Τρίτη, 8 Απριλίου 2014

Μικρά βιβλιοπωλεία: λίγα ράφια, πολλές ιδέες. Αφιέρωμα της εφημ. ΤΑ ΝΕΑ με τοποθετήσεις και του βιβλιοπωλείου μας.



Το αφιέρωμα από ΤΑ ΝΕΑ του Σαββατοκύριακου 29-30/3/2014 στα μικρά βιβλιοπωλεία (μουσειακό είδος σε λίγο καιρό μετά την ψήφιση του εξοντωτικού νομοσχεδίου για την κατάργηση της ενιαίας τιμής) όπου είχαμε την τιμητική μας. 
Βέβαια είπαμε πολλά παραπάνω απ' όσα δημοσιεύθηκαν που θα τα ανεβάσουμε σε λίγες μέρες.

Μικρά βιβλιοπωλεία: λίγα ράφια, πολλές ιδέες
Νικόλας Ζώης  | ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 29/03/2014 08:00 |


Επιθέσεις και λουκέτα
Από το βιβλιοπωλείο του στη Λιβαδειά ο Νίκος Λαμπρόπουλος αγωνίζεται για την ενιαία τιμή, υποστηρίζοντας ότι η ρύθμιση για τον περιορισμό της στην 1η έκδοση λογοτεχνικών βιβλίων καλύπτει το 5% των τίτλων. Eχει να προτείνει και έναν. Το «Εκδόσεις χωρίς εκδότες» του Αντρέ Σιφρίν (Αιώρα) λέει κάπου για τα μικρά βιβλιοπωλεία: «...τελούν διαρκώς υπό την απειλή των αλυσίδων, η επιθετική πολιτική των οποίων περιλαμβάνει το άνοιγμα καταστημάτων σε μικρή απόσταση από τα κύρια ανεξάρτητα βιβλιοπωλεία, ενίοτε στην απέναντι πλευρά του δρόμου. [...] Η προοδευτική συρρίκνωση αυτού του ανεξάρτητου διαύλου έρχεται να προστεθεί στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι εκδότες: το μικρό βιβλιοπωλείο, που θεωρούσε ζήτημα τιμής να προωθήσει το τάδε καινούργιο μυθιστόρημα ή τη δείνα ποιητική ανθολογία, αντικαθίσταται από ένα μεγάλο κατάστημα, που χρησιμοποιεί την τελευταία λέξη του μάρκετινγκ». Είναι ένα βιβλίο που με μια πρόχειρη αναζήτηση στην Αθήνα και σε συνοικιακό βιβλιοπωλείο εντοπίζεται και σε κεντρικό μεγαλοκατάστημα. Για κάποιον λόγο όμως, μόνο στο ένα φαίνεται ταιριαστό.


Από όλα τα επαγγέλµατα που έβλεπε µεγαλώνοντας στο Αγρίνιο, τη Ματίνα Δάµπλια γοήτευσε περισσότερο εκείνο κάποιων οικογενειακών φίλων. Ακολούθησε όµως παραδοσιακή οδό, πέρασε στο Τµήµα Επικοινωνίας του Παντείου και κατόπιν εργάστηκε σε πολυχώρο τέχνης. Το 2012, µε δικαιολογία την κρίση, οι µισθοί άρχισαν στην καλύτερη περίπτωση να µειώνονται και έτσι η Ματίνα στα 27 της, αποφάσισε να ρίξει τη ζαριά στο πατρογονικό ταµπλό. Βρήκε τα 140 απαραίτητα τετραγωνικά στην οδό Καζαντζή, κεντρικό δρόµο του Αγρινίου, είχε στην άκρη ένα ποσό από τον παππού της, κατέληξε στο όνοµα Βιβλιοτρόπιο και οι φιλόλογοι γονείς της έβαλαν ένα χεράκι. Φοβήθηκε ότι οι αναγνώστες της πόλης είχαν τα στέκια τους, ότι θα της καταλογιζόταν υπερβολικό για την ηλικία της θάρρος. Σήµερα δηλώνει «ευχαριστηµένη γενικά», εποµένως έκανε λάθος. Ευτυχώς - και όχι µόνο για την ίδια.
Ειδικά στο βιβλιοπωλικό ραντάρ της Αττικής αναβοσβήνουν καινούργιες κουκκίδες. Μία αντιστοιχεί στο Επί Λέξει, στο νούμερο 32 της Ακαδημίας, το οποίο διευθύνει η Μαρία Παπαγεωργίου, ξακουστή υπάλληλος της αλλοτινής Εστίας. Μία άλλη στο Booktalks, το οποίο γεννήθηκε στο κέντρο του Παλαιού Φαλήρου από δύο βιβλιοφάγους μπλόγκερ και σερβίρει και καφέ. Στο Bookloft, στην Πατριάρχου Ιωακείμ στο Κολωνάκι, παιδί του Μιχάλη Καρακώστα, που εργάζεται ως βιβλιοπώλης από μαθητής ακόμα στον Φωταγωγό, στην οδό Κολοκοτρώνη στον Βιβλιοστάτη, που υψώθηκε πριν από έναν χρόνο πίσω από το Καλλιμάρμαρο. Ο άνθρωπος που τον Μάρτιο του 2012 άνοιξε τον μικροσκοπικό «Σταθμό» σε εκείνον των λεωφορείων στον Κηφισό, την επόμενη χρονιά αύξησε τα παλαιοβιβλιοπωλεία της οδού Αστιγγος στο Μοναστηράκι κατά ένα. Ο Μωβ Σκίουρος δεν καταλαμβάνει περισσότερα από 20 τετραγωνικά κοντά στην πλατεία Καρύτση. Το Λεξικοπωλείο στην πλατεία Προσκόπων στο Παγκράτι δεν αισθάνεται μοναξιά.
Πριν από εννέα μήνες, εκεί κοντά, στην οδό Σπύρου Μερκούρη 62, πρωτοάνοιξαν οι πύλες των Πλειάδων. Τις ανοίγουν πλέον κάθε πρωί ο Αλκης Τεμπονέρας και η σύζυγός του Αλεξάνδρα Μπίζη. Πωλητής βιβλίου εκείνος, συγγραφέας παιδικών βιβλίων εκείνη, πήραν μια απόφαση αναπόφευκτη, όχι όμως απροϋπόθετα. Ο χώρος έπρεπε να διαθέτει και μια ήσυχη πίσω αυλή, με σκιερά τραπεζάκια. Εκεί στρογγυλοκάθησε μια μέρα ένας πελάτης και διάβασε μισό από το μόλις αγορασμένο βιβλίο του, αργοπίνοντας τον καφέ του. Ηξερε τι ήθελε, έτσι ο Αλκης δεν χρειάστηκε να του συστήσει κάτι όπως σε άλλους αναγνώστες. Μερικούς τους γνωρίζει ήδη και οι προτάσεις του είναι στοχευμένες. Και εκείνοι τις αποζητούν, τις εκτιμούν. Αλλοι χαζεύουν τους χιλιάδες τίτλους στα 80 τ.μ. του μαγαζιού, παίρνουν τρεις-τέσσερις και τους ξεφυλλίζουν στο τραπέζι. Είναι ωραία και η ατμόσφαιρα - ο Αλκης και η Αλεξάνδρα συνεργάστηκαν με αρχιτεκτονικό γραφείο, επιλέγοντας τη διακόσμηση που τους άρεσε («δεν θες να νιώθεις άνετα στον χώρο σου;») και υιοθετώντας μια βιβλιόφιλη κεραμιδόγατα, που σουλατσάρει στο μαγαζί. Οι μεγάλες αλυσίδες βιβλίου έχουν ένα στυλ για τα καταστήματά τους, ενώ ο κάθε βιβλιοπώλης το δικό του. Δεν είναι πάντως βέβαιο ότι πολλαπλασιάζονται.
«Χωρίς τις υπεραγορές και τα πολυκαταστήματα, τα βιβλιοπωλεία πανελλαδικά ήταν περίπου 3.360 το 2008 και περίπου 2.860 το 2012» λέει ο άνθρωπος που εκδίδει και ταχυδρομεί πανελλαδικά το «Βιβλιοχαρτοπωλικό Βήμα», την εφημερίδα του Συλλόγου Βιβλιοχαρτοπωλών Αθηνών - Προαστίων. Ο Κώστας Παππάς γνωρίζει ότι τέτοια στοιχεία και προσεγγιστικά είναι και τα βιβλιοχαρτοπωλεία ή τα καταστήματα εκδοτών συμπεριλαμβάνουν - αρκετοί όμως στον χώρο, αυτόν εμπιστεύονται για παρόμοιες εκτιμήσεις. Οπως εκείνη που θέλει τα μικρά ανεξάρτητα να είναι πλέον περίπου 2.000, έπειτα από μια τάση που βάζει σχεδόν εκατό λουκέτα ετησίως. Για ένα σωρό λόγους: μεγάλοι εκδότες πλήρωσαν πολλά διαφημίζοντας ονόματα και βιβλία, ανήμπορα να δημιουργήσουν φανατικό κοινό. Αγνόησαν μικρομεσαίες επιχειρήσεις και οι μεγάλες τούς χρωστάνε. Μερικές από τις πρώτες δεν επένδυσαν τα όποια κέρδη στη βελτίωσή τους, ενώ η έλευση των υπεραγορών τούς έμπηξε βαθύτερα το μαχαίρι. Με τούτα και με εκείνα, τα αμιγή βιβλιοπωλεία λέει ο Παππάς, δεν φτάνουν καν τις λίγες εκατοντάδες. Με δεδομένο ότι στην Αττική τα μεικτά ήταν 1.150 το 2008 και 900 το 2012, το συμπέρασμά του είναι ότι «η επαρχία τρώει τη σφαλιάρα».
Οπως η Λιβαδειά και η Σύγχρονη Εκφραση του Νίκου Λαμπρόπουλου, ο οποίος συμφωνεί. Η κρίση του βιβλίου, λέει, παρά τις διαβεβαιώσεις φορέων ή δημοσιογράφων, υπήρχε, εντάθηκε, συναντιέται με τη γενικότερη, με την κατάργηση του ΕΚΕΒΙ, με την εξάρθρωση της ενιαίας τιμής βιβλίου. Το 32χρονο βιβλιοπωλείο του, με τα 100 τετραγωνικά, τους 16.000 σχεδόν τίτλους, τις 400 εκδηλώσεις με συγγραφείς - που τις θεωρούν τιμή τους -, αντέχει. Μερικοί αναγνώστες δεν ζητούν απλώς μια γνώμη: αφήνουν πάνω του την επιλογή, κάτι που ο Λαμπρόπουλος θεωρεί ευθύνη. Καμαρώνει για τη μέρα που τέσσερις εκδρομείς ξεκίνησαν ζητώντας του ένα βιβλίο για τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, τέσταραν τις βιβλιογραφικές γνώσεις του και αποχώρησαν με τίτλους που αγνοούσαν ότι χρειάζονταν. Λιβαδίτες φίλοι τηλεφωνούν συχνά από κάποιο αθηναϊκό πολυκατάστημα, «Νίκο, έχεις αυτό το βιβλίο;» τον ρωτούν και επιστρέφουν εξασφαλισμένοι. 
Τέτοια καταναλωτικά ήθη δεν είναι άγνωστα στην περιφέρεια. Τα ξέρει καλά ο Ειρμός στη Δράμα ή ο Αναγνώστης στο κέντρο των Ιωαννίνων. Η Διάμετρος στη Χαλκίδα ή το Κεντρί στη Θεσσαλονίκη. Ο Πολύγραφος στο Ηράκλειο και άλλα που φοβούνται τη σφαλιάρα που λέγαμε.
Ο Αλκης από τις Πλειάδες πιστεύει ότι εφόσον τα στοιχεία της εφημερίδας του ΣΒΑΠ δεν κάνουν διάκριση μεταξύ βιβλιοπωλείων και βιβλιοχαρτοπωλείων, ενδεχόμενη αύξηση των πρώτων παραβλέπεται. Εχει θάρρος γιατί από 3.000 τίτλοι που ήταν προ εικοσαετίας η ετήσια ελληνική παραγωγή έφτασε, όπως λέει, να αγγίζει τους 8.000. Σχεδόν ασθμαίνοντας από ενθουσιασμό, μιλάει για τους εκδοτικούς που μετά το '80 εμπλούτισαν το τοπίο. Αυτό που φοβάται είναι η κατάργηση του αναχώματος στον αθέμιτο ανταγωνισμό και στα μονοπώλια, του μέτρου που εγγυάται ότι οι μικρές Πλειάδες και ένα μεγαθήριο δεν θα έχουν μεγάλες αποκλίσεις στην τιμή που μετατοπίζει το ενδιαφέρον σε ποιοτικά χαρακτηριστικά. Πιστεύει ότι οι εκδότες δεν θα ρισκάρουν με μη ευπώλητους τίτλους. Οτι μικροί οίκοι που σύστησαν στην Ελλάδα κρυμμένα διαμάντια, με λίγα αντίτυπα, δεν θα αντέξουν τον ανταγωνισμό. «Πάμε να μουντζουρώσουμε κάτι», λέει, «τη στιγμή που μαθαίνει καλλιγραφία».
Η Ματίνα θυμάται ότι ένα παράρτημα πολυκαταστήματος βιβλίων στο Αγρίνιο δεν τα κατάφερε παλαιότερα, ένα άλλο όμως μεγαλύτερο περιμένει τη σειρά του. Από αυτό απειλείται, όχι από παίκτες της ίδιας κατηγορίας που αλληλοβοηθιούνται αν τους λείπει ένα βιβλίο. Η ίδια πασχίζει να ενημερώνει παραγγελίες πελατών δις εβδομαδιαίως, να ετοιμάσει το σύστημα ηλεκτρονικών αγορών κι ας κοστίζει κάτι παραπάνω. Αισθάνεται ότι το μικρό μέγεθος, είτε λόγω στήριξης της συνοικίας είτε λόγω ανάγκης για επαφή, κερδίζει έδαφος. «Το βιβλίο όμως είναι ένα έργο τέχνης κι εκεί σταματάει η σύγκρισή του με προϊόντα ελεύθερης αγοράς» λέει για την ενιαία τιμή βιβλίου. Αισθάνεται και λίγο προδομένη: γύρισε στο Αγρίνιο λόγω κρίσης, η προσπάθειά της άρχισε να αποδίδει και τώρα άλλος ένας εξωτερικός παράγοντας θα τα γκρεμίσει όλα. «Αντί να επιβραβευτεί η όποια άνοδος των μικρών βιβλιοπωλείων, η ανάπτυξη», λέει πικρά, «είναι σαν να τιμωρείται».
«Αν είσαι εκδότης, βγάλεις ένα βιβλίο, πουλήσεις 1.000 αντίτυπα και τα υπόλοιπα αραχνιάζουν, θα έρθει ο μεγάλος, θα τα αγοράσει για ψίχουλα και θα τα διαθέσει φτηνότερα από τους μικρούς» λέει ο Κώστας Παππάς. Χώρια που έτσι θα επιβιώσουν «ιστορίες με βρικόλακες ή εκείνη η τσοντούλα, οι "Πενήντα αποχρώσεις του γκρι"». Ακόμα χειρότερα, αν ένας συγγραφέας καταθέσει ένα ωραίο χειρόγραφο, μάλλον θα απορριφθεί από τους εκδότες, γιατί θα έχουν προετοιμάσει αλλιώς τις οικονομικές προδιαγραφές των βιβλίων που αγοράζονται. Λίγο υπερβολικό δεν ακούγεται; Ισως. 
Εκτός όμως από τη δυνατότητα για πλασματικές τιμές, για ψεύτικες εκπτώσεις, εκτός από τον μαρασμό των μικρών προς όφελος των μεγάλων ή του Amazon, σε χώρες σαν τις ΗΠΑ και τη Βρετανία που ξεμπέρδεψαν με την ενιαία τιμή, ο Λαμπρόπουλος από τη Λιβαδειά ανιχνεύει και εκείνος συνέπειες στον εκδοτικό πλουραλισμό: «"Τι ετοιμάζεσαι να εκδώσεις φέτος; Τριάντα τίτλους; Εμάς μας ενδιαφέρουν μόνο οι δέκα" θα λένε τα μεγαθήρια στον εκδότη. Οι υπόλοιποι είκοσι δεν θα τους ενδιαφέρουν. Και αφού τα μικρά βιβλιοπωλεία θα μειώνονται, δεν θα τυπώνονται καν».
Οχι ότι ειδάλλως τα προβλήματα του κλάδου θα λύνονταν με ξόρκια. Τα εντόπισε προσφάτως και ο ΟΟΣΑ στην έκθεσή του, θεωρώντας σημαντική αιτία τους την ενιαία τιμή, ισχύουσα πάντως σε αρκετά ευρωπαϊκά κράτη και σύντομα υπό αίρεση στην ελληνική Βουλή. Λες και δεν είχε νόημα η ψηλάφηση των επιπέδων φιλαναγνωσίας της χώρας, των κακών επιχειρηματικών επιλογών, της ελλιπούς εθνικής πολιτικής ή η στήριξη παραμέτρων που δεν ποσοτικοποιούνται. Σαν εκείνες που εξαίρει ο Μάριο Βάργκας Γιόσα σε ένα κείμενό του για τα βιβλιοπωλεία: «στα οποία δεν πηγαίνουμε για να αγοράσουμε βιβλία όπως στο σουπερμάρκετ, αλλά για να τα βλέπουμε, να τα μυρίζουμε, να τα ξεφυλλίζουμε, να τα αγγίζουμε, να συναντηθούμε με τον βιβλιοπώλη και άλλους παθιασμένους».

Σημ. Οι αναφορές σε εμάς και οι θέσεις μας με χοντρά και πλάγια γράμματα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: