Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2008

Οι Ολυμπιακές Όρνιθες ή πώς σε γήπεδα, σε θέατρα, σε πρώην νταμάρια και σε αλάνες ο πολιτισμός ξεχειλίζει από τα μπατζάκια μας

Μπορεί ο φίλος Βασίλης Καραγιάννης ορμώμενος απ’ όσα συμβαίνουν στην Επαρχία του να έγραψε το κείμενο - προσφορά του στο μπλογκ μας - που ακολουθεί, αλλά όλοι εσείς φαντάζομαι, με ευκολία θα αλλάξετε τα όποια ονόματα για να τοποθετήσετε στη θέση τους τα αντίστοιχα των δικών σας τόπων και προσώπων. Γιατί πολύ απλά τα όσα γράφει εκφράζουν τη γενικότερη παθογένεια της επαρχιακής εξουσίας.


Στο πάλεμα, το πήδημα, το τρέξιμο και το λιθάρι
στο θέατρο της Ποντοκώμης, πρώην νταμάρι
(Ολυμπιακές και θεατρικές προσομοιώσεις)

Του Β. Π. Καραγιάννη

Έστιν ουν προσομοίωση, μίμηση πράξεως ή πράγματος, σπουδαίας ή ασήμαντου, μέγεθος εχούσης· και στα πιο οικεία ελληνικά, το σχεδόν όμοιο, το παρεμφερές με την όντως πραγματικότητα.
Δυο περιπτώσεις υπέστημεν το θέρους που τελείωσε, θέλω να πω Αυγούστου τέλους.

Ζήτημα 1ο
Είμαστε στο πρώην νταμάρι της κοινότητας Ποντοκώμης, που ανήκει ως διμελές εταίρος στο Δήμο Δημητρίου Υψηλάντη, μαζί με το Μαυροδένδρι (Καραγάτς), με τους εναλλασσόμενους, ως ρεύμα εναλασσόμενον, δημάρχους χάρη στις δικαστικές επιλογές και τις κρατικές, δια της Περιφερείας, επεμβάσεις, που έγινε θέατρο στο όνομα του πατρός Μίκη Θεοδωράκη (εκ του ότι παλιότερα η νυν πολίχνη ονομάζονταν και «Μικρή Μόσχα» από το εντελώς κόκκινο των ψηφοδελτίων του, ενώ σήμερα από το κονιορτόχρουν της ατμοσφαίρας της οι κάτοικοι ζήτησαν να εγκαταλείψουν την πατρώα γη). Αμέσως μετά τη λήξη των Ολυμπιακών του Πεκίνου ανέλαβε η Ν.Α. Κοζάνης γιορτές να διαπράξει, συνεπικουρούμενη από μια εταιρεία προώθησης των Ολυμπιακών, αρχαίων ιδεωδών (εμβαπτισμένα σε ικανό αριθμό ευρω-αναβολικών), η οποία περιφέρεται ανά το πανελλήνιον και προωθεί τα προϊόντα του Ολυμπισμού της· ήγουν πολύπτυχο λεύκωμα με σπιράλ μήκος άνω των 80 εκατοστών και πλάτους 55 πόντων, με ωραία κορμιά αθλητών - μοντέλων σε κίνηση σε ενσταντανέ αρχαίων αθλημάτων. Δεύτερον, ατραξιόν κάπως θεατρική, όπου σε ανοιχτό χώρο γίνονται πράξη οι φωτογραφίες του λευκώματος, με τα μοντέλα πρωταγωνιστές και τοπικούς δευτεραγωνιστές και χλαμυδοκρατούμενες τηλεπαρουσιάστριες, ενώπιων επισήμων χαγάνων και θεατών λαϊκών χάνων. Προλογίζουν του λευκώματος Μακεδόνο-νομάρχες όπως της Θεσσαλονίκης, (παντού και πάντα, σε τέτοια καμώματα, πρώτος), της Πιερείας, της Πέλλης (δηλαδή του παλιού μου συμμαθητή στο Βαλταδώρειο Γυμνάσιο, Μιχάλη Καραμάνη (Καραμάνου τον έγραφαν), από τον άγιο Χαράλαμπο Δήμου Ελλήσποντου (είναι ο Δήμος, με την κοινότητα Δρεπάνου του, που κήρυξε τις «Γιορτές της Επανάστασης, η αθεόφοβη), ο οποίος κι αυτός ληρολογούσε, μετρημένα έστω. Της θεατρικής ας πούμε αναπαράστασης προλογίζουν φυσικά οι καλούντες αυτούς, της εξουσίας εξουσιολάγνοι καλυμμένοι με τη ματαιοδοξία συν την πολιτική τους μωροφιλοδοξία.
Θέμα του όλου θάματος στο θέαμα και στα θύματα η : «Αρχαία Ελλάδα. Ευ αγωνίζεσθε. Ολυμπιακά αθλήματα». Φοβερόν!
Είναι μια κατηγορία επιχειρηματιών πολιτισμού και αθλητισμού συνήθως της πρωτεύουσας, που κατά καιρούς ξαμολιούνται στην ύπαιθρο και πουλούν το προϊόν τους, το όποιο, αδιάφορο, κυρίως σε Νομαρχίες που είναι πιο ευάλωτες σε τέτοιες θλιβερές ιστορίες, και Δήμους πιο κωλοπετσωμένους βέβαια από την πολυκαιρία στην εξουσία, κι έχουν μάθει να ξεχωρίζουν ή ν’ αντιστέκονται περισσότερο· δεν έχουν και λεφτά για πέταμα άλλωστε.
Η Κοζάνη «χτυπιέται» τακτικά υπό ενός ζωγράφου, όστις κατά καιρούς πουλά την τέχνη του –ζωγραφική και γλυπτική- αδρά στα παραπάνω θύματα η δε εκλεγμένη Ν.Α. στις διάφορες εκφράσεις της, είναι το κατεξοχήν θύμα. Ελλείψει παντελώς πολιτιστικών αντανακλαστικών και ανθρώπων να τους συμβουλεύουν και να τους συγκρατούν στοιχειωδώς, βαδίζουν εντελώς ασυγκρότητοι κι ανερμάτιστοι, πολιτιστικά ανυπόδητοι, κι όπου κι όπως τους βγάλει το πράγμα. Δεν έχουν φυσικά καμιά πολιτική επί του πολιτισμού και των γραμμάτων, αλλά αυτό είναι το λιγότερο. Δεν έχουν δυστυχώς ούτε τη στοιχειώδη προσωπική, αισθητική διαίσθηση και γνώση για ν’ αποφύγουν τις κακοτοπιές ή τους επιτήδειους. Θέλουν κάτι να κάνουν, αλλά δεν το μπορούν ή όταν το επιχειρούν, το μπορούν έτσι ώστε να πέφτουν σε διάφορα νύχια μικρομεσαίων σαλταδόρων. Συστήνουν μάλιστα κι αστείες στη λειτουργία και στη λογική τους, πολιτισμικές και τουριστικές εταιρείες προς διαχείριση της πνευματικής απελπισίας τους για να είναι ένταξη νομικά και θεσμικά! Το να χορεύεις στο πανηγύρι της πατάτας, του φασίολου ή στην πολιτιστική γιορτή του γιδοκουρέματος (πως δεν πήγαν και στο γαλομέτρο) είναι ανώδυνο και δεν βλάπτει κανέναν ει μή μόνον τον ορχούμενο και την σοβαρότητα του. Λίγο το κακό. Όμως, η απερίσκεπτη διανομή χρημάτων είναι άλλο πράγμα. Βέβαια είναι γενικότερο το φαινόμενο στους θεσμούς αυτούς (που συνορεύουν με εσμούς αφελών το επιεικέστερον) που διοικούν και διαχειρίζονται το κοινό χρήμα, το οποίο πολιτικά ανήκει στο νομό και τους ανθρώπους του, κι εν τούτοις αυτοί αρέσκονται να το μοιράζουν με γαλαντομία νεόπλουτου, σε τυχάρπαστους, αρκεί να ‘ναι από την πρωτεύουσα της διαπλεκόμενης χαβούζας και που θα τους χτυπήσουν με συγκατάβαση («μεγάλε!») την πλάτη της ματαιοδοξίας τους.
Η προσωπική διαχείριση του γελοίου είναι αναφαίρετο ατομικό δικαίωμα. Η δημόσια διάχυσή του συνιστά το αδίκημα της εξώθησης σε συλλογική, αισθητική, εξαχρείωση.
Κοιτώ τις φωτογραφίες του διαδρώμενου, όπως δημοσιεύτηκαν στις τοπικές εφημερίδες. Άκουσα και τη διήγηση ενός μικρού μου φίλου, που το καταδιασκέδασε· είχε δε την εύλογη απορία, γιατί οι ολυμπιο-παίχτες δεν ήταν εντελώς γυμνοί, όπως οι αρχαίοι του πρόγονοι στην Ολυμπία και νομίζω πως σχημάτισα επαρκή εικόνα του τι έγινε εκεί. Δεν χρειαζόταν να δεις περισσότερα.
Δεν λέω ο θεός να βάλει το χέρι του, δεν τον ενδιαφέρουν και πολύ αυτά τα ζητήματα, αλλά ο νυν κ. Νομάρχης μπορεί να το κάνει· διαφορετικά θα πέφτει εν ονόματι του κόσμου που τον εξέλεξε, οσημέραι θύμα αλλά και άθυρμα του κάθε μπαγαμπόντη. Και δεν του αξίζει ως εκ της παιδείας του, τέτοια διολίσθηση.
Το Ποντοκώμειον θέαμα ήταν ένας ύμνος στο κιτς. Η προσομοίωση αυτή του ολυμπισμού με μια εντελώς άρρωστη διάθεση, σ’ ένα ακόμα πιο άρρωστο και σαθρό πλαίσιο ύπαρξης, και το ακόμα θλιβερότερο, η δήθεν σχολική κι αθλητική του διάχυση, ως θέαμα και λεύκωμα -τι κωμικοτραγική υπόθεση. Να μάθουν οι νέοι τι εστί ολυμπιακό βερύκοκον, να πράξουν κι αυτοί τα ίδια όταν μεγαλώσουν, δηλαδή να τ’ αρπάζουν απ’ όπου μπορούν, ότι αυτό είναι το ολυμπιακόν (και πολιτικόν) μας σπορ και ιδεώδες. Τα μόλις ανωτέρω έχουν ένα αγοραίο και φτηνό διδακτισμό και μια ηθικολογία που δείχνει αν μη τι άλλο, χαμηλών προδιαγραφών άτομα αποδέκτες κι υψηλών απολαβών επιτήδειους διακινητές του όποιου Ολυμπισμού, Μακεδονισμού, και άλλες τρίχες κατσαρές, που σερβίρουν πάντα με το αζημίωτο, στους ανίδεους διαχειριστές κάθε μικρο-εξουσιο-λαγνείας, οι οποίοι νόμισαν ξαφνικά πως τα έμαθαν όλα ενώ στην πορεία τους, θα τα πάθουν όλα.
Οι νεαροί ηθοποιοί που αθλητο-θετρίζονταν έκαναν τη δουλειά τους, γιατί για το μεροκάματο ζούμε όλοι, αν και οι πιο μερικοί για την αρπαχτή, που είναι εννοείται πολύ πιο γενναία αυτού.
Η παρουσία του Νομάρχη Θεσσαλονίκης ως εμψυχωτού των αγώνων, ο οποίος διατελεί μόνιμος, πρωινός, ψυχαγωγός του μέγα τηλεοπτικού πανελλήνιου, με την γκαρντασιάδα, την Ελληνιάδα και τη Μακεδόνο-φουστανελο-φούρια του, ήταν ο πιο ασφαλής δείκτης ότι «κάτι τι εντελώς κιτσο-ωραίον» συμβαίνει εκεί κι εδώ. Δεν έσωσε από την κακογουστιά, ας το πούμε ελληνικά, το θέαμα, ούτε η ωραία, δε λέω στα ολοπόρφυρα ντυμένη, αντινομάρχης πολιτισμού κ.λπ. Κοζάνης η οποία στο ρόλο της πρωθιέρειας, διεύθυνε το συμβάν και στεφάνωνε στο τέλoς τους νικητές πρωταγωνιστές, με κλαδί ελιάς ή κάτι τέτοιο, οι οποίοι γονυπετείς, υποθέτω την κατεύρισκαν, επιβραβευόμενοι ανέλπιστα υπό ωραιότατης, σεμνής, νομαρχιακής και όχι καμιάς πάνδημης, ιέρειας.
Απορία 1η. Αλήθεια πήραν άδεια οι τελετάρχες και οι τελετούμενοι για την τέλεση αυτού του θεατρικού, από την καθ’ αυτό κυρία πρωθιέρεια του αρχαιολογισμού Αιανής, υπερτίμου και εξάρχου Δ. Μακεδονίας, ότι στην κτηματική περιοχή των ανασκαφών της, τελούσαν κι αναβίωναν μυστήρια τραίνα! Εισπήδησις κανονική!
Απορία 2α. Γιατί οι παριστάμενοι της τοπικής εξουσίας δεν υποχρέωσαν τους δύο ερίζοντες Δημάρχους, του ακέφαλου ή δυο-κέφαλου δήμου, να παλέψουν λεβέντικα στο θέατρο και στο αγώνισμα της ελεύθερης πάλης, και όποιος νικήσει να πάρει γέρας τη Δημαρχεία να σταματήσει έτσι αυτή η γελοία διελκυστίνδα.

Ζήτημα 2ο

Ακριβώς με το τέλος του Αυγούστου και του Καλοκαιριού μαζεύτηκαν, όσοι, αρκετοί, μάλιστα πολλοί εκ της Εορδαϊκης γης, θεατές, που υποθέτω απέφυγαν τα της Ποντοκώμης, στο ανοιχτό θέατρο της πόλεως Κοζάνης, να δουν την παράσταση «Όρνιθες» του Αριστοφάνη, εμβόλιμη στα Λασσάνεια. Θυμάμαι μικρός την υπέροχη ομοιοκατάληκτη μετάφραση (1910), του Πολύβιο Δημητρακοπούλου που κυκλοφόρησε στις εκδόσεις Φέξη και τον έκτοτε συμπαθή μου Πεισθέταιρο που έλεγε ας πούμε:

«Κι όταν σεις τη φτιάσετ’ έτσι, τότε ν’ απαιτήσετ’ όλοι
την αρχήν από τον Δία· κι αν απάντησι δεν δώσει
και τον δυνατώτερό του δεν θελήσει να τον νιώσει,
πόλεμο ιερό κυρήχτε, που να μην του επιτραπή
από το βασίλειό σας να περνούν (χωρίς ντροπή)
κι όπως πρώτα καυλωμένοι κατεβαίνανε (με τρέλες)
και πλακώνανε Αλκμήνες, και Αλόπες και Σεμέλες
Κι αν δεν το παραδεχτούνε
στην ψ...ή να σφραγισθούνε
για να παύσουν να γ.....νε.

Οι από καιρού αφίσες που είχαν κατακυριεύσει τους στύλους, τόνιζαν πως η παράσταση είναι του Θεάτρου Τέχνης σε σκηνοθεσία του Κάρολου Κουν, μουσική Μάνου Χατζιδάκι, σκηνικά Γ. Τσαρούχη, χορογραφίες της Ζουζούς Niικουλούδη, μετάφραση Βασίλη Ρώτα. Όλα άριστα δηλαδή. Αλλά δεν θα μπορούσε να είναι αυτή η πρώτη και μοναδική, ότι όλοι οι δημιουργοί της, έλειπαν αμετάκλητα. Όπως στους «Αχαρνείς» με τον Γ. Λαζάνη και τον Μ. Κουγιουμτζή στο υπαίθριο θέατρο της ΔΕΗ, κάπου το 1990, στα εργοτάξια της Πτολεμαΐδας, που έφεραν το Θ.Τ. οι τότε συνδικαλιστές της, οι οποίοι δεν κοιτούσαν τότε ακόμα μόνον το τομάρι τους. Τώρα ήταν μια προσομοίωση παράστασης, της αυθεντικής πρώτης του Θεάτρου Τέχνης από τους εγγονούς του, ηθοποιούς. Ποιοί είναι αυτοί, πού κινούνται να μην πω στο παγκοσμίως άγνωστο, αλλά στο πανελλαδικό σίγουρα! Όμως με τίμια υποκριτική διάθεση και χωρίς ακκισμούς απέδωσαν, αυτό που κληρονόμησαν κι έτσι πήραμε μια αίσθηση και γνώση του μεγάλου αρχαίου θεάτρου, όπως αυτό παίζεται χωρίς τις υπερβολές του σήμερα με την ακατάσχετη ατακολογία, με την οποία πλήττει κατακούτελα η περιφερόμενη θεατρική σκηνή, τον θεατή Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Ήταν και η μουσική του Μ. Χατζιδάκι κι ο κεντρικός της αοιδός που σε έβαζε σε μια πραγματική παράσταση από παραστάσεις τέχνης υψηλής, ποιότητας και της εξ αυτών ακατάσχετης νοσταλγίας του ωραίου, που σε όλους μας ενυπάρχει, μόνον που χωρίς να χρειάζονται και μεγάλα έξοδα κι αρπαχτές, μπορεί να γίνει απόκτημα, εφήμερο έστω, του καθένα μας.
Αντιγράφω το εξαίσιο χορικό της Αηδόνας για να ‘χουμε μια συνειρμική μουσική γεύση και από τον Μ. Χ. -αλησμόνητη η εκτέλεση με τον Γ. Μούτσιο- αλλά και τη μετάφραση του Β. Ρώτα.
Ω καλή μου ξανθιά
συντροφιά μου γλυκιά
που βάζεις ουρανό
κάθε ωραίο σκοπό
Ήρθες ήρθες εφάνης
με σουραύλια να υφάνεις
ύμνους κελαηδισμούς
ήχους εαρινούς.
Εμπρός αρχίνα πες τους
γλυκά τους αναπαίστους
(Β. Ρώτας)

Σ αυτήν την θεατρική προσομοίωση ναι, πήγαμε φυσικά, άνθρωποι κανονικοί και φύγαμε κατά τι πιο τρυφεροί...


Ο Βασίλης Π. Καραγιάννης γεννήθηκε στη Λευκοπηγή Κοζάνης το 1953. Είναι δικηγόρος, διευθυντής της πνευματικής επιθεώρησης της Κοζάνης "Παρέμβαση" και διευθυντής του Ινστιτούτου Βιβλίου και Ανάγνωσης. Δημοσιεύματα: "Περιπλάνηση ένδον" (αφηγήματα) 1995, "Σχεδιάσματα ιστορίας του Δικηγορικού Συλλόγου Κοζάνης" 1996, "Εσωτερική βραδυπορία" (ποίηση) 1997, "Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης" (μελέτη) 1997, "Ανεβαίνοντας στον Αη-Λιά" (οδοιπορικό) 1998, "Δεκαπενθήμερα" (ημερολογιακές σημειώσεις).Τελευταίο έργο "Το χρώμα της νοσταλγίας" (διηγήματα) 2008.

Δεν υπάρχουν σχόλια: