Τρίτη, 24 Ιουλίου 2018

Η ιστορία του γιατρού των φτωχών Πέτρου Κοκκαλη με την πένα του Κώστα Ακρίβου "Στα τελευταία νέα από την Ιθάκη"


Ο συγγραφέας Κώστας Ακρίβος στο τελευταίο του βιβλίο ΝΕΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΘΑΚΗ που αποτελείται από 26 ραψωδίες εμπνευσμένες από την Οδύσσεια συνομιλεί με τον Όμηρο τοποθετώντας τους ήρωές του σε μια "σχεδία" προκειμένου καθένας του να ξανοιχτεί - όπως λέει - στο πέλαγος της ιστορίας και να φτάσει, άλλος ναυαγός και άλλος σώος, ως τις μέρες μας.
Για το blog του βιβλιοπωλείου και τους φίλους μας ο συγγραφέας επέτρεψε την αναδημοσίευση μιας ακόμα από τις ιστορίες του εμπνευσμένη από τη ζωή και τη δράση του Πέτρου Κόκκαλη ιατρού, αντιστασιακού και ακαδημαϊκού ο οποίος γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λιβαδειά.
Λευκοθέα, η νεράιδα
Οι εργάτες απ’ τον Πειραιά, οι μπετατζήδες, οι φοιτητές, εκείνοι από τα μωσαϊκά, οι εργαζόμενοι στον Ηλεκτρισμό και οι τυπογράφοι κρατούσαν στα χέρια μπουκέτα με κόκκινα λουλούδια. Οι ενώσεις θυμάτων πολέμου, οι εξόριστοι, οι ανάπηροι, οι κρατούμενοι στις φυλακές Αβέρωφ και όσοι είχαν κάνει στον Αϊ-Στράτη, γαρίφαλα. Ο Μάρκος Αυγέρης, ο Στρατής Δούκας, ο Κοσμάς Πολίτης, ο Γιάννης Ρίτσος, ο Κώστας Βάρναλης, ο Τάσος Λειβαδίτης, ο Αλέκος Αλεξανδράκης, η Αλίκη Γεωργούλη και ο Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος, στεφάνια. Όλοι για να αποχαιρετήσουν τον γιατρό Πέτρο Κόκκαλη.
          Είναι Δευτέρα πρωί, με βροχή, 29 Ιανουαρίου 1962. Το προηγούμενο βράδυ αποφασίστηκε, επειδή ο κόσμος ήταν πολύς –τέτοια κοσμοπλημμύρα η Αθήνα είχε να δει από την κηδεία του Παλαμά–, η ταφή να μη γίνει την ίδια μέρα που η σορός έφτασε στην Ελλάδα αλλά την επομένη.
          Ο Πέτρος Κόκκαλης ήταν ο πιο φημισμένος γιατρός της εποχής του, κυρίως όμως ήταν γνωστός ως ο γιατρός των φτωχών. Τα ιατρικά «θαύματα» ο Κόκκαλης δεν τα έκανε μόνο την περίοδο της ειρήνης στο ιατρείο του στην Αθήνα, δωρεάν φυσικά, αλλά και αργότερα στο βουνό καθώς έσωσε κόσμο και κοσμάκη. Με τα πόδια πήγαινε στα πιο απομακρυσμένα μέρη για να περιθάλψει κάποιον ασθενή ή να κάνει μια σοβαρή επέμβαση, που κανείς άλλος γιατρός δεν μπορούσε να κάνει. Επισκεπτόταν τα πρόχειρα φτιαγμένα νοσοκομεία για να δει πώς λειτουργούν, αν έχουν ελλείψεις και εάν τηρείται η καθαριότητα. Μέχρι κι αν πλένονται οι κουβέρτες φρόντιζε.
          Τώρα έχουν περάσει δύο εβδομάδες από τη μέρα που άφησε την τελευταία του πνοή από καρδιακό έμφραγμα στο Ανατολικό Βερολίνο, όπου ζούσε ως πολιτικός πρόσφυγας. Η νεκρώσιμη ακολουθία έγινε στο Κρεματόριο του Βερολίνου, στην περίφημη Baumschulenweg, παρουσία επιστημονικών προσωπικοτήτων, εκπροσώπων του κράτους και πλήθος κόσμου. Η τελετή άρχισε με το εμβατήριο της «Ηρωικής Συμφωνίας» του Μπετόβεν και έκλεισε με το «Πένθιμο Εμβατήριο». Έπρεπε ωστόσο να περάσουν αρκετές μέρες μέχρι να δοθεί από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή η άδεια να ταφεί στην Ελλάδα. Προηγήθηκαν αλλεπάλληλα διαβήματα και, παρά το συγκινητικό τηλεγράφημα της Νίκης Κόκκαλη για την τελευταία επιθυμία του συζύγου της, ο πρωθυπουργός δεν θα υποχωρούσε αν δεν μεσολαβούσε η σύζυγός του Αμαλία Κανελλοπούλου-Καραμανλή. Ο λόγος; Η μητέρα της και πεθερά του πρωθυπουργού είχε χειρουργηθεί σωτήρια από τον γιατρό Πέτρο Κόκκαλη. Έτσι λοιπόν δόθηκε η άδεια και η σορός του Κόκκαλη μεταφέρθηκε οδικώς από το Ανατολικό Βερολίνο στην Πράγα και από εκεί, με ειδικά ναυλωμένο από την τσέχικη κυβέρνηση αεροπλάνο, έφτασε ύστερα από δεκατρείς μέρες μετά τον θάνατό του στο Ελληνικό.
          Ανάμεσα στο πλήθος που έχει κατακλύσει το Α’ νεκροταφείο Αθηνών βρίσκεται και ο γιατρός Σταμάτης Κρητικάς. Η τελετή κοντεύει να τελειώσει και ο κόσμος ψέλνει μες στη δυνατή βροχή τον εθνικό ύμνο. Στο τέλος όλοι χειροκροτούν φωνάζοντας: Πέτρο Κόκκαλη, δεν πέθανες! Ο γιατρός με την παρέα του πίνουν κονιάκ σε μια γωνιά, καπνίζουν και τον ακούνε με προσοχή να τους διηγείται πώς και πότε γνωρίστηκε με τον Πέτρο Κόκκαλη.
         
«Αρχές Απρίλη του '44 φύγαμε με τον πατέρα μου για το βουνό από τον σταθμό Λαρίσης, κάτω από τη μύτη των Ες Ες. Κάναμε δυο μέρες ταξίδι με το τρένο και τρεις μέρες πεζοπορία μέχρι να φτάσουμε στη Βίνιανη της Ευρυτανίας, την έδρα της ΠΕΕΑ. Στην αρχή με βάλανε να κάνω τον δάσκαλο στο δημοτικό σχολείο. Ένα πρωινό πήρα μήνυμα να αφήσω το σχολείο και να πάω να συναντήσω τον συναγωνιστή Πέτρο Κόκκαλη για να γίνω ο γραμματέας του. Με το που το άκουσα, άρχισαν να τρέμουν τα πόδια μου. Εγώ, ο πρωτοετής φοιτητής Ιατρικής, να συναντήσω έναν γιατρό από τους πιο σημαντικούς σε όλον τον κόσμο, έναν χειρουργό που μπορούσε να κάνει οποιαδήποτε επέμβαση, από το κρανίο ως τα πόδια, μέχρι και όγκους στο μεσοθωράκιο! Γιατί ο Κόκκαλης ήταν χειρουργός για όλες τις ειδικότητες: Ουρολογία, Κοιλίας, Γυναικολογία, Επανορθωτική, τα πάντα. Με αγωνία λοιπόν βάδισα τα λίγα μέτρα για το χωριάτικο σπίτι όπου έμενε ο καθηγητής. Έφτασα, ανέβηκα την ξύλινη σκάλα και χτύπησα την πόρτα. Μου άνοιξε ο φρουρός, ένα αμούστακο αγόρι, νομίζω πως τον λέγανε Παύλο. Είπα τον λόγο και περίμενα. Δεν ξέρω τι έκφραση είχα πάρει, τι χρώμα το πρόσωπό μου, όταν εμφανίστηκε μπροστά μου ο διάσημος γιατρός που, μόλις με είδε, χαμογέλασε. ''Καλώς το παιδί. Χαίρομαι που θα έχω κοντά μου έναν συνάδελφο, έναν νέο γιατρό''. Νόμισα πως ονειρεύομαι. Γιατρός εγώ; Συνάδελφος εγώ του ξακουστού καθηγητή; Έβαλε το χέρι του στον ώμο και με συνόδεψε μέσα. Μου έκανε εντύπωση που χαμογελούσε. Είχαμε μάθει πως εκείνον τον καιρό οι Γερμανοί, επειδή τους κακοφάνηκε πολύ που ο γερμανομαθής Κόκκαλης όχι μόνο δεν συνεργάστηκε μαζί τους αλλά ανέβηκε στο βουνό, τον είχαν επικηρύξει και σαν αντίποινα είχαν συλλάβει τον ογδονταοχτάχρονο πατέρα του, τον παλιό γυμνασιάρχη Σωκράτη Κόκκαλη. Στην αρχή τον γέρο τον έκλεισαν στα φοβερά κρατητήρια της οδού Μέρλιν και στη συνέχεια τον μετέφεραν στο στρατόπεδο στο Χαϊδάρι, όπου τον τάιζαν αλμυρές σαρδέλες. Αυτή η διατροφή τού προκάλεσε αύξηση της ουρίας και μέσα σε είκοσι μέρες πέθανε. Και τώρα ο γιος του χαμογελούσε καρτερικά και ενθαρρυντικά σ’ έναν φοιτητή...
          »Κοντά στον καθηγητή έμεινα αρκετό καιρό. Εγώ ήμουν ανέκαθεν ασθενικός τύπος και με την πείνα στην Κατοχή αλλά και τώρα στο βουνό είχα αδυνατίσει πολύ. Το συσσίτιό μας ήταν πολύ φτωχό. Κάθε μεσημέρι μια κουτάλα της σούπας κατσαμάκι, δηλαδή καλαμποκάλευρο με ίχνη σπορέλαιο, και κάποιο κρεμμύδι για μυρωδιά. Το ίδιο και για βραδινό. Το πρωί πίναμε τσάι βουνού με ζαχαρίνες που πουλούσε το μπακάλικο του χωριού».

          Οι φίλοι ακούνε τον Σταμάτη Κρητικά να τους μιλάει χωρίς να τον διακόπτουν. Ο κόσμος δεν αραιώνει από το κοιμητήριο, ούτε αυτοί λένε να φύγουν. Ο γιατρός τούς εξιστορεί τώρα πως κάποια φορά έτυχε να δει να περνάει μπροστά από το σπίτι του Κόκκαλη ένας δίσκος με φλιτζάνια του καφέ, ένα πιάτο μαρμελάδα και φέτες ψωμί· τα πήγαιναν σε κάποιον υψηλόβαθμο. Πήγε αμέσως και το είπε στον καθηγητή, επειδή τον έβλεπε πόσο υπέφερε κι αυτός από την πείνα. Μάλιστα τις ώρες που πεινούσε πολύ, το καταλάβαινε γιατί έτριβε με τα δάχτυλά του το μέτωπο. Όταν λοιπόν του ανέφερε αυτό με το δίσκο, ο καθηγητής σοβάρεψε και του είπε με αυστηρή φωνή να μιλάει μονάχα για ζητήματα που τον αφορούν, για τίποτα άλλο. Ήταν η μοναδική φορά που του μίλησε απότομα.
          «Στις 10 του Μάη μετακινηθήκαμε από τη Βίνιανη προς το Καρπενήσι και από εκεί στους Κορυσχάδες. Ένα πρωί, προτού φύγει ο Καθηγητής για τις εργασίες του Εθνικού Συμβουλίου, μου έδωσε μια ωραία ολόμαλλη ελβετική κουβέρτα, καρό άσπρη και πράσινη. Μου είπε να την ανταλλάξω με κάποια τρόφιμα, χωρίς όμως να μάθει κανένας πως είναι δική του. Με τα πολλά βρήκα κάποιον χωρικό, του είπα ότι αρρώστησα από πείνα και την αντάλλαξα με τρεις οκάδες μέλι αγνό, καρύδια ψίχα και ένα μεγάλο κομμάτι τυρί φέτα. Η κουβέρτα ήταν καινούργια και ο χωρικός την πήρε για προίκα στην κόρη του. Φεύγοντας μου έδωσε κι ένα σταρένιο ψωμί αρκετά ξερό για να μη μουχλιάσει. Το σούρουπο τα μετέφερα με προφυλάξεις στο σπίτι του καθηγητή. Είχε σκοτεινιάσει όταν άκουσα τα βήματά του στη σκάλα του σπιτιού. Όλος χαρά σηκώθηκα. Μπήκε στο δωμάτιο και, όταν με είδε να χαμογελάω, μου είπε: ''Λοιπόν, Σταμάτη, τα κατάφερες;'' Του είπα τα καθέκαστα και περίμενα να τον δω να ανοίγει το δέμα με τα τρόφιμα. Στο μεταξύ εμένα με είχε πιάσει τέτοια πείνα, που δεν έβλεπα την ώρα να πέσω με τα μούτρα στα φαγώσιμα. Ο καθηγητής κάθισε στο γραφείο και άρχισε την καθημερινή του δουλειά σαν να μην έτρεχε τίποτα. Κάποια στιγμή γύρισε, με κοίταξε και είπε: ''Εσύ, Σταμάτη, μπορείς να φας, δικά σου είναι''. Παρόλο που είχα ένα κούφιο δόντι και υπέφερα από πονόδοντο, έφαγα ψωμί, έκοψα ένα μεγάλο κομμάτι τυρί και το συνόδευσα με καρύδια. Ο καθηγητής με κοίταγε χαμογελαστός. Για να μου κάνει παρέα, έβαλε σ’ ένα πιατάκι λίγο μέλι, δυο τρία καρύδια και ίσα που τα δοκίμασε με ένα μικρό κουταλάκι.
          »Ύστερα από πολλά χρόνια, όταν απέκτησα με τη δουλειά μου χρήματα, έψαξα και αγόρασα μια παρόμοια κουβέρτα. Γιατί το έκανα; Για να την έχω και να τον θυμάμαι, να θυμάμαι τι άνθρωπος ήταν. Τέτοιον άνθρωπο δεν συνάντησα ούτε θα συναντήσω άλλον ποτέ στη ζωή μου».
          Από το συγκεντρωμένο πλήθος στο βάθος του νεκροταφείου ακούγονται φωνές: Να γυρίσουν ζωντανοί! Να γυρίσουν ζωντανοί! Οι πολιτικοί πρόσφυγες από την Τσεχία, την Τασκένδη, την Ανατολική Γερμανία, την Πολωνία, την Ουγγαρία. Να προλάβουν να κλείσουν τα μάτια στην πατρίδα τους, όπως δεν πρόλαβε ο Πέτρος Κόκκαλης.
  • Με κλικ ΕΔΩ διαβάστε και την ιστορία "Αθηνά, η προστάτιδα"
  • Πληροφορίες για τη ζωή και τη δράση του Πέτρου Κόκκαλη με κλικ ΕΔΩ


Κυριακή, 8 Ιουλίου 2018

"Το ποδόσφαιρο στη σκιά και στο φως".



Πρόκειται για το λυρικότερο ίσως βιβλίο που έχει γραφεί για ένα άθλημα: εδώ ο Γκαλεάνο αξιοποιεί το λογοτεχνικό του χάρισμα όχι για να μιλήσει για επαναστάτες και δικτάτορες, για τον ιμπεριαλισμό και την καταπίεση, μα για να μιλήσει, ως γνήσιος Λατινοαμερικάνος, για το πάθος του, για το ποδόσφαιρο. Γράφει ουσιαστικά την ιστορία της κουλτούρας του ποδοσφαίρου, τις λαμπρές του στιγμές, μα και τις σκιές του, όχι όμως από τη σκοπιά του διανοούμενου που αποστασιοποιείται από ένα μαζικό φαινόμενο και το ακυρώνει με τον λόγο του, μα από τη σκοπιά του του ανθρώπου που μιλάει γι’ αυτό που αγαπάει.
Ο Γκαλεάνο γράφει τη Βίβλο του ποδοσφαίρου. Πιάνει το νήμα από την αρχή, από τις ιστορικές απαρχές, μας μιλάει για τους κύριους πρωταγωνιστές του, για το γήπεδο, τους παίκτες και τους οπαδούς, για τις διοικήσεις, τις εφημερίδες και την τηλεόραση, για την εξέλιξη και την εξάπλωση του παιχνιδιού, τους κανόνες του, τις ιδιαιτερότητές του, τη χειραγώγησή του από τα οικονομικά συμφέροντα, τον εκφυλισμό του ενίοτε από τη σκοπιμότητα, το πέρασμά του από την εποχή της αθωότητας στη βιομηχανία του θεάματος. Σχεδιάζει όλο το πολυσύνθετο σύμπαν ενός αθλήματος-παιχνιδιού που η μαζικότητά του μόνο με το φαινόμενο της θρησκείας μπορεί να συγκριθεί. Μιλάει για τους παίκτες-μύθους, τον Γκαρίντσα, τον Πελέ, τον Πούσκας, τον Μαραντόνα, τον Εουσέμπιο, τον Κρόιφ ή τον Πλατινί, ώς και τον Ρονάλντο και τον Μέσι, περιγράφει γκολ και φάσεις που έμειναν στην ιστορία με μια παραστατικότητα που σε κάνει να νιώθεις ότι συμμετέχεις κι εσύ στο παιχνίδι, κάνει ντρίπλες ρίχνοντας ενίοτε την μπάλα στην πολιτική, ρίχνει ματιές στην ψυχολογία του ανθρώπινου μωσαϊκού του ποδοσφαιρικού σύμπαντος. Κι αυτή την ποδοσφαιρική Βίβλο τη χτίζει ψηφίδα - ψηφίδα, ιστορία - ιστορία, με ενδιάμεσους σταθμούς τις διοργανώσεις των Παγκοσμίων Κυπέλλων, με τελευταίο το Παγκόσμιο Κύπελλο της Βραζιλίας, το 2014.

Το "Ποδόσφαιρο στη σκιά και στο φως" πρωτοκυκλοφόρησε το 1995. Μα κάθε φορά που το βιβλίο επανεκδιδόταν, ο Γκαλεάνο "έπαιζε παράταση": συμπλήρωνε το κείμενο, προσθέτοντας ορισμένες νέες βινιέτες για όσα νεότερα συνέβαιναν στον κόσμο του ποδοσφαίρου, τα οποία εξάλλου παρακολουθούσε ανελλιπώς. Η παρούσα ελληνική έκδοση αποτελεί και την οριστική έκδοση αυτού του μοναδικού έργου: είναι σίγουρο πως, όταν ο αναγνώστης κλείσει και την τελευταία του σελίδα, θα βλέπει στο εξής το ποδόσφαιρο με άλλα μάτια. Καλό παιχνίδι, λοιπόν.