Τετάρτη 30 Μαΐου 2018

Παρουσίαση του νέου μυθιστορήματος του Γιάννη Καλπούζου "ΓΙΝΑΤΙ" στο βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ τη Δευτέρα 4 Ιουνίου στις 8:30 μμ




Ο Γιάννης Καλπούζος στη Λιβαδειά 

Το Βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ 

(Δημάρχου Ι. Ανδρεαδάκη 49, Λιβαδειά, τηλ.: 22610 23136) 

και οι Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ 

σας προσκαλούν στην παρουσίαση του νέου μυθιστορήματος 

"ΓΙΝΑΤΙ " του Γιάννη Καλπούζου, 

στον χώρο του βιβλιοπωλείου. 

Ο συγγραφέας θα συνομιλήσει με το κοινό

και θα υπογράψει αντίτυπα των βιβλίων του.

Τρίτη 10 Απριλίου 2018

«Τα κακομαθημένα παιδιά της Ιστορίας» τη Δευτέρα 16 Απριλίου στις 8:15 μμ στο βιβλιοπωλείο Σύγχρονη Έκφραση



Τη Δευτέρα 16 Απριλίου στις 8:15 μμ

το βιβλιοπωλείο Σύγχρονη Έκφραση και οι Εκδόσεις Πατάκη

σας προσκαλούν σε μία συζήτηση

με τον Κώστα Κωστή 

με αφορμή τη νέα, συμπληρωμένη έκδοση του βιβλίου του

 «Τα κακομαθημένα παιδιά της Ιστορίας».

Ο βασικός άξονας γύρω από τον οποίο στρέφεται το παρόν βιβλίο είναι η μετατροπή μιας μικρής επαρχίας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος. Από ορισμένες απόψεις τα προβλήματα που προέκυψαν κατά τον σχηματισμό του σύγχρονου ελληνικού κράτους θα μπορούσαν να εξομοιωθούν με τα αντίστοιχα προβλήματα που απαντώνται αυτή τη στιγμή στις προσπάθειες του δυτικού κόσμου να επιβάλει το δικό του πολιτικό και πολιτισμικό μοντέλο σε κοινωνίες ξένες, αν όχι εχθρικές προς αυτό. Το γεγονός ότι οι Έλληνες του 19ου και 20ού αιώνα είναι χριστιανοί, ενώ οι κοινωνίες που αποτελούν σήμερα αντικείμενο πειραματισμού της Δύσης μουσουλμανικές, μικρή σημασία έχει στον βαθμό που και οι δύο αντιμετωπίστηκαν ή αντιμετωπίζονται, ρητά ή όχι, ως πεδία εκπολιτισμού και σε καμιά περίπτωση ως ισότιμοι εταίροι του πολιτικού εγχειρήματος στο οποίο αποδίδεται, μάλλον άκριτα, ο όρος εκσυγχρονισμός. Εξάλλου ο χριστιανισμός των Ελλήνων δεν έπαψε ποτέ να αντιπροσωπεύει το σχίσμα, δηλαδή μια ιδιαιτερότητα σε σύγκριση με τις δυτικοευρωπαϊκές αντιλήψεις, όχι πάντοτε συμπαθή και ακόμη λιγότερο κατανοητή.
Ωστόσο, σε μια τέτοια σύγκριση υφίσταται μια διαφορά που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Αντικείμενο του βιβλίου είναι η Ελλάδα και οι Έλληνες και αυτή η -εθνικού χαρακτήρα πλέον- κατηγορία εκ των πραγμάτων συνειρμικά αναφέρεται σε ό,τι οι Δυτικοευρωπαίοι θεωρούν θεμέλια του πολιτισμού τους. Από την άποψη αυτή μπορεί εύκολα να ερμηνευθεί η ιδιαίτερη, ως έναν βαθμό τουλάχιστον, μεταχείριση που έτυχαν εκ μέρους της Δύσης οι πληθυσμοί εκείνοι που δεν εξεγέρθηκαν απλώς εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο όνομα του χριστιανισμού, αλλά επικαλέστηκαν μέσω του ονόματός τους μία σύνδεση με ένα παρελθόν, στο οποίο η Ευρώπη βλέπει τις ρίζες της δικής της ταυτότητας. Πρόκειται για μία αντίληψη που ανακαλείται πολύ συχνά από όλους όσοι θέλουν να υποστηρίξουν ή να πολεμήσουν τις εξεζητημένες συχνά επιλογές των Ελλήνων και που κατά τον 19ο αιώνα θα τους προσδώσει από τους Ευρωπαίους τον χαρακτηρισμό των "κακομαθημένων παιδιών της Ιστορίας".


 O Κώστας Κωστής γεννήθηκε το 1957 στην Αθήνα. Σπούδασε στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών, και οικονομική ιστορία στην Ecole des hautes etudes en sciences socials στο Παρίσι, όπου το 1985 υποστήριξε τη διδακτορική διατριβή του με θέμα "Economie agricole et banque agraire. Aspects de l' economie de la Grece entre les deux guerres, 1919-1927". Δίδαξε στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών, από το 1988 μέχρι το 2003. Από το 2004 είναι καθηγητής οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών. Από το 2006 ως το 2009 κατείχε την Έδρα Σπουδών για τη Νεότερη και Σύγχρονη Ελλάδα στην Ecole des hautes etudes en sciences socials, στο Παρίσι.

Σάββατο 24 Μαρτίου 2018

ΘΟΥΡΙΟΣ: Ρήγας "Φεραίος" Βελεστινλής

-->
ΘΟΥΡΙΟΣ: Ρήγας "Φεραίος" Βελεστινλής
Ως πότε παλικάρια, θα ζούμε στα στενά,                                    
μονάχοι σα λιοντάρια, στις ράχες στα βουνά;
Σπηλιές να κατοικούμε, να βλέπουμε κλαδιά,                                          
να φεύγωμ’ απ’ τον κόσμον, για την πικρή σκλαβιά;
Να χάνωμεν αδέλφια, πατρίδα και γονείς,
τους φίλους, τα παιδιά μας, κι όλους τους συγγενείς;
Κάλλιο είναι μιάς ώρας ελεύθερη ζωή,
παρά σαράντα χρόνια, σκλαβιά και φυλακή.
Τι σ’ ωφελεί αν ζήσεις, και είσαι στη σκλαβιά;
στοχάσου πως σε ψένουν, καθ’ ώραν στην φωτιά.
Βεζύρης, δραγουμάνος, αφέντης κι αν σταθής
ο τύραννος αδίκως σε κάμνει να χαθής.
Δουλεύεις όλη ημέρα, σε ό,τι κι αν σε πει,
κι’ αυτός πασχίζει πάλιν, το αίμα σου να πιει.
Ο Σούτζος, κι ο Μουρούζης, Πετράκης, Σκαναβής
Γκίκας και Μαυρογένης, καθρέπτης, ειν’ να ιδής.
Ανδρείοι καπετάνοι, παπάδες, λαϊκοί,
σκοτώθηκαν κι αγάδες, με άδικον σπαθί.
Κι αμέτρητοι άλλοι τόσοι, και Τούρκοι και Ρωμιοί,
ζωήν και πλούτον χάνουν, χωρίς καμμιά αφορμή.
Ελάτε με έναν ζήλον, σε τούτον τον καιρόν,
να κάμωμεν τον όρκον, επάνω στον σταυρόν.
Συμβούλους προκομμένους, με πατριωτισμόν
να βάλωμεν εις όλα, να δίδουν ορισμόν.
Οι νόμοι να ‘ν’ ο πρώτος, και μόνος οδηγός,
και της πατρίδος ένας, να γένει αρχηγός.
Γιατί κι η αναρχία, ομοιάζει την σκλαβιά,
να ζούμε σαν θηρία, ειν’ πιο σκληρή φωτιά.
Και τότε με τα χέρια, ψηλά στον ουρανόν
ας πούμ’ απ’ την καρδιά μας, ετούτα στον Θεόν.

Εδώ σηκώνονται οι πατριώτες όρθιοι, και υψώνοντας τα χέρια προς τον ουρανόν, κάνουν τον όρκον.

Ω βασιλεύ του κόσμου, ορκίζομαι σε Σε,
στην γνώμην των τυράννων, να μην έλθω ποτέ.
Μήτε να τους δουλεύσω, μήτε να πλανηθώ,
εις τα ταξίματά τους, για να παραδοθώ.
Εν όσω ζω στον κόσμον, ο μόνος μου σκοπός,
για να τους αφανίσω, θε νάναι σταθερός.
Πιστός εις την πατρίδα, συντρίβω τον ζυγόν,
αχώριστος για να ‘μαι, υπό τον στρατηγόν.
Κι αν παραβώ τον όρκον, ν’ αστράψ’ ο ουρανός,
και να με κατακάψη, να γένω σαν καπνός.
Τέλος του όρκου
Σ’ ανατολή και δύση, και νότον και βοριά,
για την πατρίδα όλοι, να ‘χωμεν μια καρδιά.
Στην πίστιν του καθ’ ένας, ελεύθερος να ζη,
στην δόξαν του πολέμου, να τρέξωμεν μαζί.
Βουλγάροι κι Αρβανήτες, Αρμένιοι και Ρωμιοί,
Αράπηδες και άσπροι, με μια κοινήν ορμή,
Για την ελευθερίαν, να ζώσωμεν σπαθί,
πως είμαστ’ αντριωμένοι, παντού να ξακουσθή.
Όσα απ’ την τυραννίαν, πήγαν στην ξενητιά
στον τόπον του καθ’ ένας, ας έλθη τώρα πιά.
Και όσοι του πολεμου, την τέχνην αγροικούν
Εδώ ας τρέξουν όλοι, τυρράνους να νικούν.
Η Ρούμελη τους κράζει, μ’ αγκάλες ανοιχτές,
τους δίδει βιό και τόπον, αξίες και τιμές.
Ως ποτ’ οφφικιάλος, σε ξένους Βασιλείς;
έλα να γένης στύλος, δικής σου της φυλής.
Κάλλιο για την πατρίδα, κανένας να χαθή
ή να κρεμάση φούντα, για ξένον στο σπαθί.
Και όσοι προσκυνήσουν, δεν είναι πιά εχθροί,
αδέλφια μας θα γένουν, ας είναι κ’ εθνικοί.
Μα όσοι θα τολμήσουν, αντίκρυ να σταθούν,
εκείνοι και δικοί μας, αν είναι, ας χαθούν.
Σουλιώτες και Μανιάτες, λιοντάρια ξακουστά
ως πότε σταις σπηλιές σας, κοιμάστε σφαλιστά;
Μαυροβουνιού καπλάνια, Ολύμπου σταυραητοί,
κι Αγράφων τα ξεφτέρια, γεννήστε μια ψυχή.
Ανδρείοι Μακεδόνες, ορμήσετε για μια,
και αίμα των τυράννων, ρουφήξτε σα θεριά.
Του Σάββα και Δουνάβου, αδέλφια Χριστιανοί,
με τα άρματα στο χέρι, καθ’ ένας ας φανή,
Το αίμα σας ας βράση, με δίκαιον θυμόν,
μικροί μεγάλοι ομώστε, τυρράννου τον χαμόν.
Λεβέντες αντριωμένοι, Μαυροθαλασσινοί,
ο βάρβαρος ως πότε, θε να σας τυραννή.
Μην καρτερήτε πλέον, ανίκητοι Λαζοί,
χωθήτε στο μπογάζι, μ’ εμάς και σεις μαζί.
Δελφίνια της θαλάσσης, αζδέρια των νησιών,
σαν αστραπή χυθήτε, χτυπάτε τον εχθρόν.
Της Κρήτης και της Νύδρας, θαλασσινά πουλιά,
καιρός ειν’ της πατριδος, ν’ ακούστε την λαλιά.
Κι οσ’ είστε στην αρμάδα, σαν άξια παιδιά,
οι νόμοι σας προστάζουν, να βάλετε φωτιά.
Με εμάς κι εσείς Μαλτέζοι, γεννήτε ένα κορμί,
κατά της τυραννίας, ριχθήτε με ορμή.
Σας κράζει η Ελλάδα, σας θέλει, σας πονεί,
ζητά την συνδρομήν σας, με μητρική φωνή.
Τι σκέκεις Παζβαντζιόγλου, τόσον εκστατικός;
τινάξου στο Μπαλκάνι, φώλιασε σαν αητός.
Τους μπούφους και κοράκους, καθόλου μην ψηφάς,
με τον ραγιά ενώσου, αν θέλης να νικάς.
Συλήστρα και Μπραίλα, Σμαήλι και Κιλί,
Μπενδέρι και Χωτήνι, εσένα προσκαλεί.
Στρατεύματα σου στείλε, κ’ εκείνα προσκυνούν
γιατί στην τυρραννίαν, να ζήσουν δεν μπορούν.
Γκιουρντζή πιά μη κοιμάσαι, σηκώσου με ορμήν,
τον Προύσια να μοιάσης, έχεις την αφορμήν.
Και συ που στο Χαλέπι, ελεύθερα φρονείς
πασιά καιρόν μη χάνεις, στον κάμπον να φανής.
Με τα στρατεύματά σου, ευθύς να συκωθής,
στης Πόλης τα φερμάνια, ποτέ να μη δοθής.
Του Μισιριού ασλάνια, για πρώτη σας δουλειά,
δικόν σας ένα μπέη, κάμετε βασιλιά.
Χαράτζι της Αιγύπτου, στην Πόλη ας μη φανή,
για να ψοφήσει ο λύκος, όπου σας τυραννεί.
Με μια καρδιά όλοι, μια γνώμη, μια ψυχή,
χτυπάτε του τυράννου, την ρίζα να χαθή.
Να ανάψουμε μια φλόγα, σε όλην την Τουρκιά,
να τρέξει από την Μπόσνα, και ως την Αραπιά.
Ψηλά στα μπαϊράκια, σηκώστε τον σταυρόν,
και σαν αστροπελέκια, χτυπατε τον εχθρόν.
Ποτέ μη στοχασθήτε, πως είναι δυνατός,
καρδιοκτυπά και τρέμει, σαν τον λαγόν κι αυτός.
Τριακόσιοι Γκιρτζιαλήδες, τον έκαμαν να ιδή,
πως δεν μπορεί με τόπια, μπροστά τους να εβγεί.
Λοιπόν γιατί αργήτε, τι στέκεσθε νεκροί;
ξυπνήστε μην είστε ενάντιοι κι εχθροί.
Πως οι προπάτορές μας, ορμούσαν σα θεριά,
για την ελευθερία, πηδούσαν στη φωτιά.
Έτσι κι ημείς, αδέλφια, ν’ αρπάξουμε για μια
τα άρματα, και να βγούμεν απ’ την πικρή σκλαβιά.
Να σφάξουμε τους λύκους, που στον ζυγόν βαστούν,
και Χριστιανούς και Τούρκους, σκληρά τους τυραννούν.
Στεργιάς και του πελάγου, να λάμψη ο σταυρός,
και στην δικαιοσύνην, να σκύψη ο εχθρός.
Ο κόσμος να γλυτώση, απ’ αύτην την πληγή,
κ’ ελεύθεροι να ζώμεν, αδέλφια εις την γη.

πηγή: http://night-flights.pblogs.gr/

Τρίτη 13 Μαρτίου 2018

Αφιέρωμα στον Γ. ΣΕΦΕΡΗ: Το ΤΡΟΦΩΝΙΟ ΩΔΕΙΟ και το βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ γιορτάζουν από κοινού και φέτος την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης το Σάββατο 17 Μαρτίου στις 8:00 μμ

H Μουσική συναντά την Ποίηση 

Αφιέρωμα στον Γ. ΣΕΦΕΡΗ

Το ΤΡΟΦΩΝΙΟ ΩΔΕΙΟ 

και το βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ 

γιορτάζουν από κοινού και φέτος 

την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

το Σάββατο 17 Μαρτίου στις 8:00 μμ

στο χώρο του βιβλιοπωλείου.

Τρίτη 6 Μαρτίου 2018

Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΒΙΟΥ μια διάλεξη του καθηγητή Φιλοσοφίας Θεοφάνη Τάση με αφορμή το βιβλίο Η ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΑΥΤΟΥ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΙΣΤΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ στο βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ τη Δευτέρα 12 Μαρτίου 2018



Οι Εκδόσεις Αρμός σε συνεργασία με το 

Παράρτημα Λιβαδειάς της Ελληνικής Αντικαρκινικής Εταιρείας 

και το Βιβλιοπωλείο Σύγχρονη Έκφραση 

σας προσκαλούν σε ομιλία 

με αφορμή την έκδοση του νέου βιβλίου του Θεοφάνη Τάση:

 «Πολιτικές του Βίου ΙΙ:
Η επιμέλεια εαυτού στην εικονιστική κοινωνία»

Ο Θεοφάνης Τάσης συζητά για την τέχνη του βίου!

Την Δευτέρα 12 Μαρτίου και ώρα 20:00 στο Βιβλιοπωλείο Σύγχρονη Έκφραση (Δημάρχου Ι. Ανδρεαδάκη 49, Λιβαδειά).


Ο Θεοφάνης Τάσης γεννήθηκε το 1976 στο Μόναχο. Όπου και μεγάλωσε. Σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Έλαβε το διδακτορικό του στην Φιλοσοφία με άριστα μετ’ επαίνου στο Freie Universität Berlin. Διδάσκει Σύγχρονη Φιλοσοφία στο Alpen-Adria Universität. Είναι μέλος της Ανθρωπιστικής Ακαδημίας του Βερολίνου. Διετέλεσε Stanley J. Seeger Fellow στο Πανεπιστήμιο του Princeton. Marie Curie Fellow στο Université Saint-Louis στις Βρυξέλλες και Erasmus Fellow στο Freie Universität Berlin.

Έχει διδάξει σε πανεπιστήμια στην Ελλάδα, στην Αυστρία και στην Γερμανία. Η ερευνά του αφορά την σχέση πολιτικής, ηθικής και ψηφιακής τεχνολογίας και περιστρέφεται γύρω από τις έννοιες εικόνα, θνητότητα και τέχνη του βίου. Τα έργα του «Πολιτικές του Βίου: Η Ειρωνεία» (Εκδόσεις Ευρασία, 2012) και «Καστοριάδης, μια φιλοσοφία της αυτονομίας» (Εκδόσεις Ευρασία, 2007) έχουν βραβευθεί με το Καυταντζόγλειο βραβείο του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στα ελληνικά κυκλοφορούν ακόμη τρία έργα του: «Φάρμακον» (Εκδόσεις Ευρασία) και οι ποιητικές συλλογές «Φυσιολογικά ευρήματα» (Εκδόσεις Κέδρος) και «Απογεύματα στον καπιταλισμό» (Εκδόσεις Τυπωθήτω). Το μεταφραστικό του έργο περιλαμβάνει βιβλία των Martin Heidegger και Roberto Mangabeira Unger. Τα τελευταία χρόνια αρθρογραφεί τακτικά στην Athens Review of Books, στην Καθημερινή και στο Liberal.
 Δευτέρα ώρα 8:00 μ.μ.
Βιβλιοπωλείο «Σύγχρονη Έκφραση»
Δημάρχου Ι. Ανδρεαδάκη 49, Λιβαδειά 32100

Δευτέρα 5 Μαρτίου 2018

Ευχαριστούμε που δε μας ενοχλήσατε απόψε ... Σας περιμένουμε και στα βουνά μας! Θάνατος στο Φασισμό! Ζήτω η Ελευθερία! Ζήτω η Ελλάδα!


Η ομάδα των ανταρτών που εισήλθε το Μάρτιο του 1943 στη Λεβάδεια, άνοιξε τις φυλακές και απελευθέρωσε τους κρατουμένους μεταξύ των οποίων και τον πατέρα του Νικηφόρου. Όσοι έλαβαν μέρος στην επιχείρηση φωτογραφίζονται στη Δαύλεια, την 8ην Μαρτίου 1943.
Διακίνονται μεταξύ άλλων ο ο Νικηφόρος και ο αδελφός του Σόλων (Ι. Δημητρίου) δεξιά και αριστερά του απελευθερωμένου πατέρα τους.

Επέτειος μιας σημαντικής επιχείρησης του ΕΛΑΣ Παρνασίδος. Στις 6-3-1943 ο ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ με τους Ελασίτες του μπαίνει στη Λιβαδειά, ανοίγει τις φυλακές που φρουρούσαν οι Ιταλικές δυνάμεις κατοχής και ελευθερώνει τους κρατούμενους μεταξύ των οποίων ήταν και ο πατέρας του.
Ας δούμε πως περιγράφει ο ίδιος στο βιβλίο του ΑΝΤΑΡΤΗΣ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ ΤΗΣ ΡΟΥΜΕΛΗΣ την εξέλιξη ολόκληρης της επιχείρησης.
Μεγενθύνετε με κλικ σε κάθε εικόνα σελίδας.


















Τρίτη 20 Φεβρουαρίου 2018

Παρουσίαση του νέου βιβλίου του Διονύση Π. Σιμόπουλου "ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΣΤΡΟΣΚΟΝΗ - σύμπαν, μια ιστορία χωρίς τέλος" τη Δευτέρα 26 Φεβρουαρίου 2018 στις 8:15 μ.μ. στη ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ


Το βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ
και οι εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
σας προσκαλούν στην παρουσίαση

του νέου βιβλίου του Διονύση Π. Σιμόπουλου

τη Δευτέρα 26 Φεβρουαρίου 2018 στις 8:15 μ.μ.

στον χώρο του βιβλιοπωλείου (Δημάρχου Ι. Ανδρεαδάκη 49), στη Λιβαδειά.


Ο διακεκριμένος αστροφυσικός Διονύσης Π. Σιμόπουλος θα μιλήσει
για το αέναο ταξίδι της ύλης που απαρτίζει το Σύμπαν,
θα απαντήσει στις ερωτήσεις του κοινού και θα υπογράψει αντίτυπα του βιβλίου.
«Είμαστε όλοι μας αστρόσκονη, και κάποια μέρα θα ξαναγυρίσουμε στα άστρα.
Κάποια μέρα θα υπάρξουν άλλοι κόσμοι, γεμάτοι με άλλα όντα, αστράνθρωποι σαν εμάς,
που θα γεννηθούν από τις στάχτες ενός, κάποιου  άλλου, πεθαμένου άστρου.
Ενός άστρου που σήμερα το λέμε Ήλιο».
Δ.Π.Σ.

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Το άγνωστο συχνά τρομάζει τον κόσμο. Πολλούς τους κάνει να αισθάνονται χαμένοι. Μόνοι. Ανασφαλείς. Σε άλλους το άγνωστο κεντρίζει την περιέργεια.
Τους κάνει ανυπόμονους. Περήφανους. Να αισθάνονται μέρος από κάτι μεγαλύτερο απ’ αυτούς.
Και η απόκτηση νέων γνώσεων για το άγνωστο, ειδικά γνώσεων που προκαλούν αλλαγές στις φιλοσοφικές ιδέες του ανθρώπου σχετικά με τον εαυτό του και τη σχέση του με τη φύση, θα αντιμετωπίζεται πάντα με επαίνους και με εχθρότητα μαζί. 
Στο Σύμπαν υπάρχουν περίπου ένα τρισεκατομμύριο τρισεκατομμύρια άστρα. Όσοι είναι και οι κόκκοι της άμμου όλων των ωκεανών της Γης.
Και από την άλλη, στην ύλη που περιέχεται μέσα σε μία μόνο δαχτυλήθρα βρίσκουμε ένα δισεκατομμύριο τρισεκατομμύρια άτομα.
Πού βρίσκεται λοιπόν τώρα το κέντρο του Σύμπαντος; Βρίσκεται άραγε ο άνθρωπος πραγματικά πολύ μακριά απ’ αυτό;
Ή μήπως το απροσδιόριστο αυτό κέντρο δεν είναι πραγματικά παρά θέμα προοπτικής και σχετικότητας;

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
Ο Διονύσης Π. Σιμόπουλος γεννήθηκε το 1943 στα Γιάννενα και μεγάλωσε στην Πάτρα.
Σπούδασε Πολιτική Επικοινωνία και Αστροφυσική στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Λουιζιάνα των ΗΠΑ.
Είναι επίτιμος διευθυντής του Ευγενιδείου Πλανηταρίου, πολυβραβευμένος διεθνώς για τη συνεισφορά του στην αστρονομική εκπαίδευση.
Το πλούσιο επιμορφωτικό του έργο περιλαμβάνει μεταξύ άλλων 26 βιβλία,πάνω από 500 σενάρια επιμορφωτικών τηλεοπτικών εκπομπών και πάνω από 250 σενάρια πολυθεαμάτων πλανηταρίου.

Πέμπτη 8 Φεβρουαρίου 2018

Τη Δευτέρα 12 Φεβρουαρίου 2018 και ώρα 8:00 μμ θα γίνουν τα εγκαίνια της έκθεσης «λευκή μοναξιά» στο Βιβλιοπωλείο Σύγχρονη Έκφραση



Το Σάββατο 10 Φεβρουαρίου 2018 στις 7:00 μμ μια συνάντηση και συζήτηση με την ιστορικό Μαρία Ευθυμίου και τον Μάκη Προβατά με αφορμή την έκδοση του βιβλίου τους «Μόνο λίγα χιλιόμετρα. Ιστορίες για την Ιστορία»




Το Σάββατο 10 Φεβρουαρίου και ώρα 7:00 μμ στο συνεδριακό κέντρο "Χρήστος Παλαιολόγος" της Κρύας.

Ο δημοσιογράφος Μάκης Προβατάς συνομιλεί με τη 

Μαρία Ευθυμίου, αναπληρώτρια καθηγήτρια Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. O Θουκυδίδης έχει πει πως «Η Ιστορία είναι φιλοσοφία μέσω παραδειγμάτων». Ταυτόχρονα η Ιστορία είναι η ιστορία των ανθρώπων. Αυτών των εύθραυστων, θνησιγενών πλασμάτων, των εκτεθειμένων σε κάθε κίνδυνο και κάθε ανατροπή. Των ίδιων ανθρώπων, όμως, που έχουν, παράλληλα, νου, σκέψη, βούληση, αισθήματα, στοχεύσεις, ιδιοτέλεια, ανιδιοτέλεια, αίσθηση χρόνου και αίσθηση θανάτου. Και που μπορούν να επεμβαίνουν στον εαυτό τους, στη φύση και στον άλλον. Να ορίζουν και να κατανοούν, δηλαδή, τη μικρή τους ζωή.

Σε αυτό το βιβλίο προσεγγίζονται εποχές και γεγονότα, άτομα και κοινωνίες, προθέσεις και στοχεύσεις, διαψεύσεις και επιβεβαιώσεις. Οι διαδρομές αναπόφευκτα εμπλέκονται με την προσωπική ιστορία της Μαρίας Ευθυμίου, τις μνήμες ζωής και τις δυνάμεις που την οδήγησαν, με τόσο πάθος και πίστη, στη μελέτη και διδασκαλία της Ιστορίας. Μιας επιστήμης που συνδέεται με τη μνήμη και τον χρόνο – τους ακούραστους συντρόφους του ατομικού και ομαδικού ταξιδιού όλων μας. Η διαδρομή που διανύει το βιβλίο ξεκινάει από τους προϊστορικούς χρόνους και φτάνει μέχρι σήμερα. Στην πραγματικότητα δεν είναι καθόλου μεγάλο διάστημα... Μόνο λίγα χιλιόμετρα...

Παρασκευή 5 Ιανουαρίου 2018

Η τραγωδία στην Αγία Τριάδα Καλοσκοπής. Στις 5 Ιανουαρίου 1944 το Τάγμα Παρνασσίδας του ΕΛΑΣ θρήνησε 30 παλικάρια, διμοιρίας του 1ου λόχου, που έπεσαν σε ενέδρα των Γερμανών, μέσα στο χιόνι.

 Στις 5 Ιανουαρίου 1944, στην Αγία Τριάδα Καλοσκοπής, το Τάγμα Παρνασσίδας του ΕΛΑΣ θρήνησε 30 παλικάρια, διμοιρίας του 1ου λόχου, που έπεσαν σε ενέδρα των Γερμανών, μέσα στο χιόνι. Ο Νικηφόρος, που επέστρεφε από άλλη αποστολή, περιγράφει τις στιγμές που πληροφορείται το τραγικό ανέκκλητο γεγονός.












φωτογραφίες:
Ο  Παναγιώτης Τζιβάρας, ο Καλλίας (ανθ/γός Χαράλαμπος Μώκος) και ο Δήμος (Γιάννης Μαλούκος), αρχηγείο του 1ου Λόχου του Τάγματος Παρνασσίδας. Σκοτώθηκαν και οι τρεις, με άλλους 27 συναγωνιστές τους, στην Αγία Τριάδα Καλοσκοπής (5-1-1944).
5 Ιανουαρίου 1944 – Η τραγωδία στην Αγία Τριάδα Καλοσκοπής
Τότε ακούμε απ’ τα βράχια απέναντι μια κραυγή άγρια:
― Αααλτ!
Το περιμέναμε κι ωστόσο λαχταρήσαμε. Αμέσως όμως νοιώσαμε χαρούμενοι. Σταθήκαμε στον τόπο. Τότε ξαναφώναξε η φωνή.
― Ποιοι είστε;
― Εσύ ποιος είσαι; – φώναξα κι αντηχούσε η βαθειά ρεματιά.
― Ν’ απαντάς σ’ ό,τι σε ρωτάνε! – με κατσάδιασε η φωνή.
«Μπράβο λεβεντιά!» είπα μέσα μου χαρούμενος και του αποκρίθηκα:
― Εν τάξει! Εν τάξει! Ρώτα μας!
― Ποιοι είσαστε!
― Αντάρτες!
― Προχώρα στο παρασύνθημα!
― Δεν ξέρουμε παρασύνθημα, συναγωνιστή! – του είπα. ― Λείπουμε μέρες.
― Τίνος τμήματος είσαστε;
― Του 5ου Ανεξάρτητου!
― Πες μου το αρχηγείο του τάγματος!
Του το είπα και τον ρωτάω:
― Εσύ του Κρόνου είσαι;
Δεν απάντησε αμέσως.
― Σα να τον καταφέραμε – είπα στους διπλανούς μου.
― Να προχωρήσει μόνο ένας σας – φώναξε ο σκοπός – με τα χέρια απάνω και να χτυπάει και παλαμάκια!
― Το σουγιά με τη λουρίδα ψωνίσαμε με τούτον – γελάσαμε και φώναξα: ― Ρε συναγωνιστή! Θα μας βάλεις τώρα στα καλά καθούμενα να σηκώσουμε και τα χέρια ψηλά;
― Αυτό που σας λέω! – αγρίεψε ωραία πάλι ο σκοπός.
Προχώρησα χτυπώντας παλαμάκια. Πέρασα τη χαλασμένη γέφυρα και ζυγώνοντας του είπα:
― Τίνος λόχου είσαι, συναγωνιστή; Του Πετράν;
― Όχι – μου αποκρίθηκε φιλικά. ― Εσύ είσαι, καπετάνιε;
Στεκόταν από πάνω απ’ το δρόμο.
― Ποιος καπετάνιος; – τον ρώτησα. Και είπε το όνομά μου.
― Ναι – του αποκρίθηκα.
Κατέβηκε στο δρόμο.
― Από πού έρχεστε; – με ρώτησε. Η φωνή του ήταν περίεργη, μαλακή, εγκάρδια, σα να με συμπονούσε για κάτι, δεν έβαλα όμως κακό στο νου μου.
― Ξεθεωθήκαμε – του είπα. ― Κύτταξε, θα έρχονται συνέχεια κάμποση ώρα δικοί μας, άλλως τε θα φέξει και θα τους βλέπεις.
― Εν τάξει – αποκρίθηκε. Και με ρώτησε κάτι σαν τέτοιο – αν έχουμε δηλαδή τίποτα νεώτερο, αλλά με σημασία, νομίζοντας, ότι ξέρω κι εγώ. Τότε αλαφιάστηκα.
― Τι συμβαίνει – τον ρώτησα. ― Έγινε τίποτα;
― Δεν ξέρεις; – τινάχτηκε έκπληκτος.
― Όχι! – του είπα –τι να ξέρω;
Και τότε μου λέει αυτός:
― Ο Καλλίας! Σκοτώθηκε!
Και πάγωσα.
― Σκοτώθηκε ο Καλλίας; Με τα σωστά σου το λες;
― Ναι, καπετάνιε... Πάει ο Καλλίας...
Χτυπιόταν να σπάσει η καρδιά μου. Μούρθε να καθήσω κάτω.
― Ε, μωρέ Χαράλαμπε!... – σηκώθηκε μέσα μου ένας θρήνος. Και με κυρίεψε μια μανιασμένη λύσσα για όλους τους φασισμούς, για τις σφαίρες τους τις φαρμακερές, τη σκληρή την αδικία, να μπορούν οι βρωμεροί φονηάδες να σκοτώνουν τέτοια παλληκάρια, τέτοιους ζηλεμένους αητούς. Ήθελα να καθήσω και να κλάψω πολύ...
― Ο Καλλίας σκοτωμένος!... Τινάχτηκα μια στιγμή. Αδύνατο να το πιστέψω. Μου φαινόταν μου παίζουν ένα πικρό παιγνίδι. Κατόπιν ότι είναι ένα άνοστο αστείο, ότι θάταν τόσο εύκολο να ξαναπρολάβεις τα δευτερόλεπτα που κύλησαν και να δώσεις στα γεγονότα άλλη τροπή, να διορθώσεις το ανεπανόρθωτο.
Φτάνανε από κοντά κι άλλοι. Μένανε κόκκαλο κι αυτοί: «τι λες, μωρέ! Πάει ο Καλλίας; Πότε; Πού;».
Ο συναγωνιστής δεν ήξερε πιο πολλές λεπτομέρειες. Μόνο ότι σκοτώθηκε στην Κουκουβίστα.
― Είναι σίγουρο, ρε συναγωνιστή! – ρωτούσανε πολλοί σαν να τάβαζαν με το σκοπό.
Αλλοίμονο, σίγουρο ήταν!
......
Εκείνη τη στιγμή ανέβαινε ένας άλλος αραχωβίτης.
― Καπετάνιε! – λέει έκπληκτος μόλις με είδε – εδώ είσαι;
― Εδώ είναι το τηλέφωνο; – τον ρώτησα κι ανεβαίναμε.
― Σε σένα λέει απαγορεύεται; – έλεγε αυτός και μιλούσε σα νάπρεπε να μου φέρνεται πολύ προσεχτικά και συμπονετικά.
Ο άλλος μπερδεύτηκε λίγο. Μπήκαμε στο δωμάτιο που ήταν το τηλέφωνο. Ε, μια ζεστή-ζεστή, λαχταριστή φωτιά που έκαιγε, ένας εύθυμος λαμπρός. Ήσαν άλλοι δυο-τρεις εκεί μέσα και πετάχτηκαν ορθοί, αμήχανοι, ευλαβικοί.
― Γεια σας, συναγωνιστές.
― Γεια σου, καπετάνιε! – αποκρίθηκαν πρόθυμοι-πρόθυμοι.
― Είναι βέβαιο, σκοτώθηκε; – είπα.
Τους είδα ξαφνιάστηκαν.
― Ποιος ο Καλλίας; – είπαν. ― Σκοτώθηκε κι ο Δήμος!
Μα τι είχαν πάθει αυτοί οι άνθρωποι; Έμεινα ξερός και τους κύτταζα. Μούρθε ένας κόμπος στο λαιμό. Κάποιος έπαιζε άσχημα μαζί μου και τον μισούσα...
......
Στους Δελφούς, κόσμος κι αυτού στον κεντρικό δρόμο. Έτρεξαν γύρω μας μόλις μας είδαν. Άλλοι γύριζαν απ’ τα πεζοδρόμια, έπαυαν παντού οι συζητήσεις. Ήρθε δίπλα μου ένας χωριανός μου, έμενε στους Δελφούς αφ’ ότου κάηκε το χωριό μας.
― Γαμώ την πίστη του! – είπε. Κι ο καϋμένος ο Παναγιώτης.
Τινάχτηκα πάλι – αυτό ήταν απίστευτο!
― Ποιος Παναγιώτης! – έκαμα.
― Ο Τζιβάρας! – παραξενεύτηκε ο χωριανός μου.
Πετάχτηκαν σύξυλοι και οι δυο σύντροφοί μου, ο Βλάχος κι ο Καναβίδης.
― Πάει κι ο Τζιβάρας! – κάμαμε όλοι μ’ ένα στόμα.
Γέμισαν τα μάτια του χωριανού μας δάκρυα.
― Προχώρα! Προχώρα! – είπαμε στο σωφέρ και φεύγαμε. Ο κόσμος δυο σειρές από δω κι από κει σιωπηλός. Τρεις άνθρωποι μέσα στο αυτοκίνητο, είχαμε χάσει το λογικό μας.
― Πως, μωρέ! ― Πώς σκοτώθηκαν κι οι τρεις;
Ο σωφέρ έλεγε για κάποια ενέδρα.
― Και διάλεξαν το αρχηγείο του λόχου, μωρέ οι φαρμακωμένες... (Δεν ξέραμε ολόκληρη την αλήθεια ακόμα).
Ο Καναβίδης δε μπορούσε να ξεχάσει το παράξενο φέρσιμο του Τζιβάρα στου Ζήση το Χάνι.
― Βρε συ! Βρε συ! – έκανε μονολογώντας – σα να τόξερε! ― Βρε τον Παναγιώτη!
Μπαίνοντας στο χωριό ταράχτηκα, ότι θακούγαμε και κάτι άλλο ακόμα αυτού, τέτοιο κακό πούχαμε πάθει. Ευτυχώς όχι. Μόνο έτρεξε κι εδώ και μας περιτριγύρισε βουβός ο κόσμος και προχωρήσαμε.
Στην Άμφισσα, κρύα κι έρημη η πόλη. Μόλις κατεβαίναμε απ’ το αυτοκίνητο στην απάνω πλατεία, να μπροστά μας, στην αποθήκη της επιμελητείας ο Διαμαντής. Χάρηκα που τον έβλεπα γερόν, ήταν μια εγγύηση πάντα η παρουσία του. Αντικρυστήκαμε, κυτταζόμασταν ίσια στα μάτια, εγώ διατηρώντας μια απεγνωσμένη ελπίδα, ότι ίσως δε θάταν όλα σωστά τα μισητά νέα. Σφίξαμε τα χέρια αμίλητοι.
― Πάνε κι οι τρεις; – τον ρώτησα αχνά.
Άστραψε το πράο μάτι του.
― Ποιοι τρεις! – μου λέει. ― Έχουμε τριάντα νεκρούς και δυο αγνοούμενους.
― ...Τριάντα νεκρούς!... Τριάντα!...
Αρχίσαμε να κλαίμε κι οι δυο και δαγκωνόμασταν να κρατηθούμε. Γύρω μας οι αντάρτες έκλαιγαν, δαγκώνονταν κι αυτοί, χλωμοί, εξαϋλωμένοι. Μας πήραν είδηση κι απ’ τα καφενεία γύρω στην πλατεία κι έβγαιναν ο κόσμος ακίνητοι στα πεζοδρόμια, έγινε ένα στεφάνι ανθρώπινο ολόγυρα, σάμπως ένα αόρατο κι αθόρυβο χέρι να διαρρύθμιζε αβρά το σκηνικό του σπαραγμού που ταίριαζε στην ώρα.
Μπήκαμε στην επιμελητεία, εκμηδενισμένοι κι εμείς οι τρεις, που πρωτομαθαίναμε τώρα τα νέα κι όλοι οι άλλοι. Καθήσαμε πρόχειρα κάπου, όπου βρέθηκε. Μύριζε τσουβαλίλα και λάδι κι εληές, σπαραγμός και οι μυρουδιές αυτές, σαν ορφανεμένη πλέον φροντίδα – δεν τους χρειάζονταν πια ούτε τα φτωχά μας τσουβάλια , ούτε οι εληές μας, ούτε το λάδι μας, τίποτα δε χρειαζόταν πλέον στα τριάντα παλληκάρια μας.
Από την ανοιχτή πόρτα, φτάνανε κι έμπαιναν χλωμοί κι άλλοι συναγωνιστές, αντάρτες και ντόπιοι. Γινόμασταν μια σιωπηλή σύναξη στο μισοσκόταδο, κατάμαυρος κι όξω ο ουρανός.
― ...Στην Αγία Τριάδα – άκουγα που έλεγε κάποιος – η φωνή του σαν από άλλον κόσμο... Εκεί που είναι το εικονισματάκι... λίγα μέτρα πριν, στη μικρή λάκκα... Εκεί-εκεί... Ήσαν κρυμμένοι με άσπρες κουκούλες... Άφησαν τους ανιχνευτές και πέρασαν... μόλις μπήκε στον κλοιό η πρώτη διμοιρία τη θέρισαν... Μόνο ο Γκούρας, η Γιωργία κι ο Τρικούπης γλύτωσαν...
― Κι ο Παπάς, σοβαρά τραυματίας (Κώστας Μπάκας) – είπε άλλος.
― Σ’ ένα λεπτό, στρώμα, όλα τα παιδιά...
― Και ποιοι σκοτώθηκαν; – ρώτησα.
Άρχισαν ανάκατα να λένε ονόματα όλοι... Έβγαλε ο Διαμαντής ένα χαρτί, έπαψαν όλοι κι άρχισε ο Διαμαντής αργά να διαβάζει.

1) Μώκος Χαράλαμπος (Καλλίας) – υπολοχαγός διοικητής του λόχου – από το Μαυρολιθάρι.
2) Μαλούκος Γιάννης (Δήμος) – πολιτικός καθοδηγητής του λόχου – από το Γαρδίκι Ομιλαίων.
3) Τζιβάρας Παναγιώτης – καπετάνιος του λόχου – από την Σουβάλα.
4) Κόλλιας Νικόλαος – υπεύθυνος του ΕΑΜ Καλοσκοπής – από την Καλοσκοπή.
5) Ζούγρος Παναγ. – υπεύθυνος εφ. ΕΛΑΣ Καλοσκοπής – από την Καλοσκοπή.
6) Κατρανίδης Βασίλης – διμοιρίτης – από την Αθήνα.
7) Μητράνης Ροβέρτος (Ιπποκράτης) – γιατρός του λόχου (ισραηλίτης) – από τις Σέρρες.
8) Αναστασόπουλος Κώστας – από το Κλήμα Δωρίδος.
9) Τσάμης Χρήστος – από το Κλήμα Δωρίδος.
10) Παπαγεωργίου Ηλίας – από την Ιτέα.
11) Μιχαλόπουλος Μιχ. (Καλλίμαχος) – από την Κέρκυρα.
12) Ζυμαγκόρης Αλεξέι – από την Σοβ. Ένωση.
13) Βυθούλκας Ντάνος – από την Αθήνα.
14) Μιχαήλοβιτς Ιβάν – από την Σοβ. Ένωση.
15) Παπαδόπουλος Νίκος – από το Αγρίνι.
16) Κατσίκας Παναγ. – από το Άνω Παλαιοξάρι.
17) Γιαγκής Χαράλαμπος – από τα Πέντε Όρια.
18) Παπαστάμος Ηλίας (Μπουκουβάλας) – από το Γαρδίκι Ομιλαίων.
19) Καραμουσαντάς Κίμων (Κακαλίδης) – από τη Λειβαδιά.
20) Τσαμούρης Βαγγέλης – από την Εύβοια.
21) Καρβούνης Γιάννης (Διστομίτης) – από το Δίστομο.
22) Νησιώτης Μιχάλης – από την Αθήνα.
23) Σταματόπουλος Δημήτριος – από την Αθήνα.
24) Οικονομάκος Αλέκος – από το Γύθειο.
25) Βενιαμίν (Ισραηλίτης).
26) Δαυίδ (Ισραηλίτης).
27) Κάβουρας Αναστάσιος – από την Άμφισσα.
28) Κατσαντώνης Σπύρος – από την Κόνιτσα.
29) Μαστακάκης Δημ. – από την Καβάλα.
30) Σταυρόπουλος Θανάσης – από το Παύλο Βοιωτίας.
31) Κασούτας – Παιδάκος – από τη Σεγδίτσα.
( Όλη η Ελλάδα στο προσκλητήριο!).

― Οι δυο τελευταίοι, είχαν σκοτωθεί μια μέρα πριν, είναι του Λοκρού – είπε κάποιος.
Ακούγαμε αχνά αυτόν τον ατέλειωτο κατάλογο... Κλαίγαμε συγκρατημένα... Ύστερα αρχίσαμε να ρωτάμε τόνα και τ’ άλλο, λεπτομέρειες... Νοιώθαμε όλοι την ανάγκη να βρει ο ένας κουράγιο στον άλλον, δύναμη στον κοινό πόνο.

― Καλά πώς έγινε; Δεν ξέρανε ότι ήσαν γερμανοί εκεί; – αρνιόμουν να πιστέψω ακόμα το κακό που μας βρήκε.
― Οι γερμανοί είχαν συμπτυχθεί απ’ το περασμένο βράδυ, εκκενώσανε την Κουκουβίστα και φύγανε. Καμμιά εξηνταριά τους όμως λοξοδρόμησαν νυχτώνοντας κι έπιασαν την Αγία Τριάδα. Είχαν και Έλληνες μαζί τους... Κι ο λόχος βιαζόταν. Κάπως έπεσε μια διάδοση ότι εσείς (η διμοιρία πούχαμε πάει στο Δαδί) είχατε έρθει στα χέρια με τους γερμανούς πάνω απ’ τα Καστέλλια και κινδυνεύατε. Κατέβαιναν λοιπόν τρέχοντας να προφτάσουν να σας βοηθήσουν...
― Έφταιξε – είπε άλλος – που το χιόνι δεν άφησε να ξέρουν καθαρά τις κινήσεις των γερμανών. Όλοι νόμιζαν, ότι οι γερμανοί έφυγαν τελείως. Μπροστά στις Βρίζες βρήκαν και τον Κόλλια και το Ζούγρο (υπεύθυνοι της Κουκουβίστας) μπήκαν χαρούμενοι κι αυτοί στη φάλαγγα και πάνε.
Θυμήθηκα τις μέρες που έμενα στο σπίτι του Κόλλια, το περασμένο καλοκαίρι στην Κουκουβίστα. Ήταν εύθυμος, ζωντανός τύπος. Γύριζε απ’ τις δουλειές του, τα παράταγε να ξεφορτώσουν και να περιποιηθούν τα ζώα του οι άλλοι στο σπίτι, η γυναίκα του, τα παιδιά του, κι αυτός έτρεχε σβέλτος να δει τις δουλειές της οργάνωσης που τον περίμεναν. Το Ζούγρο δεν τον θυμόμουν καλά, είχα μόνο μια εντύπωση απ’ τον αγωνιστή αυτόν, ότι ήταν ένας λιγόλογος, θετικός άνθρωπος, αθόρυβος κι αποτελεσματικός.
― Καλά – ρώτησα ύστερα από ώρα – δεν πρόσεχαν τον τόπο, δεν μπορεί να μην είχαν αλωνίσει οι γερμανοί το χιόνι πριν πιάσουν θέσεις.
― Το είχαν αλωνίσει, αλλά έρριξε καινούριο τη νύχτα και τα σκέπασε όλα το αντίχριστο... Άσ’ τα! Ήρθαν όλα για να χαθούν τα παιδιά...
― Οι αγνοούμενοι;
― Ο Όλυμπος (Καλλιμάνης, απ’ τη Σουβάλα) και ο... (δεν τον θυμάμαι τον άλλον) – ήρθε μια πληροφορία, ότι τους είχαν μαζί τους στη Λαμία. Α, βγήκαν (οι γερμανοί) με μεγάφωνα στη Λαμία, γύριζαν στους δρόμους, και θριαμβολογούσαν, ότι τους αποδεκάτισαν τους αντάρτες και σκοτώθηκαν και οι αρχιεγκληματίες Καλλίας και Δήμος.
Έγινε σιωπή. Σκεφτόμουν με μίσος αυτό το αυτοκίνητο, που γύριζε θριαμβολογώντας, και τους δυο αγνοούμενους, πώς θα αισθάνονταν αιχμάλωτοι, τι τύχη τους περίμενε.
Είχε γεμίσει σιγά-σιγά η αποθήκη αντάρτες. Μπαίναν και στέκαν αμίλητοι. Μόλις αχνά ξεχώριζες τα πρόσωπά τους γιατί όσο πήγαινε και σκοτείνιαζε ο καιρός ας ήταν μεσημέρι ακόμα.
Ήταν αχώνευτο τέτοιο κακό.
― Καμμιά! Καμμιά βοήθεια από πουθενά δε στάθηκε δυνατό να τους δώσουν; Οι άλλες διμοιρίες τι έκαναν; – ρωτούσα σα να έμενε μια απεγνωσμένη ελπίδα να τους γλυτώσουμε με μια τελευταία προσπάθεια.
― Ου, ώσπου να συνέλθει ο υπόλοιπος λόχος και να αναπτυχθεί, το κακό είχε γίνει. Πέρασαν ύστερα στην αντεπίθεση, αλλά τι το θες... Έφτασαν από πίσω κι ο Λοκρός κι ο Καραλίβανος, όλα όμως είχαν τελειώσει.
Έγινε σιωπή. Μείναμε αμίλητοι. Τι άλλο να λέγαμε;
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε απόξω απότομος θόρυβος, κόσμος που έτρεχε μουγγά, ένα πνιχτό λαχτάρισμα. Τσιτωθήκαμε έκπληκτοι κι εμείς. Ορμάει τότε κάποιος στην πόρτα:
― Ο λόχος! Έρχεται ο λόχος! – μπήγει μια τρεμισμένη φωνή, σα ραγισμένη.
Τιναχτήκαμε όλοι ορθοί κι ορμούσαμε έξω. Κόσμος έτρεχε βουβός από παντού. Ακολουθήσαμε κι εμείς. Περάσαμε πέρα απ’ την πλατεία. Νάτοι ξάφνου, φάνηκαν! Έρχονταν συνταγμένοι κατά τριάδες (από το δρόμο του Λιδωρικιού), φάνηκαν ανάμεσα στα ωχρά σπίτια, λίγο έκπληκτοι, χλωμές και τραβηγμένες οι φυσιογνωμίες τους, τεντωμένοι όμως σεμνά και το μάτι τους να λάμπει σκληρό, σα να σήκωναν να κρατάνε ψηλά τους συντρόφους τους. Ο κόσμος έτρεχε από παντού, απ’ όλα τα παραδρόμια. Δεν άκουγες φωνές. Μόνο ένα ποδοβολητό, ένα πνιχτό λαχάνιασμα. Μόλις βλέπανε το τμήμα στέκαν απότομα, αναμέραγαν με σεβασμό!
Ακούμε μια γυναίκα, ένα λυγμό, κι είπε:
―Αχ, λεβέντες μου! λεβέντες μου!
Τότε αποπειράθηκε ένας άλλος:
― Ζήτω!... ζήτω!
Έσπασε όμως η φωνή του κι αυτουνού. Και το πλήθος πλέον δε βάσταγε άλλο. Κλαίγοντας έβγαζαν τα καπέλλα τους οι άντρες. Οι γυναίκες φίμωναν σπασμωδικά τα στόματά τους, κατάχλωμες. Αλαφιάστηκε ο δεκατισμένος λόχος. Τεντώθηκαν ακόμα περισσότερο κι έφταναν. Μπροστά βάδιζαν ο Γκούρας, ο Τρικούπης και είχανε στη μέση τη Γεωργία, οι γλυτωμένοι. Πίσω τους οι δέκα-δώδεκα της διμοιρίας, όσοι είχαν περισσέψει και δεν τους πήρε μέσα ο θανατερός κλοιός. Κατόπιν ακολουθούσαν οι δυο άλλες διμοιρίες του λόχου. Σακατεμένος! Σακατεμένος ο ζηλεμένος μας λόχος! Μπροστά μας περνούσε ένα ακρωτηριασμένο κορμί χτεσινού λεβέντη.
Ο κόσμος πύκνωνε συνέχεια λαχανιασμένος. Φτάνανε καινούριοι από παντού. Βουβά όμως όλοι, βουβά κι ευλαβικά. Ακουγόταν κοφτά «κραπ-κρουπ! κραπ-κρουπ!» ο βηματισμός του λόχου στο σκληρό δρόμο. Ξαναδοκίμασαν μερικοί να φωνάξουν ζήτω, αλλά δεν είχαν φωνή. Κόντευε να σκάσει ο κόσμος. Και τότε, σήκωσε ένας τα χέρια του ψηλά κι άρχισε να χειροκροτεί, δυνατά, απεγνωσμένα. Έγινε τότε σα νάχε αρχίσει απότομα χοντρό χαλάζι πάνω στις στέγες της πόλης. Ξέσπασε και το πλήθος, άναρθρο γοερό ξέσπασμα. Οι αντάρτες, τους τίναξε ένα αλλοιώτικο ξάφνιασμα πάλι. Μια στιγμή κινδύνεψαν να τους λυγίσει η ταραχή τους, άστραψαν όμως αμέσως τα πρόσωπά τους, τινάχτηκε ο Γκούρας, τόπιασε απ’ τη μέση το ωραίο τραγούδι μας:
 «...όποιος θέλει στο πλευρό μας
να αγωνιστεί παιδιά
ας πυκνώσει το στρατό μας
με ατρόμητη καρδιά
ας πυκνώσει το στρατό μας
με ατρόμητη καρδιά!...».
Τάρπαξε μαζί του κι όλος ο λόχος, το πήρε κι ο λαός. Φτάσαμε κι εμείς, βγήκαμε μπροστά στο ένδοξο τμήμα, χειροκροτώντας κι εμείς με όλο το πλήθος, γέμισαν τα μάτια μας δάκρυα, παραμεράγαμε κατόπιν να κάμουμε τόπο για να περάσει η τιμημένη φάλαγγα. Πίσω μας, τότε, απ’ την πλατεία, ακούστηκε άλλη ραγισμένη κραυγή:
― Ψυχή βαθειάαα! Ψυχή βαθειά, λεβέντες μου! Ψηλά τα κεφάλια, ήρωες!
(Ο Παπαζήσης, ζαλισμένος απ’ την ταραχή του κι απ’ το χτύπημα που μας είχε βρει).
Στην πλατεία άλλο πλήθος, αραδιάζονταν συγκινημένοι, άρχισαν να χειροκροτούν κι αυτοί. Στη μέση στην πλατεία στάθηκε ο λόχος. Πλησιάσαμε εμείς, το αρχηγείο του τάγματος, φιλήσαμε τους τρεις πούχαν γλυτώσει, της χαμένης διμοιρίας. Κάποιος απ’ το πλήθος έσκουξε:
― Κουράγιο, παλληκάριααα!
Κι ένας άλλος κακιώθηκε αμέσως δυνατά:
― Δε χρειάζονται κουράγιο!
Ένας συναγωνιστής, της οργάνωσης, βγήκε μπροστά, χλωμός, ταραγμένος, τυλιγμένος στο παλτό του, ξεσκούφωτος και είπε λίγα λόγια. Ζήτησε απ’ όλους να γίνει ενός λεπτού σιγή. Βουβάθηκε με μιας η πόλη σα να της πήρες την ανάσα. Έμεινε ακίνητο κι αχνό όλο εκείνο το πλήθος. Έπεφταν νωθρές οι αραιές νιφάδες το χιόνι. Άρχισε τότε κάπου μια φωνή:
― Επέ-εεε-σααα-τε θύ-υυμα-αατα αδέ-εερφιααα εσείς... σε άαα-νισο μά-αααχη κι αγώωωνααα.
Ταλαντεύτηκε στην αρχή μια στιγμή, ύστερα δυνάμωσε σταθερά σ’ ολόκληρη την πλατεία... γέμισε η ψυχή μας από το πένθος μας... ήρθαν και κατέβηκαν ανάμεσά μας οι αγαπημένοι μας νεκροί, αιμόφυρτοι, φευγάτοι για πάντα.
Πήγαν κατόπιν οι άντρες στα καταλύματά τους, τους περιτριγύρισε ο κόσμος μόλις έλυσαν τους ζυγούς, τους πήραν, να τους περιποιηθούν, να τους τιμήσουν. Εμείς κρατήσαμε τους τρεις γλυτωμένους, πήγαμε και καθήσαμε, και ώρα πολλή μείναμε ν’ ακούμε το δράμα που μας είχε βρει...
ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ «ΑΝΤΑΡΤΗΣ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ ΤΗΣ ΡΟΥΜΕΛΗΣ» - ΤΟΜΟΣ Γ΄