Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2016

"Η πολιτεία και η μοναξιά" (1912)


Η Πολιτεία λωλάθηκε, κι απόπαιδα τα κάνει
το Νου, το Λόγο, την Καρδιά, τον Ψάλτη, τον Προφήτη·
κάθε σπαθί, κάθε φτερό, κάθε χλωρό στεφάνι,
στη λάσπη. Σταύλος ο ναός, μπουντρούμι και το σπίτι.

Από θαμπούς ντερβίσηδες και στέρφους μανταρίνους
κι από τους χαλκοπράσινους η Πολιτεία πατιέται.
Χαρά στους χασομέρηδες! Χαρά στους αρλεκίνους!
Σκλάβος ξανάσκυψε ο ρωμιός και δασκαλοκρατιέται.

Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα,
ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι,
κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα,
των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι.

Και δημοκόποι Κλέωνες και λογοκόποι Ζωίλοι,
Και Μαμμωνάδες βάρβαροι, και χαύνοι λεβαντίνοι·
Λύκοι, κοπάδια, οι πιστικοί και ψωριασμένοι οι σκύλοι
Κι οι χαροκόποι αδιάντροποι, και πόρνη η Ρωμιοσύνη!"

Κωστής Παλαμάς (1859 - 1943) 

Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2016

Ο νοτιάς θα ’ρχεται πάντα απ’ τη μεριά της θάλασσας


«Ο νοτιάς θα ’ρχεται πάντα απ’ τη μεριά της θάλασσας. θα φέρνει νοτισμένες μυρωδιές – φύκια χλωρά, βρεγμένα καλοκαίρια κι αλάτι θαλασσινό.
Θα κάθεται - η αρμύρα - στις ζαρωμένες γωνιές, ανάμεσα στις μέρες, να τις νοστιμέψει.
Γίνεται ποτέ λίγες μπουκιές θαλασσινός αέρας και δυο στάλες αλάτι να αλλάξουν τη ζωή μας;
Εμείς δεν ανοίξαμε δρόμους. Δε διαβάσαμε όσα ξεχάστηκαν σε έρημους τοίχους. Τρικύμισαν τραγούδια στα χείλη μας; Στύψαμε το μυαλό να στάξει λίγη σκέψη στο ξερό χώμα;
Ποιος τάχα μίλησε με τις παγωμένες σιωπές των βουνών, μ’ αυτούς που κοιμούνται στα βυθισμένα φαράγγια;
Τίποτα! Ξεχαστήκαμε - ένας ύπνος βαθύς. Αμίλητες στρατιές σκυμμένοι.
- Εσύ, τώρα, τι περιμένεις; Το καινούριο φεγγάρι; Λες να χάθηκε; Οι σκυμμένοι αλλάζουν τον κόσμο;

Ο αέρας θα ’ρχεται πάντα απ’ τη μεριά της θάλασσας. Θα φέρνει μυρωδιές κι αλάτι. θα κάθεται - το αλάτι - στις ζαρωμένες μας ώρες.
Τις νύχτες δε θα μας πιάνει ύπνος. Θα ’χουν ανοίξει οι πληγές - ονόματα σωρός και τα ξεχάσαμε».


Νικήτας Παρίσης (1935 -2016)

Τρίτη, 19 Ιουλίου 2016

Η ομάδα του Μπαλτά για το βιβλίο

Πριν την κοινοποίηση του άρθρου της Σταυρούλας Παπασπύρου λίγα δικά μου λόγια επειδή με αφορά προσωπικά.
Αποδέχτηκα την πρόσκληση - πρόκληση του ΥΠΠΟ με την ιδιότητα του επί 35ετίας μάχιμου βιβλιοπώλη και τη βεβαιότητα ότι ο χρόνος για την επιβίωση του βιβλίου τελειώνει. Με εδραιωμένη την πεποίθηση ότι η σταδιακή εξαφάνιση των βιβλιοπωλείων που συντελείται με την κατάργηση της Ενιαίας Τιμής, πλήττει ανεπανόρθωτα τον πλουραλισμό και την πολυφωνία στην πνευματική παραγωγή και τελικά την ίδια την υπόσταση της γλώσσας μας.
Η ομάδα δείχνει αποφασισμένη στο σύντομο διάστημα της θητείας της να δουλέψει με τρόπο ώστε και προτάσεις με όραμα να καταθέσει και άμεσα υλοποιήσιμες πολιτικές να προτείνει. 
Ίδωμεν ...
Λαμπρόπουλος Νίκος, βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ



Η ομάδα του Μπαλτά για το βιβλίο

Από την ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Είναι απογοητευτικό. Σε πείσμα των προεκλογικών δεσμεύσεων του ΣΥΡΙΖΑ για την στήριξη του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου και την επαναφορά στην αγορά της ενιαίας τιμής, ο χώρος του βιβλίου παραδέρνει κι από την πλευρά της κυβέρνησης ούτε σχέδια επί χάρτου δεν έχουμε δει.  Κάλλιο αργά, όμως, παρά ποτέ. Πριν από λίγες μέρες συγκροτήθηκε κι επισήμως από το υπουργείο πολιτισμού μια ομάδα εργασίας, ένα είδος γνωμοδοτικής επιτροπής, τα μέλη της οποίας, χωρισμένα σε υπο-ομάδες, επεξεργάζονται ήδη κάποιες προτάσεις που θα μπορούσαν να καταλήξουν στη χάραξη μιας εθνικής πολιτικής: από την δημιουργία ενός καινούριου, μικρότερου ΕΚΕΒΙ μέχρι την αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου για τα κρατικά βραβεία, κι από την οργανωμένη προώθηση του ελληνικού βιβλίου στο εξωτερικό μέχρι προγράμματα φιλαναγνωσίας  στις δημόσιες βιβλιοθήκες.
  
Ποιούς εμπιστεύτηκε ο Αριστείδης Μπαλτάς γι’ αυτόν το σκοπό; Στην επιτροπή συμμετέχουν η Πόλα Καπόλα των εκδόσεων “Νήσος” (στον κατάλογο των οποίων υπάρχουν και δικά του έργα), η Έλενα Πατάκη από τον ομώνυμο οίκο και ο  Περικλής Δουβίτσας της “Νεφέλης”, η επίκουρη καθηγήτρια στο τμήμα θεατρικών σπουδών του Καποδιστριακού Άννα Καρακατσούλη, ο ποιητής Θωμάς Τσαλαπάτης,   οι μεταφραστές Έφη Γιαννοπούλου και Θεόφιλος Τραμπούλης, ο βιβλιοπώλης Νίκος Λαμπρόπουλος (διατηρεί τη “Σύγχρονη Έκφραση” στη Λιβαδειά), ο μπλόγκερ Μιχάλης Καλαμαράς (δημιουργός του  eAnagnostis που ειδικεύεται στις ηλεκτρονικές εκδόσεις), ο βιβλιοθηκονόμος Γιώργος Γλωσσιώτης (μέλος του δ.σ  της Ελληνικής Ένωσης Βιβλιοθηκονόμων) καθώς και η δημοσιογράφος Μικέλα Χαρτουλάρη, η μόνη που συμμετείχε και στην αντίστοιχη ομάδα εργασίας επί υπουργίας Θάνου Μικρούτσικου, το 1994, στα πορίσματα της οποίας βασίστηκε αμέσως μετά η δημιουργία του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου. Οι παραπάνω δεσμεύτηκαν να καταθέσουν τις προτάσεις τους ως τις 31 Οκτωβρίου. Κι ως τότε θα εργάζονται αμισθί,  πλαισιωμένοι από τέσσερις υπαλλήλους του ΥΠΠΟ, στους οποίους συγκαταλέγεται πλέον και το πρώην στέλεχος του ΕΚΕΒΙ Σωκράτης Καμπουρόπουλος.
  
Το σίγουρο είναι πως η βιαστική ενσωμάτωση του ΕΚΕΒΙ στο απογυμνωμένο από πόρους και προσωπικό Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού, αποδείχτηκε αδιέξοδη. Σήμερα, η biblionet υπολειτουργεί, προγράμματα που έτρεχαν με κοινοτικά κονδύλια έχουν ακυρωθεί και τα περιουσιακά στοιχεία του ΕΚΕΒΙ σαπίζουν σε αποθήκες, όπως ομολόγησε πρόσφατα ο νέος επικεφαλής του ιδρύματος Κωνσταντίνος Τσουκαλάς.  
Πώς θα μπορούσε, κάτω από τόσο ασφυκτικές οικονομικές συνθήκες, να συσταθεί και πάλι ένα θεσμικό όργανο με αρμοδιότητες για την πολιτική βιβλίου;  Το σίγουρο είναι πως η βιαστική ενσωμάτωση του ΕΚΕΒΙ στο απογυμνωμένο από πόρους και προσωπικό Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού, αποδείχτηκε αδιέξοδη. Σήμερα, η biblionet υπολειτουργεί,  στατιστικά στοιχεία για την βιβλιοπαραγωγή δεν δίνονται, έρευνες για τις αναγνωστικές συνήθειες ή για τα οικονομικά του βιβλίου δεν εκπονούνται, προγράμματα που έτρεχαν με κοινοτικά κονδύλια, όπως αυτό της Φιλαναγνωσίας, έχουν ακυρωθεί και τα περιουσιακά στοιχεία του ΕΚΕΒΙ, από τα αρχεία του ως τις βιβλιοθήκες του, σαπίζουν σε αποθήκες, όπως ομολόγησε πρόσφατα ο νέος επικεφαλής του ιδρύματος Κωνσταντίνος Τσουκαλάς. Η διοργάνωση της έκθεσης της Θεσσαλονίκης και η συμμετοχή της Ελλάδας στις μεγάλες διεθνείς εκθέσεις γίνονται με ψίχουλα, εκ των ενόντων, ενώ και τα κίνητρα για την μετάφραση ελληνικών έργων σε ξένες γλώσσες έχουν καταργηθεί προ πολλού.
  
Εν τω μεταξύ, στο μέτωπο της αγοράς, τα μικρά, ανεξάρτητα βιβλιοπωλεία της επαρχίας είτε κλείνουν είτε κρατιώνται όρθια με νύχια και με δόντια, αδυνατώντας ν’ ακολουθήσουν τις εκπτωτικές πολιτικές των ισχυρότερων. Ορισμένα μάλιστα έχουν φτάσει στο σημείο να κάνουν τις προμήθειές τους από το ηλεκτρονικό βιβλιοπωλείο της “Πολιτείας”, καθώς εκεί βρίσκουν τιμές χαμηλότερες και της χοντρικής. Αν μη τι άλλο, μετά την πρωτοβουλία του ευρωβουλευτή Γιώργου Γραμματικάκη (Ποτάμι) να καταθέσει τον Μάιο σχετικό ερώτημα προς την Κομισιόν, φαίνεται ν’ ανοίγει ένα παραθυράκι για να τεθεί ξανά στο τραπέζι με τους δανειστές μας το ζήτημα της ενιαίας τιμής. Πώς θα τους πείσουμε ότι, με την κατάργησή της, η αγορά πήγε χειρότερα; Έχουμε  θεμελιωμένα επιχειρήματα; Υποτίθεται ότι ως τα τέλη Οκτωβρίου θα διαθέτουμε.
Πηγή: www.lifo.gr

ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ: Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και μέσα επικοινωνίας στο Παρίσι. Εχει δουλέψει στην"Αυγή" και την "Ελευθεροτυπία", σε περιοδικά ("Τέταρτο", "Αντί", " Σχολιαστής", "Μετρό", "ΜΕΝ", "Vogue" κα) και σε τηλεοπτικές εκπομπές ("Βιβλιόραμα", "Αξιον Εστί", "Εχει γούστο", κ.α) καλύπτοντας κυρίως θέματα βιβλίου. Πηγή: www.lifo.gr

Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2016

Μια ιστορία! Απλή. (Ανέκδοτο διήγημα της Ελένης Πριοβόλου)


Μια ιστορία! Απλή.
της Ελένης Πριοβόλου

Η γριά Αστερία-Αστέρω κατά την αντίληψη των συγχωριανών- ανέβαινε κάθε μέρα στο παλιό εγκαταλειμμένο χωριό!
Αυτό λόγιαζε για τόπο της και ας κατοικούσε στο καινούριο χωριό από το ‘48.
Εκεί άφησε τις παιδικές της μνήμες-κάτι φωτοσκιάσεις ξυπόλυτες μα γελαστές-εκεί τους φόβους της  εκεί τις ψυχές των γονιών της που σφαγιάστηκαν στον εμφύλιο από τους Χίτες.
Δυο ώρες δρόμος, ανηφορικός μα δεν τον καταλάβαινε! Γερή κράση. Τα γόνατα λίγο την σταματούσαν αλλά η καρδιά της είχε μεγάλες αντοχές.
«Όταν την καρδιά την ταΐζεις αγάπη, γίνεται γερή σαν το μάλαμα. Αν την ταΐζεις κακία τότε φουσκώνει σα μπαλόνι και σκάει», έλεγε χαριτολογώντας στον αγροτικό γιατρό που την εξέταζε.
Τη συνάντησα στην αρχή της διαδρομής. Για το αληθές της έστησα καρτέρι πληροφορημένη πως πάει κάθε μέρα στο παλιό χωριό –το φάντασμα κατά τα παιδιά-για να ρίξει σπονδές στους νεκρούς της.
«Εσύ που πάς;»
Με ρώτησε σα να ήθελε να μου κάνει έλεγχο.
«Πάω στο χωριό φάντασμα!»
«Φάντασμα είσαι και φαίνεσαι», μου απάντησε και προπορεύτηκε.
Την έφτασα. Και μήπως μπορούσα; Έφευγε αέρας γριά γυναίκα.
«Μη με παρεξηγείς κυρούλα. Μου είπαν ότι εσύ θα μου δείξεις τα κατατόπια.»
«Και τι να τα κάνεις;»
«Έχω κάτι εκεί. Μια κληρονομιά!
Στάθηκε. Γύρισε, με κάρφωσε με το βλέμμα. Βλέμμα κεραυνός. Σαΐτα.»
«Ποιανού είσαι και κληρονόμησες στο Πάνω!
Εννοούσε το πάνω χωριό.
«Είμαι εγγονή το δασκάλου. Του Αλέκου…
Δεν πρόφτασα να πω επίθετο και στάθηκε. Με κομμένη την ανάσα μου μίλησε.
«Του κυρ Αλέκου; Του δασκάλου μου; Τι λες κοπέλα μου; Έλα, έλα δω να σε πάω γω μέχρι την πόρτα. Είναι το μόνο σπίτι στο χωριό που δεν μπήκανε διάολοι. 
Κατά τη διάρκεια της ανηφορικής διαδρομής μου εξομολογήθηκε τα πάντα. Όσα ήθελα να μάθω. Δεν τη διέκοψα ούτε λεπτό. Ρουφούσα λέξεις και αναπνοές. Ρυθμός συρτός ενίοτε μπάλος. Άλλοτε τσάμικος αργός, όταν έμπηγε το μαχαίρι στο κόκκαλο.
«Ήτανε μέσα στο αδελφοσκοτωμό. Φόβος; Να τρέμει το φυλλοκάρδι σου  μέρα  νύχτα.  Οι Χίτες είχαν αρχίσει τα αίσχη τους. Κατέβαιναν οι αντάρτες τους λιανίζανε και ξανά μανά από την αρχή. Την πλήρωναν οι φαμελίτες. Έτσι φάγανε τον πατέρα μου και τη μάνα μου, επειδή βοηθούσαν τους αντάρτες να ξεπαστρέψουνε το Γερμανό. Μείναμε μοναχά μας τρία παιδιά με τον παππού και τη γιαγιά. Άσε τι να λέω πίνα και των γονέων. Ώσπου μια μέρα, χειμώνας, νύχτα, ένας αέρας ένα κρύο ένα κακό, ακούστηκε θόρυβος ίσαμε τα ουράνια. «Ξαναφέρανε τους γερμανούς», είπε ο πάππος, «ια να μας γλυτώσουνε από τους δοσίλογους». Σε λίγο άρχισε να χτυπάει η καμπάνα. Συνέχεια χτυπούσε στην κατοχή. Ακούγαμε καμπάνα και λέγαμε για κακό είναι. Και όμως ήταν για κακό αυτή τη φορά. Έπεσε λέει ένας βράχος, ξεκόλλησε από το φρύδι του βουνού-βλέπεις κει πάνω το βουνό-και πλάκωσε μια στάνη. Να μένουμε στην εκκλησία επειδή θα πέσει ολόκληρο το βουνό και κει που είναι η εκκλησία δεν έχουμε ανάγκη. Ο δάσκαλος φώναζε: « ψέματα, ψέματα! Εγώ από το σπίτι μου δε βγαίνω.»  Κράτησε μέσα τη φαμίλια. Τη μάνα σου εννιά χρονώ και το θειό σου έντεκα. Παίζαμε με τα παιδιά του δασκάλου. Ε, τι να μολογάω. Την άλλη μέρα μας στείλανε τα ΤΕΑ. Για προστασία τάχα. Το δάσκαλο τον πιάσανε και τον στείλανε εξορία. Κλείσανε τα παιδιά στη Παιδούπολη, ούτε τα ματάδαμε. Χήρος ήτανε ο δάσκαλος. Η βάβω σου έφυγε από τύφο μέσα  στην Κατοχή. Άμα ήθελε ας μίλαγε κανένας. Μας λέγανε ότι θα πέσει το βουνό. Να αφήσουμε τα σπίτια μας και να κατεβούμε στην κοιλάδα. Δύσκολο να αφήσεις τη ζωή σου. Αμά πέφτανε συνέχεια κοτρώνες. Όταν έβρεχε και μπουμπούνιζε έρχονταν τα λιθάρια κατεβασιά.  Πιστέψαμε. Πήραμε τα πράματά μας, τα φορτώσαμε και φύγαμε. Μας έδωσε το κράτος γη, φτιάξαμε σπίτια, τι σπίτια! Ήρθε ένας εργολάβος, πήρε τα μέτρα και τα έκανε όλα μια κοψιά. Που εκείνα τα σπίτια που κάνανε οι πετράδες! Με τα χρόνια μάθαμε την αλήθεια. Όταν γύρισε ο δάσκαλος από το ξερονήσι μας τα είπε. Τα τόπια στο κάτω χωριό ανήκανε σε έναν παράγοντα και τσιφλικά. Τα έκανε με το κράτος πλακάκια και το  έπεισε με τους  μεσάζοντες να τα δώσει για απαλλοτρίωση και να πιάσει την αποζημίωση. Δε λέω όνομα. Γιατί η φαμίλια είναι σήμερα μεγάλη και τρανή. Ε, αυτός έστειλε τα ΤΕΑ- να μας φυλάνε τάχα- αλλά αυτοί οι ίδιοι  ρίχνανε τη νύχτα τις κοτρώνες για να μας πείσουν ότι θα πέσει το βουνό στα κεφάλια μας.  Να ποιοί μας κυβερνάνε ακόμα.
Φτάσαμε! Σπίτια ανάερα τοποθετημένα στις μνήμες. Δίπατοι πέτρινοι σκελετοί. Με λότζιες, φουρναριά, χαγιάτια. Χαμένα στις διαθέσεις των καιρών. Από κάθε άνοιγμα ξεπετιούνταν κλαριά από αλυγαριές, αγριοσυκιές, αμυγδαλιές. Σπίτια σκέλεθρα βορά της άγριας χλωρίδας. Μουριές, αμυγδαλιές και καρυδιές. Παντού πέτρα και χώμα.  Κοπάδια αγριοκάτσικα βοσκούσαν αμέριμνα μέσα στα σπίτια.
Ήσυχος που ήταν ο θάνατος! Μονάχα τα τζιτζίκια δε σταματούσαν το κρετσέντο.
Μου έδειξε το σπίτι του παππού. Άθικτο. Θα έλεγα, τηρουμένων των αναλογιών.
«Οι άλλοι, οι έξυπνοι, ήρθαν και έβγαλαν τα πορτοπαράθυρα για να τα χρησιμοποιήσουν. Ο δάσκαλος τα άφησε. Κλειδαμπάρωσε απλώς το σπίτι του και έφυγε. Κανένας δεν αποκότησε να το διαγουμίσει. Μα εσύ, της πόλης μου φαίνεσαι. Τι δουλειά έχεις εδώ.
Την κοίταξα. Δεν είχα κανένα λόγο να μασήσω τα λόγια μου.»
«Δεν έχω σπίτι ούτε δουλειά», είπα. «Ότι μου έχει απομείνει είναι αυτό το σπίτι και το κτήμα!»
«Ένεκα η κρίση καθώς λέει η τηλεόραση;  Αχ! Να μας κόψανε τις συντάξεις. Δε πάει στο καλό. Την υγειά μας να έχουμε. Και τι θα κάνεις κοπέλα μόνη δω πάνω.»
«Θα αναστήσω τους πεθαμένους», είπα γελώντας. «Θα δω. Θα το μελετήσω.»
Είδα και μελέτησα. Το εγκαταλειμμένο χωριό είχε νερό. Όλα τα άλλα θα τα έκανα σιγά! Είχα ένα τίποτα και βρέθηκα με κάτι.
Αμυγδαλιές, καρυδιές και θέληση. Χρειάστηκε χρόνος και δουλειά. Αμά το πείραμα άρχισε να πετυχαίνει, όταν μια ομάδα αρχαιολόγων ήρθε μετά από εκκλήσεις στην "πολιτεία των νεκρών", να αναπαλαιώσει το ναό των Ταξιαρχών του 12ου αιώνα,-άγνωρη εκκλησιά- και ο εγγονός της κυρά Αστερίας ήρθε να ανοίξει τον καφενέ του προπάππου του!
Ένεκα η κρίση! 

Η Ελένη Πριoβόλου γεννήθηκε στο Αγγελόκαστρο Μεσολογγίου. 
Σπούδασε πολιτικές επιστήμες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Γράφει αναζητώντας την ευρυθμία και την καθαρότητα του λόγου. Η τάση να αναπαριστά με σύμβολα τον κόσμο τη στράτευσε στο παραμύθι, το οποίο υπηρετεί επί είκοσι τρία έτη.Αγαπάει πολύ τα παιδιά και στα βιβλία της προσπαθεί να πλησιάσει τον παιδικό κόσμο και την ευαίσθητη παιδική ψυχή. 
Το μυθιστόρημά της για ενήλικες, "Όπως ήθελα να ζήσω" (Καστανιώτης, 2009) τιμήθηκε το 2010 με το "Βραβείο Αναγνωστών του ΕΚΕΒΙ". Έχει καταθέσει δεκαοχτώ βιβλία για παιδιά και εφήβους και τρία μυθιστορήματα για μεγάλους.

Με κλικ ΕΔΩ ανατρέξτε στην ενότητα ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΕΡΓΑ και διαβάστε αδημοσίευτα διηγήματα γνωστών συγγραφέων που τα εμπιστεύονται στο blog του βιβλιοπωλείου μας.

Τρίτη, 5 Ιουλίου 2016

"Φωνές στο νερό". Μια ανάσα στην ξεραΐλα: O Βασίλης Βασιλικός γράφει για το βιβλίο της Ελένης Πριοβόλου

Μια ανάσα στην ξεραΐλα
O Βασίλης Βασιλικός για το βιβλίο της Ελένης Πριοβόλου 


"Φωνές στο νερό"
Μια ποιητική ματιά στη μικροαστική φρίκη της ελληνικής επαρχίας

 Η Ελένη Πριοβόλου είναι μια ταλαντούχα πεζογράφος που έγραψε την «Τριλογία των Αθηνών: Όπως ήθελα να ζήσω - Για τ’ όνειρο πώς να μιλήσω - Το τέλος του γαλάζιου ρόδου», τρία μυθιστορήματα που όχι μόνο αγαπήθηκαν από το αναγνωστικό κοινό (Βραβείο Αναγνωστών του ΕΚΕΒΙ) αλλά ταυτόχρονα σημάδεψαν την πενταετία 2009-2014 με την ποιότητά τους. Τώρα, πάντα από τις εκδόσεις Καστανιώτη, κυκλοφορεί το νέο βιβλίο της «Φωνές στο νερό». Κι ενώ πρόκειται για ένα σύντομα αφήγημα, μόλις 150 σελίδων, με παράλληλες διαφορετικές ιστορίες, αυτές συναρμολογούνται αριστοτεχνικά σε ένα σύντομο και πυκνό μυθιστόρημα.
Στην αρχή νόμισα πως έβλεπα την ταινία του Ζακ Τατί «Οι διακοπές του κυρίου Υλό». Μα όσο προχωρούσα στην ανάγνωση ξεθώριαζε αυτή η επιφανειακή εντύπωση που οφειλόταν στη ρομποτική κίνηση των χαρακτήρων (κι αυτοί σε διακοπές, όπως στην ταινία του Τατί, σε μιαλουτρόπολη στο Ιόνιο πέλαγος απέναντι από την Ιθάκη) και κέρδιζαν (οι χαρακτήρες) σε βάθος ανθρώπινου πόνου ξεσκεπάζοντας, με την ηθελημένη σιωπή τους, τη μικροαστική φρίκη της ελληνικής επαρχίας. Να πώς μας παρουσιάζει, για παράδειγμα, έναν από αυτούς, τον απόμαχο ναυτικό, τον Νέστωρα:
«Είκοσι χρόνια αρμένιζε στα πέλαγα. Λάτρεψε τη θάλασσα με τα στοιχειά της. Πάλευε με τη γλύκα του νόστου και τη θαλπωρή του κόρφου εκείνης της μυρωμένης με αρμύρα γυναίκας που άφησε πίσω του. Νοστάλγησε τη ζωή μαζί της από ξημέρωμα σε ξημέρωμα. Πόθησε τη στρογγυλάδα της ζωής και των φεγγαριών στον όρμο του Ιονίου. Μα ποιο όνειρο, όταν γίνει βίωση και πραγματικότητα, συνεχίζει να έχει τη γλύκα του ίδιου του ονείρου; Εκτός κι αν μπορείς να συνεχίζεις να ζεις τη ζωή σαν σε άυλο κόσμο, αδιαφορώντας για τη στενάχωρη πλευρά της πραγματικότητας».

Η λέξη κλειδί είναι το «άυλο». Δηλαδή πώς από μια ύλη μαρτυρική (η ζωή του κάθε ανθρώπου στο σύνολό της) μπορείς να καταλήξεις στηνάυλη ευδαιμονία. Κι αυτή μας πλημμυρίζει παρακολουθώντας καθένα ξεχωριστά τους μοναχικούς ήρωες και ηρωίδες του βιβλίου: την Ντόλυ Παρασόλη, που ψαρεύει στον Φάρο κάθε ξημέρωμα με καλάμι χωρίς αγκίστρι, την «ποδηλάτισσα» με το ίδιο πάντα δρομολόγιο να φτάνει στο βράχο κάθε πρωί, πριν οι παραθεριστές κατέβουν στην παραλία για το μπάνιο τους, να γδύνεται και να βουτά γυμνή στο νερό, τον Πολυκράτη τον «τενεκετζή», βλοσυρό κι αμίλητο στο λαγούμι του με τα αλουμίνια που την παρακολουθεί και φτιάχνει τα μπακίρια του στο σχήμα του κορμιού της, τον καπετάν Αντάρα με τον ανέκφραστο για χρόνια καημό, το ηλικιωμένο ζευγάρι των ηθοποιών που κανένας πια δεν τους αναγνωρίζει όσο κι αν δοξάστηκαν στις μέρες του λαμπρού παλιού ελληνικού κινηματογράφου κι «εκείνον τον περίεργο εκειπέρα», όπως λέγαν οι ντόπιοι τον άγνωστο (διάσημο διεθνώς αστροφυσικό που κατέρριψε τη θεωρία «του άτμητου των φωτονίων») και ζούσε αποτραβηγμένος στο εξοχικό του στις παρυφές της πολίχνης κάτω από το θόλο του αστεροσκοπείου που ο ίδιος είχε κατασκευάσει.
Και να που όλοι αυτοί οι άνθρωποι βρίσκονται μαζί για πρώτη φορά, στο τελευταίο κεφάλαιο, στο αστεροσκοπείο του «περίεργου», τη νύχτα της «διαστημικής καταιγίδας» παρακολουθώντας έκθαμποι τη «βροχή αστρικής σκόνης που εκτινάσσεται εκείνο το βράδυ του Αυγούστου σε αμέτρητους φαντασμαγορικούς πίδακες από την ουρά του κομήτη 109p/Σουίφτ τατλ».
Εκείνο που πάντα με εντυπωσίαζε στην γραφή της Ε.Π. ήταν η γλώσσα της. Λέξεις και ρήματα που σπάνια τα έχουν χρησιμοποιήσει οι πεζογράφοι, όχι μόνο οι τωρινοί αλλά και οι παλιότεροι. Μια γλώσσα διόλου επιτηδευμένη, που απορροφά από την τρισχιλιετή ιστορία της ό,τι έφτασε μέχρι τις μέρες μας να επιζεί αζήτητο στα ράφια της συλλογικής μας μνήμης. (Κι αυτό τον αθησαύριστο θησαυρό έρχεται, νομίζω, να καλύψει το άρτι εκδοθέν «Λεξικό των απαιτητικών λέξεων της νέας ελληνικής» του Γ. Μπαμπινιώτη.)
Οι αυτοτελείς ιστορίες, με αναδρομές στο παρελθόν, του «Φωνές στο νερό» συμβαίνουν στις μέρες μας (υπάρχουν και λιγοστές, μα καίριες νύξεις για την κρίση), όμως η ποίηση, δηλαδή «οι βακχείες της ψυχής», όπως τις αποκαλεί η συγγραφέας, είναι πανταχού παρούσα.
Διαβάστε το βιβλίο! Ο ζέφυρος που φυσά μέσα στις σελίδες του θα σας δροσίσει. «Σαν κινούμενο μετείκασμα καλοκαιρινού ενυπνίου».