Σάββατο, 8 Σεπτεμβρίου 2012

Θερινά υποκατάστατα κουλτούρας

 
Το κείμενο που ακολουθεί υπογράφεται από την Έλσα Λιαροπούλου και δημοσιεύτηκε στις ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ της ΑΥΓΗΣ στις 20/7/2003. Διατηρεί απόλυτα την επικαιρότητά του. Αν κάτι έχει αλλάξει μάλλον είναι προς το χειρότερο …

Της Έλσας Λιαροπούλου

Συχνά γίνεται λόγος, κι όχι χωρίς αίσθημα ικανοποίησης, για την αποκέντρωση της πολιτιστικής ζωής, κυρίως στη διάρκεια του καλοκαιριού. Τονίζεται επιπλέον ότι στην επαρχία γίνονται εκδηλώσεις που δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από τις αντίστοιχες της πρωτεύουσας. Μάλιστα ποιοτικοί καλλιτέχνες που σέβονται τον εαυτό τους φροντίζουν να περιλάβουν στο θερινό πρόγραμμά τους εκδηλώσεις ανά την Ελλάδα που συνδυάζονται με τις διακοπές τους. Αυτή η "πολιτιστική" έκρηξη τείνει να κυριεύσει το πανελλήνιον, συνοδεύεται από μπύρες και ψητό αρνάκι και δημιουργεί στους ανθρώπους της περιφέρειας την ψευδαίσθηση πως δεν χρειάζεται να κάνουν οι ίδιοι κανένα βήμα, ο πολιτισμός έρχεται προς αυτούς, γεμίζει τα γήπεδα και τα πολιτιστικά κέντρα προς δόξαν του θεάματος.
Κι αν ωστόσο υπάρχουν μερικοί που βλέπουν με συγκατάβαση τέτοιου είδους καλλιτεχνικές εκφράσεις, ως εκείνοι οι θεατές του Καβάφη στο ποίημα "Αλεξανδρινοί βασιλείς" που αντιμετωπίζουν την ανία τους κλείνοντας με συναίνεση το μάτι στην αισθητική ελαφρότητα, ουσιαστικά αποστασιοποιημένοι από τα δρώμενα, έχει καλώς. Με τους άλλους όμως τι γίνεται; Εκείνους που εντάσσουν τα κάθε λογής φεστιβάλ και τις πολιτιστικές εκδηλώσεις στην καθημερινότητά τους όπως το μπανάκι, τη βραδινή βόλτα και το ουζάκι στην παραλία; Εκείνους που έχουν την αίσθηση ότι αυτές οι επιδερμικές, ανούσιες, ασήμαντες, επαναλαμβανόμενες κάθε φορά και με χειρότερο τρόπο εκδηλώσεις τούς κάνουν μέτοχους αυτού που με την ευρεία έννοια ονομάζουμε πολιτισμό;
Δυστυχώς ή ευτυχώς, για να λειτουργήσει ένα πνευματικό έργο δεν αρκεί να το περιφέρει κάποιος, ακόμη και με τις καλύτερες προθέσεις, από 'δώ κι από 'κεί. Η πρόσληψη της τέχνης προϋποθέτει βαθιές διεργασίες, απαιτεί γόνιμο, ρητό κι άρρητο διάλογο με το κοινό, κοινό όχι περιστασιακό κι ακατέργαστο αλλά μάχιμο, ενεργητικό και απαιτητικό, ικανό να αντισταθεί στην ελαφρότητα και στα συναισθηματικά φορτία με τα οποία προσπαθούν να το συνθλίψουν, και ουσιαστικά να το χειραγωγήσουν, εθνικοί τροβαδούροι, πολιτιστικοί σύλλογοι, σοβαροφανείς θίασοι, φιλόδοξοι, ταλαντούχοι και μη, καλλιτέχνες, οι οποίοι προσβλέπουν σε κάποια μικρή ή μεγάλη επιχορήγηση που θα τους ξελασπώσει οικονομικά. Διότι, όπως είναι επόμενο, στη δόξα δεν μπορούν να προσβλέπουν, ακόμη και στην εφήμερη, μιας και τα ακατέργαστα γούστα ικανοποιούνται εύκολα, ξεχνάνε ωστόσο εξίσου εύκολα και στρέφονται σε καινούργιες προτάσεις που θα κορέσουν παροδικά την υπερκαταναλωτική μανία, που έχει κυριεύσει και χώρους όπως η τέχνη, τα έργα της οποίας de facto αναδεικνύονται από την επιβίωσή τους μέσα στο χρόνο.
Και τι πρέπει λοιπόν να γίνει; Η περιφέρεια είναι καταδικασμένη σε πνευματική λιμοκτονία και σε περιστασιακές αποδράσεις προς το κέντρο, για να κλέψει κάτι από την απόλαυση, την αισθητική και την λύτρωση που παρέχει απλόχερα η επαφή με την γνήσια τέχνη; Δυστυχώς, όσο η πολιτιστική αποκέντρωση γίνεται με εγκληματική προχειρότητα, όσο υποβόσκει πίσω από την επίφαση του ενδιαφέροντος μια τεράστια υποτίμηση για την επαρχία, που την ενισχύει η απληστία, κι όσο οι ίδιοι οι πνευματικοί και υποψιασμένοι άνθρωποι της περιφέρειας δεν παρεμβαίνουν και δεν παίρνουν στα χέρια τους την πνευματική ζωή του τόπου τους, δεν μπορεί να καλυτερεύσει τίποτα. Αντίθετα, θα ενισχύονται οι παμφάγοι, υπερκινητικοί καταναλωτές της τέχνης, που με μια επίπλαστη διαρκή ευφορία θα τρέχουν από εκδήλωση σε εκδήλωση μέσα σε πλήρη ψυχική και πνευματική αδράνεια.
Σε κάποιες επαρχιακές πόλεις βέβαια υπάρχει πλαίσιο συσπείρωσης γύρω από ανθρώπους και σχήματα που νοιάζονται για την παιδεία και τον πολιτισμό. Στη Σάμο εκδίδεται το λογοτεχνικό περιοδικό |Απόπλους|, στην Κοζάνη η |Παρέμβαση|, στα Άσπρα Σπίτια το |Εμβόλιμον|, στη Λιβαδειά έχει σοβαρές πολιτιστικές προτάσεις το βιβλιοπωλείο "Σύγχρονη έκφραση". Σε αυτές τις πόλεις και γύρω από περιοδικά και βιβλιοπωλεία γίνεται ανοιχτός διάλογος με το κέντρο επί ίσοις όροις, καλλιεργείται το κατάλληλο τοπίο για να αναδειχθεί η πνευματική αναζήτηση της περιφέρειας, οι αγωνίες των καλλιτεχνών και των διανοούμενων. Αργά αλλά σταθερά έχει δημιουργηθεί μια παράδοση, χωρίς την οποία, κατά τα ψέματα, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει δημιουργία, έχει διαμορφωθεί ένα κοινό, μικρό αλλά απαιτητικό, το οποίο δεν μπορεί να ικανοποιηθεί με τα πολιτιστικά υποκατάστατα που αφειδώς παρέχουν στο πανελλήνιον επίσημοι και ανεπίσημοι φορείς. Βεβαίως η τέχνη απευθύνεται στο αίσθημα. Το εκλεπτυσμένο όμως, όχι το ακατέργαστο.
Όσο η πολιτεία ποντάρει στο δεύτερο, "κουλτούρα να φύγουμε" όπως πρόσφατα άκουσα να λέει προκλητικά αμφισβητίας έφηβος.

|Η Έλσα Λιαροπούλου είναι φιλόλογος και πεζογράφος|

Δεν υπάρχουν σχόλια: