Κυριακή, 9 Μαΐου 2010

ΔΙΣΤΟΜΟ 10 Ιουνίου 1944, το ολοκαύτωμα. Μία έκδοση ιδιαίτερης βιβλιογραφικής σημασίας παρουσιάστηκε σε συνέντευξη τύπου.


Παρουσιάστηκε την Τρίτη 4  Μαΐου σε συνέντευξη τύπου στον πολυχώρο Μεταίχμιο, το βιβλίο που κυκλοφόρησε από το βιβλιοπωλείο μας ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ  με έρευνα -εισαγωγή -  επιμέλεια του Γιώργου Θεοχάρη "ΔΙΣΤΟΜΟ 10 Ιουνίου 1944, Το ολοκαύτωμα". 


Μας τίμησε με την παρουσία του ο Δήμαρχος Διστόμου κ. Αθανάσιος Πανουργιάς που διακρίνεται στη φωτογραφία με τον Γιώργο Θεοχάρη και τον Μιχάλη Λυμπεράτο.

Στιγμιότυπο με τον δημοσιογράφο της εφημερίδας  ΤΑ ΝΕΑ κ. Δημ. Μανιάτη να συνομιλεί με το Δήμαρχο Διστόμου και τη συγγραφέα - ιστορικό της Ύστερης Αρχαιότητας κ. Μαρώ Τριανταφύλλου με τον κ. Λυμπεράτο.


Μας τίμησε με την παρουσία της και  η κ. Καίτη Μανωλοπούλου της οποίας η έρευνα και η συγγραφική της δραστηριότητα αναφέρονται κατ' επανάληψη στο βιβλίο.

Ο Διδάκτωρ Ιστορίας στο Πάντειο Παν/μιο Μιχάλης Λυμπεράτος έκανε την τοποθέτηση που ακολουθεί αναφερόμενος στο βιβλίο.

Το βιβλίο του Γιώργου Θεοχάρη και του βιβλιοπωλείου «Σύγχρονη Έκφραση» έχει μια ιδιαίτερη βιβλιογραφική σημασία, στο μέτρο που δεν αποτελεί απλώς μια τυπική καταγραφή ενός συγκλονιστικού γεγονότος που χαρακτήρισε τη νεότερη ιστορία της χώρας, με διαστάσεις που υπερβαίνουν το τυπικό ιστοριογραφικό πεδίο και εμπλέκονται σε ζητήματα, όπως η κοινωνιολογία της βίας ή η πολιτική συμπεριφορά του ολοκληρωτισμού. Δεν είναι, δηλαδή, μόνο το βιβλιογραφικό  εκείνο ενέργημα που συγκεντρώνει το πιο πλήρες μέχρι σήμερα σώμα ιστορικών πληροφοριών για τη σφαγή του Διστόμου, κάτι βεβαίως επιτακτικό, στο μέτρο που το γεγονός δεν έτυχε ποτέ μιας πλήρους ιστορικής διερεύνησης. Γιατί και αυτό, παρότι προσδιόρισε την ιστορική μας συνείδηση, βρέθηκε αντιμέτωπο με το γεγονός ότι στην Ελλάδα η πραγματική ιστορία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου παρέμεινε, ως επί το πλείστον,  ακαδημαϊκή υπόθεση, έτυχε μιας ασφυκτικής διαμεσολάβησης από τον πολιτικό λόγο, υπέστη τη διαστρέβλωση μιας εκτεταμένης ιδεολογικής χειραγώγησης, και παρέμεινε σχεδόν στα σπάργανα στη σχολική εκπαίδευση. Ούτε προφανώς οι απλές αναδρομές σε γεγονότα σαν και αυτό, σε  επετειακή βάση, που επιχείρησαν να καλύψουν το κενό, συνιστούν ιστορική γνώση.  

