Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2008

ΠΕΡΙ ΒΡΑΒΕΙΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ & ΛΕΣΧΩΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ

Τη δική του συνεισφορά στη συζήτηση που άνοίξαμε δίνει σήμερα ο Άρης Μαραγκόπουλος. Ο Κώστας Ακρίβος επανέρχεται με μια πρόταση που θα σκεφθούμε σοβαρά να υλοποιήσουμε και τα λίγα λόγια που μας έστειλε η ομάδα αναγνωστών ΜΕΛΟΜΑ έχουν ειδικό βάρος αφού προέρχονται από μια λέσχη αναγνωστών "ψαγμένη" που σίγουρα ξεχωρίζει.

Άρης Μαραγκόπουλος
συγγραφέας, μεταφραστής, κριτικός βιβλίου

Βραβείο αναγνωστών. Δύο θέματα σε ένα. Η ανάγνωση της λογοτεχνίας και η βράβευση κάποιου συγγραφέα.
Η ανάγνωση. Το επαναλαμβάνω με κάθε ευκαιρία: Η ανάγνωση, μια εμπειρία ζωής, καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από το σύγχρονο σχολείο που καθορίζει και τις λοιπές ζωτικές εμπειρίες όπως π.χ. τις συντροφικές σχέσεις: την τηλεόραση. Αυτό συμβαίνει σε όλον τον κόσμο. Όμως σε περιφερειακές χώρες όπως η Ελλάδα, με φονταμενταλιστικό / συντηρητικό προφίλ που σταθερά ντύνεται νεοπλουτίστικα χαρακτηριστικά, η ανάγνωση στην πλειονότητά της έχει μεταμορφωθεί σε ζάπινγκ του (περιορισμένου) ελεύθερου χρόνου. (Να μην παρεξηγηθώ: όσα λέω αφορούν την ανάγνωση της λογοτεχνίας και μόνο ή, πιο σωστά, της θεωρούμενης ως λογοτεχνίας.)
Αυτού του τύπου την ανάγνωση τροφοδοτεί μια πληθωριστική παραγωγή βιβλίων που θα μπορούσαμε να τα ορίσουμε χοντρικά ως «βιβλία κομμωτηρίου». Συγγραφείς χαμηλής παιδείας απευθύνονται σε αναγνώστες χαμηλής παιδείας και απαιτήσεων με ανάλογα υποπροϊόντα που οι εκδότες (αλλά και κάποιοι δημοσιογράφοι ακόμα και κάποιοι πανεπιστημιακοί) βιάζονται να τα ονομάσουν «λογοτεχνία» – γεγονός ανεπίτρεπτο σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες όπου π.χ. (για να δώσω ένα παρεμφερές παράδειγμα από άλλον χώρο) οι διαφορές ανάμεσα στο ταμπλόιντ και την εφημερίδα είναι ευδιάκριτες και σαφείς.
Η ανάγνωση στην Ελλάδα δεν αποτελεί ζωτική εμπειρία. Γι’ αυτό και η εκπαίδευση παιδεύεται με αδιάβαστα βιβλία και συγγράματα, γι’ αυτό και η Εθνική Βιβλιοθήκη είναι ανύπαρκτη, γι’ αυτό και στην πράξη δεν υφίσταται σχολική βιβλιοθήκη, γι’ αυτό και δεν υπάρχουν δανειστικές δημοτικές βιβλιοθήκες όπως σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο, γι’ αυτό και τα περισσότερα ελληνικά βιβλία για παιδιά είναι παιδαγωγικά απαράδεκτα κ.λπ.
Θυμάμαι που πριν ένα δύο χρόνια επισκέφτηκα τη Δημοτική Βιβλιοθήκη Βέρροιας που θεωρείται από πολλούς εξαιρετική ως προς την οργάνωση και τη διεύθυνσή της. Εξαιρετική ως προς τη χρήση σύγχρονης τεχνολογίας, ναι. Εξαιρετική ως προς τους χώρους που διαθέτει σε μια περιφέρεια, ναι. Αλλά τι θλίψη! Ο διευθυντής της με υπερηφάνεια μου έδειξε τα βιβλία που προτείνει η βιβλιοθήκη κάθε εβδομάδα (για το ομολογουμένως νεανικό της κοινό). Όπως μου εξήγησε αποτελούσε πιστή αντιγραφή της λίστας των ευπωλήτων στις εφημερίδες!
Αναγνωστική παιδεία δεν έχουμε. Ακόμα. Οι λέσχες ανάγνωσης, με ελάχιστες εξαιρέσεις, είναι συμπαθείς συνάξεις αναγνωστριών (κυρίως) που απασχολούνται με τα βιβλία του συρμού. Αυτό, με βάση τα παραπάνω, είναι απολύτως φυσικό. Και είναι απολύτως φυσικό να γοητεύονται αυτού του τύπου οι αναγνώστες από την ευκολία με την οποία μπορούν να προσεγγίσουν έναν Έλληνα (κυρίως μια ελληνίδα) συγγραφέα (είναι ο κανόνας) «που τους καταλαβαίνει και τον καταλαβαίνουν».

Τα βραβεία. Ας υπάρχουν όσα βραβεία θέλουν. Κανείς δεν μπορεί να τα απογορεύσει. Ένα βραβείο κρίνεται κάθε φορά που εκδίδει την ετυμηγορία του. Μ’ αυτόν τον τρόπο απαξιώθηκαν βαθμιαία τα κρατικά. Ένα βραβείο αναγνωστών που θα αποφασίζουν οι λέσχες ανάγνωσης θα είναι ένα βραβείο αναγνωστριών με τα τυπικά χαρακτηριστικά που μόλις ανέφερα.
Διακρίνω, σε όσους αναφέρονται σε αυτό το βραβείο, το άγχος να το προφυλάξουν ή να το εξασφαλίσουν –από τι; Από το «παραστράτημα» στα ευπώλητα; Γιατί να εκβιάσουμε τα πράγματα; Αυτή είναι η κυρίαρχη ανάγνωση στην Ελλάδα. Φτωχή, απαίδευτη, σμικρή.
Σε όλη τη χώρα δεν υπάρχουν πάνω από 10.000 αναγνώστες που αγοράζουν και διαβάζουν σε σταθερή βάση 2-3 βιβλία τον μήνα (παλιότερα αγόραζαν περισσότερα, τώρα η ακρίβεια…). Αναγνώστες όχι μόνον λογοτεχνίας αλλά κάθε είδους βιβλίου από βιβλίο για παιδιά έως δοκίμιο, Ιστορία, κ.λπ. Πώς αλήθεια θα μπορούσε να συλλέξει κανείς τις αληθινές και όχι διαμεσολαβημένες (από ΕΚΕΒΙ κ.λπ.) προτιμήσεις αυτών των «πραγματικών αναγνωστών»; Μόνον μέσα από μια ιδανική διαδικασία που θα κρατάει σε επίπεδο έτους (ώστε να ενημερώνεται η ευρύτερη αναγνωστική κοινότητα), θα δουλεύει διαδραστικά μέσα από το Διαδίκτυο κι όπου ο κάθε αναγνώστης δεν θα περιορίζεται σε ένα «μου αρέσει, δεν μου αρέσει» αλλά θα αιτιολογεί την άποψή του.
Ναι το (εξ ορισμού δημοκρατικό) Δίκτυο, μόνον αυτό, θα μπορούσε να εξασφαλίσει τη δημοκρατία των απόψεων. Αλλά προσοχή! Τη δημοκρατία μόνον. Όχι την αξιοκρατία. Τα βραβεία είναι καθρέφτης της κοινωνίας που τα μοιράζει, καθρέφτης της κυρίαρχης ανάγνωσης. Αν η κυρίαρχη ανάγνωση γοητεύεται από τις «μαμάδες των βορείων προαστίων» γιατί τα βραβεία θα πρέπει να μεροληπτούν επ’ αυτής της προτίμησης; Εξάλλου δεν έχουν κανένα παιδευτικό ρόλο. Κανένα. Προσπορίζουν μόνον οικονομικά, μικρά οφέλη, στους εμπλεκομένους. Τίποτε άλλο.
Ας μην εθελοτυφλούμε. Κατά τη χώρα και η ανάγνωσή της. Κατά την ανάγνωση και οι βραβεύσεις.

O Άρης Mαραγκόπουλος έχει εκδώσει περισσότερα από δέκα βιβλία πεζογραφίας και κριτικής, και ισάριθμες μεταφράσεις (από τα γαλλικά και τα αγγλικά). Γράφει κριτική βιβλίου και ιδεών στoν Tύπο και στα σχετικά με τη λογοτεχνία περιοδικά. Ιδρυτικό στέλεχος των εκδόσεων «Τόπος» όπου και διευθύνει το τμήμα λογοτεχνίας.Mερικά από τα πιο γνωστά του βιβλία: Ulysses, Oδηγός Ανάγνωσης (χρηστική ανάγνωση του Οδυσσέα του Τζέιμς Τζόις, εκδ. Κέδρος 2001, επανέκδοση: εκδ. Τόπος 2008). Oι Ωραίες Hμέρες του Bενιαμίν Σανιδόπουλου (μυθιστορία, εκδ. Kέδρος 1998). Τα Δεδομένα της Ζωής μας (επιστολική νουβέλα, εκδ. Ελλ. Γράμματα 2002). Αγάπη, Κήποι, Αχαριστία (μυθιστορία, εκδ. Κέδρος 2002). Pωσία, 100 Xρόνια (φωτογραφικό λεύκωμα, εκδ. Pιζάρειο Ίδρυμα / Ίδρυμα Σταύρου Nιάρχου, 2002). Γλυκειά Επιστροφή, (ομόκεντρα διηγήματα, εκδ. Eλλ. Γράμματα 2003). Διαφθορείς, Eραστές, Παραβάτες (δοκίμιο για τη νεοελληνική πεζογραφία, εκδ. Eλλ. Γράμματα 2005). Tελευταία του βιβλία: το μυθιστόρημα H μανία με την Άνοιξη (εκδ. Ελλ. Γράμματα 2006, Τόπος 2009), το λεύκωμα με φωτογραφίες από το αρχείο Κ. Μεγαλοκονόμου Η άλλη Ελλάδα 1950-65 (εκδ. Τόπος 2007), και το μυθιστόρημα True Love.

*Ο Άρης Μαραγκόπουλος έχει προσκληθεί στο βιβλιοπωλείο μας και έχει μιλήσει για τα παρακάτω θέματα:
- Ο ρόλος των διανοουμένων στη νέα τάξη πραγμάτων (1999)
- Το παραβατικό σπίτι του Γιάννη Ρίτσου (2003)
- Ο Οδυσσέας του Τζ. Τζοϋς (2004)

Κώστας Ακρίβος, συγγραφέας

Η προτίμηση του Γιώργου Θεοχάρη στη συλλογή διηγημάτων του Ηλία Κεφάλα με βρίσκει απολύτως σύμφωνο. Πρόκειται για γραφή ήθους και εξαιρετικού αφηγηματικού ύφους. Όσο για τα βραβεία: μήπως θα ήταν προτιμότερο η πρόθυμη ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ να φιλοξενήσει έναν διάλογο το φθινόπωρο γύρω από αυτό το θέμα; Και ο καθείς τα όπλα του!

Η ομάδα αναγνωστών που εκφράζεται στο blog ΜΕΛΟΜΑ σχολίασε.


Είχαμε ανεβεί κι εμείς στη Θεσσαλονίκη και παρακολουθήσαμε τις συζητήσεις περί Λεσχών. Οι προβληματισμοί περί του βραβείου, του πώς δίνεται και το τί κερδίζουν ο αναγνώστης και ο συγγραφέας είναι ακόμα ζωντανοί μέσα μας. Απαντήσεις επαρκείς δεν δόθηκαν στη Θεσσαλονίκη. Τις ψάχνουμε ακόμα.

Αυτά για σήμερα. Ο διάλογος θα συνεχίζεται όσο εσείς θα τοποθετείστε.

3 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Ο Μισέλ ντε Μονταίν, οι κίνδυνοι της ανάγνωσης και των βραβείων

Πιστεύω, ότι τα βραβεία είναι για να ικανοποιούν τη ματαιοδοξία του συγγραφέα. Είναι κι αυτοί άνθρωποι με σάρκα και οστά και δεν είναι αδιάβροχοι από τις ανθρώπινες αδυναμίες. Ωστόσο, η λογοτεχνία προχωρούσε πάνω απ’ όλες τις εφήμερες αξιολογήσεις.
Νομίζω ότι «οι αναγνώστες» δίνουν καθημερινά το βραβείο τους με τις εκατοντάδες χιλιάδες πωλήσεις συγκεκριμένων ευπώλητων. Ο χρόνος βέβαια θα κάνει τη δουλειά του και θα αποδώσει δικαιοσύνη, εντάσσοντας τα σημαντικά στον λογοτεχνικό κανόνα και ρίχνοντας τα υπόλοιπα στη χωματερή της λήθης. Επειδή όμως ο χρόνος αργεί, πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας στον αναγνώστη. Όχι με το ερωτευμένο βλέμμα της λατρείας και της κολακείας που του απευθύνει η αγορά, αλλά για να αναδείξουμε τον «επαρκή αναγνώστη» -«Un suffisant lecteur»- για τον οποίο μίλησε ο Μονταίν, πατέρας του δοκιμίου και φανατικός φίλος των βιβλίων.
Ο ίδιος μάλιστα, σε αντίθεση με τον σημερινό καταναλωτή βιβλίων , ο οποίος θα πρέπει να δρασκελίσει στα βιβλιοπωλεία πάνω από τις στοίβες των ευπώλητων για να φτάσει στα πίσω ράφια, όπου παραμένουν στα αζήτητα τα σημαντικά βιβλία, θα παραμένει ένα πρότυπο και θα αντιπροσωπεύει πάντα έναν άλλο τύπο αναγνώστη, του λόγιου και καλλιεργημένου ανθρώπου της Αναγέννησης, ο οποίος έχει άριστη γνώση της κλασικής γραμματείας, εκφράζει τις αμφιβολίες ή τον σκεπτικισμό του, αναζητά την αλήθεια ή την πλάνη της ζωής και της γραφής.

Μάκης Καραγιάννης, συγγραφέας
συνεκδότης του περιοδικού "ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ"

Grandman είπε...

Mάκη, συμφωνώ απολύτως με το σχόλιό σου. Ο ανθρωπιστής αναγνώστης, ο homo universalis, δεν έχει ανάγκη τα βραβεία. Αυτός απλώς διαβάζει.

ΜΑΚΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ είπε...

Άρη σε χαιρετώ

Κατ' αρχήν σήμερα ανακάλυψα το ωραίο μπλογκ σου!!

Η ανάλυση που κάνεις είναι πολύ ενδιαφέρουσα. Οι αναγνώστες αποτελούν τον καθρέφτη της κοινωνίας. Την εικόνα αυτή έρχεται να επιδεινώσει η αγορά που επιβάλλει τους δικούς της κανόνες.

Μπορεί η κριτική των εφημερίδων, των περιοδικών και των μπλογκ να ανατρέψει αυτήν την κατάσταση;

Από τη σχετική συζήτηση στην φετινή έκθεση βιβλίου για τα λογοτεχνικά περιοδικά, τα μηνύματα είναι μάλλον απαισιόδοξα.
Αυτή είναι και η δική μου αίσθηση.