για το θέμα της λογικής των γερμανικών αντιποίνων βλ. και Στ. Δορδανάς, Το αίμα των αθώων, Αντίποινα των γερμανικών αρχών Κατοχής στη Μακεδονία, 1941-1944, Αθήνα 2007, σ. 27-35.
[6] Μ. Ζέκεντοφ, Ντοκουμέντα από τα Γερμανικά Αρχεία, Αθήνα 1991, σ. 89-90.
[7] Report of the SOE Activities in Greece and the Island of the Aegean Sea, Appendix IV.
[8] Πιο αναλυτικά βλ. «Μαρτυρολόγιο. Ολοκαυτώματα και εκατόμβες θυμάτων»,  Η Μαύρη βίβλος της Κατοχής, Αθήνα 2006, σ. 60-91 και Κ. Δοξιάδης, Θυσίες της Ελλάδος,. Αιτήματα και επανορθώσεις στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Αθήνα 1947.
[9] Ch. Wilmot, The Struggle for Europe, Hertfordshire 1997, σ. 186-188, 192-193.
[10] M. Mazower, Inside Hitler`s Greece, London 1993, σ. 155.
[11] Ch. Wilmot, The Struggle for Europe, ο.π. σ. 204.
[12] Ρ. Καρτιέ, Ιστορία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, τομ. 2, Αθήνα 1955, σ. 270-271.
[13] www.dasreich.ca/oradour.html
[14] S. Farmer, Martyred Village: Commemorating the 1944 Massacre at Oradour-sur-Glane, Berkeley and Los Angeles: University of California Press 1999.
[15] Oradure:  Jean-Jacques Fouché, Oradour, June 10th, 1944: A Nazi Massacre in Occupied France, Online Encyclopedia of Mass Violence, [online], published on 5 November 2007, accessed 24 June 2010, URL : ttp://www.massviolence.org/Oradour-June-10th-1944-A-Nazi-Massacre-in-Occupied-France,
[16] Ρ. Καρτιέ, ο.π. σ. 308-309.
[17]Όπως και στο Δίστομο υπήρχε η επίσημη εκτίμηση SS που μιλούσε για επίθεση των ανταρτών που δικαιολόγησε την σφαγή: οι μάρτυρες μίλησαν για επίθεση που έγινε μέρες πριν, βλ. www.scrapbookpages.com/oradour-sur-glane/index.html.
[18] ΕΛΑΣ ΧVΙ Ταξιαρχία, Επιτελικό Γραφείο 3, αρ. ΕΠΕ 573, 10 Ιουνίου 1944, ΓΕΣ/ΔΙΣ, Αρχείο Εθνικής Αντίστασης, ΕΛΑΣ, τομ. 4, σ.58-62. 
[19] Για το θέμα αυτό και τη γενικότερη πολιτική των Γερμανών σε σχέση με τις εθνικιστικές αντιθέσεις, βλ. και T. Judt, Postwar, A History of Europe since 1945, London 1945, σ. 33-35.
[20] FO 371/43690, R11972, Halifax προς FO, 19 Ιουλίου 1944.
[21] Για το ρόλο των Ταγμάτων ασφαλείας και των Αντιποίνων στην Πελοπόννησο βλ. και Μ. Λυμπεράτος, «Τα γερμανικά αντίποινα, τα Τάγματα ασφαλείας και ο ΕΛΑΣ στην Πελοπόννησο», στο Νότια Πελοπόννησος, 1935-1950, Αθήνα 2009, σ. 61-101,
[22] Γ. Δουατζής, Οι Ταγματασφαλίτες, Αθήνα 1982, σ. 53 κε.
[23] Για το θέμα Μ. Λυμπεράτος, «Οι Οργανώσεις της Αντίστασης», Ιστορία της Ελλάδας του 20 αιώνα, τομ. Γ 2, Αθήνα 2007, σ. 16-17.
[24] Αρχείο ΚΚΕ, κουτί 493, φ 30/1/54, ΕΛΑΣ, ΓΣ, Επιτ. Γραφ. ΙΙΙ, αρ. πρ.467, Οδηγίαι Προσωπικαί και απόρρηται δια τους διοικητάς μεγάλων μονάδων του ΕΛΑΣ, 5 Δεκεμβρίου 1943, Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας.
[25] FO 371/43688,  R 9537 Γ.Σ  του ΕΛΑΣ προς Γ.Σ.Μ.Α, 12 Ιουνίου 1944.
[26] Βλ και Τ. Λάππας, Η σφαγή του Διστόμου, Αθήνα 1945.
[27] Μ. Ζέκεντοφ, Ντοκουμέντα από τα Γερμανικά Αρχεία, ο.π. σ. 236.
[29] Γ. Χρηστάκης, Επαρχία Βιάννου1940-1945 – Το Ολοκαύτωμα του 1943, Ειδ. Έκδοση Συλλόγου Βιαννιτών Ηρακλείου « Ο Πατούχας» και Βιαννίτικων Νέων, Ηράκλειο 2000
[30] Βλαχοπάνος Χρ. Δημήτρης, Άι Κομμένο της άσβεστης μνήμης, Άρτα, 2007.
[31] Γ. Δάλλας, Η Σφαγή του Κομμένου, Αθήνα 2008.
[32] Δίκτυο μαρτυρικών πόλεων & χωριώνν της Ελλάδος περιόδου 1940-1945, λληνικά Ολοκαυτώματα , www.greekholocausts.gr
[33] Β. Καλογρηάς, «Τα Αντίποινα των Γερμανικών Αρχών Κατοχής» Γερμανικές Αποζημιώσεις, Ιστορικά, Ελευθεροτυπία, 2010, σ. 119-120.
[34] Μ. Λυμπεράτος, «Η (μη) διεκδίκηση των Πολεμικών Αποζημιώσεων από την Ελλάδα»,  Ιστορικά, Ελευθεροτυπία, Ιούνιος 2010, σ/. 176-177.
[35] www.kommeno-artas.gr
[36] Μ. Γλέζος, Εθνική Αντίσταση 1940-1945, τομ. Β, Αθήνα 2007, σ. 995-1018.
[37] FO 371/43691, R13659, Game Book, Ιούλιος 1944.
[38] Μ. Ζεκεντορφ, ο.π. σ.  89
[39] Αυτά αποφάνθηκαν και στη δίκη της Νυρεμβέργης οι περισσότεροι δικαστές που τιμώρησαν με θάνατο τους επικεφαλής του ναζιστικού καθεστώτος, βλ. D. Irvin, Η Δίκη της Νυρεμβέργης, Αθήνα 2004, σ. 177-196 και 432-462.

 Ο Μιχάλης Λυμπεράτος είναι διδάκτορας Ιστορίας στο Πάντειο Παν/μιο, συγγραφέας του βιβλίου "Στα πρόθυρα του Εμφυλίου πολέμου Από τα Δεκεμβριανά στις εκλογές του 1946" Η ομιλία του στο βιβλιοπωλείο μας κατά την παρουσίαση του βιβλίου του κυκλοφορεί στα γνωστά φυλλάδια μας ΣΥΝ – ΟΜΙΛΙΕΣ 2