Το βιβλίο, αντίθετα, διερευνά το γεγονός πολύ πιο σύνθετα, τόσο ως ιστορική πραγματικότητα όσο και από την άποψη της διαχρονικής του πρόσληψης ως προσδιοριστικού στοιχείου μιας συλλογικής εμπειρίας, ως τμήμα της δημόσιας ιστορίας, διακύβευμα της κοινής γνώμης, ιστορικό βίωμα και πεδίο συλλογικής αναφοράς. Συνιστά, τρόπον τινά, την απόδειξη της συνεχούς ιδιότυπης επικαιρότητας του γεγονότος στην συλλογική μνήμη και την κοινωνική πράξη. Με την έννοια αυτή, το βιβλίο ανασυνθέτει το γεγονός αλλά και αποτελεί ένα ευρύτερο εγχείρημα καταγραφής των τρόπων διαμόρφωσης της συλλογικής μνήμης σε αναφορά με τέτοια συγκλονιστικά γεγονότα, αναδεικνύοντας τους αναπόφευκτους μηχανισμούς επικαθορισμού της μνήμης από επάλληλα στρώματα ερμηνειών, που γεννά η ίδια η εξέλιξη της κοινωνικής πραγματικότητας. 
Το εγχείρημα για να μορφοποιηθεί προϋποθέτει την ίδια την αναζήτηση των μορφών καταγραφής του γεγονότος: πρωτίστως την επιστημονική προσέγγιση μέσω της τυπικής οδού των τεκμηρίων, (τις αναφορές, δηλαδή, του κατοχικού νομάρχη, την έκθεση του λόχου του ΕΛΑΣ που ενεπλάκη στη μάχη που προηγήθηκε της σφαγής, την έκθεση του διευθυντή της Κεντρικής Υπηρεσίας του Ελληνικού Γραφείου Εγκληματιών Πολέμου, που παρέπεμψε στη δικαιοσύνη του υπαιτίους της σφαγής κλπ). Όμως, πέραν των τυπικών τρόπων εκφοράς του ιστορικού λόγου, απαιτούνται και οι αποτυπώσεις του γεγονότος στην ατομική συνείδηση, όπως αναδεικνύονται μέσα από τις μαρτυρίες-διηγήσεις, που όχι μόνο φωτίζουν το γεγονός αλλά κυρίως επιτρέπουν την πιο απτή και ανάγλυφη διερεύνηση των διαδικασιών πρόσληψης του γεγονότος και μάλιστα σε έναν ευρύτερο ιστορικό ορίζοντα. Γιατί αυτές οι μαρτυρίες είναι το προνομιακό πεδίο κατάδειξης των νοητικών δομών αυτής της διαδικασίας, όταν η εκάστοτε οπτική γωνία αναδιαμορφώνεται, αντιφάσκει και παράγει συνεχώς ερωτήματα, τόσο στον μάρτυρα όσο και στον καταγραφέα του γεγονότος. Και οι δύο πλευρές εκθέτουν το δικό τους τρόπο πρόσληψης, καταδεικνύοντας πολλαπλά τη δυναμική του γεγονότος. Συνιστούν, δηλαδή, αναγκαία μέρη της ιστορικής αποτύπωσης του.
Έτσι, η  αφήγηση του ιστοριοδίφη της περιοχής  Τάκη Λάππα, που αναπαράγεται στο βιβλίο, πιστή στη λειτουργία ενός χρονικού, ως σημειώσεις, δηλαδή, με τυπική χρονολογική σειρά, με τους λογοτεχνισμούς της, τη γλώσσα της καθημερινότητας, τη συναισθηματική της εκφορά, με τα θαυμαστικά και τα αποσιωπητικά της,  εκπροσωπεί, πρωτίστως, την τοπική συλλογή συνείδηση. Μάλιστα, περιγράφει έμμεσα το συλλογικό βίωμα χωρίς καν να μεσολαβήσει η χρονική αποστασιοποίηση.
Ο τρόπος που εκφέρει το γεγονός αποκτά μια περαιτέρω σημασία, όταν συγκρίνεται με τις μεταγενέστερες καταγραφές που εκθέτει το βιβλίο, και μάλιστα περισσότερο «πολιτικών» αφηγήσεων, όπως για παράδειγμα των Γιάννη Μπασδέκη, ή των  Νίκου Ασημάκη και Δημήτρη Παπακωνσταντίνου,  αντιστασιακών της εποχής. Αυτοί απέδωσαν το γεγονός και ως τμήμα μιας αυτόκλητης τοποθέτησης τους έναντι των  απολογιών των υπευθύνων των ολοκαυτωμάτων στο Διεθνές Δικαστήριο της Νυρεμβέργης, που απέδωσαν μερίδιο της ευθύνης και σε εκείνους που έκαναν αντίσταση, όπως, βέβαια, και δικαιολόγησαν τις σφαγές ως εντολές «ανωτέρων». Γιατί, παρότι τα πρώτα χρόνια μετά το τέλος της Κατοχής, το επιχείρημα θεωρήθηκε ανάξιο λόγου, ιταμή απολογία ανθρώπων χωρίς κανένα ηθικό έρμα, σταδιακά αξιοποιήθηκε, και όχι μόνο στην περίπτωση της Ελλάδας, στην προσπάθεια της αναθεώρησης της ευρωπαϊκής ιστορίας στα πλαίσια του Ψυχρού Πολέμου. Βοηθούσης και της λήθης που επιφέρει ο χρόνος,  αποκαταστάθηκαν εύκολα οι θύτες, υποβαθμίστηκαν οι υλικές συνέπειες της Κατοχής και δικαιολογήθηκε η μη απόδοση αποζημιώσεων, ιδιαίτερα στα θύματα που είχε η Αντίσταση. Έτσι, νομιμοποιήθηκε η μετατροπή της απαίτησης για τιμωρία, ηθική και υλική αποκατάσταση των θυμάτων, σε φιλανθρωπία και κατέστη δυνατό να διαφύγουν του δικαστικού ελέγχου οι αυτουργοί των εγκλημάτων αυτών.
Ανάλογο είναι το ενδιαφέρον όταν οι μαρτυρίες αντιπαραβάλλονται με τις αναμνήσεις ιερωμένων ή εκτίθενται και από της σκοπιά και του φύλου, όπως οι αφηγήσεις γυναικών που ενσωματώνονται στο βιβλίο. Και αυτό γιατί το βιβλίο δεν καταγράφει μόνο τις μαρτυρίες αλλά τις αντιπαραθέτει, τις αποδίδει στο χρονικό τους ορίζοντα, τις τοποθετεί σε μια πορεία αναστοχασμού πάνω στο γεγονός, συνάγοντας έμμεσα και έναν γενικό προβληματισμό για τη σημασία, τη δυναμική και τους περιορισμούς της προφορικής ιστορίας. Μάλιστα, εμβάλλει και μαρτυρίες, όπως αυτή του  Πιέρ Αμάντρυ, άγνωστες στην ιστορική έρευνα, ή την έκθεση του Δ. Κιουσόπουλου, διευθυντή της Κεντρικής Υπηρεσίας του Εθνικού Γραφείου Εγκληματιών Πολέμου, που στηρίχθηκε σε μαρτυρίες δικονομικού χαρακτήρα, με την ακρίβεια και την αντικειμενικότητα που απαιτεί μια εισαγγελική έρευνα, υλικό που υποστήριξε τα βουλεύματα που εκδόθηκαν κατά των υπευθύνων της σφαγής του Διστόμου. Να σημειωθεί ότι τέτοια υλικά δεν παραδόθηκαν στους ιστορικούς αλλά καταστράφηκαν, αφού το ελληνικό κράτος στα  1975 «θεώρησε» όλες αυτές τις δικογραφίες ως υλικό άνευ σημασίας.
Εξίσου σημαντικό προσόν του βιβλίου είναι  αναδεικνύει και την ίδια την πορεία διαχείρισης της μνήμης του γεγονότος, ιδίως όταν εμπλέκεται με δομές πολιτικής διαμόρφωσης και ιδεολογικής εγχάραξης. Το πως, δηλαδή, η ίδια η πολιτική εξουσία της κάθε εποχής χειρίστηκε το γεγονός.  Ειδικά τα ρεπορτάζ για τα μνημόσυνα που τελέστηκαν είναι οι πιστότεροι μάρτυρες της συμβολής μηχανισμών εξουσίας στη διαμόρφωση της ιστορικής μνήμης, με άξονα, κυρίως, την πρόθεση έντεχνης καπήλευσης της. Φαίνεται μέσω αυτών, όπως ο ίδιος ο συγγραφέας του βιβλίου σημειώνει, τι προβλήθηκε κάθε φορά, τι παρασιωπήθηκε, τι διαστρεβλώθηκε. Έμμεσα, όμως, αναδεικνύεται και τι ήταν εκείνο που φόβιζε τους διαχειριστές της μνήμης αυτής και με τον τρόπο αυτό διαφαίνεται και η σιωπηλή αντίσταση στην ιδιότυπη αυτή λήθη, που τουλάχιστον μέχρι τη μεταπολίτευση επιδιώχθηκε να επιβληθεί.
Ακριβώς για τους ίδιους λόγους έχει ιδιαίτερη σημασία και η απόδοση της λογοτεχνικής πρόσληψης του γεγονότος που επιχειρεί το βιβλίο, σταχυολογώντας πάνω από 70 εκδοχές της. Γιατί εκδιπλώνει την επίδραση του και στο φαντασιακό των ανθρώπων ως εμπειρία που υπερβαίνει την απλή ιστορική μνήμη και εδράζεται στον σχηματισμό των ανθρώπινων βιωμάτων, όπως αυτά αποδίδονται στην πολιτιστική έκφραση. Και αυτή η διαδικασία έχει ιδιαίτερη αξία γιατί ενσωματώνει το γεγονός σε πολύ ευρύτερες απορίες τόσο σε σχέση με την ανθρώπινη φύση όσο και τα εκάστοτε ηθικά προτάγματα που η κοινωνία διαμορφώνει. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: