Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2015

Επειδή τα βιβλία είναι σαν τις γυναίκες που επιθυμούμε. Ή τις κατακτάμε μόνοι μας διαλέγοντάς τες από έναν ουρανό ανάλογων άστρων ή οποιοσδήποτε άλλος τρόπος είναι κίβδηλος.

Του Μάνου Στεφανίδη επ. καθ. του Παν/μίου Αθηνών

Ο Μάρλοου κι εγώ δεν περιφρονούμε τις τάξεις των πλουσίων για τα λεφτά και τα λουτρά τους, τις περιφρονούμε γιατί είναι κάλπικες

Ραίημοντ Τσάντλερ*

Μπήκα φουριόζος σ' ένα βιβλιοπωλείο του κέντρου. Ένα παλιό παραδοσιακό βιβλιοπωλείο απ' αυτά που τείνουν να εκλείψουν. Ένα βιβλιοπωλείο που δεν σερβίρει καφέ ή λουκάνικα, που δεν πουλάει dvd, cd ή gadgets, που δεν είναι συγκεκαλυμμένο super market, που δεν κάνει προσφορές, δεν παρουσιάζει best sellers ή χρυσούς δίσκους, δεν διαφημίζεται από τα free press της πόλης ή από τα περιοδικά που ενώ υποτίθεται ότι αναφέρονται στα βιβλία, κατ' ουσίαν ασχολούνται σχεδόν αποκλειστικά με την αγορά τους και τους εμπόρους της. Υπόθεση μπεστ σέλερ που θα 'λεγε κι ο πάντα επίκαιρος - απών Χρήστος Βακαλόπουλος. Ένα βιβλιοπωλείο που, ακόμη, μιλάει και γράφει ελληνικά, που έχει υπαλλήλους περισσότερο διαβασμένους από τους τρέχοντες καθηγητές πανεπιστημίου - ιδίως αυτούς που είναι παράλληλα και υπουργοί - και που μυρίζει τόσο έντονα χαρτί, ώστε σχεδόν να σε μεθάει.
Μπήκα, λοιπόν, φουριόζος σαν για να κερδίσω τον άδικα σπαταλημένο καιρό και παρήγγειλα μονορούφι όλα εκείνα τα βιβλία που νόμιζα ότι είχα διαβάσει αλλά στην πραγματικότητα τ' αγνοούσα κι άλλα που τα γνώριζα, από μικρός όμως τα θυμόμουν σαν όνειρο και τα οποία εν πάση περιπτώσει είχα να ξεφυλλίσω από δεκαετίες. Από σνομπισμό, αφέλεια, ψευτολογιοσύνη, ψευτοπαρανόηση;
Ποιος ξέρει!.. Αναφέρομαι στο "Κόκκινο και το Μαύρο", την "Καρδιά του Σκότους", τους "Αδελφούς Καραμαζώφ", τον "Μόμπι Ντικ", την "Ανθρώπινη Κωμωδία", τη "Μαντάμ Μποβαρύ", τους "Δαιμονισμένους", την "Αισθηματική Αγωγή", τον "Πόλεμο και Ειρήνη", τη "Δίκη", τον "Ηλίθιο", τον "Πύργο", τον "Μεγάλο Γκάτζμπι", το "Καθώς ψυχορραγώ", τον "Μεγάλο Μωλν", τον "Μαιτρ και τη Μαργαρίτα", την "Ανάσταση", το "Ανατολικά της Εδέμ", το "Μαγικό Βουνό", την "Πείνα", τους "Δουβλινέζους" (ιδιαίτερα το τελευταίο διήγημα που ο Αριστηνός) το παραβάλλει με τον "Έρωτα στα Χιόνια"), τον "Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες", τη "Βοή και το πλήθος"...
Τ' αγκάλιασα όλα, τα φόρτωσα σε σακούλες, τα σεργιάνισα μέσα στους δρόμους που δήλωναν εορταστικοί αλλά δεν ήσαν, και σε ανθρώπους που θα ήθελαν να είναι αλλά δεν μπορούσαν. Στα καταστήματα οι τηλεοράσεις εξηγούσαν πόσο επιτυχημένες είναι οι κινήσεις του Γιωργάκη, τον οποίο έφερε στην εξουσία ο εξίσου επιτυχημένος Κωστάκης και οι ψήφοι αγελαίων οπαδών που πάντως δεν έχουν προχωρήσει ποτέ σε αυτοκριτική. Εξ ου και η σοβούσα κρίση. Η οποία, δυστυχώς, δεν είναι ούτε πρόσφατη, ούτε μόνο οικονομική. Και για την οποία ίσως να φταίει το ότι όλοι μας λίγο - πολύ έχουμε απομακρυνθεί από τις πηγές: τα κείμενα - πυλώνες του κοινού μας πολιτισμού. Ήμουν λοιπόν ο μόνος ευτυχισμένος εκείνου του κεντρικού δρόμου, του πλημμυρισμένου από βιτρίνες, μπαράκια και ανορεξικούς τύπους που κοιτούσαν αν τους κοιτάνε, επειδή κουβαλούσα υπερήφανα εκείνα τα βιβλία που ένωναν σαν βασιλική οδός (camino real) την ανώριμη νεότητά μου με την ανόρεχτη ωριμότητά μου. Ένα είδος μεταμέλειας πριν ένα συμβολικό Πάσχα.
Θα τα διάβαζα λοιπόν όλα ξανά, αμέσως αλλά και αλλιώς, βουτηγμένος σε νέες απολαύσεις και περιτριγυρισμένος από παλιές ηδονές, τέτοιες που ευτυχώς δεν μπορεί να νιώσει ο πρόεδρος του ΣΕΒ ή ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος. Κι αυτό είναι η μικρή μου εκδίκηση θα έλεγα, η μικρή μας εκδίκηση.
Σε τελική ανάλυση όσα νέα βιβλία κυκλοφορούν κατά χιλιάδες σήμερα, είναι, εν πολλοίς, σχόλια ή αναφορές ή αντιγραφές αυτών των κειμένων που έσφιγγα με ερωτικό πάθος κι ανάλογες τύψεις πάνω στο στήθος μου ανάμεσα Ιπποκράτους και Σόλωνος.
Πλήρωσα, που λέτε, στο ταμείο πανευτυχής και αρνήθηκα την οποιαδήποτε έκπτωση - προσφορά του ευγενικού υπαλλήλου. Όχι πια άλλα βιβλία - προσφορά ήταν ο συμβολισμός της άρνησής μου. Ήταν κάτι που το χρωστούσα στον εαυτό μου εδώ και πολλά χρόνια. Χρήματα για βιβλία, το καλύτερο αντίδοτο στην κρίση, η σοβαρότερη, αντικαταναλωτική χειρονομία. Κι επιτέλους η χαρά της ανάγνωσης χωρίς υποχρεώσεις, οπισθοβουλίες ή αντίδωρα προς τη συντεχνία. Ιδιαίτερα μάλιστα τώρα που την όποια κριτική ή δημιουργικό διάλογο, την όποια αντίρρηση έχει υποκαταστήσει η στρατηγική της αλλαξοκωλιάς.
Η έγγραφη συμπαιγνία των διανοουμένων. Το "σου γράφω, για να μου γράφεις". Δηλαδή το τίποτε της γραφής ως επικοινωνία των μετρίων. Βιβλία, τέλος, που δεν μου προμήθευσαν στανικά με την εφημερίδα της Κυριακής ο Τεγόπουλος ή ο Μπόμπολας σε πρόστυχο χαρτί και προστυχότερη συγκατάβαση. Είναι πάντως ντροπή για το συλλογικό μας φιλότιμο να συστήνει -ως προσφορά!- τον Γρηγόρη Μπιθικώτση στο πανελλήνιο ο κ. Χαντζηνικολάου και η εφημερίδα του. Επειδή τα βιβλία είναι σαν τις γυναίκες που επιθυμούμε. Ή τις κατακτάμε μόνοι μας διαλέγοντάς τες από έναν ουρανό ανάλογων άστρων ή οποιοσδήποτε άλλος τρόπος είναι κίβδηλος. (Ο Ραίημοντ Τσάντλερ θα έλεγε "κάλπικος")... 



 * Από το βιβλίο "Αντίο Γλυκιά μου" εκδ. Άγρα 1986, μτφρ. Ανδρέας Αποστολίδης, σελ. 336.
Είχα ξεκινήσει να γράφω κείμενο αντίστοιχου περιεχομένου όταν ψάχνοντας κάποιες πληροφορίες βρήκα το παραπάνω σχόλιο σε φύλλο της Αυγής λίγο μετά το Πάσχα. Με εκφράζει απόλυτα και το αναδημοσιεύω ευχαριστώντας την τύχη μου και το Μάνο Στεφανίδη.
Στην ΑΥΓΗ είχε τίτλο 
Πασχαλινό σκάνδαλο! Ολίγα για τη στρατηγική της αλλαξοκωλιάς.
Ν.Λ.
Υ.Γ.  Πρώτη ανάρτηση μετά το Πάσχα 2010
Δεύτερη ανάρτηση μετά το Πάσχα 2012
Τρίτη ανάρτηση Καλοκαίρι 2015 
(γιατί το κείμενο είναι διαχρονικό)

Πέμπτη, 16 Ιουλίου 2015

Τέλος και για τις σημαντικές εκδόσεις Scripta



Άφωνοι και αδύναμοι πλέον παρακολουθούμε την επέλαση της φτηνής πραμάτειας των αετονύχηδων. Ο χώρος του βιβλίου σε λίγο καιρό θα είναι μια πνευματική έρημος.
Τέλος και για τις σημαντικές εκδόσεις Scripta


Μετά από 18 χρόνια παρουσίας στον χώρο των εκδόσεων, μέσα σε ένα οξύτατα ανταγωνιστικό περιβάλλον που έγινε δυσμενέστερο τόσο από την 'εισβολή' της τεχνολογίας, όσο και από την γενικότερη οικονομική και κοινωνική συγκυρία, ο εκδοτικός μας οίκος παύει τη λειτουργία του έχοντας υποστεί μεγάλη οικονομική ζημιά.
Θέλουμε να πιστεύουμε ότι στο μέτρο των δυνατοτήτων μας και των επιλογών μας προσφέραμε στο αναγνωστικό κοινό μερικές αξιόλογες εκδόσεις που εκτιμήθηκαν δεόντως. Οφείλουμε, λοιπόν, ένα μεγάλο ευχαριστώ στους συγγραφείς που μας εμπιστεύτηκαν τα έργα τους αλλά και τους εκδότες τους για την αγαστή συνεργασία, στους μεταφραστές και επιμελητές που συνέβαλαν, με την προσωπική δουλειά του ο καθένας και η καθεμιά, σε ένα άρτιο αποτέλεσμα, στους ανθρώπους των ατελιέ, στους τυπογράφους και στους βιβλιοδέτες που με το μεράκι και την πείρα τους έδωσαν μορφή σε κάθε ένα μας βιβλίο, στους λογοτεχνικούς πράκτορες που σεβάστηκαν την ταυτότητα των εκδόσεών μας και μας πρότειναν τίτλους που προσέδωσαν κύρος στις επιλογές μας, στους βιβλιοπώλες (ιδιοκτήτες και εργαζόμενους) που φιλοξενούσαν τα βιβλία μας στον χώρο τους όλα αυτά τα χρόνια και ιδιαίτερα σ΄εκείνους τους εργαζόμενους που, καθημερινά, αποδεικνύουν ότι είναι οι καλύτεροι πρεσβευτές του βιβλίου. Τέλος, ευχαριστούμε από καρδιάς δημοσιογράφους, συγγραφείς και κριτικούς που από την αρχή αγκάλιασαν την προσπάθειά μας και αφιέρωσαν, ανιδιοτελώς, χρόνο και ενέργεια γράφοντας θετικές και πολύ συχνά εγκωμιαστικές κριτικές για τις εκδόσεις μας.
Με άλλα λόγια, καθ' όλη τη διάρκεια της εκδοτικής μας δραστηριότητας γνωρίσαμε σημαντικά πρόσωπα με τα οποία και αναπτύξαμε εξαιρετική συνεργασία που την διέκρινε αμοιβαίος σεβασμός και συνέπεια. Οι δύο αυτές εκτιμήσεις μας αποτελούν και μια μορφή δικαίωσης για μας.
Ελπίζουμε ότι θα κρατήσετε, όπως κι εμείς, την καλύτερη εικόνα και ανάμνηση και σας ευχόμαστε κάθε καλό!
 

Με φιλικούς χαιρετισμούς
Χρύσα Γεωργακοπούλου

Σάββατο, 11 Ιουλίου 2015

Μια νέα κριτική προσέγγιση στα «Πιστοποιητικά θνητότητας – Ποιήματα 1970 – 2010» του Γιώργου Χ. Θεοχάρη


Της Διώνης Δημητριάδου

Δεν ξέρω πόσο εύκολα μπορεί κάποιος να ορίσει την Ποίηση -κι αλήθεια έχουν επιχειρήσει πολλοί- αλλά ο Γιώργος Θεοχάρης τη θέλει ‘χειροβομβίδα σιωπής’. Και μόνον χάρη στο οξύμωρο θα άξιζε να ερευνηθεί η ποιητική του άποψη.
Στα «Πιστοποιητικά θνητότητας» θα παραθέσει όλο το ποιητικό του έργο (εννοώ το δημοσιευμένο), έτσι σαν μια σύνοψη ζωής (κατά τον ίδιο είναι «σαν να μαζεύτηκε όλη η οικογένεια στο σπίτι, Κυριακή μεσημέρι»). Μας καθοδηγεί, από το μακρινό 1970 και μέχρι το σήμερα σχεδόν, να διαβάσουμε τους στίχους του, να δούμε την ποιητική του οπτική αλλά όχι μόνον αυτά. Μέσα από το πλέξιμο των λέξεων, την προσεγμένη στιχουργική του, αφήνει  ανάμεσα στις σελίδες του, πίσω από τις λέξεις να φανεί μια πορεία ζωής. Ναι, ο ποιητής, ο δημιουργός εν γένει, αγαπά να ‘κρύβεται’ στη σκιά του έργου του,  να οδηγεί το φως μέσα από χαραμάδες. Αλλιώς δεν γίνεται. Η ποίηση ειδικότερα δεν είναι καταγραφή ζωής, ο ποιητής δεν είναι αυτοβιογραφούμενος. Εκτός αν, όπως στην περίπτωση του Γιώργου Θεοχάρη, φωτοσκιάζει μόνος του τα λόγια του με μια αφοπλιστική ειλικρίνεια. Ανοιχτή, έτσι, την αφήνει στα διαβάσματά μας για να ανακαλύψουμε όχι μόνο τον ποιητή αλλά κυρίως τον άνθρωπο.
Μια ποιητική πορεία σαράντα χρόνων ισοδυναμεί οπωσδήποτε με μια ισόχρονη ζωή. Ωστόσο δεν μετράει το ίδιο με αυτήν. Άλλοτε η ζωή σαρώνει με την ορμή της, και τότε η ποίηση καταγράφει και υπομνηματίζει, άλλοτε όμως η δύναμη του ποιητικού έργου φτάνει να νοηματοδοτήσει μια ζωή που αποκαλύπτει τα σημάδια της υποχώρησής της ανάμεσα στους στίχους.
Αγγίζοντας τα σημάδια και ακολουθώντας τα ίχνη που αφήνει ο ποιητής ανακαλύπτουμε τη ‘συμπάθειά’ του για τον άνθρωπο. Και μια διευκρίνιση που αφορά το περιεχόμενο της λέξης που χρησιμοποίησα εδώ: συμπάθεια εκ του συμπάσχω, δηλαδή νιώθει, κατανοεί, παθαίνει μαζί με τον άνθρωπο δίπλα του αλλά και υποκύπτει στην υλική, γήινη, ανθρώπινη υπόσταση του εαυτού του, αυτήν που τον γεμίζει με ερωτικό πάθος. Ιδιαίτερα στις δύο πρώτες συλλογές του, «Πτωχόν μετάλλευμα» και «Αμειψισπορά», δίνει το ξεκάθαρο περίγραμμα του ανθρώπου του βυθισμένου στον έρωτα, που μένει εκστατικός στη θέα του ερώμενου προσώπου, τόσο που δοκιμάζοντας να μιλήσει για την ομορφιά θα πει:

«…Μάλλον σαν κορνιζοποιός

μπροστά σ’ εξαίσιο πίνακα

ομοιάζω» (Με περισσή σεμνότητα)

αλλά και που θα νιώσει αναπόφευκτα τα συντροφευμένα με τον έρωτα άλλα πάθη, της μοναξιάς, του ανεκπλήρωτου, της τυραννίας των πόθων, φέροντας σε κάποια ποιήματα (Διέξοδος, Ταυτότητα) τον απόηχο μιας σονάτας που κάποιος άλλος ποιητής ύμνησε παλαιότερα.
Όσο ο έρωτας γεννά βασανιστική ανάγκη έκφρασης στο ποίημα, άλλο τόσο η μνήμη, βασικός τροφοδότης του ποιητή ανοίγει χώρο και ζητά το αποτύπωμά της μέσα σε στίχους σαν μια ελπίδα αιωνιότητας. Στις συλλογές «Ενθύμιον» και «Από μνήμης», τις πιο ώριμες δημιουργίες του ποιητή, είναι που επιλέγεται συχνά και ο πεζός λόγος δίπλα στη στιχουργική, ίσως γιατί η αποτύπωση προσώπων που τον σημάδεψαν από την παιδική του ηλικία ως την ώριμη αλλά και η απόδοση καταστάσεων, συνθηκών και γεγονότων απαιτούν αφηγηματικό λόγο (άλλοτε καθαρό κι άλλοτε με ποιητική πνοή κρυμμένη μέσα του) για να συναρμολογηθεί καλύτερα η εικόνα. Νομίζω πως σ’ αυτά τα κείμενα φαίνεται πιο καθαρά η σύνδεση του ποιητή με τη γενέτειρά του, την ιστορία της, ιστορία ακόμη και των απλών ανθρώπων που ξεχωρίζουν με τη βασανισμένη τους ζωή, συχνά με μια απλή τους κίνηση αφημένη στη μνήμη του με ιδιαίτερη αγάπη:

«…Αδημονούν να τελειώσει το ωράριο, να φύγουνε, να ξεκουράσουν το κορμάκι τους σ’ ένα δωμάτιο χωρίς καθρέφτες˙ χωρίς τους καταδότες της αμηχανίας και της θλίψης τους» (Ελεγεία για τα κορίτσια των κομμωτηρίων).
Εδώ, βέβαια, θα πρέπει να ξεχωρίσω και τη μνήμη του πατέρα
«…Ήθελα να σε βάλω πιο νέο, πατέρα, στο ποίημα, μα τούτο το βάσανο της γραφής με βρήκε κι εμένα μεγάλο…
…Έτσι κι αλλιώς θα γίνουμε μια μέρα συνομήλικοι» (Μαζεύαμε πικρό καρπό)
αλλά και της μάνας
«… Έλεγε για τη βασανισμένη της ζωή, για τη μάνα της που κι εκείνη νωρίς ο Χάρος εθέρισε, για τον πατέρα που θα μείνει μοναχός και για την αδελφή μου που τώρα θα πρέπει να προσέχω.» (της μάνας).
Ο ποιητής «ανάβει κεράκια μνήμης» σε όλους τους χαμένους της ζωής του. Και είναι αλήθεια πως μέσα στα ποιήματα του Γιώργου Θεοχάρη διαχρονικά σχηματίζεται μια ‘περί θανάτου μελέτη’, με τον θάνατο σε μια φυσική συνέχεια της ζωής, ένας «σιωπηλός βυθός του χρόνου», να βρίσκεται στις φωτογραφίες «…Σιωπές στις κορνίζες τους. Το φως ραγίζει τη μνήμη τεκτονικά. Και η μνήμη μια θάλασσα μαύρη, όπου λάμνει και λάμνει και λάμνει το αναπότρεπτο.» (Οι κωπηλάτες μιας άλλης γλώσσας). Ο θάνατος στον αντίποδα, ωστόσο, της ζωής, αέναο ακίνητο συμπλήρωμα της κίνησης:

«…Όχι για των ανθών δεν πρόκειται την ευωδιά

ούτε και για των ψύλλων τη στιλπνότητα.

Πρόκειται για της ρίζας τη συμβίωση

με τα σκουλήκια μεσ’ στα χώματα,

στης γλάστρας τον ανήλιαγο

τον κάτω κάτω κόσμο….» (από το έξοχο Περί τίνος πρόκειται).

Ο Γιώργος Θεοχάρης ταυτόχρονα ‘υπηρετεί’ την ποίηση -και αποφεύγω εδώ τον συνήθη όρο ‘στράτευση’- με τη συνειδητή στάση ενός ανθρώπου που βρέθηκε πάντοτε δίπλα στους αγώνες αυτού του τόπου. Αυτή η αίσθηση διατρέχει την ποίησή του, χωρίς να γίνεται κυρίαρχη, σε μερικά όμως ποιήματα δίνει την απαραίτητη πολιτική ταυτότητα:

«…Θυμάμαι το θύμα και το θύτη.

Το θύτη ως θύμα,

και το θύμα ως θύτη,

θυμάμαι.

Τη μαύρη μοίρα

των Λαβδακιδών του χωριού μου

θυμάμαι.» (Πατρίδος καταβοή και συγκατάβασις).

Στη σύνοψη αυτή του ποιητικού του έργου ο ποιητής ένιωσε την ανάγκη να συμπεριλάβει και τα πρωτόλεια ποιήματά του (Ποιήματα των ημερών εκείνων), γραμμένα στην επταετία, που δείχνουν τη διάθεσή του να εκφραστεί πάνω στα τρέχοντα προβλήματα με σαφή πολιτική θέση.

Πώς συνοψίζεται, λοιπόν, η ‘ποιητική’ του Γιώργου Θεοχάρη. Γιατί γράφει ο ποιητής;

«Γράφουμε ποιήματα,

βότσαλα μνήμης ρίχνουμε

στο σιωπηλό βυθό του χρόνου».

Δεν είναι σαφής; Δεν θυμίζει τον στρατιώτη-ποιητή του Μίλτου Σαχτούρη, που «δεν έχει γράψει ποιήματα, μόνο σταυρούς σε μνήματα καρφώνει»; Άλλωστε τιτλοφορεί τη σύνοψη αυτή του έργου του «Πιστοποιητικά θνητότητας» δίνοντας έτσι την εσωτερική αναπόφευκτη γνώση περί των χρονικών ορίων. Η μόνη που διασώζεται είναι η μνήμη.
Αλλά και αντιπαραθέτει στην «ορθή γωνία» της λογικής και της ηρεμίας ένα «ακραίο τάνυσμα αισθημάτων» για προφανείς λόγους ισορροπίας. «Αν σπάσουμε θα γκρεμοτσακιστείτε» (Βέβαιος λόγος).
Έχει, λοιπόν, ρόλο συγκεκριμένο ο ποιητής, έχει έργο να επιτελέσει, πότε με τον σάρκινο, ρεαλιστικό του λόγο, πότε με έναν βαθύ και υποδόριο λυρισμό. Πότε για να ξυπνήσει μνήμες συλλογικές, να δώσει το πολιτικό του στίγμα, πότε μιλώντας ορμώμενος από προσωπικά του πάθη να μας φέρει στο μυαλό δικά μας συναφή.
Όποια προσέγγιση κι αν επιφυλάξει ο αναγνώστης στον ποιητικό κόσμο του Γιώργου Θεοχάρη, ας έχει στον νου του ότι για να βαδίσει στα μονοπάτια του και να δει τα συντελούμενα εκεί θαύματα, θα πρέπει να έχει ανοιχτά τα μάτια της ψυχής του. Πώς αλλιώς να ‘ακούσει’ τις «χειροβομβίδες σιωπής»;


Πηγή: BOOK TOUR

Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2015

Το βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ συμμετέχει στην καλοκαιρινή προσφορά των εκδόσεων ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ. Βήμα στην ανάγνωση.

 ΒΗΜΑ ΣΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ
Το βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ συμμετέχει στην καλοκαιρινή προσφορά των εκδόσεων ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ.

Μεγάλη καλοκαιρινή προσφορά για όλους τους αναγνώστες από το ΒΗΜΑ της Κυριακής και τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ.

Φέτος το καλοκαίρι δεν χρειάζεται να ανησυχείς για το πόσα βιβλία θα διαβάσεις. Σκέψου έξυπνα και αξιοποίησε τη μεγάλη προσφορά που σου δίνει η εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ της Κυριακής σε συνεργασία με τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ.

Αγόρασε ένα οποιοδήποτε βιβλίο από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ και διάλεξε άλλο ένα ΔΩΡΟ από μια πλούσια και ευρεία γκάμα βιβλίων. Μόνο με το πρωτότυπο κουπόνι που θα βρεις στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας από το Σαββατοκύριακο 4 και 5 Ιουλίου και κάθε Κυριακή του καλοκαιριού, μπορείς να επισκεφτείς το βιβλιοπωλείο της επιλογής σου και να κάνεις χρήση της προσφοράς.

Η προσφορά ισχύει από τις 4 Ιουλίου 2015 έως τις 12 Σεπτεμβρίου 2015 σε όλα τα συνεργαζόμενα βιβλιοπωλεία Ελλάδας και Κύπρου.

Εξαιρούνται τα βιβλία που είναι ήδη σε τιμή προσφοράς.

.