Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016

"Η ευγένεια των τυφλών" της τιμημένης με Νόμπελ ποιήτριας Βισλάβα Σιμπόρσκα

Την 1 Φεβρουαρίου του 2012 πέθανε ηλικία 88 ετών η Πολωνή ποιήτρια Βισλάβα Σιμπόρσκα, η οποία το 1996 είχε τιμηθεί με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Η Σιμπόρσκα είχε γεννηθεί στις 2 Ιουλίου 1923 στο Μπνιν, της επαρχίας Πόζναν στη δυτική Πολωνία, και σπούδασε Φιλολογία και Κοινωνιολογία στο πανεπιστήμιο Γιάγκελον της Κρακοβίας, όπου έζησε μέχρι το θάνατό της. 


Ένα υπέροχο ποίημά της μεταφρασμένο από το διαδικτυακό φίλο Job Pilgrim.

Η ευγένεια των τυφλών

Ο ποιητής διαβάζει ποιήματα στους τυφλούς.
Ποτέ δεν πίστευε ότι θα ήταν τόσο δύσκολο.
Του τρέμει η φωνή.
Του τρέμουν τα χέρια.

Αισθάνεται πως κάθε πρόταση
τοποθετήθηκε εδώ για να δοκιμαστεί στο σκοτάδι.
Πρέπει να βοηθήσει μόνη τον εαυτό της,
δίχως φώτα και χρώματα.

Μια ριψοκίνδυνη περιπέτεια
για τα αστέρια των στίχων της,
και την αυγή, το ουράνιο τόξο, τα σύννεφα, το νέον, το φεγγάρι,
για το ψάρι ακόμα τόσο ασημένιο κάτω από την επιφάνεια του νερού,
και για το γεράκι, τόσο απόμακρο κι αθόρυβο στον ουρανό.

Διαβάζει - επειδή είναι πλέον αργά για να σταματήσει -
για το αγόρι με το κίτρινο σακάκι σε ένα καταπράσινο λιβάδι,
για τις κόκκινες στέγες, που μπορείς να μετρήσεις, στην κοιλάδα,
για τους κινούμενους αριθμούς στις φανέλες των παικτών
και για την γυμνή άγνωστη πίσω από τη μισάνοιχτη πόρτα.

Θα ήθελε να σιωπήσει - αν και είναι αδύνατο-
για όλους αυτούς τους αγίους στην οροφή του καθεδρικού,
για κείνη τη χειρονομία του αποχαιρετισμού στο παράθυρο του τρένου,
για το φακό του μικροσκόπιου και τη λάμψη του φωτός στο δαχτυλίδι
και για τις οθόνες και τους καθρέφτες και τα άλμπουμ με τα πορτραίτα.

Όμως, είναι μεγάλη η ευγένεια των τυφλών,
μεγάλη η κατανόηση και η γενναιοδωρία τους.
Ακούν, χαμογελούν και χειροκροτούν...

Ένας από αυτούς, πλησιάζει
με το βιβλίο ανοιγμένο ανάποδα
ζητώντας ένα αυτόγραφο που δεν θα δει...

 Μετάφραση στα Ελληνικά Job Pilgrim

Η Βισουάβα Σιμπόρσκα (Wislawa Szymborska) γεννήθηκε το 1923 στο Κούρνικ της Πολωνίας (περιοχή της επαρχίας Πόζναν) κι από εκεί μετακινήθηκε στα οκτώ της χρόνια στην Κρακοβία, τόπο της μόνιμης διαμονής της έκτοτε. Σπούδασε φιλολογία και κοινωνιολογία στο φημισμένο πανεπιστήμιο της πόλης και εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην ποίηση το 1945. Μέχρι το 1996, που της απονεμήθηκε το Βραβείο Νόμπελ στην ποίηση, είχε εκδώσει μόλις εννέα ποιητικές συλλογές και τέσσερα βιβλία με δοκίμια, ενώ μετέφρασε έμμετρη γαλλική ποίηση και για ένα διάστημα (1967-1972) σχολίαζε τακτικά άσημους μάλλον ξένους και Πολωνούς λογοτέχνες. Έχει τιμηθεί με το Φιλολογικό Βραβείο της Κρακοβίας (1995), το Πολωνικό Κρατικό Βραβείο για την Τέχνη (1963), το Βραβείο Γκαίτε (1991) και το Βραβείο Χάρντερ (1995) και είναι διδάκτορας της Τέχνης, τιμής ένεκεν, στο Πανεπιστήμιο του Πόζναν. Ανήκει μαζί με τους Ζμπίγκνιεβ Χέρμπερτ και Ταντέους Ρουζέβιτς στην κορυφή της πυραμίδας των μεταπολεμικών εκπροσώπων της λεγόμενης "Πολωνικής σχολής της ποίησης", παρότι η αναγνώρισή της στην Ευρώπη, και ιδιαίτερα στον αγγλοσαξονικό χώρο έγινε πολύ αργότερα απ' αυτούς.
Η Σιμπόρσκα από νωρίς διαγράφει το ποιητικό της κλίμα, γράφοντας ότι "δανείζεται λέξεις που βαραίνουν από πάθος και μετά προσπαθεί να τις κάνει να δείχνουν ελαφρές". Η κλασικότροπη κομψότητα στον χειρισμό και την ανάπτυξη του ποιητικού της υλικού συνδυάζεται με μιαν ανάλαφρη προσέγγιση των πραγμάτων και έναν απατηλά εύθυμο σκεπτικισμό, όπου υφέρπει η επώδυνη συνείδηση της ανθρώπινης συνθήκης και περιπέτειας στον κόσμο, αλλά και η ζωντανή, εις πείσμα της θνητής μας μοίρας και της ιστορίας (όπου επαναλαμβάνεται συνήθως η τραγωδία), ελπίδα. Γιατί, για τη Σιμπόρσκα, ο κόσμος, παρά την ανασφάλεια, τον φόβο και το μίσος που εκτρέφει και καλλιεργεί η ανθρώπινη φύση μας, δεν παύει να προκαλεί και να εκπλήσσει, κι η φύση μαζί με την τέχνη παραμένουν πάντοτε οι καλύτεροι μεσίτες γι' αυτό το όραμα (όπως κατέληξε στην εκδήλωση για την απονομή του Νόμπελ: "Οι ποιητές, φαίνεται, θα έχουν πάντοτε πολλή δουλειά").
Κάποια από τα ποιήματα της Σιμπόρσκα, γραμμένα σε ανύποπτο χρόνο, αποκτούν μια δραματική επικαιρότητα σήμερα που ολόκληρη η ανθρωπότητα βιώνει το άγχος της τρομοκρατίας με μοναδική ένταση, και είναι δείγματα της βαθιάς ηθικής συνείδησης και εγρήγορσης που διατρέχει τελικά όλο το ποιητικό της έργο.
Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ
(2006)
(2003)
Μια ποιητική διαδρομή, Σοκόλη - Κουλεδάκη
(1997)


Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2007)
Πολωνοί ποιητές, Λεξίτυπον
(1999)

Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2016

Επανακυκλοφόρησε το εμβληματικό έργο της Μέλπως Αξιώτη: Η Κάδμω


ΜΕΛΠΩ ΑΞΙΩΤΗ
Η ΚΑΔΜΩ

Η Κάδμω (1972) είναι το κύκνειο άσμα της Μέλπως Αξιώτη (1903-1973), στο οποίο καταγράφεται η αγωνία της εξόριστης κεντρικής ηρωίδας να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη της γλώσσας και της πατρίδας της.

Το εμβληματικό αυτό έργο είναι ένας πικρός απολογισμός ζωής της συγγραφέως: τα παιδικά χρόνια στη Μύκονο, τα προπολεμικά χρόνια στην Αθήνα, η εποχή που πρωτογράφει λογοτεχνία, η Κατοχή, τα δύσκολα χρόνια της εξορίας, η χαρά της επιστροφής και η επακόλουθη απογοήτευση, η μοναξιά, η ιλιγγιώδης αίσθηση του τέλους.

Στον συγκινητικό αυτό λόγο εις εαυτόν, πολλοί από τους ήρωες που εμφανίζονται στα προηγούμενα βιβλία της Αξιώτη συντροφεύουν την Κάδμω στη μοναξιά της. Το ίδιο το κείμενο ανοίγει ένα μαγικό παράθυρο στο γίγνεσθαι της αφήγησης, ενώ μέσα από μια ελεύθερη όσο και συναρπαστική γραφή η συγγραφέας συναντά τα προπολεμικά έργα της και αναστοχάζεται τη ζωή της. 

Η Μέλπω Αξιώτη (1903-1973) καταγόταν από παλιά αρχοντική οικογένεια της Μυκόνου. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Πατέρας της ήταν ο μουσικοσυνθέτης Γεώργιος Αξιώτης, με τον οποίο έζησε όταν χώρισαν οι γονείς της. Και οι δύο γονείς της ξαναπαντρεύτηκαν και είχε τρία ετεροθαλή αδέλφια. Από το 1918 ως το 1922 μπήκε εσωτερική στη Σχολή των Ουρσουλίνων της Τήνου. Το 1925 παντρεύτηκε το θεολόγο και δάσκαλό της Βασίλη Μάρκαρη, από τον οποίο χώρισε τέσσερα χρόνια αργότερα.
Μετά από μια σύντομη σχετικά παραμονή στη Μύκονο, επέστρεψε στην Αθήνα και γνωρίστηκε με τον Νίκο Εγγονόπουλο, τον Γιώργο Θεοτοκά, τον Γιώργο Σεφέρη, τον Γιάννη Ρίτσο, τον Νίκο Αλεξίου. Το 1933 έκανε την πρώτη της εμφάνιση στα γράμματα, με το διήγημα «Απ' τα χτες ως τα σήμερα», στην εφημερίδα Μυκονιάτικα Χρονικά, όπου τον επόμενο χρόνο θα δημοσιεύσει άλλο ένα διήγημα. Πέρασαν και τα δύο απαρατήρητα.
Το 1934 άνοιξε μαζί με τη Βέτα Τσιτιμάτη έναν βραχύβιο οίκο ραπτικής και παράλληλα άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα σχεδίου στη Σιβιτανίδειο Σχολή. Το 1936 προσχώρησε στο Κ.Κ.Ε. και παρέμεινε πιστή στην Αριστερά ως το θάνατό της. Το 1938 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα, Δύσκολες Νύχτες, με το οποίο ασχολήθηκε σύσσωμη η κριτική. Της απονεμήθηκε το πρώτο βραβείο του Γυναικείου Συλλόγου Γραμμάτων και Τεχνών και η ψυχή του συλλόγου, Πηνελόπη Δέλτα, η οποία διαφωνούσε με τη βράβευσή της, κατάργησε το βραβείο.
Στην Κατοχή, εντάχθηκε στην Εθνική Αλληλεγγύη του ΕΑΜ και συνεργάστηκε στον παράνομο Τύπο, μαζί με τη Διδώ Σωτηρίου, την Έλλη Αλεξίου, την Έλλη Παππά κ.ά. Μετά την απελευθέρωση, διώχθηκε λόγω της πολιτικής της δράσης και κατέφυγε στη Γαλλία, το 1947, όπου η αριστερή διανόηση, Λουί Αραγκόν, Έλσα Τριολέ, Πωλ Ελυάρ, Πάμπλο Νερούντα, κ.ά της επεφύλαξε θερμή υποδοχή.
Το μυθιστόρημά της Εικοστός αιώνας μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες και της χάρισε πανευρωπαϊκή καταξίωση. Το 1950 απελαύνεται από τη Γαλλία, κατόπιν διαβήματος της ελληνικής κυβέρνησης, και καταφεύγει αρχικά στην Ανατολική Γερμανία, στη συνέχεια στη Βαρσοβία, όπου θα εργαστεί στην ελληνική εκπομπή του πολωνικού ραδιοφώνου, και πάλι πίσω, το 1956 στο Ανατολικό Βερολίνο. Εργάζεται επί έξι χρόνια στο πανεπιστήμιο Humboldt, διδάσκοντας νεοελληνική γλώσσα και λογοτεχνία, και συνεργάζεται με τον επίσης εξόριστο Δημήτρη Χατζή. 
Έχει μονίμως προβλήματα υγείας, γι' αυτό και καταφεύγει πολύ συχνά στην Αλμπίζολα της Ιταλίας. Με απόφαση του Ηλία Τσιριμώκου, επαναπατρίζεται το 1965. Συνεχίζει τα ταξίδια της. Κατά τη δικτατορία, αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα και της συμπαραστέκονται η αδελφή της Χαρούλα, οι φίλοι της, η Νανά Καλλιανέση, ο Αντρέας Φραγκιάς. Ο Γιάννης Ρίτσος θα τη βοηθήσει αποφασιστικά να ολοκληρώσει και να εκδώσει το κύκνειο άσμα της, την Κάδμω.
Το 1971 η υγεία της επιδεινώνεται ραγδαία, πάσχει από προϊούσα αμνησία και σωματική εξασθένηση, και το 1973 πεθαίνει. Επηρεασμένη τόσο από τον μοντερνισμό, και την πρόσληψή του από τη γενιά του τριάντα, όσο και από το σουρεαλισμό, χρησιμοποιεί ευρέως το συνειρμό και τον εσωτερικό μονόλογο και ανάγει το απολύτως προσωπικό σε οικουμενικό.
Εστιάζοντας στο όνειρο, στην παιδική ηλικία, στο γενέθλιο νησί της, με γλώσσα χειμαρρώδη, λαϊκή, και περίτεχνη, μακροπερίοδη σύνταξη, με λέξη απόλυτα ακριβή και πολυστρωματική αφήγηση, η Αξιώτη άφησε πίσω της ένα πολυσύνθετο, που κατέχει σημαντική θέση μεταξύ των αριστουργημάτων της σύγχρονης ευρωπαϊκής λογοτεχνίας.

Όλα τα βιβλία της Μέλπως Αξιώτη
  •  “Δύσκολες Νύχτες”,
  • “Θέλετε να χορέψουμε, Μαρία;”,
  • “Χρονικά”,
  • “Εικοστός Αιώνας”,
  • “Σύντροφοι, Καλημέρα!”,
  • “Μια Καταγραφή στην Περιοχή της Λογοτεχνίας” ,
  • “Ποιήματα” ,
  • “Το σπίτι μου”,
  • “Η Κάδμω”
κυκλοφορούν από τις εκδόσεις “Κέδρος” και μπορείτε να τα προμηθευτείτε από το βιβλιοπωλείο μας.