Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2012

Μπορώ να πω μόνο, κι αυτό μπορώ να το πω με σιγουριά, ότι είμαι αποφασισμένη να πάρω τη ζωή μου πίσω, κι ότι είμαι με όσους αγωνίζονται για το ίδιο.


Οι άνθρωποι της γενιάς μου είμαστε μαθημένοι να μας παίρνουν την μπουκιά από το στόμα. Οι ιστορικές συγκυρίες τα έχουν φέρει έτσι ώστε να ξεγελαστούμε και να διαψευστούμε πολλές φορές – στο παρά πέντε πάντα. Όσοι δηλαδή γεννηθήκαμε από τέλη δεκαετίας 60 έως μέσα δεκαετίας 80, πες…

Οι γονείς μας ήταν η πρώτη γενιά ζευγαριών που παντρεύτηκαν από έρωτα, με φρέσκιες ιδέες περί ισότητας και παιδαγωγικής, οπότε φυσικά πολλοί από εμάς ζήσαμε όχι απλώς βίαιες αλλά και αλλοπρόσαλλες καταστάσεις ως παιδιά. Έπρεπε όμως να πιστεύουμε πως είμαστε τυχεροί κι ότι τα είχαμε όλα. Πιστεύαμε ότι γύρω στα είκοσι – εικοσιπέντε θα γνωρίσουμε την καλή μεγάλη σχέση, τον μεγάλο αμοιβαίο έρωτα, θα παντρευτούμε (όχι αμέσως, βέβαια, αλλά μόλις στρώσουμε καριέρα και ωριμάσουμε και ξεφοβηθούμε τη δέσμευση), ότι θα κάνουμε παιδιά. Αντί γι’ αυτό γίναμε η πρώτη γενιά που εφηύρε το «δεν είμαι για σχέσεις», το «μόνο οι βλάχοι, οι κατίνες και οι μικροαστοί θέλουν παιδιά», «χαλαρά, μωρέ», το «δεν έχουμε υπογράψει συμβόλαιο». Αλλά εντάξει, δεν πείραζε, άλλωστε είχαμε να κοιτάξουμε την καριέρα μας. Ειδικά όσοι από εμάς πήγαν ΤΕΙ ή πανεπιστήμιο το είχαμε σίγουρο τι μας περίμενε: καριέρα για τους τολμηρούς, μόνιμη δουλειά για τους πιο συντηρητικούς. Μόλις τελειώσαμε –λίγο πριν, λίγο μετά– η κατάσταση ξαφνικά άλλαξε και το μεταπτυχιακό έγινε απαραίτητο. Δια βίου εκπαίδευση κι έτσι. Είπαμε, δεν πειράζει, πρόκληση. Πέσαμε με τα μούτρα στην κατάρτιση, στη μετεκπαίδευση, κάναμε δεύτερο και τρίτο αντικείμενο, γλώσσες, κακό, μόνο και μόνο για να αντιληφθούμε κάμποσα χρόνια μετά πως τα προσόντα μας προκαλούν απλώς ειρωνικά σχόλια στους πιο πολλούς εργοδότες. Όσοι είχαν γνωριμίες και μπήκαν κάπου συμβασιούχοι θεωρήθηκαν τυχεροί, μόνο και μόνο για να απολυθούν ή να πέσουν από τα 1000 στα 500 ευρώ μόλις είχαν βάλει τη ζωή τους σε μια τάξη. Κάμποσοι άφρονες, που είχαν το θράσος να κάνουν οικογένεια, γύρισαν πίσω στο παιδικό τους δωμάτιο. Πότε στους γονείς του ενός, πότε στου άλλου, στο τέλος ο καθένας στους γονείς του… Άλλοι πάλι δεν εγκατέλειψαν ποτέ το παιδικό τους δωμάτιο, κι όχι από ανωριμότητα. Δεν θα αναφερθώ καν σε όσους πήραν στεγαστικό δάνειο.

Φαίνεται όμως πως ούτε αυτό φτάνει. Πρέπει να εκμηδενιστούμε κι άλλο. Δεν αρκεί να πληρωνόμαστε 300 ευρώ για δουλειά 18 ωρών τη μέρα. Πρέπει να υποφέρουμε κιόλας. Να μας προσβάλλουν, να μας μισούν, εξευτελιζόμαστε, να κινδυνεύουμε, να υποφέρουμε με χίλιους δυο τρόπους. Και να τρωγόμαστε μεταξύ μας γιατί κάπου πρέπει να ξεσπάσουμε. Όταν σκέφτομαι πως σχεδόν όλα όσα κερδήθηκαν σε 300 χρόνια γκρεμίστηκαν σε 3 πανικοβάλλομαι. Άλλες μέρες πάλι με πιάνει το αγωνιστικό και το αισιόδοξο – αλλά να κάνω τι; Χωρίς όπλα μπορείς να πολεμήσεις, χωρίς στόχο όμως; Αυτή τη φορά ο εχθρός μοιάζει αόρατος.


Ξεκίνησα να μιλάω για τους συνομηλίκους μου, αλλά η σκέψη μου στην πορεία πήρε άλλο δρόμο. Μας πήραν πολλά, ανεξαρτήτως ηλικίας. Σ’ εμάς στο παρά πέντε, στους νεότερους ήδη από το μαιευτήριο, στους μεγαλύτερους στα πίσω πίσω. Μας τα παίρνουν όμως ένα ένα και δεν αντιδρούμε. Ακόμα και τώρα, κατά βάθος ελπίζουμε ότι όλα αυτά είναι προσωρινά, ελπίζουμε σε ένα θαύμα, ελπίζουμε ότι εμείς τουλάχιστον θα τη βολέψουμε. (Δεν πρόκειται). Άλλοι πάλι, επαληθεύοντας το ρητό «ο λύκος στην αναμπουμπούλα χαίρεται», το παίζουν μικροκαρχαρίες και κοιτάνε να βγάλουν κέρδος από το μπάχαλο. (Δεν πρόκειται).


Οι φιλόλογοι λέμε στους μαθητές μας πως «όταν γράφουμε έκθεση που αναφέρεται σε ένα κοινωνικό πρόβλημα, στο τέλος προτείνουμε λύσεις ή τρόπους αντιμετώπισης. Συνοπτικά ή αναλυτικά, εξαρτάται από το θέμα». Αλλά δε θα το κάνω. Προτροπές και παραινέσεις σε σκεπτόμενους ανθρώπους που γνωρίζουν καλά τι θέλουν είναι περιττές. Μπορώ να πω μόνο, κι αυτό μπορώ να το πω με σιγουριά, ότι είμαι αποφασισμένη να πάρω τη ζωή μου πίσω, κι ότι είμαι με όσους αγωνίζονται για το ίδιο.
 Νεφέλη Καλογεροπούλου
Πρώτη δημοσίευση: Bittersweet symphony

Δεν υπάρχουν σχόλια: