Τρίτη, 22 Μαρτίου 2011

… και ένας αέρας ζεστός / γιασεμιά φορτωμένος,
/φυσάει βουρκωμένος.
/Λευκό μου γιασεμί,
/μη νυχτώσεις.

Ο Μιχ. Γκανάς στο βιβλιοπωλείο Σύγχρονη Εκφραση 21-3-2011


Ξεπέρασε κάθε προσδοκία η χθεσινή κοινή εκδήλωση του Βιβλιοπωλείου ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ και του ΤΡΟΦΩΝΙΟΥ ΩΔΕΙΟΥ με τιμώμενο πρόσωπο τον ποιητή Μιχάλη Γκανά.
Μια εκδήλωση που συγκίνησε με τον ποιητικό λόγο του Μ. Γκανά και τις αποδώσεις των ποιημάτων του από τους φίλους του βιβλιοπωλείου Αγραφιώτη Γιώργο, Βασιλική Κατσικογιάννη και Θεοχάρη Γιώργο ο οποίος μίλησε και για το έργο του ποιητή.
Που εντυπωσίασε με την άρτια εκτέλεση του μουσικού μέρους από τις καθηγήτριες του Ωδείου, Μπότση Κατερίνα(πιάνο), Πανουργιά Μαρία (κιθάρα), τους δεξιοτέχνες φίλους Γιώργο Πούλο (ούτι, λαούτο) και Θανάση Σαράντη στο ακορντεόν.
Που ενθουσίασε με την έξοχη ερμηνεία στο τραγούδι από την Κατερίνα Κώτσου (καθηγ. Του Ωδείου) και την Πέπη Θεοχάρη.

Μια εκδήλωση στην οποία και πάλι η ανταπόκριση του κοινού στο κάλεσμά μας ήταν πάνω από κάθε πρόβλεψη. 




Μια εκδήλωση που όπως τονίστηκε, γι άλλη μια χρονιά πραγματοποιείται με την ευκαιρία του γιορτασμού της Παγκόσμιας ημέρας ποίησης και συμπίπτει με εκατοντάδες άλλες που διεξάγονται σε όλη την επικράτεια έχει όμως την ιδιαιτερότητα να μην αποτελεί ένα πυροτέχνημα ή ένα ξεκομμένο γεγονός της συνολικής δραστηριότητας του βιβλιοπωλείου και του ωδείου, αλλά το αποκορύφωμα του σχεδιασμού τους και της ενασχόλησής τους με την ποίηση.


…ένας ακόμα λόγος για τον ποιητή Μιχάλη Γκανά

 Ας υπερασπιστούμε, λοιπόν, κι απόψε την Ποίηση, μέρα που είναι, την ώρα που οι στρατοκράτες κι οι πολεμοκάπηλοι χρησιμοποιούν την σημειολογία της προκειμένου να προϊδεάσουν τους λαούς για το πολύχρονο των πολεμικών τους ενεργειών: «Αυγή της Οδύσσειας» ονόμασαν την επέμβαση στη Λιβύη κι ακόμη ο Υπουργός Πολιτισμού να ζητήσει εξηγήσεις γι’ αυτή την ευτελιστική χρήση των ομηρικών επών.

Ας υπερασπιστούμε την Ποίηση, την ηθική, πάει να πει, των λέξεων, στο όνομα και στο έργο του ποιητή Μιχάλη Γκανά, που υποδεχόμαστε, απόψε, στη Λιβαδειά, στα πλαίσια του εορτασμού της Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης.

Ο Μιχάλης Γκανάς γεννήθηκε στον Τσαμαντά Θεσπρωτίας, στον συνοικισμό της Καμίτσιανης, το 1944. Το 1948 με την υποχώρηση των ανταρτών του Δημοκρατικού Στρατού από το βουνό της Μουργκάνας, πέρασε, ήθελε δεν ήθελε, το σύνορο, αντάμα με εκατοντάδες χωριανούς του, και βρέθηκε στο χωριό «Μπελογιάννη», στην Ουγγαρία, όπου παρέμεινε μέχρι το 1954, τον Φεβρουάριο, που επαναπατρίστηκε. Τέλειωσε το Γυμνάσιο στους Φιλιάτες κι από το 1962 ζει και εργάζεται στην Αθήνα, όπου κατέβηκε για να σπουδάσει Νομικά. Βιβλιοπώλης για μια δεκαπενταετία, συνεργάστηκε αργότερα με την Κρατική τηλεόραση ως επιμελητής λογοτεχνικών εκπομπών και σεναριογράφος. Από το 1989 μέχρι που συνταξιοδοτήθηκε εργάστηκε ως κειμενογράφος σε διαφημιστική Εταιρεία. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες, ενώ στίχοι του έχουν μελοποιηθεί από γνωστούς Έλληνες και ξένους συνθέτες: Μ. Θεοδωράκης, Ν. Μαμαγκάκης, Ν. Ξυδάκης, Δ. Παπαδημητρίου, Ν. Κυπουργός, G. Bregovic, A. Dinkjian κ.α.
Μετέφρασε τις "Νεφέλες" του Αριστοφάνη για το Θέατρο Τέχνης - Κάρολος Κουν και τους "Επτά επί Θήβας" του Αισχύλου για το ΔΗΠΕΘΕ Πατρών, καθώς και το «Άσμα Ασμάτων». Το 1994 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για το βιβλίο του "Παραλογή".

Εμφανίστηκε ως ποιητής το 1978, όταν ήταν 34 ετών, με τη συλλογή «Ακάθιστος δείπνος». Από τότε κυκλοφόρησαν οι συλλογές: «Μαύρα λιθάρια», «Γυάλινα Γιάννενα», «Παραλογή», «Τα μικρά», «Ο ύπνος του καπνιστή» και περιμένουμε την έκδοση της συλλογής «Άψινθος». Μετείχε ακόμη στη συλλογική έκδοση «Ανθοδέσμη», με ποιήματα και τραγούδια, μαζί με τους Δ. Καψάλη, Γ. Κοροπούλη και Η. Λάγιο. Το 1981 κυκλοφόρησε το πεζογράφημά του «Μητριά πατρίδα», ένα κείμενο μνήμης από την εξαναγκασμένη προσφυγιά στο τέλος του Εμφυλίου πολέμου, στην φουσκωμένη κατεβασιά της οποίας παρασύρθηκε, όπως προείπαμε, κι ο ίδιος, μικρό παιδί, δεντρί ξεριζωμένο αντάμα με τα ριζιμιά λιθάρια της φαμελιάς του, τον παππού και τη μάνα. Πρόσφατα μας χάρισε το βιβλίο με τίτλο «Γυναικών - μικρές και πολύ μικρές ιστορίες», με κείμενα πρόζας κεντημένα με τις λεπτές κλωστές της ποίησης. Έχουν, τέλος, εκδοθεί σε βιβλίο οι στίχοι του που μελοποιήθηκαν αλλά κι εκείνοι που περιμένουν να γίνουν τραγούδια.

Η ποίηση του Μιχάλη Γκανά, μπολιασμένη από το Δημοτικό τραγούδι, τον Σολωμό και τον Σεφέρη, μα κι απ’ τον Καρυωτάκη κι από κάποιους ελάσσονες του Μεσοπολέμου, έκανε την ταυτότητά της διακριτή από την πρώτη στιγμή που διαβάστηκε.

Τόπος της ποίησης του Μιχάλη Γκανά, απ’ όπου διαρκώς έρχεται κι όπου διαρκώς επιστρέφει –για να θυμηθούμε εδώ τον Σεφέρη και τον Σινόπουλο- είναι η μνήμη της παιδικής του ηλικίας, που μπορεί να νομίζουμε, από τη γνώση των βιογραφικών του στοιχείων, ότι είναι η μνήμη των όσων αποταμιεύτηκαν στην ψυχή του στο διάστημα που έμεινε στον πικρό τόπο της γενέθλιας γης, αλλά στην πραγματικότητα ορίζεται και οριοθετείται από την εισχώρηση αυτών των μνημονικών εγγραφών στον ασύνορο και άναρχο τόπο της μνημονικής φαντασίας

Στον πυρήνα της ποίησης του Μιχάλη Γκανά βρίσκονται οι έννοιες της αγάπης, του χρόνου, του θανάτου και της πατρίδας.

Ουσιαστικά, όλα τα χρόνια και μ’ όλα του τα βιβλία, ο Μιχάλης Γκανάς γράφει ένα ποίημα που έχει ένα, το ίδιο, θέμα: την γόνιμη μνήμη της παραγωγικά άγονης πικρής, αγροτοκτηνοτροφικής, πατρίδας, κοιταγμένη από τη θέση και την οπτική της νέας, ψυχικά άγονης, αστικής πατρίδας. Κι αν, ίσως, μπορούσαμε να διαλέξουμε έναν στίχο του για να τιτλοφορήσουμε το εν προόδω ποίημά του, αυτός μάλλον θα ήταν ο στίχος της «Παραλογής»:

βασιλικός πλατύφυλλης αποδημίας

όπου αποδημία είναι και η εν ζωή ξενιτειά και η ερωτική ξενιτειά, και η ψυχική ξενιτειά, και του γάμου, ίσως, η ξενιτειά, και η πνευματική ξενιτειά, και η ξενιτειά απ΄ τις θεμέλιες αισθητικές αξίες της ελληνικότητας, και, φυσικά, η ξενιτειά του Χάρου και του Κάτω κόσμου.
Κι αν θέλετε, ο βασιλικός αυτής της αποδημίας δεν είναι άλλος από την δραστική ευωδιά της μνήμης που δημιουργεί, σ’ όσους πονούν σε τέτοιες ξενιτειές, την επιθυμία για το νόστιμον ήμαρ, για την επιστροφή, μέσω της μνήμης, μέσω της ποίησης.
Ο Μιχάλης Γκανάς με τα ποιήματα και με τα τραγούδια του μας προτείνει έναν κανόνα για την αναζήτηση και την ανάγνωση της ελληνικότητας, έναν τρόπο να ψαύσουμε το ελληνικό μας πρόσωπο, να αισθανθούμε τον τρόμο της ανάγκης του, το ρίγος της αγάπης του, τον σπασμό του έρωτά του, την τρέλα της αποκοτιάς του, το χαμογέλιο της πικρής χαράς του, το ρέκασμα του χωρισμού σε ξενιτειά ή σε θάνατο, των βλεφάρων του το πετάρισμα ή το σφράγισμα κάτω από τις λάμψεις που σκορπά το αγγελικό και μαύρο φως σε τούτο το αλωνάκι που φυτρώσαμε και ζούμε.

Ο Μιχάλης Γκανάς αντλώντας από το αρτεσιανό της παιδικής, χωριάτικης, μνήμης του δεν μας προσφέρει τα ποιήματά του μονάχα ως ένα ποτήρι δροσερό νερό για να ξεδιψάσει ο λαβρωμένος αστικός μας λάρυγγας, αλλά ποτίζει το στεγνό παρόν καλλιεργώντας φύτρα ήθους στις βραγιές της κοινωνικής λειτουργίας της Τέχνης. Σε τούτο το μποστάνι της ποίησής του μας προσκαλεί να τονε συντροφεύσουμε, το τσίπουρο να πιούμε της καλής καρδιάς και της αγάπης.

Τέλος, ας κλείσω τούτη εδώ την αγαπητική κουβέντα για το φίλο μου με τα λόγια του ποιητή Ηλία Λάγιου, που μας άφησε άωρα, έτσι όπως τα διατύπωσε στο κείμενο «Επτά συνδικαλιστικά σχόλια για τον πολίτη Γκανά», στο περιοδικό Ωλήν το 1983:

Θα τοποθετούσα πολιτικά τον Γκανά στο επαναστατικό ρεύμα της σιωπής. Θα προσδιόριζα τη ρήξη του στην άρνηση της κυρίαρχης γλώσσας. Θα τον παρομοίαζα με γλυκόλαλο μενσεβίκο, πικραμένο ηπειρωτόπουλο, να παραδίδει το πνεύμα για τη σωτηρία μας, πρώτος πένης και ταπεινός ανάμεσά μας. 

Γιώργος Χ. Θεοχάρης
Λιβαδειά 21 Μαρτίου 2011

Αυτά προς το παρόν και θα επανέλθουμε με περισσότερο υλικό σε λίγες μέρες.



Δεν υπάρχουν σχόλια: