Σάββατο, 23 Απριλίου 2011

ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΤΕΧΝΕΣ ..... (6) Η μάνα του Χριστού

Χαρακτικό της Βάσως Κατράκη
Η ΜΑΝΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Πώς οι δρόμοι εβωδάνε με βάγια στρωμένοι,
ηλιοπάτητοι δρόμοι και γύρω μπαξέδες !
Η χαρά της γιορτής όλο πιότερο αξαίνει
και μακριάθε βογγάει και μακριάθε ανεβαίνει.

Της οργής και του μίσους τη θρέψαν οι αέρες
τη χαρά της λαοθάλασσας τούτης που βόγγει.
Πόσες νύχτες λεφκές, πόσες μάβρες ημέρες
οι κρυφές, οι μουγγές τήνε θρέψαν φοβέρες.

Α ! πώς είχα σα μάνα κ' εγώ λαχταρήσει
(είταν όνειρο κ' έμεινεν, άχνα και πάει)
σαν και τ' άλλα σου αδέρφια να σ' είχα γεννήσει
κι' από δόξες αλάργα κι' αλάργ’ από μίση !
Ένα κόκκινο σπίτι σ' αβλή με πηγάδι. . .
και μια δράνα γιομάτη τσαμπιά κεχριμπάρι. . .
νοικοκύρης καλός να γυρνάς κάθε βράδι,
το χρυσό, σιγαλό και γλυκό σαν το λάδι.

Κι' άμ' ανοίγεις την πόρτα με πριόνια στο χέρι,
με τα ρούχα γεμάτα ψιλό ροκανίδι,
(άσπρα γένια, άσπρα χέρια) η συμβία περιστέρι
ν' ανασαίνει βαθιά τ' όλο κέδρον αγέρι.
Κι' αφού λίγο σταθείς και το σπίτι γεμίσει
τον καλό σου τον ήσκιο, Πατέρα κι' Αφέντη,
η ακριβή σου να βγάνει νερό να σου χύσει,
ο ανυπόμονος δείπνος με γέλια ν' αρχίσει.

Κι ο κατόχρονος θάνατος θα ΄φτανε μέλι
και πολλή φύτρα θ' άφηνες τέκνα κι' αγγόνια
καθενού και κοπάδι, χωράφια κι' αμπέλι,
τ' αργαστήρι εκεινού, που την τέχνη σου θέλει.

Κατεβάζω στα μάτια τη μάβρην ομπόλια,
για να πάψει κι' ο νους με τα μάτια να βλέπει. . .
Ξεφαντώνουν τ' αηδόνια στα γύρω περβόλια,
λεϊμονιάς σε κυκλώνει λεπτή μοσκοβόλια.

Φέβγεις πάνω στην άνοιξη, γιέ μου καλέ μου,
Άνοιξή μου γλυκιά, γυρισμό που δεν έχεις.
Η ομορφιά σου βασίλεψε κίτρινη, γιέ μου,
δε μιλάς, δεν κοιτάς, πώς μαδιέμαι, γλυκέ μου!

Καθώς κλαίει, σαν της παίρνουν το τέκνο, η δαμάλα,
ξεφωνίζω και νόημα δεν έχουν τα λόγια.
Στύλωσέ μου τα δυο σου τα μάτια μεγάλα:
τρέχουν αίμα τ' αστήθια, που βύζαξες γάλα.
Πώς αδύναμη στάθηκε, τόσο η καρδιά σου
στα λαμπρά Γεροσόλυμα Καίσαρας να ’μπεις !
Αν τα πλήθη αλαλάζανε ξώφρενα (αλιά σου !)
δεν ήξεραν ακόμα ούτε ποιο τ' όνομά σου !
Κει στο πλάγι δαγκάναν οι οχτροί σου τα χείλη. . .
ολερά ξεσηκώσανε τ' άγνωμα πλήθη
κι' όσο ο γήλιος να πέσει και να ’ρθει το δείλι,
το σταβρό σου καρφώσαν κι οχτροί σου καί φίλοι.

Μα γιατί να σταθείς να σε πιάσουν ! Κι' ακόμα,
σα ρωτήσανε : «Ποιός ο Χριστός;» τι ’πες «Νά με !»
Άχ ! δεν ξέρει, τι λέει το πικρό μου το στόμα !
Τριάντα χρόνια παιδί μου δε σ' έμαθ' ακόμα !

Κώστας Βάρναλης
Από «Το φως που καίει» εκδ. ΚΕΔΡΟΣ 2003

Δεν υπάρχουν σχόλια: