Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

Μας άφησε ένας φίλος, ένας σύντροφος του δρόμου, ένας άνθρωπος που έζησε την εποχή του με πάθος και λύσσα, ένας ευρωπαίος διανοούμενος, ένας μεγάλος συγγραφέας. Ο Αντόνιο Ταμπούκι.


Σε λίγο, όταν δεν θα ακούγετε πλέον την ανάσα μου, ανοίξτε διάπλατα εκείνο το παράθυρο, αφήστε να μπει το φως και οι θόρυβοι του ζωντανού κόσμου, σας ανήκουν, η σιωπή είναι δική μου. Και να φύγετε αμέσως, κλείστε την πόρτα και αφήστε εδώ το πτώμα, εκείνο δεν θα είμαι εγώ, έδωσα ήδη εντολές στη Φράου να το ξεφορτωθεί στα γρήγορα... Υπάρχει μια θρησκευτική αγάπη του θανάτου που έχει κάτι το νεκροφιλικό, λες κι ο κόσμος αγαπάει περισσότερο τα πτώματα παρά τους ζωντανούς... Ένας ωραίος θάνατος... τι ανοησία, ο θάνατος δεν είναι ποτέ ωραίος, ο θάνατος είναι αποκρουστικός, πάντα, είναι η άρνηση της ζωής... Λένε ότι ο θάνατος είναι ένα μυστήριο, αλλά το γεγονός της ύπαρξης είναι ένα μεγαλύτερο μυστήριο, φαινομενικά κοινότοπο, κι όμως τόσο μυστηριώδες...
(από το μυθιστόρημα «Ο Τριστάνο πεθαίνει. Μια ζωή», μτφρ. Ανταίου Χρυσοστομίδη, εκδόσεις Άγρα 2004)

Έφυγε από τη ζωή ένας από τους σπουδαιότερους ευρωπαίους συγγραφείς, και μεγάλος φίλος της Ελλάδας. Ο Αντόνιο Ταμπούκι πέθανε την Κυριακή 25 Μαρτίου 2012 μετά από πολύμηνη ασθένεια στη Λισσαβόνα, μια πόλη που επέλεξε ως δεύτερη πατρίδα του και που επανέρχεται συχνά στο έργο του.
Γεννήθηκε στις 24 Σεπτεμβρίου 1943 στην Πίζα. Σπούδασε στην Πίζα, στο Παρίσι και στη Λισσαβόνα λογοτεχνία και φιλοσοφία. Δίδαξε για πολλά χρόνια στο Πανεπιστήμιο της Σιένα. Έγραψε 40 βιβλία, τα περισσότερα από τα οποία έχουν μεταφραστεί σε 40 γλώσσες. 
Από πολύ νέος ασχολήθηκε συστηματικά με τον Φερνάντο Πεσσόα, μεταφράζοντας ένα μεγάλο μέρος του έργου του στα ιταλικά. Ταυτόχρονα υπήρξε ένας από τους επιφανέστερους μελετητές του έργου του Πορτογάλου ποιητή και συγγραφέα και συνέβαλε ουσιαστικά στην παγκόσμια εδραίωση και διάδοση του έργου του. Ένα τμήμα των δοκιμίων του για τον Πεσσόα έχουν δημοσιευτεί στον τόμο «Η νοσταλγία του πιθανού - Γραπτά για τον Φερνάντο Πεσσόα» (εκδ. Άγρα 2007). Στον Πεσσόα αφιέρωσε κι ένα λογοτεχνικό του έργο «Οι τρεις τελευταίες μέρες του Φερνάντο Πεσσόα - Ένα παραλήρημα» (εκδ. Άγρα 1999).
Η εκτενής νουβέλα του «Ρέκβιεμ» (1992) γράφτηκε απευθείας στα πορτογαλικά, ενώ το μυθιστόρημά του «Έτσι ισχυρίζεται ο Περέιρα» (1994), που τον έκανε παγκοσμίως γνωστό, διαδραματίζεται στην Πορτογαλία του Σαλαζάρ. 
Ο Αντόνιο Ταμπούκι, παρότι ξεκίνησε τη συγγραφική του καριέρα με ένα μυθιστόρημα («Piazza d' Italia», 1975) υπήρξε κυρίως συγγραφέας της μικρής φόρμας. Από το «Παιχνίδι της αντιστροφής» (1981) μέχρι το «Ο χρόνος γερνάει γρήγορα» (2009) ο Ταμπούκι έγραψε μια σειρά από αριστοτεχνικά, συχνά μινιμαλιστικά,  διηγήματα που έδωσαν μια νέα ώθηση στη σύγχρονη ιταλική λογοτεχνία. Στα χρόνια που πέρασαν ανάμεσα σε αυτές τις δύο συλλογές, δημοσίευσε επίσης τις συλλογές «Η γυναίκα του Πόρτο Πιμ» (1983), «Μικρές παρεξηγήσεις άνευ σημασίας» (1985), «Τα πετούμενα του Μπεάτο Αντζέλικο» (1987), «Ο μαύρος άγγελος» (1991), «Όνειρα ονείρων» (1992). 
Οι εκτενείς νουβέλες/μυθιστορήματά του είναι το «Νυχτερινό στην Ινδία» (1984), «Η γραμμή του ορίζοντα» (1986), « Ρέκβιεμ - Μια παραίσθηση» (1992), «Οι τρεις τελευταίες μέρες του Φερνάντο Πεσσόα - Ένα παραλήρημα» (1994), «Έτσι ισχυρίζεται ο Περέιρα» (1994), «Η κομμένη κεφαλή του Νταμασένου Μοντέιρο» (1997), «Είναι αργά, όλο και πιο αργά» (2001), «Ο Τριστάνο πεθαίνει. Μια ζωή» (2004).
Κοσμοπολίτης συγγραφέας που ταξίδευε συνεχώς, ο Ταμπούκι συγκέντρωσε τα ταξιδιωτικά του κείμενα στον τόμο «Ταξίδια και άλλα ταξίδια» το 2011. 
Ο Ταμπούκι υπήρξε ένας έντονα πολιτικοποιημένος συγγραφέας. Παρενέβαινε τακτικά με άρθρα του σε εφημερίδες χτυπώντας όλα τα κακώς κείμενα, ιδιαίτερα της περιόδου του μπερλουσκονισμού. Αυτό, μάλιστα, είχε ως αποτέλεσμα μια μεγάλη δικαστική του περιπέτεια τα τελευταία δύο χρόνια με τον αντιπρόεδρο της Βουλής, στέλεχος του κόμματος του Μπερλουσκόνι. 

Υπερασπίστηκε σθεναρά τα δικαιώματα των τσιγγάνων στην Ιταλία (έγραψε, μάλιστα, το βιβλίο «Οι τσιγγάνοι και η Αναγέννηση» το 1999). Τον απασχόλησαν επίσης θέματα που αφορούσαν τη δημοκρατία και την τρομοκρατία («Η γαστρίτιδα του Πλάτωνα», βιβλίο του 1998), και υπήρξε ιδρυτικό μέλος του Διεθνούς Κοινοβουλίου των Συγγραφέων (1993) που δημιουργήθηκε για να υπερασπιστεί συγγραφείς απ' όλο τον κόσμο που δέχονταν απειλές κατά της ζωής τους στις χώρες τους. Το Κοινοβούλιο εξέδιδε το περιοδικό «Αουτονταφέ» που κυκλοφόρησε ταυτόχρονα σε 8 γλώσσες, καθώς και στην Ελλάδα (εκδ. Άγρα).
Πολλά βιβλία του έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο. Σημειώνουμε τις ταινίες «Νυχτερινό στην Ινδία» του Αλαίν Κορνώ, «Έτσι ισχυρίζεται ο Περέιρα» του Ρομπέρτο Φαέντσα με τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, «Ρέκβιεμ» του Αλαίν Τανέρ, κ.α. Ο κινηματογράφος υπήρξε πάντα ένα από τα σημαντικά σημεία αναφοράς στο έργο του. Στον κινηματογράφο του Αλμοδόβαρ αφιέρωσε το βιβλίο του «20 φωτογράμματα» με 11 νυχτερινές φωτογραφίες του γιου του Μικέλε Ταμπούκι (2006).
Κείμενά του μεταφέρθηκαν στο θέατρο από τον Τζόρτζιο Στρέλερ και άλλους σε διάφορες χώρες. Στην Ελλάδα ο Μιχάλης Βιρβιδάκης ανέβασε στα Χανιά το έργο «Τρεις ασήμαντες ιστορίες χωρίς συμπέρασμα» (2005).

Έχει βραβευτεί με πολλά διεθνή βραβεία, μεταξύ των οποίων Pen Club, Campiello, Viareggio Repaci στην Ιταλία, Prix Médicis Étranger, Prix Européen de la Littérature, Prix Méditerranée στη Γαλλία, Ευρωπαϊκό Αριστείον, το Nossack στη Γερμανία, το Europäischer Stäatspreis στην Αυστρία, το Hidalgo και Francisco Cerecedo στην Ισπανία. Συζητήθηκε συχνά η υποψηφιότητά του για το Βραβείο Νόμπελ. 
Από το 1997 ερχόταν στην Ελλάδα κάθε χρόνο, στις αρχές του καλοκαιριού, είτε για να παρουσιάσει βιβλία του είτε για να κάνει διακοπές - κυρίως στην Κρήτη, φιλοξενούμενος στο ξενοδοχείο Δώμα, στα Χανιά. Τα Χανιά ανταπέδωσαν την αγάπη του Ταμπούκι κάνοντάς τον επίτιμο δημότη της πόλης το 2011. 
Ένα χρόνο πριν, τον Μάιο του 2010, είχε αναγορευτεί επίτιμος διδάκτωρ του τμήματος Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
Σχεδόν το σύνολο του έργου του έχει εκδοθεί στην Ελλάδα από τις Εκδόσεις Άγρα σε μεταφράσεις πάντα του Ανταίου Χρυσοστομίδη (ο οποίος μάλιστα τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης το 2003 για τη μετάφραση του μυθιστορήματος «Είναι αργά, όλο και πιο αργά»). Με τον Ανταίο Χρυσοστομίδη τον συνέδεε μια στενή φιλία που αποτυπώνεται στο βιβλίο τους «Ένα πουκάμισο γεμάτο λεκέδες» (1999), μια σειρά συζητήσεων για το μέχρι τότε δημοσιευμένο έργο του συγγραφέα.  
Ήταν παντρεμένος με την Πορτογαλίδα Μαρί-Ζοζέ Λανκάστρε, επίσης μελετήτρια και μεταφράστρια του Πεσσόα, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά. 
Η είδηση του θανάτου του μεταδόθηκε αμέσως σε όλο τον κόσμο, με εκτενή δημοσιεύματα σε πολλές ευρωπαϊκές εφημερίδες. Ο Ιταλός εκδότης του Κάρλο Φελτρινέλι έκανε την ακόλουθη δήλωση: «Μας άφησε ένας φίλος, ένας σύντροφος του δρόμου, ένας άνθρωπος που έζησε την εποχή του με πάθος και λύσσα, ένας ευρωπαίος διανοούμενος, ένας μεγάλος συγγραφέας».
Τελευταία δημόσια παρουσία στην Ελλάδα:
1) Μέγαρο Μουσικής, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων Megaron Plus παρουσίαση του βιβλίου «Ταξίδια και άλλα ταξίδια» με τον Ανταίο Χρυσοστομίδη και τον Βαλέριο Αντάμι (19 Μαΐου 2011)
2) Ιταλικό Ινστιτούτο Αθήνας, προλόγισμα της προβολής της ταινίας «Νυχτερινό στην Ινδία» του Αλαίν Τανέρ (20 Μαΐου 2011)
Αναδημοσίευση επιστολής που μας κοινοποιήθηκε απο τις εκδόσεις ΑΓΡΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια: