Το ζήτημα είναι πολύ σημαντικό διότι ένα από τα πιο αξιοσημείωτα γεγονότα στην ιστορία της σοφιστικής σκέψεως είναι οι επιθέσεις του Πλάτωνα εναντίον της, οι οποίες φθάνουν μέχρι τη συκοφάντηση. Πράγμα που έχουν επισημάνει πολλοί ερευνητές, όπως ο G. Romeyer Dherbey που σημειώνει ότι η πλατωνική και αριστοτελική παράδοση κατάφερε να δημιουργήσει τους «καταραμένους στοχαστές», ακριβώς όπως υπάρχουν οι καταραμένοι ποιητές. Γράφει χαρακτηριστικώς ότι «το ίδιο το όνομα του ‘σοφιστή’, που σημαίνει ‘σοφός’, αποσπασμένο από την αρχική σημασία του, έγινε συνώνυμο του δασκάλου της ψευδούς γνώσεως, που επιδιώκει την απάτη, χρησιμοποιώντας προς τούτο ευρέως τον παραλογισμό».(1)
Επίσης ο Θ. Βέικος σημειώνει: «Είναι χαρακτηριστικό ότι η πιο γνωστή και πιο διαδεδομένη εικόνα των σοφιστών οφείλεται στη μαρτυρία των εχθρών τους, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Έτσι δεν είναι παράξενο που η εικόνα των σοφιστών παρουσιάστηκε αλλοιωμένη, παραποιημένη και κακογραμμένη. Αν ο Πλάτων, ιδιαίτερα, που ήταν σφδρός πολέμιος των σοφιστών, αποτελή την κύρια πηγή μας γι’ αυτούς, αυτό βέβαια σημαίνει ότι πρέπει να είναι κανείς πολύ προσεκτικός στη μαρτυρία του. Διότι είναι πολύ φυσικό να βλέπη ο Πλάτων τους αντιπάλους του μέσα από τα δικά του μάτια και να μεροληπτή όσον αφορά την ακριβή μετάδοση των ιδεών τους».(2)
Ενώ στον υπόλοιπο κόσμο πριν από πολλές δεκαετίες οι Σοφιστές είχαν αποκατασταθεί και βρει τη θέση τους στην ιστορία της φιλοσοφίας, αντιθέτως στην τριτοκοσμική από όλες τις απόψεις Ελλάδα θεωρούνταν μέχρι πριν από λίγα χρόνια αυτό που κατόρθωσαν να επιβάλλουν επί αιώνες οι πλατωνικές και αριστοτελικές διαστρεβλώσεις. Ο Β. Κύρκος σημειώνει σχετικώς: «Οι παλαιότεροι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι της Φιλοσοφίας συνέχιζαν την πλατωνική αντιμετώπιση της σοφιστικής, ουσιαστικά δηλ. ήταν δέσμιοι των αντιλήψεων του Πλάτωνα και της πολεμικής του εναντίον των σοφιστών. Έτσι οι γενεές των μορφωμένων Ελλήνων, και κυρίως οι εκπαιδευτικοί, έμειναν με την εντύπωση ότι η σοφιστική και οι σοφιστές σημαίνουν άρνηση και εκφαύλιση του φιλοσοφικού λόγου, όπως περίπου τους είδε ο Πλάτων. Άλλωστε οι πλατωνικοί διάλογοι που διδάσκονταν στα σχολεία αυτή την αντίληψη συντηρούσαν».(3)
Αναφέρω ενδεικτικώς ορισμένα χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιων καθηγητών που συνετέλεσαν στην εδραίωση της πλατωνικής-αριστοτελικής απαξίωσης των Σοφιστών. Ο Κ. Τσάτσος γράφει: «Η σοφιστική έγινε το δηλητήριο της ελληνικης κοινωνίας και, καθώς σιγά-σιγά διοχετεύθηκε σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής, μπορούμε να πούμε πως αυτή έγινε η κύρια πνευματική αιτία που οδήγησε στην κατάρρευση τον αρχαίο ελληνικό κόσμο». Επίσης: «η σοφιστική σκέψη, ακόμα και στην καλύτερη της έκφανση, έχει στα ίδια τα πνευματικά της θεμέλια κάτι χαλασμένο».(4) Ιδια απαξίωση των Σοφιστών από τον ένθερμο υποστηρικτή του Πλάτωνα τον Ι. Θεοδωρακόπουλο, σύμφωνα με τον οποίο η σοφιστική εξάρθρωσε «τα δεσίματα και τα δυναμάρια που κρατάνε την οικοδομή του λόγου», συνετέλεσε στην καταστροφή του λόγου, «εσκυβάλισε» την αλήθεια και όλες τις αξίες της ζωής.(5) Ο Κ. Γεωργούλης κινείται στο ίδιο κλίμα: «παρ’ όλας τας αναμφισβητήτους υπηρεσίας τας οποίας προσέφερον δια την ανάπτυξιν της επιστήμης και δια την διαμόρφωσιν της διδακτικής τεχνικής, εν τω συνόλω των αποτέλεσαν αρνητικόν παράγοντα ως προς την ευδοκίμησιν του αρχαίου ελληνισμού».(6) Για τον Ε. Μουτσόπουλο ο λόγος κινδυνεύει εξ αιτίας του Πρωταγόρα και των άλλων Σοφιστών.(7) Επίσης ο Δ. Δημητράκος (8)και ο Κ. Κατσιμάνης (9) απορρίπτουν και απαξιώνουν πλήρως τη σοφιστική και εξιδανικεύουν τον Σωκράτη. Από την άλλη, απάντηση σε αυτή την αντισοφιστική χορεία αποτέλεσαν ο Π. Λεκατσάς, ο Χ. Θεοδωρίδης, ο Θ. Βέικος, ο Β. Κύρκος, η Γ. Αλατζόγλου-Θέμελη και άλλοι νεώτεροι.
Στη συνέχεια αναφέρομαι κυρίως στη στάση του Πλάτωνα έναντι των Σοφιστών και όχι τόσο στις θέσεις και αντιλήψεις των Σοφιστών.(10)
Ο Πλάτων στα περισσότερα έργα του, όχι μόνο σε αυτά που αναφέρονται ρητώς σε κάποιον σοφιστή (Ιππίας ελάσσων, Ιππία μείζων, Ευθύδημος, Πρωταγόρας, Μένων, Γοργίας, Σοφιστής), αλλά και στα υπόλοιπα λ.χ. Πολιτεία, Νόμοι, προβαίνει στην απαξίωση της σοφιστικής. Σημειωτέον ότι τα περισσότερα έργα του Πλάτωνα αναφέρονται και διαδραματίζονται στον 5ο αιώνα, με κύρια πρόσωπα που τα περισσότερα, εκτός του Σωκράτη, δεν γνώρισε προσωπικώς ο ίδιος. Συνεπώς οι διάλογοι με τα πρόσωπα αυτά είναι σχεδόν επινοημένοι και σκηνοθετημένοι από τον ίδιο τον Πλάτωνα και λίγη σχέση έχουν με την πραγματικότητα. Αυτό σημαίνει ότι η «ζωντανή» δραματική ατμόσφαιρα των διαλόγων χρησιμοποιείται από τον μεγάλο φιλόσοφο για απαξίωση των Σοφιστών, και έχει ως αποτέλεσμα να στρέφει τον αναγνώστη εναντίον τους, κατ’ αρχάς συναισθηματικώς και μετά τα φιλοσοφικώς.
Αντιθέτως ο Σωκράτης, ο συνήθης συνομιλητής τους και αντίπαλός τους, παρουσιάζεται πάντοτε με τα καλύτερα χρώματα, άψογος, ήρεμος, διαλεκτικός και κερδίζει αβίαστα τη συμπάθεια, τη συγκατάθεση και τη συναίνεση του αναγνώστη. Όλες οι εικόνες του Σωκράτη είναι θετικές, ηθικώς και φιλοσοφικώς. Ο Σωκράτης είναι το αδιαμφισβήτητο πρόσωπο των περισσότερων πλατωνικών διαλόγων που κυριαρχεί και οδηγεί σε αδιέξοδο τους συνομιλητές του, που έχει πάντα το δίκαιο και το σωστό με το μέρος του.
Τα έλλογα επιχειρήματα του Πλάτωνα κατά των σοφιστικών θέσεων, πέρα από τη φιλοσοφική τους αξία στην ιστορία της φιλοσοφίας, ουσιαστικώς δεν πείθουν. δεν πείθουν για πολλούς και διαφόρους λόγους. Κατ’ αρχάς διότι προσπαθούν να υποστηρίξουν πράγματα παράλογα από λογικής απόψεως ή που καταφανώς συγκρούονται με το κοινό αίσθημα. Λ.χ. στον Πρωταγόρα ο Σωκράτης ταυτίζει τις αρετές σοφία, ανδρεία, δικαιοσύνη, οσιότητα και σωφροσύνη, ενώ στον Ιππία μείζονα αφ’ ενός ταυτίζει τον αληθή και ψευδή άνθρωπο και αφ’ ετέρου υποστηρίζει ότι όποιος διαπράττει κάποιο σφάλμα εκουσίως είναι καλύτερος από αυτόν που σφάλλει ακουσίως. Εδώ ο Σωκράτης χρησιμοποιεί αυτό που ο ίδιος κατηγορεί στους άλλους, το σόφισμα.
Την αδυναμία πειθούς τη διαισθάνεται ίσως και ο ίδιος ο Πλάτων, και γι’ αυτό καταφεύγει στη συναισθηματική και δραματική απαξίωση των αντιπάλων του. Άλλωστε και στη σύνολη φιλοσοφία του τελικώς καταφεύγει στα απόλυτα και έσχατα μέσα της μεταφυσικής και της θεολογίας, δηλαδή σε μέσα μή ελέγξιμα από τα εργαλεία του λόγου και της έλλογης επιχειρηματολογίας, σε μέσα μη υποκείμενα στον κοινό λόγο της κοινότητας και της πραγματικότητας.
Στα επόμενα θα αναφερθούν μερικές περιπτώσεις από τα πλατωνικά έργα στα οποία η προσπάθεια απαξίωσης και συκοφάντησης των Σοφιστών είναι εμφανής. Φυσικά, δεν αναφέρομαι στο γεγονός ότι ο Πλάτων διαφωνεί με θέσεις των Σοφιστών, που είναι θεμιτό και ανθρώπινο, ούτε το ότι προσπαθεί να επιχειρηματολογήσει που είναι αναμενόμενο και επιβεβλημένο, αλλά αναφέρομαι τόσο στη αρνητική δραματουργική εικόνα των Σοφιστών στα έργα του όσο και στις απαξιωτικές εκφράσεις του, που αποβλέπουν στην ηθική απαξίωση και φιλοσοφική συκοφάντησή τους.
Η αρνητική δραματουργική εικόνα των σοφιστών στους πλατωνικούς διαλόγους
Οι εικόνες των Σοφιστών στα πλατωνικά έργα είναι σχεδόν όλες απαξιωτικές, τους παρουσιάζει ότι είναι με το μέρος της αδικίας, του λάθους, της αντίφασης, του ψεύδους. Μερικά παραδείγματα.
Ο σοφιστής Πρωταγόρας στον ομότιτλο διάλογο του Πλάτωνα παρουσιάζεται να ενοχλείται από τη διαδικασία των ερωτημάτων του Σωκράτη και να αγριεύει ενώ ο Σωκράτης είναι γλυκός και ήρεμος (334a).
Όταν διακόπτεται η συζήτηση ο Σωκράτης, που θέτει τις ερωτήσεις στον Πρωταγόρα ο οποίος είναι υποχρεωμένος να απαντά, λέει ότι: «Τότε κατάλαβα ότι δεν έμεινε (ο Πρωταγόρας) ικανοποιημένος από τον εαυτό του για τις προηγούμενες απαντήσεις του και δεν θα δεχθεί πρόθυμα να συνεχίσει τη συζήτηση απαντώντας σε ερωτήσεις» (335b). Σε άλλο σημείο ο Σωκράτης λέει ότι «Από τα λόγια του Αλκιβιάδη και τις παρακλήσεις του Καλλία και όλης σχεδόν της συντροφιάς μου φαίνεται ότι ντράπηκε ο Πρωταγόρας, αποφάσισε λοιπόν, απρόθυμα, να συνεχίσει τη συζήτηση» (348c).
Ο σοφιστής Γοργίας στον ομότιτλο διάλογο παρουσιάζεται να πέφτει σε αντίφαση κάτω από τις καταιγιστικές ερωτήσεις του Σωκράτη, και να αποχωρεί με ντροπή (461a). Ο Σωκράτης συνεχίζει τη συζήτηση με τον μαθητή του Γοργία Πώλο για να απαξιώσει έτι περαιτέρω τη ρητορική. Στη συνέχεια ο Σωκράτης συζητεί με τον πολιτικό Καλλικλή, ο οποίος δεν αναφέρεται από καμία άλλη πηγή. Όπως δέχονται οι ερευνητές ο Πλάτων κατασκευάζει, επινοεί, τον Καλλικλή για να οδηγήσει τη συζήτηση εκεί που θέλει. Πράγματι του αποδίδει τη θέση ότι το δίκαιο που επιβάλλει η φύση είναι ο καλύτερος να έχει περισσότερα από τον χειρότερο, και ο δυνατώτερος από τον αδυνατώτερο (483δ). Είναι το δόγμα για το δίκαιο του ισχυροτέρου, το οποίο αναδιατυπώνει πιο κάτω ως εξής: το κατά φύσιν δίκαιο είναι να λαμβάνει ο ισχυρότερος με βίαιο τρόπο τα πράγματα των ασθενεστέρων, να ηγεμονεύει ο καλύτερος επί των χειροτέρων (488b). Ο Καλλικλής με τη θεωρία του αυτή, βασισμένη στη φύση, γίνεται υπέρμαχος της βίας, της εξουσίας του ισχυροτέρου και της τυραννίδος. Γίνεται ο προάγγελος του υπερανθρώπου του Νίτσε (483e-484b). Στο πρόσωπο του επινοημένου κυνικού Καλλικλή ο Πλάτων δυσφημεί τους σοφιστές υποστηρικτές του φυσικού δικαίου, όπως ο Ιππίας, ο Αντιφών, ο Αλκιδάμας, οι οποίοι ευνοούν εξισωτικές αντιλήψεις και όχι μόνο δεν ταυτίζονται με τις θέσεις του πλατωνικού Καλλικλή αλλά βρίσκονται στον αντίποδά τους.
Ας σημειωθεί ότι ο P. Vidal- Naquet θεωρεί ότι ο Καλλικλής είναι μία καρικατούρα του Περικλή φιλοτεχνημένη από τον Πλάτωνα. Ο σκοπός του Αθηναίου φιλοσόφου ήταν να δυσφημήσει ταυτοχρόνως και τη σοφιστική και τον μεγάλο πολιτικό Περικλή, τον κύριο συντελεστή του αθηναϊκού μεγαλείου. Μάλλον ο Πλάτων πέτυχε τον σκοπό του αν κρίνουμε από το γεγονός ότι πολλοί μελετητές θεωρούν τον Καλλικλή αφ’ ενός σοφιστή, ενώ δεν είναι παρά ένας πολιτικός, και αφ’ ετέρου αντιπρόσωπο ενός φυσικού δικαίου που πρεσβεύει την ανισότητα, ενώ δεν υπάρχει τέτοια αντίληψη στους Σοφιστές.
Ο σοφιστής Θρασύμαχος στο πρώτο βιβλίο της Πολιτείας (336b) εισάγεται από τον Πλάτωνα στη συζήτηση με τον εξής αρνητικό τρόπο (μιλάει ο Σωκράτης): «Όση ώρα συζητούσαμε ο Θρασύμαχος επανειλημμένα επιχείρησε να πάρει τον λόγο, δεν τον άφηναν όμως οι διπλανοί του, που ήθελαν να ακούσουν το επιχείρημα ως το τέλος. όταν όμως κάναμε μια παύση (...) εκείνος δεν ηρεμούσε αλλά μαζεύτηκε και σαν θηρίο χύμηξε καταπάνω μας να μας κατασπαράξει. Από τον τρόμο μας εγώ και ο Πολέμαρχος τα χρειαστήκαμε. κι εκείνος, βάζοντάς μας τις φωνές μπροστά σε όλους είπε, Τι φλυαρία είναι αυτή που σας δέρνει τόσην ώρα, Σωκράτη; Και τι ανοησία αυτές οι υποχωρήσεις – όλο ευγένεια – του ενός προς τον άλλον».
Ο Πλάτων παρουσιάζει τη θέση που εκφράζει ο Θρασύμαχος ώς ένα Δέον ενώ δεν είναι. Ο Θρασύμαχος εκφράζει μία διαπίστωση: «αυτό που ισχύει ως δίκαιο σε κάθε κοινωνία είναι το συμφέρον του ισχυροτέρου». Όπως όμως δέχονται πια οι ερευνητές ο Θρασύμαχος δεν είναι υπέρ αυτής της αντίληψης, πράγμα που φαίνεται από άλλα αποσπάσματά του που έχουν διασωθεί.(11) Άρα ο Πλάτων τον διαστρεβλώνει και η διαστρέβλωση αυτή είχε ως συνέπεια πολλοί να εντάσσουν τον Θρασύμαχο στην άποψη ή στη σχολή του επινοημένου Καλλικλή.
Απαξιωτικές εκφράσεις κατά των σοφιστών
Οι απαξιωτικές εκφράσεις και οι μειωτικοί χαρακτηρισμοί κατά των Σοφιστών είναι αρκετές στα πλατωνικά έργα. Αναφέρω μερικές:
Στον Ευθύδημο. Όλος ο διάλογος είναι μία απαξίωση της σοφιστικής, στο πρόσωπο δύο αγνώστων και δευτερευόντων Σοφιστών του Ευθύδημου και του Διονυσόδωρου.
Στον Μένωνα 91b-92a, όπου στη συζήτηση μεταξύ Άνυτου και Σωκράτη αναφέρεται ότι οι Σοφιστές διαφθείρουν τους νέους και είναι σκέτη συμφορά και καταστροφή σε όσους τους πλησιάζουν (91c), ότι εξαπατούν και διαφθείρουν ενσυνειδήτως τους νέους (92a) και ότι ο Πρωταγόρας διέφθειρε τους μαθητές του και τους παρέδιδε στην κοινωνία χειρότερους από ό,τι τους παρελάμβανε για περισσότερο από σαράντα χρόνια (91e). Επίσης αυτοί που πληρώνουν τους Σοφιστές για να ακούσουν τη διδασκαλία τους χαρακτηρίζονται παράφρονες (μαίνεσθαι). Αλλά ακόμη πιο πολύ παράφρονες χαρακτηρίζονται οι πόλεις που δίνουν την άδεια εισόδου στους σοφιστές και αρνούνται να τους απελάσουν (92b).
Στον Πρωταγόρα 312a4-7: «Και εσύ, για όνομα των θεών, δεν θα ντρεπόσουν να παρουσιασθείς στους Έλληνες ως σοφιστής; - Μα τον Δία, ναι Σωκράτη». Επίσης Πρωταγόρας 338a: παρουσιάζει τον Πρωταγόρα ως κάποιον που απλώνει στον άνεμο όλα τα πανιά του και χύνεται σε πέλαγα απεραντολογίας, χάνοντας από τα μάτια του τη στεριά.
Στην Πολιτεία 6, 493a κατηγορεί τους Σοφιστές ότι πληρώνονται για να διδάσκουν τις γνώμες των πολλών, αυτά που πιστεύουν οι πολλοί όταν συνεδριάζουν, και τα ονομάζουν σοφία, ενώ δεν έχουν ιδέα ποιο είναι το καλό ή το αισχρό, το αγαθό ή το κακό, το δίκαιο ή το άδικο.
Στον Πολιτικό 291c έχει την έκφραση «τον μεγαλύτερο απαταιώνα από όλους τους σοφιστές, και τον πιο έμπειρο στην τέχνη της απάτης».
Στον Θεαίτητο 161c: αποκαλεί τον Πρωταγόρα δημαγωγό («δημούμενον λέγειν»).
Στον Σοφιστή. Το ζήτημα με το οποίο ασχολείται ο διάλογος αυτός είναι ο ορισμός του Σοφιστή γενικώς. Τον κατατάσσει σε διάφορες κατηγορίες: πλαστογράφο, απατεώνα, λαοπλάνο, κ.ά και καταλήγει με τη θέση ότι ο Σοφιστής δεν κατέχει την αλήθεια αλλά κάποια φαινομενική γνώση (τη δόξα), δηλαδή την απλή γνώμη (268d).
Στους Nόμους 10, 890α: Οι Σοφιστές παρουσιάζονται ως αυτοί που «διδάσκουν τους νέους ότι το δίκαιο είναι εκείνο που επιβάλλει κανείς όταν νικά κάποιον με τη βία. Γι’ αυτό η ασέβεια κατακλύζει τη νεολαία μας, αφού δεν υπάρχουν θεοί τέτοιοι, που μας διατάζει ο νόμος να πιστεύουμε πως πρέπει να είναι. Γι’ αυτό ξεσπούν και οι επαναστάσεις...».
Συνεπώς, όπως φαίνεται από τους ανωτέρω χαρακτηρισμούς, η αντιμετώπιση της σοφιστικής δεν μπορεί να θεωρηθεί έντιμη και αντικειμενική. Αντιθέτως, είναι εμφανώς πολεμική και προκατειλημμένη, και σκοπό έχει να μειώσει γενικώς τη σοφιστική, χωρίς ουσιαστικά επιχειρήματα. Αυτό ονομάζεται συκοφάντηση.
Ο Πλάτων με τους αντιπάλους του εν γένει δεν είναι γαλαντόμος, πράγμα που φαίνεται και στην αντιμετώπιση του μεγάλου στοχαστή Δημοκρίτου. Δεν υπάρχει η παραμικρή νύξη γι’ αυτόν και τις απόψεις του σε όλο το πλατωνικό έργο. Ενώ σε αυτό βρίσκει κανείς πολλούς φιλοσόφους μικρούς και μεγάλους, και ποικίλα άλλα πρόσωπα ή απόψεις, εν τούτοις δεν υπάρχει ούτε κάν το όνομα του μεγάλου Αβδηρίτη σοφού. Πώς μπορεί να χαρακτηρισθεί αυτή η damnatio memoriae (καταδίκη μνήμης, καταδίκη στη σιωπή) εις βάρος του Δημοκρίτου - που επισημαίνει ο Κ. Καστοριάδης;
Δεν θα αναφερθώ στη στάση του Ξενοφώντα, του Ισοκράτη και του Αριστοτέλη έναντι των Σοφιστών, διότι το κείμενο θα μεγάλωνε αρκετά πιο πολύ. Πολύ σύντομα αναφέρω για τον Αριστοτέλη ότι και αυτός, ακολουθώντας τον δάσκαλό του τον Πλάτωνα, συντελεί στην απαξίωση των Σοφιστών. Αναφέρω ενδεικτικώς δύο στοιχεία. Κατ’ αρχάς αποκλείει τους Σοφιστές από την ιστορία της φιλοσοφίας που έχει στο πρώτο βιβλίο των Μετά τα φυσικά.(12) Αυτό σημαίνει ότι δεν τους θεωρεί φιλοσόφους όπως ρητώς άλλωστε αναγνωρίζει στο έργο του Περί σοφιστικών ελέγχων Ι, 165a21: «η σοφιστική είναι φαινομενική σοφία και όχι πραγματική, και ο Σοφιστής είναι αυτός που πλουτίζει από φαινομενική σοφία και όχι ουσιαστική». Ομοίως στα Τοπικά Ι, 100b21.1. Romeyer Dherbey, Les sophistes, puf, Paris, 1993, σ. 3
7. Ε. Μουτσόπουλος, Προσωκρατική διανόησις, Αθήνα, 1978, σ. 68
Πόλις, Αθήνα, 2009, σ. 56. G. B. Kerferd, Η σοφιστική κίνηση, Καρδαμίτσα, Αθήνα, 1999, σ. 61
14. Κ. Καστοριάδης, «Οι διανοούμενοι και η ιστορία», Ο θρυμματισμένος κόσμος, Ύψιλον, Αθήνα, 1992, σ. 119-120.
























































Πλήθος ανθρώπινοι χαρακτήρες παρελαύνουν μέσα από τις σελίδες του μυθιστορήματος. Πρωταγωνιστές (όλοι τους μυθοπλαστικά πρόσωπα), δευτεραγωνιστές αλλά και κομπάρσοι (πραγματικά κυρίως πρόσωπα της εποχής όπως ο τσιφλικάς Καραπάνος που κατέχει το 75% της καλλιεργήσιμης ή ο βασιλιάς Γεώργιος ή οι άρχοντες του τόπου Οθωμανοί και Έλληνες και Εβραίοι κ.λ.π.).
Ας αναφέρω εδώ, πέρα από τα δύο βασικά πρόσωπα, το Λιόντο και τον Νετζίπ, τις μορφές των δύο μανάδων, της ελληνίδας Αγνής και της αλλόδοξης ανά Σαφιγιέ (ανά στα τούρκικα σημαίνει μάνα) που το μητρικό τους φίλτρο υπερίσχυσε κάθε εθνικιστικού ή θρησκευτικού φανατισμού. Επίσης τη σαγηνευτική Καλίλα, (που γυρίζει με την ομάδα του Αιγυπτίου Μααρούφ σε όλη την Οθωμανική Αυτοκρατορία χορεύοντας και δίνοντας παραστάσεις στα Καφέ Αμάν) σειρήνα του πάθους και της αυτοκαταστροφής, αιώνια ενσάρκωση του ερωτικού πόθου, της γυναικείας δύναμης και της ανδρικής αδυναμίας. Κι ακόμη τον Μπεχζάτ (αδελφό του Νετζίπ), το πρότυπο του ελεύθερου ανθρώπου της δημιουργικής έκφρασης, που υπερβαίνει τα περιοριστικά κι ασφυκτικά πλαίσια της κοινωνίας και της εποχής, όπως και την Αγγελινή η οποία διαρρηγνύει τις διαχωριστικές γραμμές της γαμήλιας ένωσης ατόμων μεταξύ των δύο φυλών.
Και πάνω απ΄ όλους στέκεται ως «προεξάρχων του χορού» ο θυμόσοφος, και όχι μόνο, αφού είναι σπουδαγμένος και μελετητής ποιημάτων και βιβλίων, ο Ισμαήλ Μπέης.
Ο παππούς, που βλέπει τα εγγόνια του να μεγαλώνουν «σα ρόδα κάτω από τον ήλιο», και κάθε κουβέντα του αποτελεί απόσταγμα σοφίας, στέκεται πέρα από τα πάθη και τις μισαλλοδοξίες, ανατέμνει τη ζωή που πέρασε, εκτιμά τη ζωή που θα ‘ρθει και υπομένει τις αλλαγές με στωικότητα και γνώση.
Ποια, άραγε, είναι η γνώση της ζωής, που απέκτησε ο αιωνόβιος (και αθυρόστομος ενίοτε) Ισμαήλ μπέης; Όσο κι αν φαίνεται οξύμωρο η γνώση της ζωής ταυτίζεται με τη συνείδηση του θανάτου μας και της ασημαντότητας μας. Ο παππούς Ισμαήλ, συντηρητής του παλιότερου κρουστικού και μηχανικού ρολογιού με δίσκο σε όλη την Αυτοκρατορία (που μετρά τις οθωμανικές ώρες οι οποίες καταμερίζονται σε 12 την ημέρα και 12 τη νύχτα και αυξομειώνονται σε διάρκεια κατά εποχή του χρόνου) και παρατηρητής των αέναων κινήσεων των ουράνιων σωμάτων, ξέρει καλά σύμφωνα και με την Τούρκικη παροιμία που χρησιμοποιεί, πως: «Κάθε μάνας γέννα πεσκέσι του θανάτου».
Με άλλα λόγια, πως όλη η ύπαρξή μας είναι ένα στιγμιαίο πέρασμα μπροστά στον αδηφάγο χρόνο, μια ελαφρά ρυτίδα στη ροή του ποταμού της ανθρώπινης ιστορίας. Η διαπίστωση όμως αυτή, της ανθρώπινης ματαιότητας, τον οδηγεί και στην καταδίκη της ανθρώπινης ματαιοδοξίας. Αντιμετωπίζει τα ανθρώπινα πάθη σκωπτικά και με την κατανόηση που μόνο η σοφία προσδίδει, γνωρίζοντας πως ο μόνος τρόπος που καταξιώνει την ανθρώπινη ζωή είναι η συμφιλίωση με τη μοίρα και τη φυσική νομοτέλεια. Βαθύτατα ανθρωπιστής διακηρύσσει, αυτό που περικλείει συμβολικά και ο τίτλος του βιβλίου: « Ένα Ιμαρέτ είναι η γη. Το ιμαρέτ του Θεού. Κι εμείς οι φτωχοί, τα ορφανά και οι ταξιδιώτες της ζωής που μας φιλοξενεί. Μας τρέφει, ανοίγει την αγκαλιά του, μας δέχεται και μας επιτρέπει να απολαύσουμε τη ζωή. Κι εμείς θαρρούμε πως το διαφεντεύουμε......Μας άφησε ο Θεός αυτό το Ιμαρέτ να το διαχειριστούμε κι εμείς αρπάζουμε, κλέβουμε, αδικούμε, εκμεταλλευόμαστε, διεκδικούμε όλο και περισσότερα, μέχρι την ώρα που θα επιστρέψουμε το τομάρι μας εκεί που ανήκει, στο χώμα. Και θα αξίζει τότε με όσο ενός βοδιού ή ενός προβάτου, τίποτε παραπάνω.»
Το Ιμαρέτ, λοιπόν, εκτός των άλλων, αναφέρεται και στην υπερφίαλη συμπεριφορά του ανθρώπινου είδους, που λησμονώντας τη μοναδική βεβαιότητα της ζωής, το θάνατο, δηλητηριάζει την έτσι κι αλλιώς σύντομη ύπαρξή του με μικροπρεπείς συμπεριφορές, αδικίες, έχθρες και πάθη. Μελετά ακόμη, την ύβρι, με την αρχαιοελληνική έννοια της αλαζονείας, και τις αυταπάτες των ανθρώπων που νομίζουν ότι μπορούν να ελέγξουν απόλυτα το μέλλον τους και να κατευθύνουν, κατά τις προθέσεις τους, τον ρου της ζωής και της ιστορίας. Τέλος είναι μια καταδίκη της δυσαρμονίας που προκαλεί αυτή τους η συμπεριφορά και δεν υπάρχει μεγαλύτερη δυσαρμονία για την ανθρώπινη ψυχή από το τυφλό μίσος. Και στο «Ιμαρέτ», οι κύριοι εκφραστές του φανατισμού, της απληστίας και του τυφλού μίσους είναι ο Φάσγανος και ο Ντογάν.
Και να σημειώσω εδώ τη συμβολική ή μεταφορική αξία των ονομάτων των ηρώων (η οποία εντάσσεται στα πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης που προανέφερα), όπως αυτό της Αγνής-αγνότητα, Αναστασία-ανάσταση, Ντογάν που στα τούρκικα σημαίνει γεράκι και άλλων.
Να επισημάνω ακόμη ότι η λέξη πατρίδα δεν προσδιορίζεται τόσο με εθνικά σύμβολα (κυρίως για τους Τούρκους, αφού η ελληνική συνείδηση έχει πλέον εμπεδωθεί στον ελληνικό πληθυσμό) όσο με την έννοια των πατρογονικών εστιών που η εγκατάλειψή τους και η επακόλουθη προσφυγιά πληγώνει βαθύτατα τους Οθωμανούς, μετά την προσάρτηση της Άρτας στο ελληνικό έδαφος, όσο θα πλήγωνε και λίγα χρόνια αργότερα τις χιλιάδες Ελλήνων Μικρασιατών προσφύγων που ξεριζώθηκαν βίαια από τα εδάφη τους, το πλήθος Θρακιωτών από την Ανατολική Θράκη, το πλήθος Κυπρίων.
Ολοκληρώνοντας θα ήθελα να σημειώσω ότι το εν λόγω μυθιστόρημα θα μπορούσε να διαδραματίζεται σε οποιαδήποτε πόλη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με πολυπολιτισμικό και πολυφυλετικό ανθρώπινο στοιχείο αντίστοιχο με αυτό της Άρτας. Η τοποθέτησή του στην Άρτα έχει να κάνει με τη συγκινησιακή φόρτιση που ο γενέθλιος τόπος ασκεί πάνω μου, ενώ η μυθοπλασία και τα νοήματά του δεν περιορίζονται από όρια του συγκεκριμένου τόπου.















