Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017

Εντυπωσιακή η εκδήλωση αφιέρωμα στον Οδυσσέα Ελύτη για την παγκόσμια ημέρα ποίησης με διοργανωτές το βιβλιοπωλείο "Σύγχρονη έκφραση" και το "Τροφώνιο Ωδείο"


Μοναδικές στιγμές στην εκδήλωση αφιέρωμα στον Οδυσσέα Ελύτη με αφορμή την παγκόσμιας ημέρας Ποίησης από το βιβλιοπωλείο μας και το Τροφώνιο Ωδείο με τον κόσμο να έχει γεμίσει ασφυκτικά όλους τους χώρους του βιβλιοπωλείου καθώς και το πεζοδρόμιο έξω από το μαγαζί.








Ο ενθουσιασμός από την ποιότητα του αφιερώματος ήταν έκδηλος και οι τυχεροί θεατές που κατάφεραν να βρουν θέση αποχώρησαν αρκετά αργότερα από τη λήξη καθώς ήθελαν να έρθουν σε προσωπική επαφή με τους συντελεστές της εκδήλωσης.

Ήταν η ένατη συνεχόμενη εκδήλωση ενός εγχειρήματος που ξεκίνησε το 2009 από το βιβλιοπωλείο “Σύγχρονη Έκφραση” το “Τροφώνιο Ωδείο” και τους “φίλους” που επιμελούνται και διαβάζουν τα ποιήματα και έγινε από τους ισχυρότερους πολιτιστικούς θεσμούς της πόλης. 

Στην εκδήλωση έγινε αναφορά στη ζωή και το έργο του Οδυσσέα Ελύτη από τον ποιητή και συγγραφέα Γιώργο Θεοχάρη.
Ποιήματα διάβασαν οι
Γιώργος Θεοχάρης, Βάσω Κατσικογιάννη, Γιώργος Αγραφιώτης

-->


Μελοποιημένη ποίηση τραγούδησαν οι μαθητές της τάξης μονωδίας και σύγχρονου τραγουδιού: 
-->
Αποστόλου Χρήστος, Γιαχρίτσης Λουκάς, Ρένια Ζούλφου, 
Νιαβής Ορέστης, Τόλια Ήλια.






 Χορωδιακό Σύνολο
1η φωνή: Βούλγαρη Ιωάννα, Μαντζουράνη Ισμήνη, Παπαγεωργίου Ευθυμία.
2η φωνή: Δημακοπούλου Κων/να, Τόλια Ηλια
3η φωνή : Λίβας Αλέξανδρος, Φούφουλας Θάνος
4η φωνή : Γιαχρίτσης Λουκάς, Μάρκος Γιώργος

-->

Πιάνο : Βούλγαρη Ιωάννα, Δημακοπούλου Κων/να, Μαντζουράνη Ισμήνη
               Μαρία Δούκα, Κατερίνα Μπότση
φλάουτο: Μαρία Κουτσοθόδωρου.
βιολί: Ρεγγίνα Σαρούν
μπουζούκι: Δημήτρης Σιδηράς



-->

Πέμπτη, 16 Μαρτίου 2017

Γιορτάζουμε και φέτος την ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ, με αφιέρωμα στον ποιητή ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ την Kυριακή 19 Μαρτίου 2017, ώρα 8.00 μμ

Το ΤΡΟΦΩΝΙΟ ΩΔΕΙΟ, 

το βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ, 

οι φίλοι τους 

γιορτάζουν από κοινού και φέτος την ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ, 

με αφιέρωμα στον ποιητή Οδυσσέα Ελύτη

KYΡΙΑΚΗ 19 ΜΑΡΤΙΟΥ 2017, ώρα 8.00 μμ

στο Βιβλιοπωλείο Σύγχρονη Έκφραση (Δημ. Ανδρεαδάκη 49, Λιβαδειά) 

Αναφορά στη ζωή και το έργο του Οδυσσέα Ελύτη από τον ποιητή και συγγραφέα Γιώργο Θεοχάρη.

Τα ποιήματα διαβάζουν:
Βάσω Κατσικογιάννη, Γιώργος Αγραφιώτης, Γιώργος Θεοχάρης,

Μελοποιημένη ποίηση
Τραγουδούν οι μαθητές της τάξης μονωδίας και σύγχρονου τραγουδιού:
Αποστόλου Χρήστος, Γιαχρίτσης Λουκάς, Ρένια Ζούλφου, Νιαβής Ορέστης, Τόλια Ήλια.

Χορωδιακό Σύνολο
1η φωνή: Βούλγαρη Ιωάννα, Μαντζουράνη Ισμήνη, Παπαγεωργίου Ευθυμία.
2η φωνή: Δημακοπούλου Κων/να, Τόλια Ηλια
3η φωνή : Λίβας Αλέξανδρος, Φούφουλας Θάνος
4η φωνή : Γιαχρίτσης Λουκάς, Μάρκος Γιώργος

Πιάνο : Βούλγαρη Ιωάννα, Δημακοπούλου Κων/να, Μαντζουράνη Ισμήνη
Μαρία Δούκα, Κατερίνα Μπότση
φλάουτο: Μαρία Κουτσοθόδωρου.
βιολί: Ρεγγίνα Σαρούν
μπουζούκι: Δημήτρης Σιδηράς

Τρίτη, 14 Μαρτίου 2017

Μαντείο Τροφωνίου - Η Μυητική Διαδικασία: της αρχαιολόγου Γεωργίας Βυλλιώτη

Μαντείο Τροφωνίου
 Η Μυητική Διαδικασία
Η διάλεξη της αρχαιολόγου Γεωργίας Βυλλιώτη στο βιβλιοπωλείο μας
   Η μοναδική μαρτυρία Μυητικής Εμπειρίας στο Μαντείο του Τροφωνίου που διασώθηκε και έφτασε μέχρι τις μέρες μας, βρίσκεται σε μια Πραγματεία του Πλούταρχου, με τίτλο ‘’Περί του Σωκράτους Δαιμονίου’’. Η αξία της εκτεταμένης αυτής αναφοράς δεν βρίσκεται μονάχα σε συνάρτηση με το περίφημο Μαντείο ως μοναδικό αρχαιοελληνικό Καταβάσιο στον Άδη, αλλά υπογραμμίζεται ταυτόχρονα από την μοναδικότητα των πληροφοριών που μεταφέρει σχετικά με την διαδικασία της χρησμοδοσίας στο άδυτο του Μαντείου. Αυτό τονίζεται, αφού είναι ήδη γνωστό ότι στην αρχαιότητα είχε γραφεί τόσο από τον Πλούταρχο, όσο και από τον Ιστορικό Δικαίαρχο μια Πραγματεία με τίτλο “Περί της εις Τροφωνίου Καταβάσεως’’, διαφωτιστικά κείμενα, τα οποία δυστυχώς απωλέστηκαν. Η περιγραφή του μαντείου του Τροφωνίου, απο τον περιηγητή Παυσανία, που είναι η πλέον μακροσκελής όσο και λεπτομερής, μεταξύ των Ελληνικών μαντείων, αποτελεί σήμερα  την πλέον προσιτή εικόνα του περίφημου Ιερού, ενώ συμπληρώνεται βεβαίως, από την εν λόγω μαρτυρία του Πλούταρχου. Η διήγηση του περιστατικού και ο τρόπος με τον οποίο επιτυγχάνεται, αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, υπό το πρίσμα κατάθεσης αυθεντικής, αλλά  και προσωπικής Ιερατικής Γνώσης, αφού άλλωστε είναι γνωστό ότι και  ο ίδιος, διετέλεσε ιερέας στο Μαντείο των Δελφών. Η πολύτιμη Πραγματεία, λοιπόν, αφηγείται τις εμπειρίες κάποιου Τίμαρχου, ο οποίος επιθυμώντας να μάθει για την φύση του δαιμονίου του Σωκράτη, κατέβηκε στο περίφημο άντρο του Τροφωνίου. Μέσα από μια εκτενή διήγηση, ο νεαρός αυτός άνδρας μας πληροφορεί για όσα θαυμαστά είδε, και άκουσε μέσα σ’ αυτόν  τον απόκοσμο Τάφο. Ίσως δεν είναι άκαιρο να  διευκρινισθεί στο σημείο αυτό, ότι  το επονομαζόμενο Μαντείο του Τροφωνίου, είχε περισσότερες από δέκα διαφορετικές ονομασίες. Τάφος, Μνήμα, Χάσμα, Καταβάσιον, Χρηστήριον, Στόμιον, Κατωρυχή, Σπήλαιον, Υπόγειον Οίκημα, Βόθρος με την έννοια του Θυσιαστηρίου, Υποβρύχιον, και τέλος σύμφωνα με Επιγραφή που βρέθηκε στην Λειβαδιά, οι ιερείς το αποκαλούσαν Σηκό.  Όλες αυτές οι ονομασίες, είναι ιδιωματικοί και κατηγορηματικοί προσδιορισμοί, ενός ελάχιστου κυψελοειδούς Τάφου, με διαστάσεις μόλις 4Χ8 πήχεων, σύμφωνα με την μαρτυρία του Περιηγητή.
 Εκείνο που εναργώς φαίνεται ότι αντανακλά μια κάποια σημασία, είναι και ο τίτλος, αλλά και η αναγωγή του έργου κατά την περιγραφή του συγκεκριμένου περιστατικού. Εάν δεν υπήρχε πρόθεση εκ μέρους του Πλούταρχου να μετατοπιστεί το κέντρο βάρους του έργου από τα υπόλοιπα ιστορικά γεγονότα, που καταλαμβάνουν μάλιστα τη μεγαλύτερη έκταση μέσα σ’ αυτό, στην έκθεση της μυητικής εμπειρίας του Τίμαρχου, μια τέτοια επιλογή θα φάνταζε άσκοπη. Έκπληξη προκαλεί επίσης η ακρίβεια με την οποία γίνεται η περιγραφή αλλά και η έκθεση στοιχείων με τρόπο λεπτομερειακό. Ωστόσο το όλο Κείμενο δεν δύναται να καταστεί ερμηνεύσιμο ενταγμένο στον πεπερασμένο σύγχρονο γνωστικό ορίζοντα . Η Πραγματεία είναι τόσο δυσνόητη, που αν ποτέ γίνει κατανοητό, θα χρειαστεί την βοήθεια, πέραν της Αρχαιολογίας, και μερικών ακόμη επιστημών, όπως η Αστροφυσική, η Μικροβιολογία, η Μετεωρολογία, Γεωλογία, Ορυκτολογία, κ.α. πολλών. Τα Μαθηματικά πάντα βρίσκονται στην πρώτη γραμμή. Άλλωστε σύμφωνα με γραπτή πηγή το επονομαζόμενο Μαντείο του Τροφωνίου, κατά την πρακτική, ‘’τας Πυθαγόρου είχεν γνώσεις.’’
Ωστόσο, όλα εκείνα τα Επιφανειακά στοιχεία που συναντά κανείς στην κορυφή του λόφου όπου λειτουργούσε το άδυτο, αποκαλύπτουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την  ιδιαιτερότητα του Χώρου, αφού άλλωστε τα ίδια αυτά στοιχεία, εκμαιεύουν το περιβόητο εκεί Δρώμενο.
Σύμφωνα λοιπόν με τις πληροφορίες που μεταφέρει ο Περιηγητής, η πολεοδομία της εποχής του 2ου μ.Χ αιώνα  που μάλιστα διατηρήθηκε αναλλοίωτη μέχρι τα μέσα περίπου του 19ου αιώνα, όπως πιστοποιείται από γκραβούρες του 1850, είχε την εξής ανάπτυξη.
Ένας ποταμός, η Έρκυνα, ο ένας εκ των δύο ελληνικών ποταμών με θηλυκό όνομα (υπήρχε κι ένας δεύτερος στην Αρκαδία, με το όνομα Νέδα) διαχώριζε την Πόλη, ήταν το διαχωριστικό φράγμα, το έρκος, Έρκυνα, από τον εκτεταμένο, από τον μεγάλης έκτασης χώρο, στον οποίο είχε αναπτυχθεί το Ιερό του Τροφωνίου. Στο Κείμενο περιγράφεται ως άλσος, ένα αληθινό δάσος, όπου μέσα ήσαν ιδρυμένα πάρα πολλά ιερά οικοδομήματα. Ο Παυσανίας υπογραμμίζει πολύ απλά μερικά από αυτά, ως τα ‘’επιφανέστατα εν τω άλσει’’ Σύμφωνα με τις πληροφορίες του αυτόπτη μάρτυρα, πάνω απ΄αυτό το εκτεταμένο Ιερό άλσος, με τα πολλά αποκλειστικώς θρησκευτικά καθιδρύματα, στην κορυφή του όρους, (‘’έστι δε το μαντείον υπέρ το άλσος, επί του όρους,’’) λειτουργούσε το επώνυμο Χρηστήριο. Η σαφής αυτή περιγραφή αποκλείει ένα ενδεχόμενο αμφισβήτησης σχετικά με την ακριβή θέση που βρισκόταν το Άδυτο.
Αυτός ο μικρός βουνός, αυτός ο μικρός λόφος, αυτός ο μικρός σαφώς περιγραφόμενος στο κείμενο του Φιλόστρατου ως γήλοφος, με την σειρά ορθωνόταν μέσα και γύρω από μιαν αξιοπρόσεκτη περιοχή. Τέσσερα ποτάμια διαχώριζαν τον βουνό, και ακόμη τον διαχωρίζουν από την υπόλοιπη «βέβηλη» περιοχή. Από μόνο του το γήινο σπανιότατο φαινόμενο, ανάγει τον μικρό βουνό σε αληθινό Ιερό Όρος.
Όμως οι εκπληκτικές Επιφάνειες δεν περιορίζονται μόνον σ’ αυτό. Στην κορυφή του όρους εύκολα μπορεί να γίνουν διακριτά, μια σειρά από μοναδικά στοιχεία. Πρώτο  πρώτο είναι το σπάνιο πέτρωμα που συναντιέται σ’ αυτήν την κορυφή, και πουθενά αλλού στην γύρω περιοχή. Το πέτρωμα της κορυφής είναι συμπαγής σε μεγάλα τμήματα πυριτόλιθος, ένα χαρακτηριστικό στοιχείο που όπως θα διαπιστώσουμε στη συνέχεια βρίσκεται σε αντιστοιχία με όσα μεταφέρονται στην διήγηση του Τίμαρχου.
Εκτός από τον γηγενή κατά μία έννοια πυριτόλιθο, ένα δεύτερο περισσότερο εντυπωσιακό στοιχείο, είναι το δεσπόζον στην κορυφή ηφαιστειακό μάγμα. Το γεγονός επιβεβαιώνει την γραπτή μαρτυρία του Κλήμη του Αλεξανδρέα, ότι τα μαντεία εκτός άλλων, έχουν και τον χαρακτήρα μιάς ‘’οδού προς τον Άδη.’’(Άδυτα …βαράθρων στόμια τερατείας έμπλεα.).Το σπανιότατο Φαινόμενο, εκτός από οντολογική παρουσία, έχει και θρησκευτική ταυτοποίηση. Ένα επώνυμο μνημείο του Αϊδωνέα κοσμεί την κορυφή του βουνού, επιβεβαιώνοντας και αποδεκτά αυτήν την κέλευθο. Είναι ο πολύς Παυσανίας που θα διασώσει το εξής ακριβώς: ‘’ σ’ εκείνους που ανεβαίνουν στο μαντείο, και από εκεί προχωρήσουν στο μπροστινό μέρος του όρους, βρίσκεται η αρπαγή της Κόρης (της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα).
Η αναπάντεχη εδώ ηφαιστειακή λάβα, έχει ενσωματωμένες αρκετά μεγάλες αποστρογγυλεμένες πέτρες, κροκάλες, που εύκολα αναγνωρίζονται ως παρυδάτιες. Βρίσκονταν δηλαδή προηγουμένως σε όχθες ποταμού, ή σε παραλία θάλασσας.    Περίεργο ίσως, αλλά ωστόσο αληθινό. Αυτό το σύμπλεγμα ηφαιστειακού μάγματος και παρυδάτιων πετρών, έχει άκρως λειτουργική παρουσία. Το ηφαιστειακό προϊόν αναγνωρίζεται από την Μετεωρολογία, ως ένας καθαρός Ανυψωτικός Μηχανισμός, Παραγωγής Νεφών με συνέπεια την παραγωγή βροχής, ενώ οι παρόχθιες πέτρες μέσω μιας Συμπαθητικής Μαγείας, έχουν την δική τους συμμετοχή, στην δημιουργία νεφών και βροχής.
Μ’ αυτές τις προϋποθέσεις, οι παριμοιώδεις βροχές της Λειβαδιάς, βρίσκουν την απόλυτη ερμηνεία. Είναι η μέριμνα του επώνυμου Σωσίπολη θεού που έχει εξασφαλίσει την ενυδάτωση του μικρόκοσμου της Πόλης , όπως ακριβώς σε αντιστοιχία ο μεγάλος Δημιουργός, έχει φροντίσει την ενυδάτωση της Γης, με αποθέματα νερού ακόμη και στην μορφή πάγων των Πολικών περιοχών.
Βεβαίως το πλέον περίβλεπτο μνημείο της Ιερής Κορυφής, είναι ένας υπερμεγέθης ναός του Διός Βασιλέως. Αυτή και μόνον η παρουσία του μεγάλου ναού θα ήταν αρκετή στο να καταδείξει την θέση του μαντείου του Τροφωνίου, ακόμα κι αν έλλειπε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία, σχετική με την θέση του.

Επίσης ένα μη αναφερόμενο από τον Παυσανία μνημείο, σημειώνεται μόλις κάποιος σήμερα βρεθεί στην επίπεδη κορυφή. Πρόκειται για έναν σεβαστών διαστάσεων Ομφαλό. Έναν Ομφαλό Δημιουργίας Ζωής, όπως η Θρησκειολογία ονομάζει τέτοιου τύπου Ομφαλούς.
Το εκπληκτικότερο ωστόσο μνημείο που διασώθηκε, και μάλιστα ζωντανό έως τις μέρες μας, είναι το αληθινά φοβερό δυώνυμο, ενός επίσης πυριτολιθικού  Βώμού, σε ενιαία σύζευξη και εκδήλωση της  Αιωνιότητας και της Αθανασίας, με ένα  αείζωο Ιερό Δέντρο.  Έναν Ερινεό. Μιάν αγριοσυκιά. Εναν ήνεμόεντα έρινεό, μιάν ανεμόδαρτη αγριοσυκιά, όπως ο Όμηρος περιγράφει αυτό το είδος δέντρου, που αποτελεί σε όλες σχεδόν τις θρησκείες, ( μεταξύ άλλων Χριστιανισμός, Βουδισμός) το Δέντρο των Θρησκειολογικών Αποκαλύψεων.
Ο Πλούταρχος λοιπόν, αρχίζει να εξιστορεί τα όσα συνέβησαν κατά την θρυλική Κατάβαση ως εξής:
ἔφη δὲ καταβὰς εἰς τὸ μαντεῖον περι-
τυχεῖν σκότῳ πολλῷ τὸ πρῶτον, εἶτ' ἐπευξάμενος κεῖσθαι πολὺν χρόνον οὐ μάλα συμφρονῶν ἐναργῶς εἴτ' ἐγρήγορεν εἴτ' ὀνειροπολεῖ· πλὴν δόξαι γε τῆς κεφαλῆς ἅμα ψόφῳ προσπεσόντι πληγείσης τὰς ῥαφὰς διαστάσας μεθιέναι τὴν ψυχήν.
Μας είπε λοιπόν,( Ο Τίμαρχος)πως όταν κατέβηκε στο μαντείο συνάντησε στην αρχή βαθύ σκοτάδι. Κατόπιν, αφού προσευχήθηκε, έμεινε ξαπλωμένος για πολύ ώρα, δίχως να καταλαβαίνει με απόλυτη ενάργεια αν ήταν σε εγρήγορση ή αν ονειρευόταν. Πλην, όμως, του φάνηκε ότι δέχτηκε ένα χτύπημα στο κεφάλι με συνοδεία κρότου και ότι οι ραφές του κρανίου χωρίστηκαν και άφησαν να φύγει η ψυχή. Η περιγραφή μιας αίσθησης ως τέτοιας, η οποία συνεχίζεται μέσα σε όλη την αφήγηση, μας μεταφέρει θα έλεγε κανείς στο κλίμα  του Μυητικού θανάτου του Τίμαρχου. Στην συνέχεια εκείνο που προκαλεί ενδιαφέρον είναι η χρήση ενός αξιοπρόσεκτου, όσο και αποκαλυπτικού, όπως θα αποδειχθεί στην συνέχεια, όρου και μάλιστα από έναν γνώστη της ιερατικής τέχνης όπως είναι ο Πλούταρχος. Η προκείμενη περιγραφή έχει ως εξής.
 ἔπειτα
κατακούειν ἀμαυρῶς ῥοίζου τινὸς ὑπὲρ κεφαλῆς περιελαυνομένου φωνὴν ἡδεῖαν ἱέντος.
Κατόπιν, νόμισε ότι άκουσε θολά ένα σφύριγμα που γύριζε πάνω απ’ το κεφάλι του και άφηνε μια γλυκιά φωνή.  Ο όρος για τον οποίο γίνεται λόγο είναι ο ροίζος. Για μια ασφαλέστερη προσέγγιση του, καθώς και του νοήματος που αυτός αποδίδει μέσα στην πρόταση, κρίνεται σκόπιμη η ερμηνευτική απόδοση του όρου. Σύμφωνα λοιπόν με το Λεξικό, η λέξη ροίζος σημαίνει: κάθε συριστικός ήχος, το σύριγμα του εκτοξευόμενου βέλους, το σύριγμα των ποιμένων, ο θόρυβος των κινούμενων πτερύγων, η θορυβώδης κίνηση ρεύματος ή ρύακος, ο συριγμός όφεως. Σε κάθε περίπτωση λοιπόν, ο όρος δηλώνει αναπαραγωγή ήχου μέσω ενός συριγμού. Η πιθανότερη εξήγηση που θα μπορούσε να δώσει κανείς σχετικά με το σφύριγμα που  έφτασε στα αυτιά του μυούμενου τη δεδομένη στιγμή, είναι ότι ο δηλούμενος αυτός ήχος ως σφύριγμα, προερχόταν από την ροή του αίματος, καθώς  αυτό εκτοξευόταν από τον πίδακα του λαιμού του ιερείου.  Η διαδικασία της Θυσίας του κριού περιγράφεται από τον Παυσανία με ακρίβεια. '’κριόν θύουσιν ες βόθρον, επικαλούμενοι τον Αγαμήδην.’’ Αναφέρθηκε ήδη ότι μ’ αυτόν τον χαρακτηρισμό ήταν γνωστό το μαντείο του Τροφωνίου, ως χώρος θυσίας αιματηρής. Μάλιστα συμπληρώνεται από την αντιστοιχία  του  παράλληλου βόθρου, στην ‘’Νεκυομαντεία’’ του Λουκιανού ‘’ τά μήλα(δηλ. πρόβατα) κατεσφάξαμεν και τον βόθρον  εσπείσαμεν. (ραντίσαμε)’’Κατά την διαδικασία δηλαδή της  αιματηρής Θυσίας, το αίμα έπεφτε μέσα στον Τάφο, καλύπτοντας τον υποψήφιο μύστη, και βεβαίως ράντιζε τα τοιχώματα του επώνυμου τάφου, προς «συγκίνηση και ενεργοποίηση της θεότητας». Δεδομένου ότι η αιματηρή Θυσία αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του Δρώμενου, το ζώο που θυσιάζεται σε χθόνιες θεότητες, είναι απαρέγκλιτα μαύρο, και έχει στραμμένο το λαιμό του «προς το έρεβος». Δηλαδή προς τα κάτω. Ένα ακόμη στοιχείο άξιο αναφοράς, είναι ότι στο Μαντείο του Τροφώνιου, και βεβαίως όχι μόνον εκεί, ο κριός που θυσιαζόταν βρισκόταν σε ερωτική έξαρση. Στα Μιθραϊκά Μυστήρια αντίστοιχα, έσφαζαν έναν Ταύρο πάνω από μια εσχάρα και ο μυούμενος κυριολεκτικά βαπτιζόταν μέσα στο αίμα. Από την περίοδο της ερωτικής έξαρσης, συμπεραίνουμε σε ποια συγκεκριμένη στιγμή του χρόνου γινόταν η Θυσία και η Μύηση.
Η αφήγηση στην συνέχεια, εκτυλίσσεται μέσω ενός ιδιαιτέρως περιγραφικού και λεπτομερειακού τρόπου, εκθέτοντας με μεγάλη ακρίβεια όσα είδε και άκουσε ο νεαρός άνδρας, μέσα σ’ αυτόν τον απόκοσμο Τάφο. Μέσα σ’ έναν αληθινό λάκκο με φίδια. Επιγραμματικά λοιπόν, σύμφωνα με την διαδικασία της Κατάβασης που περιγράφεται από τον Παυσανία, ο επισκέπτης κατεβαίνει στον τάφο με μια ελαφριά κλίμακα – σκάλα, κρατάει στα χέρια του  μελόπιττες «για να μην τον αδικήσουν τα φίδια» όπως λέγεται, και στην συνέχεια αναστρέφει μέσα στην οπή – Θήκη, όπου βρίσκονται όχι τα οστά του τοτεμικού Πύθωνα, όπως συμβαίνει στο άδυτο των Δελφών, αλλά δύο ζωντανά φίδια, που είναι υπόσταση των δίδυμων θεοτήτων, Τροφωνίου και Αγαμήδους. Στην συνέχεια το Παυσανιακό κείμενο κυρίως, πληροφορεί, ότι άλλος βλέπει και άλλος ακούει.
Επανερχόμενοι στο απόσπασμα του Πλούταρχου, ο Τίμαρχος έχει ένα φοβερό όραμα, ένα όραμα το οποίο συνοδεύει μια φωνή. Κατά την περιγραφή, τα μάτια του έβλεπαν αναρίθμητα νησιά, δια μέσου των οποίων απλωνόταν μια λίμνη ή θάλασσα η οποία έλαμπε από τα χρώματα που ανακατεύονταν. Ωστόσο αξίζει να σταθεί κανείς στην ακόλουθη περιγραφή.

ἀναβλέψας δὲ τὴν μὲν γῆν
οὐδαμοῦ καθορᾶν, νήσους δὲ λαμπομένας μαλακῷ πυρὶ
κατ' ἀλλήλων ἐξαμειβούσας ἄλλην ἄλλοτε χρόαν ὥσπερ
βαφὴν ἅμα τῷ φωτὶ ποικιλλομένῳ κατὰ τὰς μεταβολάς.

Όταν σήκωσε το βλέμμα του δεν είδε πουθενά γη αλλά νησιά που έλαμπαν με απαλή φωτιά και αντάλλασαν μεταξύ τους κάθε φορά και άλλο χρώμα, σαν βαφή, ενώ ταυτόχρονα το φως ποίκιλλε ανάλογα με τις μεταβολές τους. Είναι αναγκαίο να τονιστεί ότι ο Τάφος ήταν σκαμμένος μέσα σε συμπαγή πυριτόλιθο. Ένα παράλληλο ενδεικτικό, συναντούμε στην οροφή του δωματίου, στον Θολωτό Τάφο του Μινύα στον Ορχομενό, που   αποτελείται επίσης απο πυριτόλιθο. Έρευνες που έγιναν μετά το 2000 απέδειξαν ότι νανοκρύσταλλοι του πυριτίου εξαναγκάζονται σε παραγωγή έγχρωμου φωτός. Άλλωστε το αίμα κατά την επαφή του με τον πυριτόλιθο, εκδηλώνει έντονη φωταύγεια,  και μάλιστα στους χρωματισμούς της Ίριδας. Η ιδιότυπη αλληλεπίδραση του πετρώματος με το θυσιαστικό αίμα, εκδηλώνει μέσα στον τάφο Φως, και παρέχει λειτουργία. Φυσιολογικά λοιπόν, εκείνος που επιχειρεί την Κατάβαση είναι εκτεθειμένος σε ιονισμό μεγάλης έντασης. Ένα φαινόμενο που επηρεάζει τον ανθρώπινο οργανισμό σε τέτοιο βαθμό, έως που σε πολλές περιπτώσεις τον απορρυθμίζει. Ο Περιηγητής, επιπλέον, δίνει μια σημαντική πληροφορία: Εκείνος που κατεβαίνει στο άδυτο,  φοράει υποδήματα με πολύ χοντρές σόλες. Συνειρμικά λοιπόν, μόνον η ανάγκη για προστασία από την εκδήλωση ισχυρής ακτινοβολίας, θα μπορούσε να δικαιολογήσει την χρήση υποδημάτων με χοντρές σόλες. Έτσι εκείνο το δυσνόητο σχήμα: τὴν μὲν γῆν οὐδαμοῦ καθορᾶν δικαιολογεί απόλυτα, την αίσθηση της μονώσεως που του παρείχαν τα περίεργα υποδήματα.

 Στην συνέχεια όμως η κίνηση που διαγράφουν τα νησιά αυτά περιγράφεται με τρόπο άκρως λεπτομερειακό και θα έλεγε κανείς σχεδόν αποκαλυπτικό. Συγκεκριμένα:

.....τὰς νήσους ἅμα περι-
γινομένας ἐπανάγειν· οὐ μὴν εἰς ταὐτὸ τῇ ἀρχῇ συν-
άπτειν τὸ πέρας οὐδὲ ποιεῖν κύκλον, ἀλλ' ἡσυχῆ παραλ-
λάσσειν τὰς ἐπιβολὰς ἕλικα ποιούσας μίαν ἐν τῷ περι-
στρέφεσθαι.

Μόλις τα νησιά κατόρθωναν να σκαρφαλώσουν στο κύμα, αμέσως επέστρεφαν πίσω, όχι όμως με τέτοιο τρόπο, ώστε το τέλος της κίνησής τους να είναι στο ίδιο σημείο με την αρχή της, ούτε έτσι ώστε να σχηματίζουν κύκλο, αλλά κάθε επιστροφή τους διέφερε ελαφρά από την προηγούμενη, με αποτέλεσμα να διαγράφουν έτσι μια έλικα με την περιστροφή.
Το ανέλπιστο αυτό περιγραφόμενο, γίνεται εκπληκτικό.
Οδηγεί σε μιάν αληθινή Αποκάλυψη. Ορίστε πώς:

Ένα απόσπασμα από κάποιον χαμένο Διθύραμβο του Πίνδαρου, αναφορικά με την Μύηση στα υποχθόνια Μυστήρια, αποδεικνύεται στην προκειμένη περίπτωση άκρως διαφωτιστικό. Πιο συγκεκριμένα ο λυρικός ποιητής λέει ότι:

    ὄλβιος ὅστις ἰδὼν κεῖν' εἶσ' ὑπὸ χθόν'·
 οἶδε μὲν βίου τελευτάν,
οἶδεν δὲ διόσδοτον ἀρχάν.
  Σημαίνει ότι:                                                                                                                             (είναι) τρισετυχισμένος εκείνος που είδε όσα γίνονται υποχθόνια. Γνώρισε μεν  το τέλος του βίου, αλλά συγχρόνως γνώρισε και την Αρχή που έδωσε ο Δίας.

Ο μυούμενος στα χθόνια μυστήρια, σύμφωνα με τον Πίνδαρο, έβλεπε το τέλος του σύντομου, του βραχέως βίου, όπως συνήθως λέγεται, και παράλληλα έβλεπε και την αρχή της ζωής. Την Αρχή της Αιώνιας Ζωής.
Επιστρέφοντας στην διήγηση του Πλόυταρχου, Η κίνηση των νησιών, που δεν διαγράφει ακριβή κύκλο αλλά μιαν έλικα, περιγράφεται εδώ με μεγάλη και προσοχή και λεπτομέρεια. Σχεδόν αυθόρμητα θα έλεγε κανείς πως εκείνο που θυμίζει, είναι η δομή και η κίνηση των μορίων του DNA.  Σύμφωνα με τον ορισμό της Επιστήμης: ‘’η διαμόρφωση των μεγάλων μορίων του DNA στον χώρο, έχει τη μορφή δύο επιμηκών αλύσεων, οι οποίες συστρέφονται ελικοειδώς μεταξύ τους.’
 Η κίνηση αυτή που δεν περατώνεται σε τέλειο κλειστό κύκλο, δεν σχηματίζει κύκλο, και είναι αέναη, ασφαλώς από κάποιο σημείο εξικνείται, και προς κάποιο άλλο σημείο χωρεί. Δηλ. προχωράει στον Χώρο.
 Η Επιστήμη των Μαθηματικών δεν έχει καταφέρει να λύσει με ακρίβεια το πρόβλημα του εμβαδού του κύκλου. Ακριβώς επειδή ο Φυσικός Κύκλος στην ουσία είναι μιά συνεχώς κινούμενη έλικα. Η έλικα του DNA, η γενετική ταυτότητα κάθε έμβιου οργανισμού που μεταβιβάζεται με την αναπαραγωγική διαδικασία όπως επιτάσσει ο κύκλος της Ζωής. Αυτή η συνεχής ροή προδίδει αλλά κυρίως προϋποθέτει μιαν Αρχή. Ο  Βίος, που σημαίνει το τέλος, το πέρας μέσα από την διαδοχή της γέννησης και του θανάτου, ανατροφοδοτεί την συνεχόμενη αέναη κίνηση. Αυτό που αναζητούν σήμερα οι επιστήμονες με το περίφημο πείραμα του CERN, την αρχή της ζωής όπως λέγεται, δεν είναι απίθανο να βρίσκει αντιστοιχία στα όσα θαυμαστά, είδαν τα μάτια του επισκέπτη μέσα στο περίφημο Άντρο. Προσδιοριστικά λοιπόν,  αλλά και επιβεβαιωτικά ορθώνεται εδώ η ανεκτίμητη φράση του Θηβαίου λυρικού.
 οἶδεν δὲ διόσδοτον ἀρχάν. 
Γνώρισε την Αρχή της Ζωής, που έδωσε ο Δίας.
 Έτσι ονόμαζαν κάποτε τον Υπέρτατο θεό. Σήμερα φέρει άλλο όνομα.

Αν σε τελευταία θεώρηση υποθέσουμε ότι στο Μαντείο του Τροφωνίου ο μυούμενος δεν έβλεπε μόνον το τέλος του Σύντομου βίου, αλλά και την Αρχή και τουλάχιστον την Αρχή, η οποία βεβαιότατα συνέβη, τότε εύλογα τίθεται το εξής ερώτημα:  Τι επιτέλους ήταν αυτή η έλικα; Ποιός ήταν ο χαρακτήρας της;  Εάν δεν σήμαινε αυτό που διακαώς αναζητείται από την σύγχρονη Επιστήμη, τί άλλο θα ήταν δυνατόν  να σημαίνει;                 Πώς αλλιώς θα μπορούσε να ερμηνευθεί αυτός ο καταυγαστικός Θησαυρός που μας κληροδότησε ο Κύκνος της Θήβας;
Αν εδώ δεν παρουσιάζεται μια ολοκληρωμένη Γνώση τότε τίθενται σε αμφισβήτηση διανοητικές αξίες με παγκόσμια αναγνώριση.
 Ο Πυθαγόρας έλεγε ότι οι άνθρωποι γίνονται βέλτιστοι όταν βαδίζουν προς τους θεούς. Ο σοφός Θαλής  ότι ‘’τα χρηστήρια είναι πλήρη θεού’’.                                           
 Ο Αριστοτέλης το ίδιο ακριβώς, με μια ελαφρώς διαφορετική διατύπωση. ‘’Τα πάντα στα χρηστήρια πεπλήρωται θειότητος’’.  Ο Πλούταρχος επίσης κάπου λέει ότι: Όταν η Πρόνοια των θεών εγκατέλειψε τους Έλληνες, πήρε ως αποσκευές τα χρηστήρια‘’πρόνοια θεών ενσκευασαμένη τα χρηστήρια πανταχόθεν οίχεται.’’
Και όμως. Η σημερινή γνώση, η σχετική με την αξία και την χρήση των μαντείων είναι τέτοια, που απλά θεωρούμε ότι σ΄αυτά τα ‘’άθεα οικητήρια’’ κάποιοι φιλάργυροι ιερείς  εξαπατούσαν τους «αφελείς» αρχαίους Έλληνες. Αν είναι δυνατόν! Εξαπατούσαν τους έχοντες αυτού του είδους την Ιερή Γνώση;
Η διήγηση του Τίμαρχου φτάνει στο τέλος της. Η φωνή στο άδυτο κάνει την εξής αποκάλυψη:
ταῦτα δ' εἴσῃ’
φάναι ‘σαφέστερον, ὦ νεανία, τρίτῳ μηνί· νῦν δ' ἄπιθι.’

Αυτά θα τα μάθεις σαφέστερα σε τρείς μήνες. Τώρα όμως φύγε. Η  φωνή που καθοδηγεί τον νεαρό άνδρα, ανήκει στον επιφανή νεκρό, που διαμένει στον Τάφο. Καθ’ όλη τη διάρκεια του διαλόγου, ο νεκρός που επικοινωνεί από τη χώρα του θανάτου, παρουσιάζεται ως εκπρόσωπος των νεκρών στον γήινο Κόσμο αλλά και των ζωντανών στον Κάτω Κόσμο, αντιστοίχως. Έτσι λοιπόν, με την ιδιότητα που φέρει ως γνώστης του παρελθόντος του παρόντος και του μέλλοντος, πιστοποιείται η γνησιότητα και η αξιοπιστία του χρησμού. Όπως πληροφορούμαστε από τον Πλούταρχο, ο Τίμαρχος πέθανε τον τρίτο μήνα όπως προείπε η φωνή.
Μια καθοριστική φράση με την οποία κλείνει η αφήγηση, κάνει ξεκάθαρη την θέση ότι η Μύηση τελειώνει στο σημείο όπου ξεκίνησε. Ο Πλούταρχος στο τέλος δίνει την εξής πληροφορία.
εἶτα μέντοι μετὰ μικρὸν ἀν-
ενεγκὼν ὁρᾶν αὑτὸν ἐν Τροφωνίου παρὰ τὴν εἴσοδον, οὗπερ ἐξ ἀρχῆς κατεκλίθη, κείμενον.
 Έπειτα, όμως από λίγο συνήλθε και είδε τον εαυτό του να κείτεται στο Μαντείο του Τροφώνιου, πλάι στην είσοδο όπου και ξάπλωσε εξ’ αρχής. Ο μυούμενος συνεπώς δεν μεταβαίνει με οποιοδήποτε τρόπο σε κάποιο χώρο μακρύτερα, ή έξω απο το Άδυτο, πόσο μάλλον σε κάποιο μονοπάτι που οδηγούσε στον Κάτω Κόσμο, όπως αυθόρμητα αλλά και εσφαλμένα, θα μπορούσε να υποθέσει κάποιος.
Η καρδιά του Ιερού του Τροφωνίου, το Μαντείο, ο μικρός θολωτός τάφος, είναι προπομπός των αργότερα μνημειωδών μυκηναϊκών τάφων τύπου Ατρέως. Τοποθετείται με χρονολογική προσέγγιση στα Υπονεολιθικά χρόνια έως την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού, δηλαδή κάπου ανάμεσα στα 2900-2600 π.Χ. Στην κοιλάδα της Μεσσαράς στην Κρήτη αποκαλύφθηκαν μινωικοι τάφοι τέτοιας μορφής, της ίδιας περίπου εποχής. Αν η χάλκινη περίφραξη που φέρει ο τάφος στα χρόνια του Παυσανία, η οποία σαφώς έχει λειτουργικό ρόλο, καθώς και οι διαστάσεις του Αδύτου που αναγνωρίζονται ως υποπολλαπλάσια της Κοσμικής Αρμονίας, βρίσκουν κάποια αντιστοιχία ή πιστοποιούν μια τέτοια Γνώση που ανάγεται στην Υπονεολιθική Περίοδο, τότε η Γνώση της εποχής αυτής είναι  κυριολεκτικά αδιανόητη. Το πέτρινο αλώνι, που περιστοιχίζει το Άδυτο είναι αντιγραφή της διαπιστωμένης άλλωστε στη Λειβαδιά, τόσο Ηλιακής όσο και Σεληνιακής Λατρείας. Δεν είναι απίθανο λοιπόν να χρησίμευε και ως Τόπος Όρχησης. Άλλωστε σε όλα τα Ιερά οι Ύμνοι στις επώνυμες θεότητες όχι μόνο ψέλνονταν αλλά και συνοδεύονταν από Όρχηση. Ο άγνωστος στους περισσότερους σήμερα Ύμνος του Θανάτου τίποτα δεν αποκλείει να είχε δραστική παρουσία σ’ αυτό το επονομαζόμενο άλλωστε Καταβάσιον. Ένα Καταβάσιον στον Άδη. Αλλά αυτό το θέμα αφορά και ενδιαφέρει την Θρησκειολογία. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι διασώθηκαν γκραβούρες της μεσαιωνικής Ευρώπης στις οποίες εικονίζονται  Χοροί του Θανάτου.        
                                               
 Γεωργία Βυλλιώτη
                                                     Αρχαιολόγος

Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

Κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες και βρίσκεται στο βιβλιοπωλείο μας το μυθιστόρημα του Δημήτρη Τζουβάλη και της Αρσινόης Σερμιντζέλη "Ποιος σκότωσε τον θεό του έρωτα"


Ποιος σκότωσε τον θεό του έρωτα;

Μυθιστόρημα
Δημήτριος Τζουβάλης, Αρσινόη Σερμιντζέλη
Αρμός, 2017
488 σελ.
Τιμή € 17,00

Κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες και βρίσκεται στο βιβλιοπωλείο μας το μυθιστόρημα του Δημήτρη Τζουβάλη και της Αρσινόης Σερμιντζέλη "Ποιος σκότωσε τον θεό του έρωτα".
Λίγα λόγια για το βιβλίο
Ξέρεις τι θα πει άντρας; Από τον πατέρα σου ανακάλυψαν τη λέξη. Τρεις μυρουδιές αναστατώνουν τον άντρα. Η μυρουδιά της γυναίκας, η μυρουδιά της ψημένης σάρκας και η μυρουδιά του χρήματος. Και μια τέταρτη που περικλείει και τις τρεις πρώτες. Η μυρουδιά της εξουσίας. Τον Μάρκο τον λένε θεό του έρωτα, ή χάριν συντομίας απλά Θεό. Θεός του έρωτα, γιατί καμιά γυναίκα δεν μπορεί ν’ αντισταθεί στη γοητεία του. Θεός, γιατί οι άντρες τον βρίζουν, όπως κάθε θεό και άγιο που δεν τα φέρνει καταπώς επιθυμούνε.
Θεός γιατί έχει το προνόμιο ν’ αποφασίζει ποια γυναίκα θα ζήσει πρόσκαιρα στον παράδεισο κοντά του, ή στην κόλαση χωρίς να πάρει γεύση ευτυχίας στην αγκαλιά του, ή ακόμα χειρότερα θα εκδιωχτεί από τον κήπο, αφού δοκίμασε και εθίστηκε στα πανύγλυκα φρούτα του.


Στην πρωινή εκπομπή της ΕΡΤ, Δέκα Στην Ενημέρωση, με τον Νίκο Αγγελίδη και τον Χρήστο Παγώνη, εμφανίστηκε ο συγγραφέας Δημήτρης Τζουβάλης με αφορμή την κυκλοφορία του νέου του βιβλίου «ποιος σκότωσε τον Θεό του Έρωτα».
Όπως είπε ο κ. Τζουβάλης, το μυθιστόρημα αναφέρεται στις επιδράσεις που είχε η μεγαλύτερη επένδυση που έγινε μεταπολεμικά στην Ελλάδα από μια πολυεθνική (100 εκατ. δολαρίων τότε) και το βιβλίο βασίζεται σε 700 συνεντεύξεις, που πάρθηκαν από απλούς εργάτες της εταιρείας, μέχρι τον πρόεδρό της.
Αναφερόμενος, στις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες της τότε εποχής, επισήμανε ότι άλλαξαν άρδην, εξαιτίας αυτής της επένδυσης.
Όσο για την πλοκή του βιβλίου αλλά και τον αινιγματικό τίτλο του, σημείωσε πως το μυθιστόρημα βασίστηκε πάνω σε κάποιους μύθους. ‘Ενας από αυτούς ήταν ένας υποτιθέμενος φόνος, και εκεί σκοτώθηκε ο Θεός του έρωτα. Ο συγκεκριμένος φόνος όπως και οι υπόλοιποι μύθοι χρησιμοποιήθηκαν, όπως είπε για  να καταλάβει ο κόσμος  καλύτερα το νόημα των κοινωνικών και ιστορικών αλλαγών.
--> Οι οικονομικές, κοινωνικές και πολιτισμικές επιπτώσεις της μεγαλύτερης αναπτυξιακής επένδυσης στην μεταπολεμική Ελλάδα, συντελούν σ’ ένα μοναδικό μυθιστόρημα. Η δομή, ο τρόπος γραφής, η γλώσσα και η αγωνία ως το τέλος, θα σας καθηλώσουν.

  • Ο Δημήτριος Τζουβάλης γεννήθηκε στο Νεοχώρι Μεσολογγίου τον Μάρτιο του 1946. Βασική εκπαίδευση στην Κατούνα, Γαλαξείδι, Αμφιλοχία, Αστακό και Αγρίνιο. Σπούδασε μαθηματικά, πληροφορική και ρομποτική στην Ουψάλα Σουηδίας. Ίδρυσε μαζί με άλλους τα λογοτεχνικά περιοδικά Σύνθεση και Εμβόλιμον. Γράφει ποιήματα, διηγήματα, μυθιστορήματα και θέατρο.
  • Η Αρσινόη Σερμιντζέλη γεννήθηκε το Μάρτιο του 1950 στο Αγγελόκαστρο Μεσολογγίου και μεγάλωσε στο Αγρίνιο, στα σχολεία του οποίου έμαθε γράμματα. Σπούδασε μαθηματικά, στατιστική και πληροφορική στο Πανεπιστήμιο της Ουψάλα Σουηδίας. Παρακολούθησε επίσης και μαθήματα κοινωνιολογίας. Από το 1980 μέχρι και το θάνατό της έζησε στα Άσπρα Σπίτια Βοιωτίας. Μαζί με άλλους λογοτέχνες ίδρυσαν το περιοδικό "Εμβόλιμον", εγχειρίδιο λόγου, τέχνης και λοιπής φαντασίας. Έγραψε διηγήματα και μυθιστορήματα. Απεβίωσε το Δεκέμβριο του 2007 σε ηλικία 57 ετών.

Παρασκευή, 10 Μαρτίου 2017

Παρουσίαση του νέου βιβλίου του Στέφανου Δάνδολου στο βιβλιοπωλείο "Σύγχρονη έκφραση" την Παρασκευή 10 Μαρτίου στις 8:15 μμ


Το Βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ 
(Δημάρχου Ι. Ανδρεαδάκη 49, Λιβαδειά, τηλ.: 22610 23136)

και οι Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ σας προσκαλούν στην παρουσίαση

του νέου μυθιστορήματος του Στέφανου Δάνδολου

ΟΤΑΝ ΘΑ ΔΕΙΣ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ 

στον χώρο του βιβλιοπωλείου.

Ο συγγραφέας θα συνομιλήσει με το κοινό 
και θα υπογράψει αντίτυπα του βιβλίου του.



Λίγα λόγια για το βιβλίο

Είναι η ιστορία μιας γυναίκας που παρασύρθηκε στη δίνη του πάθους,
διεκδικώντας ένα διαφορετικό πεπρωμένο από κείνο που της είχαν σχεδιάσει.

Είναι η ιστορία των δύο αντρών που την αγάπησαν. Του ισχυρού συζύγου της,
που ήρθε στην Ελλάδα έχοντας καταστρώσει ένα σχέδιο προς όφελος των ξένων
δανειστών. Και του μαγικού εραστή της, που ανέλαβε να σχεδιάσει τη
σιδηροδρομική γραμμή της Πελοποννήσου, ένα από τα μεγάλα έργα του Τρικούπη.

Είναι επίσης πολλές μικρές ιστορίες που ιχνηλατούν τη γέννηση του γυναικείου
κινήματος στην Αθήνα, τις πολιτικές αναταράξεις, τον ρόλο της εύπορης τάξης
στο πεπρωμένο της φτωχολογιάς, και τα βήματα μιας Ελλάδας που προσδοκά ένα
καλύτερο αύριο.

Κυριακή, 5 Μαρτίου 2017

Έρωτας και Ιστορία αλλά και μια συγκλονιστική ανατομία του έρωτα και του πάθους το νέο βιβλίο του Στέφανου Δάνδολου "Οταν θα δεις τη θάλασσα"


ΟΤΑΝ ΘΑ ΔΕΙΣ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Κατηγορία : Λογοτεχνία
Θεματική κατηγορία : Ιστορικό Μυθιστόρημα
Σειρά : Ελληνική λογοτεχνία
Ηλικία : 18+

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Είναι ο έρωτας μια ψυχή εγκλωβισμένη σε δυο κορμιά; Και πόσο εύκολο είναι να εξεγερθείς ενάντια στη μοίρα που έχει ήδη οριστεί για σένα;  
Aθήνα, 1886. Η ζωή της Μαργαρίτας βυθίζεται μέσα σε έναν γάμο που μοιάζει με αργό θάνατο. Ώσπου ερωτεύεται παράφορα έναν άντρα που νόμιζε ότι υπήρχε μόνο στα παραμύθια. Και όλος ο κόσμος της γίνεται μια μάχη ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι.  
Αυτή είναι η ιστορία μιας γυναίκας που παρασύρθηκε στη δίνη του πάθους, διεκδικώντας ένα διαφορετικό πεπρωμένο από κείνο που της είχαν σχεδιάσει. 
Είναι η ιστορία των δύο αντρών που την αγάπησαν. Του ισχυρού συζύγου της, που ήρθε στην Ελλάδα έχοντας καταστρώσει ένα σχέδιο προς όφελος των ξένων δανειστών. Και του μαγικού εραστή της, που ανέλαβε να σχεδιάσει τη σιδηροδρομική γραμμή της Πελοποννήσου, ένα από τα μεγάλα έργα του Τρικούπη.
Είναι επίσης πολλές μικρές ιστορίες που ιχνηλατούν τη γέννηση του γυναικείου κινήματος στην Αθήνα, τις πολιτικές αναταράξεις, τον ρόλο της εύπορης τάξης στο πεπρωμένο της φτωχολογιάς, και τα βήματα μιας Ελλάδας που προσδοκά ένα καλύτερο αύριο. 
Και, τέλος, είναι μια ιστορία σαγήνης και μυστηρίου σε ένα παραθαλάσσιο χωριουδάκι, χρόνια αργότερα, λίγο μετά τη λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν όλα έχουν κριθεί, ή σχεδόν όλα… 
Ένα σαρωτικό μυθιστόρημα για τον έρωτα και την ελπίδα. Μια επική τοιχογραφία για τη μεγαλύτερη επανάσταση της ψυχής, που δεν είναι άλλη από την επιμονή στα θαύματα.

-->
Γράφει ο Μάνος Κοντολέων για το βιβλίο του Στέφανου Δάνδολου
Έρωτας και Ιστορία 
Το έχω και με άλλες παρόμοιες ευκαιρίες δηλώσει πως θεωρώ τον Στέφανο Δάνδολο ως  έναν  από τους πλέον αξιοπρόσεχτους έλληνες συγγραφείς , ανάμεσα σε εκείνους που πρωτοπαρουσιάζονται στη τελευταία δεκαετία του 20ου αιώνα.
Ο Δάνδολος εκδίδει το πρώτο του μυθιστόρημα το 1996 και σήμερα –μετά από 20 χρόνια – βλέπει το φως της δημοσιότητας το δέκατο βιβλίο του.
Από αυτά το ένα μόνο ήταν μια συλλογή διηγημάτων. Όλα τα άλλα μυθιστορήματα. Και τα περισσότερα από αυτά μάλιστα και πολυσέλιδα.
Πληθωρικός, λοιπόν, συγγραφέας ο Δάνδολος. Αυτό φανερώνουν και ο αριθμός των τίτλων  που έχουν το όνομά του αλλά και ο όγκος τους.
Την ίδια όμως πληθωρικότητα θα την συναντήσουμε και στο εύρος των θεμάτων που κατά καιρούς τον έχουν απασχολήσει.
Από την ανίχνευση των ενδοοικογενειακών σχέσεων των πρώτων του έργων, στην αναζήτηση των πολιτικών προεκτάσεων στις πράξεις επωνύμων και ανωνύμων προσώπων και στη συνέχεια μια στάση στο φωτισμό της ίδια της γενιάς του (της γενιάς του ’80).
Κι αμέσως μετά έρχεται η απροσδόκητη τροπή.
Το βύθισμα στο παρελθόν.
Ένα παρελθόν άλλοτε των  λογοτεχνικών του καταβολών και άλλοτε –ή μάλλον τώρα πλέον- των συνθηκών που διαμόρφωσαν το προφίλ του σύγχρονου ελληνικού κράτους.
Και πάντα όλα αυτά έχοντας ως κεντρικό τους άξονα τον έρωτα.
Σύμφωνα με μια τέτοια σκέψη, λοιπόν, δεν διστάζω να θεωρήσω το τελευταίο αυτό μυθιστόρημα του Στέφανου Δάνδολου ως ένα λογοτεχνικό έργο όπου ο έρωτας και η ιστορία με θαυμαστή ισορροπία συνυπάρχουν.
Τα τελευταία χρόνια –και μάλιστα από τότε που ξεκίνησε η οικονομική και κοινωνική κρίση-  πολλά είναι τόσο τα ερωτικά όσο και τα ιστορικά μυθιστορήματα που όχι μόνο γράφονται, όχι μόνο εκδίδονται, αλλά και ιδιαιτέρως έντονα αγαπιούνται από ένα πλατύ αναγνωστικό κοινό.
Ένα κοινό που στην πλειονότητά του δεν αναζητά βαθιές αναλύσεις αλλά ευκαιρίες διαφυγής και κατασκευές ονείρων.
Ο έρωτας μπορεί να προσφέρει την ουσιαστικότερη ενδοσκόπηση, αλλά μπορεί και να χαρίσει το ξεγέλασμα από τη μιζέρια μιας καθημερινότητας. Αν κάτι χαρακτηρίζει τα λαϊκά ερωτικά μυθιστορήματα είναι αυτό κυρίως  -το είδωλο μιας σχέσης εξειδικευμένης  μα και παραπλανητικής.
Από την άλλη, τα πλατιάς κυκλοφορίας ιστορικά μυθιστορήματα προσπαθούν να καλλιεργήσουν  τη θέση μιας ιστορικά αναγνωρισμένης ανωτερότητας της φυλής και του έθνους –σε εποχές εθνικής κάμψης ας επιστρέψουμε στις παλιές δόξες και ας ελπίσουμε πως κάποτε θα μας  στεφανώσουν και πάλι.
Στην ουσία τόσο ο έρωτας όσο και η ιστορία χρησιμοποιούνται ως μάσκες  και προσφέρουν το ξεγέλασμα από μια συνειδητοποίηση  της θέσης του ατόμου μέσα στο παρόν και στο μέλλον.
Σίγουρα όμως ερωτικά και ιστορικά έργα γράφονται και από συγγραφείς που δεν έχουν ως στόχο τους να υπηρετήσουν τη φυγή και την παραπλάνηση, αλλά την αληθινή αντιμετώπιση συναισθημάτων και καταστάσεων.
 Στέφανος Δάνδολος 
Ανάμεσα σε αυτούς τους συγγραφείς, ο Στέφανος Δάνδολος δίνει το παρόν του με αυτό κυρίως το τελευταίο του μυθιστόρημα.
Πρώτα απ΄ όλα έχουμε ένα πλούσιο ερωτικό μυθιστόρημα και μάλιστα διπλό καθώς η αφήγηση πλέκει παράλληλα δυο ιστορίες που αν και τις χωρίζουν κοντά 40 χρόνια, με μια συγγραφική τεχνική που έχει τις ρίζες της στα κλασικά έργα του 19ου αιώνα, τις ενώνει επιβεβαιώνοντας πως τα ανθρώπινα πάθη διαπερνούν τις εποχές, αλλά και οι κλασικοί μυθιστορηματικοί ήρωες μπορεί να ανασαίνουν και μέσα στις εμπνεύσεις γραφιάδων του σήμερα.
Αυτά τώρα τα κοντά 40 τόσα χρόνια –συγκεκριμένα από κάπου στα 1886 μέχρι το 1916- περικλείουν μια περίοδο όπου το ελληνικό κράτος εδραίωνε το όποιο του πρόσωπο, οι εσωτερικές πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις του διαμόρφωναν το ήθος και τη δυναμική τους, ενώ οι έξωθεν προστάτες του σχεδιάζανε τρόπους παρεμβάσεων και απομύζησης μιας νέας χώρα κάπου στα όρια της Ευρώπης.
Είναι μια περίοδος που –απ΄ όσο ξέρω- δεν έχει ιδιαίτερα απασχολήσει έλληνες συγγραφείς. Ιδιαίτερα όμως προσφέρεται για μια πλούσια μυθιστορηματική σύνθεση καθώς διαθέτει ένα στοιχείο που συνήθως χαρακτήριζε κάθε κλασικό μυθιστόρημα -άρωμα μπελ επόκ.
Ο Δάνδολος άπλωσε την μυθιστορηματική του σύνθεση σε 600 τόσες σελίδες.
Τις γέμισε με καλοσχηματισμένους χαρακτήρες και με μια ολοζώντανη ανάπλαση ιστορικών και κοινωνικών συμβάντων του παρελθόντος.
Οι κεντρικοί, μα και οι δεύτεροι χαρακτήρες ακουμπάνε στα χρόνια  που ζούνε. Δεν υποκρίνονται άτομα μιας άλλης εποχής –σ΄ εκείνη την άλλη εποχή ζούνε. Κυκλοφορούνε σε δρόμους  της Ευρώπης των αρχών του 20ου, φοράνε τα ρούχα που τότε οι ευρωπαίοι  φορούσανε, αντιστέκονται ή υποκύπτουν στα ήθη εκείνων των χρόνων.
Ο συγγραφέας, ακόμα, δεν κραύγασε, αλλά μήτε και έκρυψε τη διάθεση του να φωτίσει τις αντιστοιχίες των τοτινών χρόνων με τους σημερινούς.
Διέκρινε τις ομοιότητες και μας φανερώνει τις επαναλήψεις της ιστορίας και των πολιτικών.
Εδραίωσε τις απόψεις του βασισμένος σε μια πλούσια βιβλιογραφία.
Και τελικά δεν πρόδωσε ούτε σε μια αράδα το πάθος του προς την λογοτεχνία.
Η γραφή του Στέφανου Δάνδολου λες και  ακολουθεί την τάση ενός  από τους ήρωές του μετά από την ερωτική πράξη  -σπαρταράει από μια ζωώδη ηδονή.
 πηγή: fractal
-->

Μια συγκλονιστική ανατομία του έρωτα και του πάθους
Γράφει και η Σοφία Δημοπούλου στο κείμενο που ακολουθεί στην κριτική της για το βιβλίο. 
Μετά τη «Χορεύτρια του διαβόλου», ο Στέφανος  Δάνδολος επιστρέφει με ένα νέο, συγκλονιστικό μυθιστόρημα. «Όταν θα δεις τη θάλασσα» ο τίτλος του και η θάλασσα είναι παντού παρούσα. Άλλοτε ήρεμη, απέραντη και βαθιά και άλλοτε φουρτουνιασμένη και απειλητική. Όπως άλλωστε και όλοι οι μεγάλοι έρωτες της ζωής. «Οι μεγάλες αγάπες είναι σαν τα κύματα του ωκεανού. Μπορούν να μας οδηγήσουν στους ωραιότερους προορισμούς του κόσμου. Αλλά μπορούν και να μας πνίξουν» (ΙΖΑΜΠΕΛ Ο΄ΚΟΝΕΛ). Τέτοιες μεγάλες αγάπες βιώνουν οι ήρωες του βιβλίου. Αγάπες από εκείνες που οδηγούν με μαθηματικό τρόπο ή σε απόλυτη ένωση με την αντι-κείμενη ουσία του κόσμου ή σε ολοκαύτωμα. Το βιβλίο χωρίζεται σε δυο μέρη που εναλλάσσονται από κεφάλαιο σε κεφάλαιο. Παρακολουθούμε αυτό το μπρος-πίσω στο χρόνο με ενδιαφέρον, με αγωνία για τη σύνδεση των δύο ιστοριών-ερώτων που τρέχουν παράλληλα, λες και ο πανεπόπτης οφθαλμός  είναι εξασκημένος να διακρίνει από ψηλά ένα πανόραμα από πάθη και λάθη, που υφαίνουν το άχρονο χαλί της ζωής. Έτσι και αλλιώς ο έρωτας είναι διαχρονικός και ο πόνος του υφάδι για να πάει η ζωή παρακάτω. Η μία ιστορία ξεκινά στα 1886 και εκβάλλει στα 1919, εκεί ακριβώς που αρχίζει και ολοκληρώνεται η δεύτερη. Στην παλαιότερη ιστορία η Μαργαρίτα, μια Αθηναία καλλονή, είναι καταδικασμένη σε ένα γάμο δίχως έρωτα, σε ένα γάμο που της επέβαλε ο πατέρας της και τα κοινωνικά ήθη του τέλους του 19ου αιώνα. Σύζυγός της ο Άγγλος διπλωμάτης Τόμας Έργουιν, ένας ηλικιωμένος άνδρας, προσηλωμένος στους ασφυκτικούς κανόνες της τάξης του, μα και με φιλοδοξίες αναρρίχησης στην πολιτική σκηνή. Οι φιλοδοξίες αυτές θα τον οδηγήσουν σε παρασκηνιακές κινήσεις και είναι αυτές που θα τον οδηγήσουν στο πλατύσκαλο της κατάβασης στην προσωπική του κόλαση. Η Μαργαρίτα, ερωτεύεται παράφορα τον Τσαρλς Φάραντεϊ, τον Άγγλο τοπογράφο που έχει προσληφθεί να σχεδιάσει τη σιδηροδρομική γραμμή της Πελοποννήσου. Οι δυο τους γίνονται εραστές και η δίψα για ζωή τούς ενώνει ως τον πυρήνα της ύπαρξής τους, αλλά ταυτόχρονα τους καταδικάζει στην κόλαση της παρανομίας. Το πάθος ποδηγετεί τη λογική και οι εραστές γίνονται όλο και πιο τολμηροί, μέχρι οι τύψεις να τους υψώσουν τείχη, μέχρι ο νόμιμος σύζυγος να πάρει το όπλο στα χέρια του. Και τότε αρχίζει η κατάβαση της κλίμακας της προσωπικής οδύνης του διπλωμάτη Έργουιν. Και η Μαργαρίτα θα μετρήσει τη μοναξιά της, θα ζυγίσει τα συναισθήματά της με αντίβαρο το χρέος της και θα αποφασίσει ερήμην του έρωτα.   Στη δεύτερη (χρονικά) ιστορία, στα 1919, η Δωροθέα, νοσοκόμα του Ερυθρού Σταυρού, προσπαθεί να ξεχάσει τις φρικαλεότητες που έζησε στον πόλεμο που μόλις έχει τελειώσει, προσφέροντας τη φροντίδα και την αγάπη της σε όσους προσφεύγουν στο μικρό ιατρείο που έχει στήσει στο παραθαλάσσιο χωριό της. Μέσα της ξεθωριάζει το φάντασμα ενός ανεκπλήρωτου έρωτα για κάποιο παντρεμένο αξιωματικό. Δίπλα της ο Άλκης, ένας νεαρός δάσκαλος, πιστός στον παιδικό, τρυφερό του έρωτα για εκείνη, περιμένει και υπομένει. Η εμφάνιση ενός ηλικιωμένου ξένου στο ιατρείο της Δωροθέας, τον οποίο βρίσκουν πληγωμένο σε μια απόκρημνη περιοχή, θα δράσει σαν καταλύτης και θα συνδέσει τις δυο μέχρι εκείνη τη στιγμή ασύνδετες ιστορίες. Και τότε η ζωή αλλάζει τη ρότα της και τα φαντάσματα στην ψυχή της Δωροθέας απομακρύνονται και όλα γίνονται πιο γλυκά. Συναισθήματα αναδύονται και αναγνωρίζονται, αισθήματα βρίσκουν τον αποδέκτη τους, τα κομμάτια του παζλ ενώνονται και η κάθαρση έρχεται, όπως θα έπρεπε να συμβεί σε μια γνήσια αρχαία τραγωδία. Η γλώσσα ακριβής, ρέει αβίαστα σαν καθαρό νερό, φέρνοντας στην επιφάνεια τα κρυφά και ανομολόγητα. Ο αναγνώστης παρασύρεται σε μια καταβύθιση στην προσωπική κόλαση των ηρώων κι έπειτα ανυψώνεται εκ νέου συμπονώντας, συγχωρώντας, δικαιολογώντας, καθώς γίνεται κοινωνός του βαθύτερου μυστηρίου της ζωής. Το ιστορικό πλαίσιο πλούσιο: η πολιτική σκηνή και το παρασκήνιό της, ο Χαρίλαος Τρικούπης, ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης, τα δάνεια και η απειλή της πτώχευσης, οι εκλογές, το πρώιμο φεμινιστικό κίνημα, η διπλωματία, ο σιδηρόδρομος.    Και παντού η θάλασσα, τυλίγει τη μυθιστορία από άκρη σε άκρη ώστε να γίνει προτροπή στα χείλη της ερωτευμένης Μαργαρίτας: « Όταν θα δεις τη θάλασσα, τρέξε για να έρθεις γρήγορα κοντά μου». Κι αυτή η προτροπή θα φέρει κοντά αυτούς που εντέλει η μοίρα είχε αποφασίσει να φέρει. Ένα μυθιστόρημα για τον έρωτα  που διαβάζεται με μια ανάσα, καταφέρνοντας να μας μεταγγίσει σκέψεις και συναισθήματα. Έκπληξη ζωής ο έρωτας και τυχεροί όσοι την οδύνη του βίωσαν. Κι εξίσου τυχεροί όσοι αναγνώσουν ετούτο το βιβλίο, αφού για λίγο κοινωνούν το μέγα μυστήριο του κόσμου.  

Ο ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΔΑΝΔΟΛΟΣ
γεννήθηκε το 1970 και εμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 1996 με το μυθιστόρημα Υπνοβάτες του Σεπτέμβρη. Για το σύνολο του πεζογραφικού του έργου τιμήθηκε το 2009 με το Βραβείο Μπότση, παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας. Το 2004 χαρακτηρίστηκε από τον Παύλο Μάτεσι ο σημαντικότερος Έλληνας συγγραφέας της γενιάς του. Έχει γράψει δέκα βιβλία, μεταξύ των οποίων τα μυθιστορήματα Ο Τελευταίος Κύκνος και Νέρων – Εγώ, ένας θεός, που κυκλοφόρησε με επιτυχία και στην Ιταλία. Το προηγούμενο μυθιστόρημά του στις Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ, Η ΧΟΡΕΥΤΡΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ, μεταφράστηκε στα τουρκικά. Το 2008 συμπεριλήφθηκε, ως εκπρόσωπος της χώρας μας, στην Παγκόσμια Ανθολογία Νέων Συγγραφέων με αφορμή το Young Writers World Festival, που πραγματοποιήθηκε στη Νότια Κορέα. Το ΟΤΑΝ ΘΑ ΔΕΙΣ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ είναι το ένατο μυθιστόρημά του.

--> --> -->