Πέμπτη 4 Ιανουαρίου 2018

Η πρωτοχρονιά του Κωνσταντή: του Κώστα Ε. Μπέη

Αντίδωρο στην παραλαβή - όταν εκδόθηκε - του βραβευμένου βιβλίου μας ΔΙΣΤΟΜΟ 10 ΙΟΥΝΙΟΥ 1944 - ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ στο οποίο συμμετέχει με κείμενό του στην ενότητα λογοτεχνικές προσεγγίσεις, αποτέλεσε, η αποστολή από τον καθηγητή πολιτικής δικονομίας Κώστα Ε. Μπέη της συλλογής διηγημάτων του Η ΠΗΓΗ ΠΟΥ ΔΑΚΡΥΖΕΙ ΤΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ. 
Ένα από τα αυτά τα υπέροχα διηγήματα με τίτλο "Η πρωτοχρονιά του Κωνσταντή" χαραγμένο στην μνήμη μας φιλοξενούμε στη σημερινή μας ανάρτηση.

Η πρωτοχρονιά του Κωνσταντή 
του Κώστα Ε. Μπέη

Μαύρα σύννεφα σκέπαζαν πυκνά όλον τον ουρανό. Κάτωθέ τους η θύελλα φυσομανούσ' ακάθεκτη. Μια ξεχαρβαλωμένη λαμαρίνα στη σκεπή του ορνιθώνα πρόσθετε τον σχετικά ασθενικό της πάταγο μέσα στο γενικό ορυμαγδό, καθώς ο άνεμος τη χτυπούσε όλο και πιό βίαια πάνω στο σαρακοφαγωμένο ξύλινο πλαίσιο, απ' όπου είχε πιά ξεκαρφωθεί.
Μεσάνυχτα προπαραμονής Πρωτοχρονιάς.
Οι καλικατζαραίοι κι όλα τ' άλλα τα στοιχειά, μαζί κι οι δαίμονες, γυροβολλούν, εδώ και ένα μήνα, κάθε νυχτιά, σε στενούς συνοικιακούς δρομίσκους και σε υγρές στέγες, αδιάκριτα, χαμηλοτάβανων καλυβιών και πολυόροφων μεγάρων. Όπως κάθε χρόνο, τέτοια εποχή, έως των Φώτων, οπόταν βγαίνει ο ιερέας με την αγιαστούρα του και με τον τίμιο Σταυρό, και ψέλνοντας «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου, Κύριε», τα απωθεί πισώπλατα και τα διασκορπίζει πέρα κατα τον παγερό βοριά, στ' άγρια Τάρταρα, απ' όπου ροβολήσαν.
Μα πιό πολύ γυροβολλούν τα ξωτικά κι ασχημονούν ξεδιάντροπα τούτη τη θλιβερή Πρωτοχρονιά, καθώς ο τόπος, πελιδνός, ξεπροβοδίζει αυτό το μαύρο έτος, 1941 - γένοιτο, Κύριε, να μή μας ξαναβρεί ποτέ.
Η πείνα είχε απλώσει το πένθιμό της φάσμα, προτού ακόμη καταφτάσει, πρωτόγνωρη κι αφόρητη, η βαρυχειμωνιά. Πρίν να αγκυλωθούν απο ανίατα κρυοπαγήματα, γέροι, μεσόκοποι και τρυφερά παιδιά. Κρυοπαγήματα, που επιτείνονταν απ' την αβιταμίνωση κι απο την ασιτία. Μα πρίν απ' όλες τούτες τις φριχτές και απροσμάχητες πληγές του σύγχρονου καταραμένου Φαραώ, νεκροπομποί αγέρωχοι, είχαν διαπεράσει άδειους απο ανθρώπους δρόμους και πλατείες σκοτεινά οχήματα και παταγώδη τρίτροχα, με σιδερόφραχτους ιππότες, που ξέρασε η κόλαση μιας κάθε άλλο παρά φανταστικής Αποκαλύψεως: Straίen gespert! Alles bleibt zu Hause von 8 bis 7. άbertreter werden auf der Stelle erschossen[1]!
Άν μπορούσε τότε κανεις - πράγμα αδύνατο, παρα μόνο για τολμηρούς πιλότους Stukas και Spitfire - να πετάξει πάνω απο τα μαύρα σύννεφα που έκρυβαν το σκοτεινό ελληνικό ουρανό, θα είχε και εκεί την αίσθηση πως ξωτικά και δαίμονες κατέκλυσαν και τα ουράνια. Γιατι κι εκεί θ' αφουγκραζότανε παράδοξους θορύβους, απόμακρες καμπάνες και οχλοβοή. Και θ' άκουγε κι εκεί κραυγές μυστηριώδεις, συνθήματα, παιάνες και οργή λαού, να ξεπετάγοντ' απο χρόνους μακρινούς. Χρόνους ιερούς και δίσεκτους απο το παρελθόν. Και χρόνους αδιόρατους, πού 'ναι γραφτό να έρθουν. Άγνωστο πότε.
Τέτοιες στιγμές, που μανιασμένα το ανεμοβρόχι χτυπάει σε στεριές και θάλασσες, τότε, μαζί με τα εξωτικά, βρίσκουν την ευκαιρία να ξεχυθούν στον ουρανό, πάνω απο τα σκοτεινά και τα πυκνά τα σύννεφα, φωνές μυστηριώδεις, που δέν μπορεί πιά ή δέν μπορεί ακόμη να συλλάβει ανθρώπου αυτί ή έκτη αίσθηση: «Ελιά - ελιά - και Κώτσο βασιλιά!» Κι ακόμη, απο πιό κοντά, σαλπίσματα και ιαχές και νικητήριοι πολεμικοί παιάνες: «Στ' άρματα, στ' άρματα, εμπρός στον αγώνα, για τη χιλιάκριβη τη Λευτεριά ...» Και πιό μακριά αγριωπές φωνές: «Απόψε - πεθαίνει - η Δεξιά!» Κι ακόμη πιό απόκοσμα, απο τα πέρατα του ουρανού, άλλες κραυγές ν' αντιφωνούν πιό αδιόρατα: «Αέρα - αέρα - να φύγει η χολέρα!»
Όλα τα πάθη τ' άγρια, που συνταράσσουνε αυτόν τον έρμο τόπο, και δέν τονε αφήνουνε, ούτε στιγμής χαλάρωση, να ανασηκωθεί, να πιάσει και να νοικοκυρευτεί. Να μείνει απερίσπαστος με τα ειρηνικά του έργα. Και ν' ανεβάσει δυό σκαλιά ψηλότερα τούτο το χαμηλό επίπεδο ποιότητας ζωής ...
Πάντα ξεχύνονταν τ' ανόσια στοιχειά τούτες τις άγιες μέρες. Μα πιό θρασύθωρα και αχαλίνωτα, τούτην την πρώτη σκοτεινή Πρωτοχρονιά της αναπάντεχής μας Κατοχής.
Απο νωρίς, λίγο μετά το σούρουπο, είχαν ξαπλώσει ο Κωνσταντής και η Φανή. Τα ψηλοτάβανα κι ευρύχωρα δωμάτια του νέου τους σπιτιού ήτανε όλα παγωμένα. Ξύλα ή κάρβουνα για σόμπα δέν υπήρχαν. Άναβαν στο μαγκάλι την πυρήνα, απο καρβουνιασμένα θρύψαλα ελιόσπορων, και προσπαθούσανε να την κρατήσουν φλογερή με τα χρυσόχαρτα απο συσκευασίες των τσιγάρων προπολεμικές, που ποτέ η Φανή δέν πέταγε.
Στο σπίτι το λάδι είχε αποτελειώσει απο εδώ και ένα μήνα. Λίγο μετά που έδωσαν σ' εναν περαστικό αγρότη τα γαμήλιά τους δαχτυλίδια, ανταλλάσσοντάς τα για δίλιτρη φυάλη με λάδι όλο μούργα και οξέα. Μ' αυτό το λαδάκι λίπαιναν τα χόρτα που περιμάζευ' η Φανή απ' τους αγρούς, στην περιφέρεια της μικρής τους κωμόπολης. Τα έβραζε, και προσπαθούσε να χορτάσει και να ξεγελάσει τη βουλιμία των παιδιών, πού 'ταν επάνω στην ανάπτυξή τους. Μαζί και τη δική τους πείνα, τη θεριστική, του άντρα της και τη δική της.
Τώρα στο διπλανό κρεβάτι και τα δυό της τα παιδιά, έκαιγαν στον πυρετό, άρρωστα με βρογχοπνευμονία. Ο γιατρός, παλιός οικογενειακός τους φίλος, φυσικά δίχως καμία πληρωμή για την επίσκεψη, δέν είχε γράψει συνταγή για φάρμακα. Γνώριζε πως στα φαρμακεία της φθίνουσας κωμόπολης, τον ανελέητο τούτο χειμώνα του '41, φάρμακα δέν υπήρχαν. Ίσως στη μαύρη αγορά, μ' αντάλλαγμα χρυσαφικά. Μ' αυτά είχανε πιά ξεπουληθεί, και άλλα δέν υπήρχαν σ' αυτό το σπίτι του άλλοτε φέρελπι νέου και ήδη άπραγου δικηγόρου.
- «Βραστό κοτόπουλο», διστακτικά τους είχε ψιθυρίσει ο γιατρός. Και είχε σπεύσει ν' αποσώσει: «άν βέβαια μπορέσετε και βρείτε ...»

Κοιτάχτηκαν με πένθιμη αμηχανία ο Κωνσταντής και η Φανή. Πού να βρεθεί κοτόπουλο τέτοιους πικρούς καιρούς;
Μα η Φανή ήτανε πεισματάρα. Αγύριστο κεφάλι. Κι απο νωρίς το άλλο το πρωϊ, με το που άνοιξαν οι δρόμοι, ξεκίνησε πεζή για τα τριγύρω τους χωριά, με δέμα φορτωμένο στην εύθραυστή της πλάτη και πόνους σουβλερούς. Μέσα στο δέμα τύλιξε δύο επιτραπέζιες του πετρελαίου λάμπες, σωστά κομψοτεχνήματα με φίνα πορσελάνη και τροχισμένο κρύσταλλο. Κι ακόμη, μέσα στο κομπόδεμα, το νυφικό της φόρεμα, με το λευκό το πέπλο και τους σταχτείς λεμονανθούς, καθώς και τα 'ποδήματα, τα νυφικά, τα ψηλοτάκουνα. Πήρε και μια σακούλα χοντρό αλάτι, δέκα με δώδεκα κιλά. Της είχε απομείνει απο την περασμένη τη χρονιά. Τότε που είχε αλατίσει τις σαρδέλες στο δοχείο, για νοστιμιά στις πράσινες σαλάτες.
Την περασμένη τη χρονιά ... Πόσο μακριά την ένιωθε. «Την εποχή εκείνη τη χρυσή», όπως συνήθιζαν να ομιλούν γι' αυτήν. Είναι αλήθεια πως και τότε βρίσκονταν σε πόλεμο. Μα ο στρατός μας νίκαγε και είχε αποδιώξει τους εισβολείς, τους Ιταλούς, οπούθε είχαν έρθει, στ' απάτητα βουνά της Αλβανίας. Τότε δέν είχανε ακόμη αισθανθεί, τί πάει να πεί δεινά πολέμου. Τουλάχιστον, όχι στις πόλεις.
Λίγο πιό πρίν απο το μεσημέρι, την προπαραμονή της Πρωτοχρονιάς, είχε πιά καταφτάσει η Φανή στα πρώτα σπίτια του κοντινότερου στην πόλη τους χωριού. Στ' Αφράτι. Καθώς πλησίαζε την εξωτερική αυλή μιας χαμηλόχτιστης κι αφρόντισης στην όψη αγροικίας, την υποδέχθηκαν γαυγίσματα σκυλιών, ανάκατα με κακαρίσματ' απο κότες ζωηρές και πετεινάρια.
Έσπρωξε θαρρετά την ετοιμόρροπη αυλόπορτα. Προχώρησε, και τα σκυλιά όρμησαν καταπάνω της. Μα δέν εδείλιασε σαν κοντοστάθη.
Στην παραστάδ' απο το μαγειρείο στεκόταν σκοτεινή κι αμίλητη η γυναίκα του σπιτιού. Παρέκει, στο σκαμνί, μία γριά είχ' απορροφηθεί σε μακρινούς δικούς της λογισμούς.
Σκοτεινά σχήματα και παταγώδη τρίτροχα, με σιδερόφραχτους ιππότες [σελ. 30].
- «Καλή σας μέρα και καλή χρονιά!», πλησίασε καλόκαρδ' η Φανούλα.
- «Καλ' μέρα σ',» άφησε απο τα σφιγμένα στενά χείλη της να ακουστεί - περισσότερο υπόκωφο σφύριγμα - η γυναίκα του σπιτιού.
«Σαν τί μαθές επιθυμιείς και κόπιασες κατα του φτουχικό μας;»
- «Για ένα κοτοπουλάκι ήρθα», συνέχισε απτόητ' η Φανή, ρίχνοντας λαχταριστή ματιά προς το κοπάδι με τα πουλερικά, που βόσκαγαν ελεύθερα μέσ' στην αυλή και κακαρίζανε κουνάμενες γύρω στα πετεινάρια.
- «Δέν είν' για πούλ'μα», της έκοψε τη φόρα η γυναίκα του σπιτιού. «Τσι θέλιουμι για μάς.»
- «Σε παρακαλώ, κυρά μου, κάν' το για ψυχικό. Έχω βαριά άρρωστα και τα δυό μου τα παιδιά. Μου το πρόσταξ' ο γιατρός. Και στην, πόλη μας, στην αγορά δέ βρίσκω».
- «Σάματις δέν του ξιέρου; Θαρχούσουνα, μαθές, σαν λάχαινε και διέν μι είχις την ανάγκη σ'; Σάμπως ιρχόσουνα πουτές, πρίν απο τουν πούλεμο; Τότες που κατεβγαίναμι ιμείς κάθε Δευτέρα στου παζάρι, να σας πουλιήσουμι του μόχθου μας; Ισύ και οι παρούμοιές σου, δέν καταδεχούσασταν μήτε να πατήσιετε του πουδαράκι σας στα πεζουδρούμια της αγουράς. Καθούσασταν ολημερίς ιμπρός εις τους καθρέφτες και καμαρώνατε σα γύφτικα σκεπάρνια την ουμουρφιά σας - τρουμάρα να σας έρθει! Κι στέλνατε τσ' αντρούς σας να ψουνίσουνε. Κι αυτοί μας κάνανε παζάρια. "Ακριβά τά 'χεις τ' αυγά, κερά μου. Πιό φτηνά να μου δώκεις τα χουρταρικά. Τα μισά για τσι ελιές θε να πλερώσω." Κι σκύβαμι ιμείς του κιφάλι. Και πλέρωναν οι άντροι σας μισουτιμίς. Μας ρώτηξες τότες, κερά μου, άν του δικού μου του π'δί πεινούσ' ή ήντουνα άρρουστο; Τότις πίθανε ου δικούς μου γιός απου χτικιό. Τούρα ήρθ' η θεία δίκη. Να χτικιάσουν τα δικά σας τα π'διά. Χάσου το λεπόν στουν αγύριστο. Και να μήν ξαναδιαβείς την πούρτα του σπιτιού μ'.»

Σκυλοδαρμένη έσυρε αμίλητ' η Φανή τα πόδια της και έφυγε απ' τ' αφιλόξενο υποστατικό. Τόσο σκληρά, είναι αλήθεια, δέν τηνε αποπήραν πουθενά, στις άλλες αγροικίες. Μα ούτε πάλι βρήκε πρόθυμη ανταπόκριση, να ανταλλάξει έστω και ένα μόνο κουτορνίθι με την πολύτιμη πραμάτεια, που είχε δέσει στο μεγάλο το σεντόνι και είχε φορτωθεί στην πονεμένη πλάτη, την ανήμπορη.
Αφού διαβήκε, πόρτα με πόρτα, όλα σχεδόν τα σπίτια του πρώτου του χωριού, ύστερα ανηφόρισε, πάντα πεζή, το μονοπάτι για το παραπέρα. Και απ' εκεί, ακόμη άπραγη, για τ' άλλο. Και μετά, ξανά, όλο πιό πέρα.
Αργά τ' απόγευμα, σ' απόμερ' ορεινό χωριό, την εσπλαχνίσθη ο παπάς. Όμως η παπαδιά εξέτασ' απο πρίν καχύποπτα, ένα προς ένα, όλα τα ανεκτίμητα κειμήλια του μεγάλου κομποδέματος, ώσπου τελικά, με αργόσυρτα βήματα να διαλέξει και να της δώσει για αντάλλαγμα το πιό λιγνό κι αδύναμο πουλερικό, έν' αρρωστιάρικο ορνίθι, που σίγουρα θα της ψοφούσε σε μία δύο μέρες, άν το κρατούσε κι έμενε στα χέρια της.

Βαριά εξάπλωσ' η Φανή στα κρύα τα σεντόνια. Η μέση την πονούσε άσπλαχνα με δυνατές σουβλιές. Τα πόδια της δέ βρίσκαν ησυχία στο άνετο κρεβάτι. Ζήτησε απ' τον άντρα της, τον Κωνσταντή ενα ποτήρι δροσερό νερό απ' το κανάτι. Και σαν το ήπιε, σχεδόν δίχως πνοή, του είπε τα καθέκαστα.
Δαγκώθηκε ο Κωνσταντής. Τώρα, για πρώτη του φορά, ερχόταν, πρόσωπο με πρόσωπο, με την πικρή αλήθεια αντιμέτωπος: πως και αυτός, δίχως επίγνωση, ήτανε, τόσα χρόνια, ενας μικρός τροχός μεσ' στο μεγάλο το μηχανισμό της εκμετάλλευσης ανθρώπου απο άνθρωπο. Τώρα το θύμα είν' αυτός. Μαζί κι η οικογένειά του. Μα αρκετό καιρό, ώς ένα χρόνο πρίν, αυτόν, το φουκαρά διανοούμενο, με τις γνωστές ιδεολογικές εξάρσεις για του λαού το δίκιο και την προκοπή, τον βλέπαν άλλοι - πιό φτωχοί απ' τη δική του βιοπάλη - σαν καλοπερασόπουλο, τον άνθρωπο της πόλης, που μουντζουρώνει τα χαρτικά κι εκμεταλλεύεται τον τίμιο ιδρώτα του αγρότη.
- «Σφάλισε την κότα στον ορνιθώνα. Θα κατέβω το πρωϊ να τηνε σφάξω, να τη μαδήσω και να την βράσω με χορταρικά. Τώρα είμαι κατάκοπη και δέν μπορώ,» τον παρακάλεσ' η γυναίκα του, καθώς διέκοπτε τους προβληματισμούς των στοχασμών του.
Κείνη τη νύχτα η Φανή δέ βρήκε ησυχία στο κρεβάτι της. Στριφογυρνούσε. Έπεφτε σε λήθαρχο. Πετιόταν πάνω, απο εφιάλτες. Μιά, κρύωνε και μάζευε το πάπλωμα πάνω κι απο την κεφαλή της. Και πάλι το πετούσε πέρα, μέσα σε νέα έξαψη πυρετική.
Έξω ακουγότανε ο άνεμος, που άλλοτε μόνος, άλλοτ' αντάμα με τ' ανεμοβρόχι, δονούσε ό,τι συναντούσε όρθιο στο διάβα του, με κρότους τρομακτικούς, που μυστηριακοί εγίνονταν τούτη τη σκοτεινή τη νύχτα, που την εμόλευαν τ' αερικά, τ' ανόσια, οι καλικατζαρέοι και τ' ανίερα στοιχειά, οι αδιάντροπες νεράϊδες και οι βαρβατισμένοι δαίμονες.
Άκουγε η Φανή μέσ' στους θορύβους τη βαριά περπατισιά απο τα ξωτικά, πάνω στα κεραμίδια του σπιτιού. Άκουγε και τις βάρβαρες, τις οργιαστικές κραυγές τους. Άλλοτε ολοκάθαρα, καθώς πετιόταν απ' τον τρόμο νέου εφιάλτη. Κι άλλοτε αποκαμωμένη, καθώς μισοκοιμόταν ξεθεωμένη απ' την κούραση.
Ράκος σηκώθη, το πρωϊ νωρίς. Έρριξε βιαστικά τη ρόμπα της στους κυρτωμένους ώμους και σίμωσε στο διπλανό κρεβάτι με τα άρρωστα παιδιά. Κοιμόνταν ήσυχα. Αυτήν την πρωϊνή την ώρα της φαίνονταν απύρετα. Δέν άκουσε να της μιλάει μήτε ο Κωνσταντής, απο την άλλη άκρη του δικού τους κρεβατιού. Κι έτσι απόφυγε να στρέψει το κεφάλι προς τη δική του τη μεριά. Εβγήκε απο το δωμάτιο και περπατούσε στις άκρες των πρησμένων της ποδιών, κλείνοντας πίσω της την πόρτ' αθόρυβα.
Στην τουαλέτα ήταν βιαστική. Κατέβηκε μετά γοργά στην εσωτερική αυλή απο τη σιδερένια σκάλα, που ελικοειδώς ερχότανε απ' την ταράτσα, και απο 'κεί έως το έδαφος. Προχώραγε κραδαίνοντας χασαπομάχαιρο βαρύ.
Κοντανασαίνοντας σταμάτησε εμπρός στον ορνιθώνα. Μα 'κεί, ύστερ' απο την πρώτη έκπληξη και την αμηχανία, ανύψωσε απελπισμένη και στεντόρεια κραυγή:
- «Τρέξε ... Βοήθεια, Κωνσταντή!»
Στο χώμα είχε σωριαστεί και έκλαιγε με σπαραγμό αγιάτρευτο. Εκεί τη βρήκ' ο Κωνσταντής, καθώς κατέφθασε με μια κωμικοτραγική εμφάνιση, μέσα στα μακριά του μάλλινα βρακιά και με γυμνά τα άκρα των ποδιών του.
Δέν πρόσεξε οτι η πόρτα τ' ορνιθώνα ήτανε ορθάνοιχτη. Δέν πρόσεξε μήτε και το κοτόπουλο που είχε πιά χαθεί. Έσκυψε πάνω απ' την κεφαλή και τους κυρτούς, μ' αγαπημένους ώμους της γυναίκας του, που σπάραζε με αναφιλητά:
- «Κωσταντή ... Μας τό 'κλεψαν! Κρίμα και άδικα, οι τόσοι πόνοι της μέσης μου και των ποδιών μου να το φέρω ...»
Μα, ξαφνικά, σαν να τη ζώσαν φίδια, με απροσδόκητη ευκινησία, αναπήδησε, και σαν μαινάδα ανυψώθηκε εμπρός του, παρόλο που το αδύναμο κορμάκι της ήτανε δέκα - δώδεκα εκατοστά πιό χαμηλό απ' το δικό του μέτριο ανάστημα.
- «Τη σφάλισες, μωρέ την πόρτα ψές καλά; Μήν και την άφησες γερμένη, αμαντάλωτη;»
Κέρωσε ο Κωνσταντής. Θές απο την πρωϊνή ψύχρα, καθώς ήτανε και νηστικός, θές απο τον τρόμο, στο ενδεχόμενο να είχε επιπόλαια σπρώξει την πόρτα του ορνιθώνα, δίχως να την ασφαλίσει με το μάνταλο. Έμεινε για μια στιγμή άφωνος. Τρεμόπαιξε τα ματοτσίνορα. Κι ύστερ' αντιμίλησ' επιθετικός:
- «Τί λές, μωρέ γυναίκα; Έχασες πιά τα λογικά σου και γι' αλαφρόμυαλο με παίρνεις; Και βέβαια μαντάλωσα την πόρτα!»
- «Αυτό μου έλειπε τέτοιανε ώρα ...», πρόσθεσε στρέφοντας σκοτεινό το πρόσωπο παράμερα, για ν' αποφύγει τη βαριά και άδικη την προσβολή του ανδρισμού του.

Με τις φωνές έκαναν την εμφάνισή τους, απ' τα διπλανά παράθυρα, κι οι γείτονες. Άρχισαν να ρωτούν τούτο και τ' άλλο, λεπτομέρειες. Καθένας έρριχνε και τη δική του δόση για προσάναμμα στης ταραχής την πύρινη τη σύγχυση, πού 'χε ανάψει κι όλο θέριευε. Άλλος είχε να πεί τούτον το λόγο τον πικρό, άλλος τον άλλον, που αποδιώχνει μακριά κάθε ευγενικό συναίσθημα. Σηκώθηκε και μια κουνίστρα, σουρλουλού, απο την άλλη τη μεριά του δρόμου, κι είπε, μαθές, πως ψές τη νύχτα είχε δεί τους δυό τους γιούς του Μαργαρίτη - «ξέρετε δά. Αυτοί που μένουνε στη χαμοκέλα με το φράχτη, δυό δρόμους παρα κάτω.» Τους είδε, λέει, που κρύβονταν στις εσοχές απ' τις εξώπορτες των γύρω τους σπιτιών. Και όλο ξεπετάγονταν, μιά απο δώ, μιά απο κεί. Και όλο τοίχο - τοίχο τρέχαν.
- «Πάψε, κυρά μου, μή σ' ακούσει κάν'νας χαφιές διερμηνέας και τα καρφώσει τα καημένα τα παιδιά στους Γερμανούς!» την αποπήρε ο Κωνσταντής. «Μήν καταπιάνεσαι με της αντίστασης τα παλικάρια. Κοίτα μονάχα τη δική σου τη δουλειά. Και μήν πετάγεσαι εκεί που δέ σε σπέρνουν ...»
- «Εγώ, καλέ, για να βοηθήσω μίλησα. Αυτούς είδα τη νύχτα να κυκλοφορούν παράνομα, απο πόρτα σε πόρτα κι απο τοίχο σε τοίχο. Σας το λέω, μήπως και είν' αυτοί οι άτιμοι κλεφτοκοτάδες που πήραν το πουλερικό.»
- «Πάλι αρχίζεις;» την εξέκοψε μία γερόντισσα. «Πάψ' επιτέλους τα χαζόλογα. Άλλο μήν παίζεις άφρονα με τη φωτιά!»
Πίσω απ' την κουρτίνα της απέναντι μονοκατοικίας, ο Τζίμης παρακολουθούσε τη σκηνή, με μισοανοιγμένο τζάμι για ν' ακούει δίχως και να φαίνεται.
Το πρόσωπό του ήταν σκοτεινό.
- «Ώστε αυτά ήταν τα κωλόπαιδα που έγραφαν τ' αναρχικά συνθήματα των κατσαπλιάδων: "Θάνατο στο Φασισμό, Λευτεριά στο Λαό". Κι ακόμη: «Λαοκρατία, και όχι Βασιλιά». Τσογλάνια! Κομμούνια! σφύριξε μέσ' απ' τα σφιγμένα δόντια του ο Τζίμης. «Θα σας παρακολουθήσω, καθίκια. Κι άν είναι, όπως το λέει η γειτόνισσα, θα το φάτε το κεφάλι σας. Αλήτες ...»
Σιγά σιγά η πρωϊνή η παγωνιά, μαζί κι η έλλειψη άλλων αποκαλύψεων, που να πυροδοτούν την έξαψη της περιέργειας, απόδιωξαν τους μαζεμένους γείτονες. Έμειναν μόνοι και αξιοθρήνητοι στην παγερή αυλή ο Κωνσταντής και η Φανή. Αμίλητοι. Με τα κεφάλια και τα μάτια τους κατεβασμένα, σαν νά 'χανε δαρθεί απο αόρατα θεριά.
Αργότερα εκείνος βγήκε μια βόλτα προς την αγορά. Μήπως και βρεί κάτι για τα παιδιά του που υπέφεραν απο τη βρογχοπνευμονία. Στου σπιτιού την ξώπορτα βιάστηκε ν' απομακρυνθεί, καθώς αντίκρισε απο μακριά μία ομάδα απο μικρά παιδιά, που έψελναν τα κάλαντα. Το ένα ήταν βαρυφορτωμένο μ' ομοίωμα απο πελώριο βαπόρι, με τρείς μεγάλες καπνοδόχους, δυσανάλογες, κι αταίριαστα κατάρτια χαμηλά. Τα άλλα τα παιδάκια, όλα αγόρια, άγαρμπα χτύπαγαν τρίγωνα, ζίλια κι ενα τενεκεδένιο τύμπανο κακόφωνο. Ακούγονταν ήδη - μοναδική αντίθεση μέσα στη γενική κατήφεια - οι ζωηρές και πρόσχαρες φωνές τους:
Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά,
Ψιλή μου Δεντρολιβανιά ...
Επιτάχυνε ο Κωνσταντής το βήμα, ν' απομακρυνθεί, πρίν τον προφτάσουν τα παιδιά, και πρίν φανεί οτι δέν είχε να τους δώσει μία δραχμούλα για τον κόπο τους, καθώς το πρόσταζε πατροπαράδοτα το έθιμο.
Ύστερα απο ένα τέταρτο χτύπησαν τα παιδιά και την εξώπορτα του Κωνσταντή. Καμώθηκ' η Φανή πως δέν τα άκουσε. Μα οι μικροί ήτανε ζωηροί κι ανυποχώρητοι:
- «Καλέ, να τα πούμε;»
Ταράχθηκε η Φανή, μή μυριστούν οι γείτονες πως δέν ανοίγει τη δική της πόρτα στα μικρά παιδιά. Κι έσπευσε, πρίν οι κρότοι γίνουν ηχηρότεροι, με ψεύτικο χαμόγελο:
- «Μας τά 'παν άλλοι. Μα κάν'τε ησυχία, σας παρακαλώ, γιατι άρρωστα έχω και τα δυό μου τα παιδιά, που ψήνονται στον πυρεττό.»
- «Τότε να σας τα πούμε δίχως φιλοδώρημα. Έτσι, για ευχαρίστησή μας,» της αντιπρότεινε ο πιό ψηλός απο το ζωηρό παιδόκοσμο. Κι άρχισε πρώτος κι αναιδής με δυνατή φωνή:
Άγιος Βασίλης έρχεται
και δέ μας καταδέχεται,
απο την Καισαρεία,
σύ 'σ' αρχόντισσα, κυρία ...
Τη θυμόταν βουρκωμένος ο Κωνσταντής αυτήν τη μακρινή Πρωτοχρονιά. Καθόταν με τα 'γγόνια του, κι απο τους δυό του γιούς, στο σαλόνι του διαμερίσματός τους, στην Αθήνα, παραμονή μιας καινούριας Πρωτοχρονιάς, και τους διηγόταν απο τον ξεχασμένο κόσμο της δικής του εποχής.
- «Δέν υπάρχουνε στην εποχή μας καλικάτζαροι!» διέκοψε τη σιωπή ο μεγάλος εγγονός, πού 'χε και τ' όνομά του. Και δέν μπορούσε ο Κωνσταντής να ξεχωρίσει, άν ο τόνος της φωνής του παιδιού πρόδιδε αίσθημα υπεροχής κι ασφάλειας ή μήπως ήταν ξέσπασμα απο πικρή του νοσταλγία, εξαιτίας της πεζότητας της σύγχρονης εποχής.
- «Υπάρχουνε!» αντιμίλησ' η Θεοφανώ, η εγγόνα του, έτοιμη πιά ν' αναλυθεί σε δάκρυα, λές και την αποστερούσαν απ' το δικό της κόσμο του παραμυθιού, που ερέθιζε τη φαντασία της και τόσες της χάριζε μυστηριώδεις συγκινήσεις.
- «Και γιατί δέν έρχονται να τους δούμε κι εμείς;» της έκοψε τη φόρα επιθετικά ο μεγάλος αδελφός.
- «Και βέβαια έρχονται. Μόνο που δέν τους βλέπουμε», επέμεινε το ευαίσθητο κοριτσάκι.
- «Κι απο πού μπαίνουν στα σπίτια μας;» συνεχίστηκε κοφτή η αντιδικία του μεγάλου αδελφού.

- «Έ, αυτό πιά το ξέρουμε!» παρενέβη ο Κωνσταντής. «Απο το χαζοκούτι δά της τηλεόρασης όλοι τους ξεπετιούντ' οι πειρασμοί και οι ανόσιοι σκανδαλισμοί.»
Τα παιδιά κρυφογέλασαν, μα δέν αντιμίλησαν.
Δέν πρόσεξε ο Κωνσταντής, και συνέχισε μονολογώντας: «μόνο που αυτοί οι καλικάντζαροι μπαίνουν στα σπίτια μας όλο το χρόνο. Και δέν υπάρχει αγιαστούρα κανενός παπά που να μπορεί να τους αποδιώξει ...»
- «Πρόσεξες, παππού, που φέτος δέ εφάνηκαν παιδιά στη γειτονιά μας να πούν τα κάλαντα;» τον κοίταξε κατάματα ρωτώντας η Θεοφανώ. «Μήτε κανείς τους σήμερα, μήτε την περασμένη Τρίτη, παραμονή απ' τα Χριστούγεννα.»
Καλόκαρδα της χαμογέλασε ο Κωνσταντής:
- «Σημάδι είν' αυτό, παιδί μου, πως τώρα ζούμε σε καλύτερ' εποχή.
Δίχως στερήσεις και πιεστικές ανάγκες. Παλιότερα, βγαίνανε τα παιδιά να πούν τα κάλαντα, γιατι το είχανε ανάγκη. Να μαζέψουν κέρματα για τα δωράκια τους. Παλιότερα, πρίν απο τη δική μου εποχή, αρκούνταν σ' ενα ταπεινό μελομακάρουνο ή έστω εναν μπακλαβά, για να γλυκάνουνε τ' αχείλι τους ή να χορτάσουν την κοιλιά τους. Τώρα τα έχουν όλα. Δέν έχουν πίεση να βγούν στους δρόμους, με την παλάμη απλωμένη για το φιλοδώρημα.»
- «Μα θα χαθούν έτσι, παππού, συνήθειες ωραίες ...»
- «Δέ θα χαθούν, παιδί μου, εάν εμείς δέ στέρξουμε να τις ξεχάσουμε και να τις αποδιώξουμε. Νά! Θυμήσου την περασμένη Τρίτη, όταν καθήσαμε γύρω απο το δέντρο και το ψάλαμε. Δίχως κανένα φιλοδώρημα. Απο δική μας νοσταλγία για τις παραδόσεις μας και ιερή συγκίνηση που τις τηρούμε.»
Πραγματικά, παραμονή των Χριστουγέννων, λίγο πιο πρίν απ' τις εννιά, είχε συγκεντρωθεί όλ' η μεγάλη οικογένεια του Κωνσταντή. Κι απο τους δυό του γιούς. Με τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους. Έκλεισαν τα ηλεκτρικά πολύφωτα, άναψαν τα κεράκια στο ρωμαλέο έλατο, κι όλοι μαζί είχανε ψάλει κατανυκτικά όλους τους στίχους απ' τα πατροπαράδοτα τα κάλαντα, απόμακρη επιβίωση του έπους, που τα παλιά τα χρόνια αργοτραγούδαγαν κιθαρωδοί, σε καπηλειά κι αρχοντικά.
Πλήθος αγγέλων ψάλλουσι το Δόξα εν Υψίστοις.
Και τούτον άξιον εστίν, η των ποιμένων πίστις ...
Βυθίστηκε ξανά στις αναμνήσεις του ο Κωνσταντής. Δέν είχ' ακόμη συμπληρώσει χρόνος που την κυρά του έχασε, κι εύκολα συγκινιόταν και εβούρκωνε.
Θυμήθηκε ξανά όμορφα, δύσκολ', αγωνιστικά, ειρηνικά, ακόμη και κάποια που πέρασαν δίχως να τον αγγίξουν, κάθε λογής Χριστούγεννα, κι απο κοντά Πρωτοχρονιές, που γνώρισε στο διάβα της ζωής. Πάντα τους όμως με το ίδιο μήνυμα:
Ότε δε ήλθεν το πλήρωμα του χρόνου, εξαπέστειλεν ο Θεός τον
Υιόν αυτού, γενόμενον εκ γυναικός, γενόμενον υπο νόμον,
ίνα τους υπο νόμον εξαγοράσει ...[2]
Μετά το φαγοπότι, πλούσιο κάτω απο τα πέντε εύοσμα κεριά στο ασημένιο κανδηλέρι, στη μέση του μεγάλου τραπεζιού, ο Κωνσταντής ασπάστηκε τους γιούς του, τις δύο νύφες κι όλα τα ζωηρά εγγόνια του:
«- Και του χρόνου, παιδιά μου, με υγεία και χαρά! Και καλή χρονιά!» Έπειτα αποσύρθηκε στο βάθος του διαδρόμου, προς το δωμάτιό του. Το άλλο μεσημέρι, ανήμερα Πρωτοχρονιά, θα έκοβαν τη Βασιλόπιτα, όπως το ήθελε, όσο ο νούς του έφτανε, το έθιμο.
Ένιωθε κουρασμένος. Και γρήγορα αποκοιμήθηκε. Είχ' εναν ύπνο ελαφρό.
Δίχως καμιά ανησυχία.
Μόνο σαν χτύπησαν μεσάνυχτα και βγήκαν πάλ' οι καλικάτζαροι και τ' άλλα ξωτικά απο τις σκοτεινές τους τις γωνιές, ένιωσε αναπάντεχα ο Κωνσταντής να τον σκουντούνε στον αγκώνα ελαφρά: «Έ, Κωνσταντή, ξύπνα και σήκω! Είναι καιρός ...»
Μισάνοιξε τα μάτια και μ' απροσδόκητ' ηρεμία διαπίστωσε την αχνή παρουσία δίπλα του ωραίου λεβεντόγερου, με άσπρα πυκνά μαλλιά και καλοχτενισμένα γένια.
Του χαμογέλασε. Κι εκείνος τ' ανταπέδωσε.
- «Ήρθε λοιπόν το πλήρωμα του χρόνου, Γέροντα;»
Ο άλλος χαμογέλασε και έκλινε τη σεβαστή του κεφαλή, δείχνοντας καταφατικά.
- «Καλώς σου ήρθες το λοιπόν και κατευόδιο ... Μπορείς να περιμένεις δέκα με δώδεκα λεπτά για να ετοιμαστώ;»
Και πάλι ο λεβεντόγερος του συγκατένευσε ευγενικά και πράα.
Σηκώθηκε ο Κωνσταντής, ντύθηκε κι ευπρεπίστηκε. Πήρε απ' το ερμάρι δύο κουτάκια ξύλινα και σκαλιστά. Έβαλε μέσα τους, ίσα μερίδια για όλους λίρες χρυσές, που πρόσφατα είχε συλλέξει μυστικά, εξαργυρώνοντας τις πενιχρές του αποταμιεύσεις. Έσκυψε στο τραπεζάκι και για κάθε αποδέκτη έγραψε λιγόλογο σημείωμα:
Στα αγαπημένα μου εγγόνια,
κι απο τους δυό μου γιούς,
για να θυμούνται τον παππού τους
κάθε Πρωτοχρονιά ...
Καθώς, με την αρχή του νέου χρόνου, έφευγε με τον καινούριο σύντροφο, έστρεψε τελευταία του φορά το πρόσωπο κατα την πολυθρόνα. Εκεί, σαν σε καθρέφτη, πρόσεξε τον εαυτό του, καθισμένο αναπαυτικά, μ' ενα στα χείλη του χαμόγελο απο απόκοσμ' ηρεμία.
Έτσι τον βρήκαν, τ' άλλο πρωϊ, ανήμερα Πρωτοχρονιά, τα 'γγόνια του, καθώς επήγαν να τον ευχηθούν ...
Πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία»
στις 31 Δεκεμβρίου 1991.



[1] `Οι δρόμοι παραμένουν αποκλεισμένοι! Όλοι υποχρεούνται να μείνουν στα σπίτια τους απο τις 8 ώς τις 7. Οι παραβάτες θα τουφεκίζονται επι τόπου!`` [2] Παύλου , Επιστολή προς Γαλάτας, δ' 4-5. 


Ο Κώστας Ε. Μπέης είναι ομότιμος καθηγητής της πολιτικής δικονομίας στο πανεπιστήμιο Αθηνών. 
Μ' αυτήν την ιδιότητα έχει κληθεί και έχει διδάξει και σ' άλλα πανεπιστήμια, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Βιογραφικό σημείωμα
Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 1933. Μεγάλωσε στη Χαλκίδα - τόπο καταγωγής των γονέων του - καθώς επίσης στη Σύρο και στη Σάμο, όπου υπηρέτησε ο πατέρας του Ευάγγελος ως εισαγγελέας. Μετά την αποφοίτησή του απο το γυμνάσιο πέτυχε στις εισαγωγικές εξετάσεις τόσο της Νομικής Σχολής Αθηνών, όσο και της Φιλοσοφικής Αθηνών. Σπούδασε όμως νομικά. Μεταπτυχιακές σπουδές συνέχισε στο Μόναχο.
Το 1958 πέτυχε πρώτος στο διαγωνισμό δικηγόρων στο πρωτοδικείο Αθηνών. Τη στρατιωτική του θητεία εκτέλεσε στην αεροπορία ως αρχισμηνίας και ανθυποσμηναγός.
Νυμφεύθηκε τη συμβολαιογράφο Αθηνών Μαρία Irmgard Liermann, με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά: το δικηγόρο Ευάγγελο, την τεχνολόγο γεωπόνο Θεοφανώ, τη συμβολαιογράφο Μαρία και τη βιολόγο Ερατώ.
Το 1966 αναγορεύθηκε ομοφώνως σε αριστούχο διδάκτορα νομικής Αθηνών. Το 1968 αναγορεύθηκε ομοφώνως υφηγητής, το 1969 - επίσης ομοφώνως - εντεταλμένος υφηγητής, το 1975 έκτακτος καθηγητής και το 1982 τακτικός καθηγητής στην έδρα του Βασίλειου Οικονομίδη.
Το 1996 αναγορεύθηκε επίσης ομοφώνως σε αριστούχο διδάκτορα της Φιλοσοφίας του πανεπιστημίου Αθηνών..
Το 2010 ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.
Επί σαράντα χρόνια, ήδη από το 1961, διατελεί σε σταθερό επιστημονικό διάλογο με τη νομολογία.
Το 1970 ίδρυσε τη μηνιαία επιθεώρηση του δικονομικού δικαίου "Δίκη", την οποία διηύθυνε σταθερά επι σαράντα χρόνια μαζί με το ξενόγλωσσο παράρτημά της "Dike International", καθώς και τη σειρά "Δικανικοί Διάλογοι".
Το 1984 ίδρυσε το Ερευνητικό Ινστιτούτο Δικονομικών Μελετών, το οποίο διηύθυνε έως το 1990.
Το 1994 ίδρυσε το Κέντρο Δικανικών Μελετών, το οποίο διευθύνει ως τώρασταθερά. Έκτοτε οργανώνει κάθε Τετάρτη σ\' αυτό το Κέντρο, φιλοσοφικά συμπόσια και κάθε Παρασκευή ελεύθερο σεμινάριο κριτικής δικονομικής σκέψης. Επίσης έχει οργανώσει πολλά διεθνή και εθνικά συνέδρια και συμπόσια.
Στο δημόσιο τομέα έχει προσφέρει τις υπηρεσίες του - κατά χρονική σειρά - ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της ΕΡΤ, γενικός γραμματέας του υπουργείου παιδείας και, μ' αυτήν την ιδιότητα, πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Ανώτατης Παιδείας, πρόεδρος του Συμβουλίου Τεχνολογικής Εκπαίδευση και πρόεδρος της Κεντρικής Επιτροπής των Γενικών Εξετάσεων για την εισαγωγή στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας, όπως επίσης γενικός γραμματέας της προεδρίας της Δημοκρατίας, γενικός γραμματέας της Βουλής, πρόεδρος και μέλος πολλών νομοπαρασκευαστικών επιτροπών. Καθώς και ως υπηρεσιακός υπουργός δημόσιας τάξης.
Διακρίσεις
  • ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας του έχει απονείμει το παράσημο του Ταξιάρχη του Φοίνικα για τη συμβολή του στην προαγωγή της επιστήμης του δικαίου, για τοέργο του αναφορικά με τη δίκη του Σωκράτη, καθώς και για την αρθρογραφία του στην εφημερίδα "Ελευθεροτυπία"
  • ο αρχαιότερος ελληνικός Δικηγορικός Σύλλογος της χώρας, ο Σύλλογος της Σύρου, τον έχει ανακηρύξει επίτιμο πρόεδρό του
  • έχει ανακηρυχθεί επίσης επίτιμος πρόεδρος του Institut fur Vergleichendes Recht, Tokyo, καθώς και
  • επίτιμος δημότης της Ερμούπολης
  • Σε ειδική πανηγυρική τελετή ο Δήμος Χαλκιδέων του προσέφερε προσωπική τιμητική πλακέτα
  • του έχει απονεμηθεί πρώτο βραβείο Ipektsi για το καλύτερο άρθρο που συμβάλλει στην προαγωγή της ειρήνης και της φιλίας του ελληνικού και του τουρκικού λαού, ενώ εξ άλλου έχουν εκδοθεί ελληνικά και ξένα νομικά βιβλία αφιερωμένα στο πρόσωπο και στο έργο του.

Σάββατο 23 Δεκεμβρίου 2017

Το αριστουργηματικό διήγημα του Τσέχωφ "Νύχτα Χριστουγέννων"

Απολαύστε το αριστουργηματικό διήγημα του Τσέχοφ "Νύχτα Χριστουγέννων" όπως διαβάστηκε από την Τασούλα Τσιλιμένη στην εκδήλωση ΑΡΩΜΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ το Δεκέμβριο του 2009 στο βιβλιοπωλείο μας. 


Αν επιθυμείτε διαβάστε το κι όλας, μεγαλώνοντας τις εικόνες με διπλό κλικ







Τετάρτη 6 Δεκεμβρίου 2017

«1915: Ο Εθνικός Διχασμός» και «Μετά το 1922: Η παράταση του Διχασμού» μία συζήτηση με τον ιστορικό Γιώργο Θ. Μαυρογορδάτο με αφορμή τα βιβλία του τη Δευτέρα 11 Δεκεμβρίου 2017 στις 20:00 στο βιβλιοπωλείο



Το βιβλιοπωλείο Σύγχρονη Έκφραση
και οι Εκδόσεις Πατάκη σας προσκαλούν

τη Δευτέρα 11 Δεκεμβρίου 2017 στις 20:00
σε μία συζήτηση με τον ιστορικό

Γιώργο Θ. Μαυρογορδάτο
με αφορμή τα βιβλία του

«1915: Ο Εθνικός Διχασμός» και
«Μετά το 1922: Η παράταση του Διχασμού»


 "1915: Ο Εθνικός Διχασμός"

Αυτό το βιβλίο είναι αποτέλεσμα σαράντα ετών έρευνας, στοχασμού, συγγραφής και διδασκαλίας για τον Εθνικό Διχασμό. Επιδίωξή του είναι η κατανόηση, η εξήγηση, η ερμηνεία. Όχι η εξύμνηση, ούτε η καταγγελία. Αν δημιουργηθεί στον αναγνώστη η εντύπωση ότι το βιβλίο μεροληπτεί υπέρ του Ελευθερίου Βενιζέλου, αυτό προκύπτει από τα ίδια τα πράγματα, όχι από πρόθεση.
Αφού παρουσιαστούν τα κυριότερα γεγονότα από το 1909 έως και το 1922, ο Εθνικός Διχασμός ερμηνεύεται ως οιονεί θρησκευτικό "σχίσμα" χαρισματικής προέλευσης, ως κρίση στη διαδικασία εθνικής ολοκλήρωσης, ως ταξική σύγκρουση, αλλά και ως διαμάχη που απέκτησε τις διαστάσεις εμφυλίου πολέμου. Με την ερμηνεία μπορεί να διαφωνήσει κανείς. Όχι όμως με τα γεγονότα στα οποία βασίζεται. 
Μετά το 1922: Η παράταση του διχασμού

Το βιβλίο αυτό αποτελεί συνέχεια εκείνου με τον τίτλο "1915: Ο Εθνικός Διχασμός" και καλύπτει την περίοδο του Μεσοπολέμου, μέχρι το 1940. 

Παρά τη Μικρασιατική Καταστροφή, ο Διχασμός δεν ξεπεράστηκε. Συνεχίστηκε προπαντός ως κρίση εθνικής ολοκλήρωσης, μέσα πλέον στα όρια του κράτους, με τρία μέτωπα σύγκρουσης: μεταξύ προσφύγων και γηγενών, μεταξύ Ελλήνων Ορθοδόξων και εθνικών ή θρησκευτικών μειονοτήτων, μεταξύ Νέων Χωρών και Παλαιάς Ελλάδας. Συνεχίστηκε επίσης ως οιονεί θρησκευτικό σχίσμα μεταξύ των πιστών του Βενιζέλου και εκείνων του νεκρού βασιλέα Κωνσταντίνου. Εξακολούθησε να έχει και ταξικές διαστάσεις, αλλά με σημαντικές ανακατατάξεις. Τέλος, ο Εθνικός Διχασμός ως εμφύλιος πόλεμος αναζωπυρώθηκε από την εκτέλεση των Έξι και υποτροπίασε με το Κίνημα του 1935. 

Το βιβλίο διαψεύδει την εικόνα της στασιμότητας που καλλιεργείται σήμερα. Δεν ήσαν "πάντα έτσι" οι Νεοέλληνες και το κράτος τους, όπως λέγεται συχνά. Υπήρξαν στιγμές και εκτός πολέμων που στάθηκαν ικανοί για μεγάλα έργα, που αξιοποίησαν στο έπακρο εξωτερικά δάνεια και ξένη βοήθεια. Το βιβλίο διαψεύδει επίσης την εντύπωση της "κυκλικότητας" που καλλιεργείται σήμερα. Επίκαιρη είναι και η ανάδειξη των αδιεξόδων που συνεπάγεται στη δύση της η χαρισματική ηγεσία, μετά τα "θαύματα" που κατόρθωσε στην ακμή της.

Ο Γιώργος Μαυρογορδάτος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1945. Έχει πτυχίο Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών (1967) και Πτυχίο Νομικής (1969) του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μ.Α. Πολιτικής Επιστήμης Πανεπιστημίου Purdue (1972). Ph.D. Πολιτικής Επιστήμης Πανεπιστημίου Καλιφόρνιας, Berkeley (1979). Για το βιβλίο του "Stillborn Republic" τιμήθηκε το 1984 με το Woodrow Wilson Foundation Award, ανώτατη διάκριση της Αμερικανικής Εταιρείας Πολιτικής Επιστήμης. 
Δίδαξε Πολιτική Ιστορία και Πολιτική Επιστήµη στο Πανεπιστήµιο Αθηνών και σε διάφορα ξένα πανεπιστήµια ως επισκέπτης καθηγητής.

Τετάρτη 22 Νοεμβρίου 2017

ΙΣΤΟΡΙΑ ΧΩΡΙΣ ΟΝΟΜΑ : Το κρυφό πάθος της Πηνελόπης Δέλτα, σε πρώτη πανελλήνια παρουσίαση στο βιβλιοπωλείο "σύγχρονη έκφραση" τη Δευτέρα 27 Νοεμβρίου στις 8:00 το βράδυ



Το ξέρω πως είμαι τρελή∙ μα η αγάπη κάποιον τρελαίνει…


Ιούνιος του 1908. Η Πηνελόπη Δέλτα βρίσκεται σε ένα σανατόριο στα περίχωρα της Βιέννης. Είναι μια γυναίκα με κηλιδωμένη ζωή. Σε αυτό το άσυλο των ταλαιπωρημένων ψυχών, μακριά από τις κόρες της, την έστειλαν για να ξεχάσει τον Ίωνα Δραγούμη, τον γοητευτικό διπλωμάτη που αγάπησε παράφορα, τον άνθρωπο που έγινε η αιτία να κλυδωνιστεί ο γάμος της. Όμως η επίσκεψή του εκεί τα αλλάζει όλα. Με φόντο τις καταπράσινες ερημιές και τα μεσαιωνικά πλακόστρωτα της κεντρικής Ευρώπης θα παλέψει για τη λύτρωση της καρδιάς της, ζώντας μαζί του τρεις μέρες που θα τη σημαδέψουν για πάντα.

Τριάντα τρία χρόνια αργότερα, τον Απρίλιο του 1941, οι Γερμανοί εισβάλλουν στην Αθήνα, και εκείνη, καθηλωμένη στο σαλόνι του σπιτιού της στην Κηφισιά, επιχειρεί τον τελευταίο απολογισμό της ζωής της, έχοντας πάρει μια μοιραία απόφαση. Να ανταμώσει στον ουρανό τον άντρα που στερήθηκε κάποτε.

Το Ιστορία χωρίς όνομα είναι ένα βαθιά συγκινητικό μυθιστόρημα για το πάθος και την απώλεια, για τον έρωτα και τη μνήμη, για τις δεσμεύσεις της οικογένειας, για το σκοτάδι του πολέμου και τις πιο δραματικές στιγμές της Ελλάδας.

Βασισμένος στα ημερολόγιά της, ο Στέφανος Δάνδολος αποτίει φόρο τιμής στον εύθραυστο ψυχισμό της σπουδαιότερης Ελληνίδας συγγραφέως του εικοστού αιώνα.


ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΔΑΝΔΟΛΟΣ

Ο ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΔΑΝΔΟΛΟΣ γεννήθηκε το 1970 και εμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 1996 με το μυθιστόρημα Υπνοβάτες του Σεπτέμβρη. Για το σύνολο του πεζογραφικού του έργου τιμήθηκε το 2009 με το Βραβείο Μπότση, παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας. Το 2004 χαρακτηρίστηκε από τον Παύλο Μάτεσι ο σημαντικότερος Έλληνας συγγραφέας της γενιάς του. Έχει γράψει δέκα βιβλία, μεταξύ των οποίων τα μυθιστορήματα Ο Τελευταίος Κύκνος και Νέρων – Εγώ, ένας θεός, που κυκλοφόρησε με επιτυχία και στην Ιταλία. Το προηγούμενο μυθιστόρημά του στις Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ, Η ΧΟΡΕΥΤΡΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ, μεταφράστηκε στα τουρκικά. Το 2008 συμπεριλήφθηκε, ως εκπρόσωπος της χώρας μας, στην Παγκόσμια Ανθολογία Νέων Συγγραφέων με αφορμή το Young Writers World Festival, που πραγματοποιήθηκε στη Νότια Κορέα. Το ΟΤΑΝ ΘΑ ΔΕΙΣ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ είναι το ένατο μυθιστόρημά του.

Πέμπτη 16 Νοεμβρίου 2017

Πολυτεχνείο: Η εκδίκηση των νάνων.



Πολυτεχνείο: Η εκδίκηση των νάνων

Του Νίκου Σιδέρη*

Η κατάληψη του Πολυτεχνείου είναι η τελευταία συλλογική εποποιία της Ελληνικής ιστορίας. Πέρα από τις πολιτικές της επιπτώσεις, δημιούργησε τρία στοιχεία διιστορικά, που σημαδεύουν τα πνεύματα:


Πρώτο, ένα σύμβολο: Μέχρι την κατάληψη, «Πολυτεχνείο» σήμαινε Πολιτικός Μηχανικός = Καλός Γαμπρός. Μετά την κατάληψη, «Πολυτεχνείο» σημαίνει Θυσία για την Ελευθερία.
 

Δεύτερο, έναν τρόπο πολιτικής πρακτικής: Πολιτική μαζικού κινήματος. Πολιτική πάλη με μόνο όπλο τον λόγο. Άμεση δημοκρατία. Ειδικά για την άμεση δημοκρατία: Την ώρα που τα τανκς της χούντας ετοιμάζονταν να επιτεθούν, στο Πολυτεχνείο πραγματοποιούνται Γενικές Συνελεύσεις κατά Σχολή, όπου συζητούνται διεξοδικά οι απόψεις και παίρνονται οι αποφάσεις για το αν θα συνεχιστεί ή όχι η κατάληψη, παρά την απειλή της αιματοχυσίας. Οι οποίες αποφάσεις είναι δεσμευτικές για τους εκπροσώπους κάθε Σχολής στη Συντονιστική Επιτροπή της κατάληψης. Που σημαίνει ότι η Δημοκρατία είναι εφικτή ακόμη και σε συνθήκες μάχης. (Κάθε σύγκριση με το παρόν των πράξεων νομοθετικού περιεχομένου δεν είναι τυχαία, αλλά αναγκαία και μοιραία.)

Τρίτο, ένα μέτρο ήθους: Δόσιμο, ανιδιοτέλεια, θάρρος. Συνέπεια λόγων και έργων – τουτέστιν, λόγος που δεσμεύει αυτήν-όν που τον εκφέρει. Πάθος για την Ελευθερία. Μαχητικότητα και αυτοθυσία.


Ο χρόνος κύλησε. Πρώτα, οι λέξεις εξευτελίστηκαν και διαλύθηκαν (από το «Οι βάσεις φεύγουν για πάντα» στο «Λεφτά υπάρχουν»…) Μετά, το νόημα των πραγμάτων στρεβλώθηκε και πνίγηκε στο έλος του καταναλωτικού ναρκισσισμού. Τέλος, η ίδια η σκέψη κηρύσσεται υπό διωγμόν («Είναι μονόδρομος» σημαίνει «Απαγορεύεται να σκεφτείς!»). Παράλληλα, μέσω του καθεστωτικού δικομματισμού, συγκροτείται και επιβάλλει την κυριαρχία της η χειρότερη συντεχνία που έχουμε γνωρίσει – το διαπλεκόμενο σύμπλεγμα αδίστακτων πολιτικάντηδων, επιτήδειων μιντιαρχών και άπληστων κερδοσκόπων.
Το Πολυτεχνείο, παρ' όλες τις απόπειρες ιδιοποίησης και χειραγώγησης του συμβόλου, παραμένει ωστόσο αναφορά καταλυτική. Που αποκαλύπτει τον πολιτικό νανισμό και την ηθική αναπηρία των πολιτικάντηδων και των διεφθαρμένων κολαούζων τους. Παρεμποδίζοντας την ηγεμονία της αθλιότητας και την αποδόμηση της αρχοντιάς του λαού μας. Γι' αυτό ενοχλεί. Το Υψηλό και το Καλό μας θυμίζει οικεία κακά και χαμέρπειες. Δείχνει ότι δεν είμαστε όλοι ίδιοι, ότι μπορούμε να συνδυάζουμε υψηλό ήθος και αποτελεσματική πολιτική πρακτική. Το σύμβολο μας επιβάλλει μια σύγκριση που μας αποκαλύπτει. Χώρια που μόνο η Αριστερά μπορεί να το επικαλείται δίχως αναστολές: Εκμηδενίστε το!
Έτσι εξαπολύθηκε η επιχείρηση «Εκδίκηση των Νάνων». Πρώτο βήμα, η αλλοίωση του νοήματος της έννοιας «Γενιά του Πολυτεχνείου»: Η απόπειρα φυσικοποίησης και μετατροπής της, από ιστορική-πολιτική κατηγορία που δηλώνει αρετή και ήθος, συμβολιζόμενα από το Πολυτεχνείο, σε ηλικιακή-δημογραφική κατηγορία («όσοι ήταν συν-πλην είκοσι ετών το 1973»). Σβήνοντας έτσι το αντίπαλο δέος του πολιτικαντισμού. Και (δεύτερο βήμα), ενοχοποιώντας την ηλικιακή αυτή κατηγορία με την ευθύνη για τη διαφθορά και την υποβάθμιση της πολιτικής στους καιρούς μας. Είναι τόσο εξώφθαλμη η σκοπιμότητα της εν λόγω καταφοράς, που ξεπερνά τα όρια του γελοίου. Παράδειγμα: Η κυρία Ντόρα Μπακογιάννη (10/3/2012) τύπτει τα στήθη της και κραυγάζει «Η γενιά μου, η γενιά του Πολυτεχνείου» έφερε τη χώρα σ' αυτό το κατάντημα… Κατά τη λογική αυτή, λοιπόν, μάλλον έφτασε η στιγμή να βγουν μπροστά οι νεαροί εσατζήδες που βασάνιζαν τόσο τεχνικά και φιλότιμα τους (συνομήλικούς τους) φυλακισμένους φοιτητές, να υπενθυμίσουν ότι (δημογραφικά) είναι η γενιά του Πολυτεχνείου και να διεκδικήσουν αναγνώριση ενσήμων και συντάξιμου χρόνου επειδή πέρασαν τόσους μήνες ο καθένας... στα κρατητήρια της ΕΣΑ, ασκώντας βαρύ και ανθυγιεινό επάγγελμα! Άντε, εβίβα κι έξω φτώχεια και καλή καρδιά !

Δεν είναι όμως μόνο για γέλια η Εκδίκηση των Νάνων. Έχει και μια βαθύτερη διάσταση: Δείχνοντας με το δάχτυλο, λασπώνοντας, ενοχοποιώντας τη «γενιά του Πολυτεχνείου», οι πολιτικοί συνεχιστές της παράταξης της Μακρονήσου απαιτούν και σήμερα ό,τι ακριβώς και τότε: Δήλωση μετανοίας από όσους αγωνίστηκαν για την ελευθερία και την τιμή της χώρας και των πολιτών της. Ήθος ανθρώπω δαίμων. Και ο νοών, νοείτω.


* Ο Νίκος Σιδέρης είναι ψυχίατρος και συγγραφέας (υπήρξε εκπρόσωπος της Ιατρικής στη Συντονιστική Επιτροπή κατάληψης του Πολυτεχνείου το '73).

πηγή:ΑΥΓΗ 17.11.2013

Τρίτη 7 Νοεμβρίου 2017

Προβολή του βραβευμένου ντοκιμαντέρ "ΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΛΙΜΝΗΣ" και συζήτηση με τη σκηνοθέτιδα Πανδώρα Μουρίκη στο βιβλιοπωλείο τη Δευτέρα 13 Νοεμβρίου


Τη Δευτέρα 13 Νοεμβρίου ώρα 8:00 
στο βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ  
προβάλλουμε το βραβευμένο ντοκιμαντέρ, 
με το Βραβείο «Άνθρωπος και περιβάλλον» της WWF 
στο Διεθνές Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης 2017, 
«ΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΛΙΜΝΗΣ» 
και συζητάμε με τη σκηνοθέτιδά του Πανδώρα Μουρίκη
για τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση.

Η ταινία ακολουθεί τον Παναγιώτη Χατζηγιαννίδη, τον κεντρικό χαρακτήρα της ταινίας και φύλακα στον Φορέα Διαχείρισης της λίμνης Κερκίνης στη διάρκεια ενός έτους που μιλά με βαθιά και άδολη αγάπη για τον κόσμο του… τη λίμνη, το νερό, τα πουλιά, τα ψάρια, τα φυτά και τα δέντρα, τους ανθρώπους, την μικρή τους κοινωνία και τον αέναο κύκλο των εποχών που συνθέτουν την ίδια τη ζωή μας.

Μέρες της Λίμνης

Μια λίμνη και γύρω της μια κοινωνία.
Ένας ποταμός ο Στρυμόνας που για εκατομμύρια χρόνια κατακλύζει τη γη, τις γειτονικές του λίμνες και τα έλη. Ένας κατατρεγμός, ένας πόλεμος που έδιωξε πληθυσμούς από τον Πόντο στις αρχές του 20ου αιώνα το 1922 και τους έστειλε εδώ..
Ένα αόρατο νήμα συνδέει την κοινωνία με μια λίμνη. Τη λίμνη Κερκίνη που ένα φράγμα στον Στρυμόνα διαμόρφωσε γύρω στο 1930. Η Κερκίνη –  λίμνη τεχνητή – δημιουργήθηκε για να δώσει ζωή στον κάμπο των Σερρών ώστε να βρουν οι πρόσφυγες που έφτασαν εκεί γη για να καλλιεργήσουν.
Κάθε άνοιξη που το φράγμα ανοίγει, οι πλημμυρικές καταστάσεις φέρνουν ευφορία αλλά και καταστροφές. Δένδρα καταποντίζονται και εκριζώνονται, νεοσσοί πουλιών χάνονται στα ορμητικά νερά του ποταμού. Οι γύρω κάτοικοι παρακολουθούν την αναταραχή, ζουν δίπλα της, ξέρουν πως γίνεται για το δικό τους όφελος, συμμερίζονται και βασανίζονται
Η πληρότητα και η απώλεια σε παράλληλες διαδρομές ανθρώπων και οικοσυστήματος .
Ο Παναγιώτης Χατζηγιαννίδης είναι ο άνθρωπος της λίμνης. Απόγονος προσφύγων γεννήθηκε και μεγάλωσε παρακολουθώντας τις ημέρες της λίμνης Κερκίνης. Ζει και εργάζεται στον Φορέα Διαχείρισης Κερκίνης.
Το ντοκιμαντέρ καταγράφει τις ημέρες της λίμνης και παρακολουθεί τη ζωή και τη ματιά του Παναγιώτη.
Η λίμνη όλες τις εποχές του χρόνου αναδύεται με ύφος σιβυλλικό μέσα από το ντοκιμαντέρ και σαν μητέρα παιδαγωγός δείχνει τον δρόμο για την ζωή μέσα από την ξηρασία και την πλημμύρα, την στέρηση και την απώλεια, την ομορφιά και την ευδαιμονία.
Ένα ντοκιμαντέρ στους χρόνους του νερού και του ανθρώπου, με εντυπωσιακά πλάνα της λίμνης Κερκίνης,των πουλιών, των ψαράδων των γεωργών, των κτηνοτρόφων….
                                                                                                                      πηγή: http://www.globalview.gr/2017/03/08/81514/