Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2016

Μια ιστορία! Απλή. (Ανέκδοτο διήγημα της Ελένης Πριοβόλου)


Μια ιστορία! Απλή.
της Ελένης Πριοβόλου

Η γριά Αστερία-Αστέρω κατά την αντίληψη των συγχωριανών- ανέβαινε κάθε μέρα στο παλιό εγκαταλειμμένο χωριό!
Αυτό λόγιαζε για τόπο της και ας κατοικούσε στο καινούριο χωριό από το ‘48.
Εκεί άφησε τις παιδικές της μνήμες-κάτι φωτοσκιάσεις ξυπόλυτες μα γελαστές-εκεί τους φόβους της  εκεί τις ψυχές των γονιών της που σφαγιάστηκαν στον εμφύλιο από τους Χίτες.
Δυο ώρες δρόμος, ανηφορικός μα δεν τον καταλάβαινε! Γερή κράση. Τα γόνατα λίγο την σταματούσαν αλλά η καρδιά της είχε μεγάλες αντοχές.
«Όταν την καρδιά την ταΐζεις αγάπη, γίνεται γερή σαν το μάλαμα. Αν την ταΐζεις κακία τότε φουσκώνει σα μπαλόνι και σκάει», έλεγε χαριτολογώντας στον αγροτικό γιατρό που την εξέταζε.
Τη συνάντησα στην αρχή της διαδρομής. Για το αληθές της έστησα καρτέρι πληροφορημένη πως πάει κάθε μέρα στο παλιό χωριό –το φάντασμα κατά τα παιδιά-για να ρίξει σπονδές στους νεκρούς της.
«Εσύ που πάς;»
Με ρώτησε σα να ήθελε να μου κάνει έλεγχο.
«Πάω στο χωριό φάντασμα!»
«Φάντασμα είσαι και φαίνεσαι», μου απάντησε και προπορεύτηκε.
Την έφτασα. Και μήπως μπορούσα; Έφευγε αέρας γριά γυναίκα.
«Μη με παρεξηγείς κυρούλα. Μου είπαν ότι εσύ θα μου δείξεις τα κατατόπια.»
«Και τι να τα κάνεις;»
«Έχω κάτι εκεί. Μια κληρονομιά!
Στάθηκε. Γύρισε, με κάρφωσε με το βλέμμα. Βλέμμα κεραυνός. Σαΐτα.»
«Ποιανού είσαι και κληρονόμησες στο Πάνω!
Εννοούσε το πάνω χωριό.
«Είμαι εγγονή το δασκάλου. Του Αλέκου…
Δεν πρόφτασα να πω επίθετο και στάθηκε. Με κομμένη την ανάσα μου μίλησε.
«Του κυρ Αλέκου; Του δασκάλου μου; Τι λες κοπέλα μου; Έλα, έλα δω να σε πάω γω μέχρι την πόρτα. Είναι το μόνο σπίτι στο χωριό που δεν μπήκανε διάολοι. 
Κατά τη διάρκεια της ανηφορικής διαδρομής μου εξομολογήθηκε τα πάντα. Όσα ήθελα να μάθω. Δεν τη διέκοψα ούτε λεπτό. Ρουφούσα λέξεις και αναπνοές. Ρυθμός συρτός ενίοτε μπάλος. Άλλοτε τσάμικος αργός, όταν έμπηγε το μαχαίρι στο κόκκαλο.
«Ήτανε μέσα στο αδελφοσκοτωμό. Φόβος; Να τρέμει το φυλλοκάρδι σου  μέρα  νύχτα.  Οι Χίτες είχαν αρχίσει τα αίσχη τους. Κατέβαιναν οι αντάρτες τους λιανίζανε και ξανά μανά από την αρχή. Την πλήρωναν οι φαμελίτες. Έτσι φάγανε τον πατέρα μου και τη μάνα μου, επειδή βοηθούσαν τους αντάρτες να ξεπαστρέψουνε το Γερμανό. Μείναμε μοναχά μας τρία παιδιά με τον παππού και τη γιαγιά. Άσε τι να λέω πίνα και των γονέων. Ώσπου μια μέρα, χειμώνας, νύχτα, ένας αέρας ένα κρύο ένα κακό, ακούστηκε θόρυβος ίσαμε τα ουράνια. «Ξαναφέρανε τους γερμανούς», είπε ο πάππος, «ια να μας γλυτώσουνε από τους δοσίλογους». Σε λίγο άρχισε να χτυπάει η καμπάνα. Συνέχεια χτυπούσε στην κατοχή. Ακούγαμε καμπάνα και λέγαμε για κακό είναι. Και όμως ήταν για κακό αυτή τη φορά. Έπεσε λέει ένας βράχος, ξεκόλλησε από το φρύδι του βουνού-βλέπεις κει πάνω το βουνό-και πλάκωσε μια στάνη. Να μένουμε στην εκκλησία επειδή θα πέσει ολόκληρο το βουνό και κει που είναι η εκκλησία δεν έχουμε ανάγκη. Ο δάσκαλος φώναζε: « ψέματα, ψέματα! Εγώ από το σπίτι μου δε βγαίνω.»  Κράτησε μέσα τη φαμίλια. Τη μάνα σου εννιά χρονώ και το θειό σου έντεκα. Παίζαμε με τα παιδιά του δασκάλου. Ε, τι να μολογάω. Την άλλη μέρα μας στείλανε τα ΤΕΑ. Για προστασία τάχα. Το δάσκαλο τον πιάσανε και τον στείλανε εξορία. Κλείσανε τα παιδιά στη Παιδούπολη, ούτε τα ματάδαμε. Χήρος ήτανε ο δάσκαλος. Η βάβω σου έφυγε από τύφο μέσα  στην Κατοχή. Άμα ήθελε ας μίλαγε κανένας. Μας λέγανε ότι θα πέσει το βουνό. Να αφήσουμε τα σπίτια μας και να κατεβούμε στην κοιλάδα. Δύσκολο να αφήσεις τη ζωή σου. Αμά πέφτανε συνέχεια κοτρώνες. Όταν έβρεχε και μπουμπούνιζε έρχονταν τα λιθάρια κατεβασιά.  Πιστέψαμε. Πήραμε τα πράματά μας, τα φορτώσαμε και φύγαμε. Μας έδωσε το κράτος γη, φτιάξαμε σπίτια, τι σπίτια! Ήρθε ένας εργολάβος, πήρε τα μέτρα και τα έκανε όλα μια κοψιά. Που εκείνα τα σπίτια που κάνανε οι πετράδες! Με τα χρόνια μάθαμε την αλήθεια. Όταν γύρισε ο δάσκαλος από το ξερονήσι μας τα είπε. Τα τόπια στο κάτω χωριό ανήκανε σε έναν παράγοντα και τσιφλικά. Τα έκανε με το κράτος πλακάκια και το  έπεισε με τους  μεσάζοντες να τα δώσει για απαλλοτρίωση και να πιάσει την αποζημίωση. Δε λέω όνομα. Γιατί η φαμίλια είναι σήμερα μεγάλη και τρανή. Ε, αυτός έστειλε τα ΤΕΑ- να μας φυλάνε τάχα- αλλά αυτοί οι ίδιοι  ρίχνανε τη νύχτα τις κοτρώνες για να μας πείσουν ότι θα πέσει το βουνό στα κεφάλια μας.  Να ποιοί μας κυβερνάνε ακόμα.
Φτάσαμε! Σπίτια ανάερα τοποθετημένα στις μνήμες. Δίπατοι πέτρινοι σκελετοί. Με λότζιες, φουρναριά, χαγιάτια. Χαμένα στις διαθέσεις των καιρών. Από κάθε άνοιγμα ξεπετιούνταν κλαριά από αλυγαριές, αγριοσυκιές, αμυγδαλιές. Σπίτια σκέλεθρα βορά της άγριας χλωρίδας. Μουριές, αμυγδαλιές και καρυδιές. Παντού πέτρα και χώμα.  Κοπάδια αγριοκάτσικα βοσκούσαν αμέριμνα μέσα στα σπίτια.
Ήσυχος που ήταν ο θάνατος! Μονάχα τα τζιτζίκια δε σταματούσαν το κρετσέντο.
Μου έδειξε το σπίτι του παππού. Άθικτο. Θα έλεγα, τηρουμένων των αναλογιών.
«Οι άλλοι, οι έξυπνοι, ήρθαν και έβγαλαν τα πορτοπαράθυρα για να τα χρησιμοποιήσουν. Ο δάσκαλος τα άφησε. Κλειδαμπάρωσε απλώς το σπίτι του και έφυγε. Κανένας δεν αποκότησε να το διαγουμίσει. Μα εσύ, της πόλης μου φαίνεσαι. Τι δουλειά έχεις εδώ.
Την κοίταξα. Δεν είχα κανένα λόγο να μασήσω τα λόγια μου.»
«Δεν έχω σπίτι ούτε δουλειά», είπα. «Ότι μου έχει απομείνει είναι αυτό το σπίτι και το κτήμα!»
«Ένεκα η κρίση καθώς λέει η τηλεόραση;  Αχ! Να μας κόψανε τις συντάξεις. Δε πάει στο καλό. Την υγειά μας να έχουμε. Και τι θα κάνεις κοπέλα μόνη δω πάνω.»
«Θα αναστήσω τους πεθαμένους», είπα γελώντας. «Θα δω. Θα το μελετήσω.»
Είδα και μελέτησα. Το εγκαταλειμμένο χωριό είχε νερό. Όλα τα άλλα θα τα έκανα σιγά! Είχα ένα τίποτα και βρέθηκα με κάτι.
Αμυγδαλιές, καρυδιές και θέληση. Χρειάστηκε χρόνος και δουλειά. Αμά το πείραμα άρχισε να πετυχαίνει, όταν μια ομάδα αρχαιολόγων ήρθε μετά από εκκλήσεις στην "πολιτεία των νεκρών", να αναπαλαιώσει το ναό των Ταξιαρχών του 12ου αιώνα,-άγνωρη εκκλησιά- και ο εγγονός της κυρά Αστερίας ήρθε να ανοίξει τον καφενέ του προπάππου του!
Ένεκα η κρίση! 

Η Ελένη Πριoβόλου γεννήθηκε στο Αγγελόκαστρο Μεσολογγίου. 
Σπούδασε πολιτικές επιστήμες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Γράφει αναζητώντας την ευρυθμία και την καθαρότητα του λόγου. Η τάση να αναπαριστά με σύμβολα τον κόσμο τη στράτευσε στο παραμύθι, το οποίο υπηρετεί επί είκοσι τρία έτη.Αγαπάει πολύ τα παιδιά και στα βιβλία της προσπαθεί να πλησιάσει τον παιδικό κόσμο και την ευαίσθητη παιδική ψυχή. 
Το μυθιστόρημά της για ενήλικες, "Όπως ήθελα να ζήσω" (Καστανιώτης, 2009) τιμήθηκε το 2010 με το "Βραβείο Αναγνωστών του ΕΚΕΒΙ". Έχει καταθέσει δεκαοχτώ βιβλία για παιδιά και εφήβους και τρία μυθιστορήματα για μεγάλους.

Με κλικ ΕΔΩ ανατρέξτε στην ενότητα ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΕΡΓΑ και διαβάστε αδημοσίευτα διηγήματα γνωστών συγγραφέων που τα εμπιστεύονται στο blog του βιβλιοπωλείου μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: