Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2018

Τα ’παν άλλοι, ε;


Παραμονή Χριστουγέννων, την ώρα που το πέπλο της νύχτας άρχισε να τυλίγει την πόλη καταπίνοντας τα φώτα των καταστημάτων, με το βλέμμα καρφωμένο στο γι’ ακόμα μια χρονιά κατώτερο των προσδοκιών ταμείο, σε μια τελευταία αναμέτρηση με το άγχος των υποχρεώσεων και έχοντας την πλάτη γυρισμένη στην πόρτα του βιβλιοπωλείου, την άκουσα να μισανοίγει κι εκτός κάθε συνηθισμένης ωρολογιακής προθεσμίας μια ξέμπαρκη φωνούλα να ρωτάει «Να τα πω;»

Στο ξερό μου δίχως καν να γυρίσω, όχι , ανταπόκριση δεν πήρα και κίνηση δεν παρατήρησα, οπότε γυρίζοντας καρφώθηκα σε δυο μαύρα μάτια, σκέτο κάρβουνο, στο πάνγλυκο προσωπάκι ενός λιλιπούτειου Ρομά που γεμάτος παιδική αθωότητα και θλιμμένη συγκατάβαση ρώτησε ξανά κι έφυγε χωρίς να περιμένει απόκριση.

«Τα ’παν άλλοι, ε;»

Όσότου συνέλθω, αυτό το σπουργιτάκι του παγωμένου χειμώνα, είχε ήδη ξεμακρύνει.
Τρέχοντας, πίσω το κάλεσα, στη χούφτα του να εναποθέσω δυο τρεις καραμέλες που πρόχειρες είχα, ικανές όμως ν’ ανάψουν τα δυο του καρβουνάκια και να πλημμυρίσουν ευχαρίστηση το προσωπάκι του καθώς απομακρυνόταν ξετυλίγοντας τες στο πεζοδρόμιο.
Κι έτσι πιο ήρεμος τώρα αναπολώντας τη στιγμή, ανακαλύπτω ότι μετά από χρόνια τα Χριστούγεννα τούτα απόκτησαν μια ιδιαίτερη αξία χάρη σ’ ένα βλέμμα, μια ερώτηση και δύο καραμέλες.

Δεν υπάρχουν σχόλια: