Τρίτη, 24 Ιουνίου 2008

Χρίστος Λάσκαρης, ένας ά γ ν ω σ τ ο ς ποιητής

Πέθανε την Τετάρτη 11 Ιουνίου 2008 ο διακεκριμένος Πατρινός ποιητής, Χρίστος Λάσκαρης σε ηλικία 77 ετών. Γεννημένος στο Χάβαρι Ηλείας, μεγάλωσε στην Πάτρα. Σπούδασε στην Παιδαγωγική Ακαδημία της Τρίπολης, αλλά δεν άσκησε ποτέ το επάγγελμα του δασκάλου. Ως τη συνταξιοδότησή του εργάστηκε στον Ασφαλιστικό Οργανισμό Αστικών Λεωφορείων Πατρών. Παράλληλα, αφοσιώθηκε στα Γράμματα και ειδικότερα στην ποίηση. Ποιητής της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς ήταν μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων ενώ ποιήματά του περιέχονται σε πολλές ανθολογίες και πολλά έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες όπως τα Γερμανικά, τα Ισπανικά, τα Πολωνικά, τα Πορτογαλικά κ.ά.
Ορισμένα από τα βιβλία του είναι: «Απόγευμα προς βράδυ» (2007), «Δωμάτιο για έναν» (2001), «Ποιήματα» (1978), «Να εμποδίσεις τις σκιές» (1982), «Ο ευτυχισμένος καιρός επέρασε» (1979), «Να τελειώνουμε» (1986), «Σύντομο βιογραφικό» (1991), «Ποιήματα» (1995), «Τέλος προγράμματος» (1997) καθώς και η συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων του το 2004.
Το 2007 του απονεμήθηκε το βραβείο Καβάφη.
Ο Χρίστος Λάσκαρης, ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους ποιητές, έδωσε έργο εξαιρετικό πέρα από τα φώτα της δημοσιότητας, έτσι όπως ταιριάζει στους αληθινούς ποιητές.
Καλό σου ταξίδι Χρίστο και καλήν αντάμωση.



Χρίστος Λάσκαρης,
ένας ά γ ν ω σ τ ο ς π ο ι η τ ή ς

«Φύλαξε στο κρυφό σεντούκι της ύπαρξής σου τη/ σιωπή»
Jose Ramon Ripoll: Η μοναδική ιδιοκτησία

«Όταν βρίσκω/ στη σιωπή μου ετούτη/ μια λέξη/
είναι σκαμμένη στη ζωή μου/ σαν άβυσσος»
Giuseppe Ungaretti: Αποχαιρετισμός

Η πρώτη μου επαφή με την ποίηση του Χρίστου Λάσκαρη οφείλεται στην ανάγνωση της Ανθολογίας Σύγχρονης Ερωτικής Ποίησης, των εκδόσεων Καστανιώτη, την οποία επιμελήθηκαν, το 1987, οι ποιητές Αντώνης Φωστιέρης και Θανάσης Θ. Νιάρχος, εκδότες του περιοδικού Η Λέξη.
Τα δώδεκα εκείνα, μικρής εκτάσεως, ποιήματα ερωτικού σπαραγμού και υπαρξιακής αγωνίας, ήταν αρκετά ώστε να μου συστήσουν έναν ποιητή με στέρεο λόγο. Ιδιαίτερη εντύπωση μου προξένησε τότε το ακόλουθο ποίημα:

Τη νύχτα όχι

δε θα μας την πάρουν,
δεν θα μας την πάρουνε,
αγαπημένη.

Με τα κορμιά τους,
όλο και πιο πολλοί
θα την υπερασπίζουν εραστές.


μέσα από τους στίχους του οποίου διαφαινόταν –λαμβανομένης υπ’ όψιν και της αμφισημίας σχετικά με τη λέξη «νύχτα» ως ενδιαίτημα των ερωτευμένων αλλά, κυρίως, ως τόπο και πεδίο προνομιακό της ποίησης- ότι ο ποιητής προσέφερε στον αναγνώστη τη δυνατότητα να νοιώσει την ποίηση σωματικά και να την υπερασπιστεί με το σώμα του, κάτι που έγινε, συν τω χρόνω, βεβαιότητα με κάθε νέο του γραπτό.

Ο Χρίστος Λάσκαρης επιλέγοντας τη μικρή φόρμα στολίζει τα ποιήματά του με λέξεις κοφτερές, με ρήματα ουσιαστικά, δίχως επίθετα πολλά και καλολογικά περιδέραια. Οι λέξεις διαλέγονται όχι για να στολίσουν το ποίημα αλλά για να το κάνουν ανθεκτικό να περπατήσει σίγουρα ο αναγνώστης πάνω του να πάει στην πέρα μεριά, να συναντήσει το γραμμένο του ή να επιχειρήσει να ξεφύγει. Λέξεις – αρμοί, λιθάρια ριζιμιά για να μπορεί κι ο ποιητής να ακουμπήσει:
Μικρές καθημερινές λέξεις.
Ο αναγνώστης δεν ξέρει
τι σταθήκατε για μένα.
Διαβάζει απλώς ένα ποίημα.
Λέξεις όπως η τελευταία πέτρα στα τοξωτά ηπειρώτικα γιοφύρια, αυτή στο κέντρο του τόξου που όταν μπει, αν έχει διαλεχτεί σωστά, στηρίζει όλο το οικοδόμημα, δίχως να ξεχωρίζει από τις υπόλοιπες, δίχως να είναι διακοσμητική ή διακοσμημένη αλλά μονάχα χρηστική. Και μέσα σε κάθε ποίημα να χτίζει ο ποιητής την ύπαρξή του για να στεριώνει ο λόγος του.
Απαλλαγμένα, λοιπόν, τα ποιήματα από κάθε περιττολογία, με τις απαραίτητες λέξεις μονάχα, και με το αίσθημα να προκύπτει τόσο άμεσα, ο αναγνώστης εξέρχεται μετά από κάθε ανάγνωση με την βεβαιότητα πως ό,τι διάβασε αφορούσε στη δική του πραγματικότητα.
Ο Χρίστος Λάσκαρης προσπαθεί να φθάσει από εκατό δρόμους στα όρια της σιγής –ο Καρυωτάκης αποτελεί, έτσι κι αλλιώς, μία από τις σταθερές της ποιητικής του μαθητείας. Κοπιάζει, στίχο το στίχο, να χτίσει το ποίημα με το πολύτιμο του ελάχιστου, ώστε, πολλές φορές, αυτό προβάλλει λες αχειροποίητο. Ακροβατεί σε βάραθρα σιωπής κάνοντας διαρκώς ασκήσεις λεκτικής οικονομίας για να πετύχει την κυριολεξία του.
Δεν θα ήταν υπερβολικό αν λέγαμε πως τελικός του στόχος είναι να κατορθώσει ένα ποίημα χωρίς λέξεις. Να κατορθώσει ποιήματα φτιαγμένα από ύλη σιωπής, για να μνημονεύσουμε και τον Νίκο Καρούζο, στον οποίο οφείλουμε και την ακόλουθη διατύπωση:
«Η τελευταία τέλεση της γλώσσας είναι η δημιουργική σιωπή. Τελική επιδίωξη της γλώσσας είναι η τελειοποίηση της σιωπής, η αγιότητα της σιωπής, το άφατο της σιωπής, όλων των εσωτερικών ερημώσεων το ανυπολόγιστο ζήσιμο»
Η σιωπή διατρέχει όλο το έργο του Χρίστου Λάσκαρη, είτε σαν σιωπηλή πορεία προς το αναπότρεπτο, είτε σαν σιωπή του τοίχου, αντικαθρέφτισμα του μοναχικού ανθρώπου, είτε σαν των ημερών μας το ποτάμι αυτό, που σίγησε, είτε σαν δυνατότητα καταφυγής (το καταφύγιο που φθονούμε –και πάλι ο Καρυωτάκης) για να μπορ(εί) στα ποιήματά (του) να σωπαίν(ει), είτε, ακόμη, σαν απελπισμένη απαίτηση απέναντι στη φλυαρία της ίδιας της ποίησης, απέναντι στην αναποτελεσματικότητα του λόγου και της τέχνης του λόγου ν’ αφηγηθούν το σπαραγμό του πονεμένου ανθρώπου:

Να σταματήσουν
οι μπαλλάντες και τα ποιήματα,
να γίνει επιτέλους σιωπή,
όπως εκείνη
που φέρνουνε το σκοτωμένο
στο ξυλοκρέβατο
κι ακούγεται η σπαραχτική κραυγή
μέσ’ απ΄ το σπίτι.


Περιγράφει τόσο αποτελεσματικά τη μοναξιά, τη θλίψη που γεννά, τη διαβρωτική επίδραση στην ψυχή μας, τη σιωπή –μιαν άλλη τώρα σιωπή- που επιβάλλεται από την έλλειψη ενός αντάξιου συνομιλητή, από την απουσία ενός αντάξιου ζώντος που να μπορεί ν’ ακούει.
Ας δούμε δύο σπουδές πάνω σε μιαν εικόνα μοναξιάς γραμμένες με διαφορά δύο, τουλάχιστον, δεκαετιών:

Σε ξέρω καλά σιωπή του τοίχου,
σ’ έχω γνωρίσει τα κρύα απογεύματα
όταν η μέρα γύριζε
κι ο ίσκιος σου
άρχιζε να δουλεύει
μέσα στην κάμαρα και την καρδιά.
Ήθελα κάποιον κοντά μου,
κάποιον ζωντανό, που να μπορώ να μιλήσω,
καθισμένον εκεί, στο κρεβάτι μου.
Μα δεν υπήρχε κανένας στο σπίτι.
Όλοι είχαν βγει
να σεργιανήσουν στη λιακάδα.


και 22 χρόνια αργότερα :

Τον τοίχο είχα απέναντι,
τον γκρίζο, γυμνό τοίχο.
Καθόμουνα και τον κοίταζα.

Σε κάποια στιγμή,
τον άκουσα να μου υπαγορεύει ένα ποίημα.

Το ποίημα μιλούσε για έναν τοίχο,
ένα, γκρίζο, γυμνό τοίχο-
και για κάποιον
που καθόταν αμίλητος και τον κοίταζε.


Έτσι, με τα χρόνια, η μοναξιά έγινε, δια της σιωπής, ποιητικός υποβολέας παράγοντας μια ποιητική ύλη η οποία δεν πνίγεται, βεβαίως, στην απογοήτευση αλλά επιμόνως, εικονοποιώντας τον πόνο, δείχνει τη ζωή και, προπαντός, μια ποίηση η οποία μας οικειώνει με τη φθορά και με το θάνατο και προσφέρεται ως αντίδοτο στην καταλυτική επίδραση του αναπότρεπτου της παρουσίας του. Γράφει ο Χρίστος Λάσκαρης «συνομιλώντας» με την Τέχνη του:

Είσαι εδώ
για να με προστατεύεις:
να εμποδίζεις τις σκιές να δράσουνε,
το θάνατο
να γίνει τρέλα.

κι ακόμη:

Μέσα μου κάτι άγνωστο
και σιωπηλό.

Όσο είναι καιρός
σε ποίημα
να το οδηγήσω.

Ν’ απομονώσω
τη σκοτεινή του δύναμη.

και τέλος, σ’ εκείνο το δηλωτικό της πεποίθησης του ποιητή για τη λειτουργία της ποίησης στη ζωή μας:

Γρά
φουμε ποιήματα σημαίνει
εμποδίζουμε το θάνατο,
δεν τον αφήνουμε να εκδηλωθεί.

Με λέξεις τον τυλίγουμε,
με όμορφα επίθετα.


Η ποίηση του Χρίστου Λάσκαρη μας προτείνει έναν σαφή, ευκρινή τρόπο ν α ε ί μ α σ τ ε με τα πράγματα, με τα υλικά στοιχεία της ζωής: τον έρωτα, το χρόνο, τον πόνο, το θάνατο. Μια ποίηση γεμάτη αγάπη και πένθος για την ύπαρξη.
Ο σεμνός, αξιοπρεπής, χαμηλόφωνος, ά γ ν ω σ τ ο ς –για τους πολλούς- ποιητής Χρίστος Λάσκαρης, με τα ποιήματά του περιγράφει τον πόνο του μοναχικού ανθρώπου απλά, τον αποκωδικοποιεί, τον ερμηνεύει, που θα πει: τον σμιλεύει, εξομαλύνει τις αιχμές του, τον γλυκαίνει, τον εξημερώνει, του δίνει μία ροπή προς το φως. Εξανθρωπίζει τη φρίκη της μοναξιάς, συρρικνώνει την απελπισία, περιορίζει τις διαστάσεις της, επιχειρώντας να την καταστήσει ανίσχυρη κι αυτό, εκτός των άλλων, είναι μια πράξη πολιτική. Κι όπως ο ίδιος δηλώνει:

Η ευτυχία του βρίσκεται στο γράψιμο
-καθώς φέρνει στο φως
αυτά τα ποιήματα-

και η ελευθερία του βρίσκεται στο γράψιμο,
και η αγάπη του για τον πλησίον.

Ο Χρίστος Λάσκαρης μας ζητάει το ελάχιστο που μπορούμε να του προσφέρουμε:

Αγώνα δίνω φίλε αναγνώστη,
αγώνα τρομερό.
Έρχομαι σώμα με σώμα.

Αν νικήσω
θα ωφεληθείς και συ.

Προσευχήσου λοιπόν για μένα.


Προσευχόμαστε να παραμείνει ά γ ν ω σ τ ο ς.

Γιώργος Χ. Θεοχάρης

Ο Γιώργος Χ. Θεοχάρης (Δεσφίνα Φωκίδος 1951) ζει στα Άσπρα Σπίτια Βοιωτίας και εργάζεται στην εταιρεία Αλουμίνιον της Ελλάδος. Τύπωσε τις ποιητικές συλλογές: Πτωχόν Μετάλλευμα, εκδόσεις Εμβόλιμον, 1990, Αμειψισπορά, εκδόσεις της Δημόσιας Βιβλιοθήκης Λεβαδείας, 1996, Ενθύμιον, εκδόσεις Καστανιώτη, 2004. Δημοσιεύει κείμενα λογοτεχνικής κριτικής και επιμελείται την έκδοση του λογοτεχνικού περιοδικού Εμβόλιμον.

Δεν υπάρχουν σχόλια: