Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2020

"ΕΙΚΟΝΕΣ ΠΟΥ ΔΕ ΣΒΗΝΟΥΝ Ιστορίες της πόλης". Το νέο βιβλίο του Άρη Ρούσσαρη



Σε αποκλειστική διάθεση στο βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ και το νέο βιβλίο του Άρη Ρούσσαρη "ΕΙΚΟΝΕΣ ΠΟΥ ΔΕ ΣΒΗΝΟΥΝ Ιστορίες της πόλης".

Εικόνες άλλων εποχών που διαδραματίστηκαν στα παλιά δικαστήρια, στα καφενεία, σε εκδηλώσεις, στις κοινωνικές συναναστροφές των συντοπιτών ζωντανεύουν και πάλι από τη γραφή του Άρη και μας προσφέρουν αβίαστο γέλιο, συγκίνηση και στιγμές νοσταλγίας.

Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2020

ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΛΑΣ :Το μυστικό μου ήταν να ξέρω να λέω όχι !





Μαρία Κάλλας. Έφυγε στις 16 Σεπτεμβρίου 1977 
Πηγή:
12+1 μύθοι του 20ου αι.
επιλογή κειμένων:Ελευθερία Σαχίνογλου
Ημερολόγιο 1999 εκδ. ΕΛΙΞ


Η Μαρία Κάλλας τραγουδά Carmen HABANERA στο Κόβεντ Γκάρντεν

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2020

Η Αλκυόνη Παπαδάκη καταγγέλλει τη διάθεση βιβλίου της από εφημερίδα επισημαίνοντας ότι είναι ενέργεια που προσβάλλει τους φάρους πολιτισμού που είναι τα βιβλιοπωλεία

 

Αλκυόνη Παπαδάκη - μια ανοιχτή επιστολή



Είναι η πρώτη φορά που απευθύνομαι σε βιβλιοπώλες και αναγνώστες με κάποιον άλλο τρόπο εκτός από τα βιβλία μου, τις συνεντεύξεις και τις εκατοντάδες παρουσιάσεις μου. Το κάνω τώρα, απλώς για να εξηγήσω κάποια πράγματα που με βαραίνουν και για να μάθουν ορισμένες σημαντικές αλήθειες όσοι με διαβάζουν και με στηρίζουν όλα αυτά τα χρόνια. Δεν βγαίνουν εύκολα τα λόγια, αλλά πρέπει να τα πω.
    Πρώτα απ’ όλα θα ήθελα να σας εκφράσω ένα τεράστιο ευχαριστώ. Όλα όσα κάνετε για μένα είναι πέρα από τη φαντασία και μου δίνουν τη δύναμη να συνεχίζω να γράφω και να υπάρχω μέσα από τα γραπτά μου. Μετά από σχεδόν σαράντα χρόνια στη συγγραφή, συνεχίζει να με εκπλήσσει και να με γεμίζει ευθύνη ότι τα βιβλία μου διαβάζονται και καταφέρνουν να σας αγγίξουν τόσο.
    Η υποδοχή στο «Κόντρα στο Κύμα», που έχει μέσα και πολλά θραύσματα από τη ζωή μου, με συγκινεί. Οι αναγνώσεις σας και η αγάπη σας, που την εκφράζετε καθημερινά με χίλιους τρόπους, γεμίζουν την καρδιά και την ψυχή μου.
    Σας γράφω, όμως, και για έναν ακόμα λόγο, λιγότερο ευχάριστο. Με μεγάλη μου λύπη και απορία πληροφορήθηκα την προηγούμενη εβδομάδα από διαφημίσεις μιας μεγάλης εφημερίδας ότι κάποιο από τα παλιότερα βιβλία μου θα κυκλοφορούσε δωρεάν στα περίπτερα. Ήταν κάτι για το οποίο δεν είχα ενημερωθεί ποτέ και είναι κάτι στο οποίο ποτέ δεν θα συναινούσα, γνωρίζοντας τι πλήγμα θα ήταν αυτό για τα βιβλιοπωλεία. Ήταν σαν να έβαζα τη σφραγίδα μου σε μια ενέργεια που προσβάλλει τους φάρους πολιτισμού που είναι τα βιβλιοπωλεία σε όλη τη χώρα. Που ήταν και είναι πλάι μου σε όλη μου τη διαδρομή.
    Δυστυχώς, δεν ήταν κάτι που δεν περίμενα. Έχουν συμβεί πολλά τα τελευταία χρόνια και για μένα ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Αναγκάστηκα να ζητήσω νομική βοήθεια, κάτι που για χρόνια προσπαθούσα να αποφύγω. Αν και συνέβαιναν πάρα πολλά, με τα οποία δεν χρειάζεται να σας φορτώνω, έδειχνα πάντα καλή πίστη σε ό,τι αφορούσε τα συμβόλαιά μου με τις εκδόσεις Καλέντη. Μια καλή πίστη, που πλέον είμαι σίγουρη ότι δεν εκτιμήθηκε.
    Πλέον, και τουλάχιστον μέχρι την 11η Νοεμβρίου (όπου θα υπάρξει νέα ακροαματική διαδικασία), οι εκδόσεις Καλέντη, δυνάμει απόφασης δικαστηρίου δεν έχουν το δικαίωμα να διαθέτουν, να προμηθεύουν τα βιβλιοπωλεία και να πωλούν οποιοδήποτε αντίτυπο του έργου μου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις τους και το οποίο δεν φέρει την πρωτότυπη και γνήσια υπογραφή μου, ενώ κάθε διάθεση θα αποτελεί προπαντός παραβίαση δικαστικής απόφασης και σε κάθε περίπτωση θα αποτελεί διάθεση που δεν θα έχει τη συναίνεσή μου.
    Κατά συνέπεια προς το παρόν δεν είναι εφικτή η πώληση από τις εκδόσεις Καλέντη αντιτύπων των βιβλίων μου (φυσικά θα μπορείτε να διαθέσετε όσα έχετε ήδη στα βιβλιοπωλεία σας). Είναι το τελευταίο μέσο στο οποίο θα μπορούσα να καταφύγω προκειμένου να προστατευτώ. Είναι μια ενέργεια που με πληγώνει βαθιά, αλλά αναπόφευκτη μετά από όσα συνέβησαν. Και ο μοναδικός τρόπος για να διαφυλάξω τα πνευματικά και περιουσιακά μου δικαιώματα και εν γένει το έργο μου. Δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα για τα τρία τελευταία βιβλία μου που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Διόπτρα («Το χαμόγελο του Δράκου», «Στην άκρη του βράχου», «Κόντρα στο κύμα») και τις οποίες ευχαριστώ ιδιαίτερα για την υποστήριξή τους και την αγάπη που μου δείχνουν.
    Σας στέλνω ένα ακόμα τεράστιο Ευχαριστώ. Όλη μου η ζωή, όπως βγαίνει μέσα από τις σελίδες των βιβλίων μου, έχει περάσει και περνάει από τα χέρια σας.

Με εκτίμηση και ευγνωμοσύνη,
Αλκυόνη
 

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2020

11 Σεπτεμβρίου 1943. Ο απαγχονισμός 10 παλληκαριών της Λιβαδειάς από τους Ναζί και τους χαφιέδες συνεργάτες τους.


11 Σεπτεμβρίου 1943
Διανύουμε την έβδομη δεκαετία από την ημέρα που η θηριωδία των φασιστών ΝΑΖΙ και των κουκουλοφόρων χαφιέδων συνεργατών τους έστησε κρεμάλες για 10 παλληκάρια της Λιβαδειάς δείχνοντας γι άλλη μια φορά το ανάλγητο και αποτρόπαιο πρόσωπο του φασισμού.

Η ιταλική συνθηκολόγηση (8 Σεπτεμβρίου 1943) σηματοδότησε την κλιμάκωση της εθνικοαπελευθερωτικής δράσης. Τα ξημερώματα της 9ης Σεπτεμβρίου, 400 μαχητές του Τάγματος Παρνασσίδας απέκλεισαν το ιταλικό τάγμα της Αράχοβας και απαίτησαν την παράδοση των όπλων. Την ίδια πρόθεση αφοπλισμού των Ιταλών είχε και το επίλεκτο γερμανικό 18ο Σύνταγμα Ορεινών Κυνηγών, που κινήθηκε προς την πόλη το πρωί της 10ης Σεπτεμβρίου αγνοώντας τα συμβάντα της προηγούμενης. Με βολές όλμου, τα οχήματα ακινητοποιήθηκαν και ξεκίνησε μια σφοδρότατη μάχη κοντά στα τελευταία σπίτια της Αράχοβας. Το γερμανικό τμήμα αμύνθηκε, σύντομα όμως υπερφαλαγγίστηκε από ένα λόχο ανταρτών της Λιβαδειάς (ΙΙΙ Τάγμα του 34ου Συντάγματος) και ένα ετερόκλητο πλήθος μαχητών απόΔαύλεια, Δίστομο και Στείρι που εκείνη την ημέρα έγραψαν ιστορία:

«Πολλοί πιαστήκανε στα χέρια με τους Γερμανούς. Είδα με τα μάτια μου τον αρχηγό της μαχητικής [ομάδας] του Στειριού, Χρήστος Κατσούλης λεγότανε και ήτανε παλικάρι από τους λίγους που γνώρισα εκείνα τα χρόνια. Πάλευε με ένα Γερμανό και μια να πέφτει κάτω ο Γερμανός, μια ο δικός μας. Για μια στιγμή κατόρθωσε και πετάει το Γερμανό κάτω από τον τοίχο της στροφής και τον σκότωσε. Δίπλα του αμέσως πίσω από την τάφρο φύτρωσε άλλος Γερμανός με το μυδράλιο και άρχισε να μας βάζει. Γυρίζει απότομα ο Κατσούλης και τον σκοτώνει κι αυτόν και μόλις έσκυβε να πάρει το μυδράλιο, τον σκότωσε ένας άλλος Γερμανός. Τον έκλαψε όλη η αρβανιτιά στην περιφέρειά του. Δε γεννιέται εύκολα τέτοιο παλικάρι» (Μαρτυρία Νίκου Καλοπήτα, καπετάνιου 9ου Λόχου, ΙΙΙ/34 Τάγμα Λιβαδειάς ).

Από τους 120 περίπου Γερμανούς επέζησαν μόλις 25, ενώ οι Έλληνες είχαν 7 νεκρούς, οι περισσότεροι «αυτοχειροτονημένοι» πολεμιστές της Αράχοβας. Δεκαπέντε φορτηγά οχήματα-λάφυρα μεταφέρθηκαν στο Κυριάκι κάτω από τις επευφημίες των κατοίκων, ενώ ο αφοπλισμός του ιταλικού τάγματος στη Δεσφίνα συμπλήρωσε μια ανεπανάληπτη νίκη. Είναι ενδεικτικό του κλίματος εκείνων των ημερών πως στις 10 Σεπτεμβρίου οι Γερμανοί απαγχόνισαν δέκα νεαρούς αντιστασιακούς στη Λιβαδειά θεωρώντας πως επέκειτο ένοπλη εξέγερση στην πόλη!


Πηγή:: Χανδρινός Ιάσονας, «Γερμανική κατοχή, αντίσταση και εμφύλιος πόλεμος στη Βοιωτία (1941-1949)», 2012,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Βοιωτία



Στο βιβλίο ΓΥΜΝΑΣΙΟΝ ΕΝ ΛΕΒΑΔΕΙΑ των εκπαιδευτικών Γεωργίου & Φοίβης Μυτιληναίου το "ανοσιούργημα" των ΝΑΖΙ περιγράφεται ως ακολούθως: 



Το βιβλίο του Αριστείδη Ρούσσαρη αφιερωμένο  στο μαρτυρικό Σεπτέμβρη της Λιβαδειάς

Μια από τις μαρτυρίες συγγενών των 10 κρεμασμένων από το βιβλίο του Αριστείδη Ρούσσαρη.  Ο Άγγελος Γαζής θυμάται ...




Αποτελεί μια πρώτη προσέγγιση αυτή η ανάρτηση στον ΜΑΤΩΜΕΝΟ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ της Λιβαδειάς την οποία κλείνουμε αναφέροντας τα ονόματα των 10 παλληκαριών θυμάτων της φασιστικής κτηνωδίας.

Σημειώνουμε ότι από τις πληροφορίες που συλλέξαμε υπάρχει διχογνωμία στην ακριβή ημέρα του μαρτυρίου. Κάποιοι μιλούν για 10 και άλλοι για 11 Σεπτεμβρίου. Υιοθετούμε την άποψη του κ. Ρούσσαρη η οποία είναι διασταυρωμένη και από άλλα έγγραφα- ιστορικά ντοκουμέντα που μιλούν για την ημερομηνία αυτή.

Οι δέκα μαρτυρικοί ήρωες ήταν οι εξής:

1)   Λουκάς Ανδρέου Δασόπουλος ή Γκανάς   – ηλικ. 23, εργάτης
2)   Κωνστ. Γεωργίου Σύρος ή Τσίρκας  - ηλικ. 24, αρτεργάτης
3)   Παναγιώτης Ηλία Τσάβας   - ηλικ. 32, εργάτης
4)   Χρίστος Γεωργίου Κουντουργιώτης    - ηλικ. 28, εργάτης
5)   Χαράλαμπος Γεωρ. Γεωργουλής   - ηλικ. 19, κουρέας
6)   Λουκάς Πέτρου Γαμβρίλης  - ηλικ. 34, κουρέας
7)   Παναγιώτης Ελευθ. Γαζής  - ηλικ. 24, ελαιοχρωματιστής
8)   Ανέστης Ιωάν. Ιντζίδης  -  ηλικ. 24, εργάτης
9)   Γεώργιος Αναστασίου Μπότσαρης  - ηλικ. 21, εργάτης
10) Νικόλαος Δημ. Κομπότης   -  ηλικ. 17, εργάτης

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2020

ΔΙΑ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗ ΤΣΙΡΚΑ: ΙΟΥΛΙΟΣ 1965 και ... «Μητσοτάκη, κάθαρμα».


ΔΙΑ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗ ΤΣΙΡΚΑ
ΙΟΥΛΙΟΣ 1965 και ... «Μητσοτάκη, κάθαρμα».
Από νωρίς το απόγεμα πήγα και κόλλησα τη ράχη μου στον ανατολικό τοίχο του «Μεγάλη Βρετανία». Το πλήθος είχε καταλάβει όλο το πεζοδρόμιο, αντίκρυ δεξιά μας η Βουλή – άρχιζε η πολιορκία της. Φώναζα κι εγώ με τους άλλους, ώσπου έγδαρα το λαρύγγι μου: «Κάτω οι προδότες. Κάτω οι δούλοι της Αυλής. Ένας είναι ο αρχηγός, ο κυρίαρχος Λαός». Αγόρια και κορίτσια έφταναν ομάδες –ομάδες, ξεχώριζαν μερικά πανώ των Λαμπράκηδων∙ παίρναν θέση στο πεζοδρόμιο, ύστερα πέρασαν και στ’ αντικρινό, η πολιορκία της Βουλής γινόταν πιο στενή. Με το σούρουπο άρχισαν να φτάνουν οι εργαζόμενοι: υπάλληλοι καταστημάτων, εργάτες κι εργάτριες από τις βιομηχανίες γύρω στην Αθήνα και τον Πειραιά. Η πλατεία Συντάγματος γέμισε κι οι φωνές, σαν άγρια καταιγίδα, τάραζαν το πλήθος κύμα στο κύμα. Ο τόνος έγινε πιο τραχύς:
«Μητσοτάκη, κάθαρμα».
Η αστυνομία του ναυάρχου Τούμπα, του νέου αποστάτη υπουργού Δημοσίας Τάξεως, προσπαθούσε ν’ αναχαιτίσει το πλήθος σχηματίζοντας αλυσίδα με τα χέρια. Ύστερα ήρθαν, φαίνεται, άλλες διαταγές, κι άρχισε η επίθεση με τα κλομπς για να διαλυθούμε. Τότε ανέβηκαν ως τον ουρανό οι κατάρες κι οι βρισιές. Τα ρόπαλα κατεβαίναν κατακέφαλα, στριγκλιές γυναικών, είχε νυχτώσει πια, κάμποσοι γεροδεμένοι διαδηλωτές, εργάτες, οικοδόμοι, αθλητές, σπουδαστές θέλησαν να περάσουν στην αντεπίθεση, τους συγκράτησαν οι πιο ψύχραιμοι, κι άρχισε η υποχώρηση. Ο Τούμπας είχε κρύψει τις κλούβες του σ’ όλες τις παρόδους. Κι ενώ συνεχιζόταν το κυνηγητό κι οι συγκρούσεις στην πλατεία Συντάγματος, εγώ βρέθηκα τρέχοντας, σπρωγμένος από το πλήθος, στην οδό Βουκουρεστίου. Πέρα, στο αντικρινό πεζοδρόμιο, ύστερα από το «Μπραζίλιαν» είδα το κεφάλι της Φλώρας, έπειτα την είδα ολόκληρη, έτρεχε κι αυτή, μονάχη της μέσα στο πλήθος, δε φαινόταν να τη συνοδεύει κανένας από τους φίλους της. Έτρεξα να τη συναντήσω, μα για να διασχίσω το κατάστρωμα μου πήρε μερικές στιγμές, ώσπου να φτάσω στο πεζοδρόμιο της Σταδίου, εκείνη είχε χαθεί στη στοά του άλλου «Μπραζίλιαν», που βγάζει στην οδό Καραγεώργη της Σερβίας, ποτέ μην μπαίνεις σε στοά όταν σε κυνηγούν, στην άλλη άκρη σε περιμένει το μπλόκο. Παλιά μαθήματα, της Κατοχής. Σταμάτησα και την άφησα να χαθεί. Γύρισα με τα πόδια∙ τα λεωφορεία ήταν φίσκα κι ήθελα να βλέπω τον κόσμο, το κυνηγητό και τους αιφνιδιασμούς της αστυνομίας, ν’ ακούω τα συνθήματα και τις κατάρες. Από την πλατεία Ρηγίλλης και πέρα ο κόσμος αραίωσε. Με πονούσε και το λαρύγγι μου από τις φωνές. Σπίτι, έκανα μια γαργάρα με νερό κι αλάτι∙ χειρότερα. Τότε πήρα δυο αυγά φρέσκα, τα έσπασα σ’ ένα φλιτζάνι, κράτησα τον κρόκο τους, έριξα μέσα πολλή ζάχαρη και τα χτύπησα. Αυτό ήταν και το δείπνο μου. Άδικα περίμενα ν’ ακούσω τη Ματθίλδη να γυρίζει, θα την έπιανα στην κουβέντα, να μάθω τις εντυπώσεις της. Δε σκέφτηκα να βάλω το ραδιόφωνο, για ν’ ακούσω πώς θα παρουσίαζαν τα πράγματα οι Αποστάτες. Λες κι είχα ξεχάσει την παρουσία του. Βαρέθηκα να περιμένω, τα μάτια μου είχαν γλαρώσει από τη νύστα, γδύθηκα, έπεσα στο κρεβάτι και τον πήρα μονορούφι. Μ’ αποκοίμισε η ανάμνηση μιας μυριόστομης κραυγής: «Κάτω οι δούλοι της Αυλής». [...] Πότε νύχτωσε, πότε τελείωσε το πρόγραμμα της συγκέντρωσης και τελείωσε άραγε; Είχαμε χάσει την αίσθηση του χρόνου. Άξαφνα η λαοθάλασσα έπιασε να βαδίζει αργά, πυκνή και τρικυμισμένη για την οδό Κοραή ή ν’ ανεβαίνει την Πανεπιστημίου προς την πλατεία Συντάγματος. Ακούστηκαν κάτι κρότοι, σα να ξετάπωναν μπουκάλες της σαμπάνιας, αλλά πιο ισχυροί και μεταλλικοί. Ένα κορίτσι φώναξε: «Στη Σταδίου ρίχνουν αέρια, τα τέρατα!» Κι άρχισε ο πανικός. Την ίδια στιγμή, από πολλές μεριές, μεγάλες ομάδες αστυνομικών ρίχνονταν πάνω στα πλήθη που σκορπούσαν, και τυφλά, μανιασμένα κατεβάζαν πάνω στα κεφάλια τους τα κλομπς. Όποιος έπεφτε χάμω δεν έβρισκε λύπηση. Τον κλοτσούσαν, τον ποδοπατούσαν μες στους καπνούς των δακρυγόνων. Χαφιέδες με άσπρα κοντομάνικα πουκάμισα κι οπλισμένοι με κλομπς ήταν οι πιο άγριοι. Κραυγές και κατάρες και στριγκλιές πόνου: «Δολοφόνοι, προδότες», γέμιζαν τη μολυσμένη ατμόσφαιρα της Πανεπιστημίου, της Κοραή και της Σταδίου. Παντού τραυματίες με πρησμένα πρόσωπα, ματωμένες πλάτες και σπασμένα χέρια, βόγκοι και κλάματα κι ολοφυρμοί, μια κόλαση. Τα μαγαζιά κατεβάζαν γρήγορα τα ρολά τους κι έσβηναν τα φώτα. «Στην Ακαδημίας κάνουν συλλήψεις», φώναξε κάποιος και χάθηκε. [...] Τον είχα πάρει πάνω στην καρέκλα και με ξύπνησε το κουδούνι της πόρτας. Άνοιξα, ήταν η Ματθίλδη ναι, όμως αγνώριστη. Κάτασπρη σαν πανί, αχτένιστη, με ασάλευτα μάτια έκανε μερικά βήματα, στάθηκε και είπε δισταχτικά: - Σκότωσαν το Σωτήρη. Την πήρα στην αγκαλιά μου, την κάθισα στο κρεβάτι. Έφερα βρεγμένη πετσέτα και της σκούπισα το πρόσωπο από τις καπνιές και τον ιδρώτα, της έστρωσα τα μαλλιά, της έδωσα να πιει νερό. - Ποιο Σωτήρη; ρώτησα. - Τον Πέτρουλα. Πάει το παλικάρι, το φάγανε οι δήμιοι. Μια συμμαθήτρια της Χρύσας λέει πως άκουσε τον αξιωματικό, πάνω στο θωρακισμένο, να διατάζει τον πυροβολητή που σκόπευε με το κανονάκι των δακρυγόνων: «Κατέβασέ μου αυτόν τον ψηλό με το πράσινο». Ο Σωτήρης είχε σκαρφαλώσει στο σηματοδότη της διασταύρωσης Σταδίου και Λαδά κι απ’ εκεί πάνω φώναζε συνθήματα. Τώρα πάει. 
(Στρατής Τσίρκας, Η Χαμένη Άνοιξη)

«Υδροκίνητα βιομηχανικά κτίρια στη Λιβαδειά 1860-1950. Καταγραφή μιας περιπέτειας κτιρίων και ανθρώπων». Ανεκτίμητη παρακαταθήκη μνήμης για τη βιομηχανική δραστηριότητα στην πόλη της Λιβαδειάς από την Άννα Ψωμά


Ψωμά Άννα 
«Υδροκίνητα βιομηχανικά κτίρια στη Λιβαδειά 1860-1950 
Καταγραφή μιας περιπέτειας κτιρίων και ανθρώπων»
Ιδιωτική Έκδοση, Λιβαδειά 2017, σχήμα 29,5x21,5 
τιμή πώλησης 38.00 €
Το βιβλίο αυτό αποτελεί μία έκπληξη. Είναι φανερή η ένδεια της ελληνικής βιβλιογραφίας σε ό,τι αφορά τις βιομηχανικές δραστηριότητες που κατά καιρούς προσπαθούν να καταστήσουν την Ελλάδα βιομηχανική χώρα και να την απομακρύνουν από τη φτώχεια. Το βιβλίο, λοιπόν, ασχολείται αποκλειστικά με τη βιομηχανοποίηση και την πτώση της στην πόλη της Λιβαδειάς. Λίγοι είναι αυτοί που γνωρίζουν την ύπαρξη και τη δραστηριότητα της βιομηχανικής παραγωγής και κατεργασίας του βάμβακος σε αυτή την πόλη.
Το βιβλίο  «Υδροκίνητα βιομηχανικά κτίρια στη Λιβαδειά 1860-1950» γράφτηκε από την Άννα Ψωμά, αρχιτέκτονα και ζωγράφο που γεννήθηκε και δουλεύει στη Λιβαδειά.  Η ίδια εξωτερικεύει την αγάπη της και το θαυμασμό της για τη γενέθλιο πόλη με μια σειρά βιβλίων, της οποίας το δεύτερο τίτλο αποτελεί το παρόν βιβλίο. Ο πρώτος τόμος της σειράς τιτλοφορείται: «Αρχοντικά της Λιβαδειάς. Κατάλοιπα αρχιτεκτονικής μνήμης». Θα ακολουθήσει και βρίσκεται υπό έκδοση ένα βιβλίο για την πολεοδομική ανάπτυξη της Λιβαδειάς.  Η Άννα Ψωμά δούλεψε αυθόρμητα για χρόνια ως ερευνήτρια της πόλης. Με τις επιστημονικές βάσεις που διαθέτει κατόρθωσε να αποτυπώσει σχεδιαστικά το μέγιστο τμήμα των παλαιών αρχοντικών και βιομηχανικών κτιρίων. Τα σχέδιά της είναι επαγγελματικά με απεικόνιση κάθε λεπτομέρειας και αυστηρή συμφωνία προς το αντικείμενο. Η δουλειά της, εκτός από την επαγγελματική δραστηριότητα, αποτελεί προσφορά προς την κοινωνία. Τα βιβλία της τυπώνονται με δικά της έξοδα και οι εισπράξεις διατίθενται για κοινωνικούς σκοπούς.

Το βιβλίο «Υδροκίνητα βιομηχανικά κτίρια στη Λιβαδειά 1860-1950» αρχίζει με μια ιστορική περιγραφή της πόλης, ώστε ο αναγνώστης να κατατοπιστεί για το ιστορικό υπόβαθρο της βιομηχανικής δραστηριότητας στη Λιβαδειά. Ακολουθούν κεφάλαια με στοιχεία για την πόλη και το βαμβάκι της Βοιωτίας, που αποτελούσε το αντικείμενο της βιομηχανικής κατεργασίας.  Η γέννηση της βιομηχανικής δραστηριότητας στην πόλη της Λιβαδειάς ανάγεται στα μέσα του 19ου αιώνα. Ως κινητήριο μέσο για την κατεργασία του βαμβακιού χρησιμοποιήθηκε το νερό του ποταμού της Κρύας της Λιβαδειάς.  Το αποτέλεσμα κατέληξε στην ανάπτυξη της βιομηχανικής παραγωγής. Έτσι, το 1875 υπήρχαν στη Λιβαδειά 35 αλευρόμυλοι, 12 κλωστήρια και 10 ελαιοτριβεία, αλλά μόνο τέσσερα εκκοκκιστήρια και δύο υφαντήρια.  Η περιγραφή γίνεται ως το σημείο αυτό με τη βοήθεια παλαιών και σύγχρονων φωτογραφιών.
Στη συνέχεια αφιερώνονται 20 σελίδες στην περιγραφή του νερού που χαρακτηρίζεται ως «το χρυσάφι της Λιβαδειάς». Εξηγείται η τεχνική των καναλιών και η λειτουργία των υδροστροβίλων. Η ερευνήτρια διηγείται τη διαμάχη για τη διανομή του νερού. Κατόπιν ακολουθεί η περιγραφή συγκεκριμένων βιομηχανιών με τις εγκαταστάσεις τους. Δίδεται η αρχιτεκτονική μορφή των κατασκευών και των κτιρίων και παρατίθεται πλήθος φωτογραφιών και σχεδίων. Μεταξύ των περιγραφών υπάρχουν αναδιπλούμενοι χάρτες με λεπτομερέστατη περιγραφή των βιομηχανιών και των θέσεών τους. Το σύνολο αυτής της δουλειάς θα πρέπει να χρειάστηκε πολλά χρόνια εργασίας από την κ. Ψωμά. Τα σχέδια αυτά είναι αξεπέραστα σε ποιότητα, πιστότητα και λεπτομέρεια. Αν αναφερθεί κανείς στις μεγάλες εκδόσεις των περιηγητών του 16ου έως τον 19ο αιώνα, θα διαπιστώσει ότι τα σχέδια της κ. Ψωμά δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από τις μεγαλειώδεις λιθογραφίες των εκδόσεων αυτών. 
Ακολουθεί εντοπισμός και περιγραφή των υδροκίνητων βιομηχανιών, που περιγράφονται μία-μία σε σχέση πάντα με τους ιδιοκτήτες και τους δημιουργούς τους. Τα κείμενα εδώ είναι γεμάτα φωτογραφίες, παλιές και νέες, καθώς και σχέδια, γενεαλογικά δένδρα και κάθε σχετική λεπτομέρεια, ώστε ο αναγνώστης να έχει εικόνα της ανθρώπινης πλευράς της βιομηχανικής δραστηριότητας. Κατηγοριοποιούνται τα κτίρια σε αυτά που κατεδαφίστηκαν και σε αυτά που στέκονται ακόμη. Δημιουργείται έτσι η βεβαιότητα ότι η περιγραφή είναι σχεδόν πλήρης και επιτυγχάνει μια ανασύσταση του βιομηχανικού περιβάλλοντος στην παρερκύνια βιομηχανική ζώνη, όπως φαίνεται στον αναδιπλούμενο Χάρτη 1.

Έχουμε, λοιπόν, ένα ολοκληρωμένο βιβλίο βιομηχανικής ιστορίας με το οποίο δύσκολα μπορούν να συγκριθούν τα λίγα ανάλογα βιβλία που υπάρχουν στην ελληνική και ελπίζουμε το βιβλίο να αποκτήσει τη θέση του στη βιβλιοθήκη του κάθε ενδιαφερόμενου.  Περιμένουμε δε και την περαιτέρω προσφορά της κ. Ψωμά στη βιβλιογραφία της Λιβαδειάς.  

Δημήτρης Α. Μαυρίδης

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2020

Ψωμά Άννα «Νεώτερα ευρήματα και ίχνη της Αρχαίας Λιβαδειάς”

Ακόμη ένα βιβλίο της Άννας Ψωμά βρίσκεται στη διάθεση του αναγνωστικού κοινού αλλά και των ερευνητών φωτίζοντας την ιστορία της πόλης μας μέσα από ευρήματα ανασκαφών από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ως τις μέρες μας. 
Ακόμη μια συμβολή της αρχιτεκτόνισσας Άννας Ψωμά για την αναψηλάφηση της ιστορικής μας μνήμης για την γνωριμία μας με το παρελθόν της πόλης που ζούμε.

Ψωμά Άννα 
«Νεώτερα ευρήματα και ίχνη της Αρχαίας Λιβαδειάς”
Ιδιωτική Έκδοση, Λιβαδειά 2018,    
τιμή πώλησης 20.00 €                                                                   
Διάθεση: βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Το βιβλίο αυτό γράφτηκε μετά την απογοήτευση που ένιωσα όταν, θέλοντας να μελετήσω το μέγεθος και την καλλιτεχνική δημιουργία των προγόνων μας για να τα εντάξω στο νέο βιβλίο «η Παλιά Λιβαδειά» διαπίστωσα ότι όλα όσα ως τώρα γνωρίζουμε προέρχονται από τις δημοσιεύσεις των τομών του μεγάλου αρχαιολόγου Κεραμόπουλου στα Αρχαιολογικά Δελτία, τα βιβλία του Νικ. Παπαχατζή[1] και των Λειβαδιτών συγγραφέων, Ευ. Γατσά[2] Τ. Λάππα[3], Θ. Δάλκα[4], Α. Γιαννακούρου-Χατζημανώλη[5] και τον Ιορδ. Δημακόπουλο[6].
Τα ευρήματα των τελευταίων 30 χρόνων, που έγιναν κατά την κατασκευή των έργων αποχέτευσης και των μεγάλων οικοδομών του κέντρου της πόλης με την επίβλεψη της Αρχαιολογικής Εφορείας Θηβών δεν έχουν ακόμη δημοσιοποιηθεί.
Ακόμη και τα ευρήματα του αποκαλυφθέντος Νεκροταφείου στα θεμέλια του νέου Νοσοκομείου Λιβαδειάς που έχουν μελετηθεί (από την Α. Ανδρειωμένου) και της «Κρύας» από τον Β. Αραβαντινό δεν έχουν τύχει ευρύτερης δημοσιοποίησης πλην των ανακοινώσεων των (Α. Ανδρειωμένου, Β. Αραβαντινού) στο συνέδριο «Η Λιβαδειά Χθες, Σήμερα Αύριο[7]» στο συνέδριο του 1997.
Ζήτησα βέβαια να μου δοθούν και οι τελικές εκθέσεις των αρχαιολόγων σε περατωμένες εργασίες (αφού στη θέση των τομών ανεγέρθησαν νέες πολυκατοικίες) πράγμα που δεν ήταν δυνατόν να γίνει πριν από την δημοσίευση τους από τους ίδιους τους ανασκαφείς. Η αναμονή έφτασε στα όριά της και με οδήγησε να βουτήξω στα βαθειά και άγνωστα νερά της αρχαιολογίας και να δημοσιεύσω τις εκθέσεις των επιβλεπόντων αρχαιολόγων ανασκαφέων των ερευνών της Λιβαδειάς.
Βέβαια, γνωρίζω ότι μετά την ανασκαφή και τη συλλογή των κινητών ευρημάτων ακολουθεί η συντήρηση αυτών και η συνολική μελέτη του χώρου με αποτέλεσμα η τελική άποψη να διαφοροποιείται από την αρχική.
Ελπίζω να μου συγχωρήσουν οι αρχαιολόγοι το θράσος να εμπλακώ στο έργο τους. Η έλλειψη όμως ολοκληρωμένων μελετών και δημοσιεύσεως των ήδη εσκαμμένων θέσεων έχουν ως αποτέλεσμα να περνά μία ολόκληρη γενιά με άγνοια των ευρημάτων τους.
Για την συμπλήρωση του δημοσιευόμενου υλικού, στοιχεία συλλέξαμε επίσης από ανακοινώσεις σε συνέδρια[8], διαλέξεις, φωτογραφίσεις στα Μουσεία της Χαιρώνειας και των Θηβών και από τα επισκέψιμα υπόγεια των πολυκατοικιών της Λιβαδειάς στα οποία ευρέθησαν αρχαία.


[1] Νικ. Παπαχατζής, «Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις, Βοιωτικά και Φωκικά», Αθήνα 1981.
[2] Ε. Γατσάς, «Εἰδήσεις ἐκ τοῦ Τροφωνίου», Λιβαδειά 1909.
[3] Τ. Λάππας, «Η χώρα της Λειβαδιάς», Αθήνα 1954, Ανατύπωση Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Λεβαδείας.
[4] Θ. Δάλκας, «Λειβαδιά, Ιστορικοί Περίπατοι Α΄», Αθήνα 1982.
[5] Α. Γιαννακούρου-Χατζημανώλη, «Η αρχαία Λεβάδεια, Πολιτική Οικονομική και Κοινωνική Ζωή των Βοιωτών», Πνευματικό Κέντρο Δήμου Λεβαδέων 1997.
[6] Ιορδ. Δημακόπουλος, Λιβαδειά Η πολεοδομική εξέλιξη και τα μνημεία της από τον 11ο αιώνα μέχρι το 1821, Έκδοση Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Πολυτεχνικής Σχολής, Τμήμα Αρχιτεκτόνων 1990, Εκδότης Αρμός.
[7]Ανακοινώσεις Εφόρου Αρχαιοτήτων Θηβών Αγγελικής Ανδρειωμένου και Μ. Bonanno-Αραβαντινού στο συμπόσιο, «Η Λιβαδειά  Χθες, Σήμερα, Αύριο», Σεπτέμβριος 1997, Λιβαδειά.
[8]Αγγ. Ανδρειωμένου, εισήγηση στο συνέδριο της Λωζάννης με θέμα: «Recherches récentes sur le monde hellénistique» στις 20-21 Νοεμβρίου το 1998.

Τετάρτη 6 Μαΐου 2020

Το βιβλίο μετά την καραντίνα. Ας αναλάβουμε όλοι τις ευθύνες μας

Μας ζητήθηκε από την εφημερίδα "Η ΑΥΓΗ" και δημοσιεύθηκε στο σημερινό της φύλλο 6-5-2020 η τοποθέτηση της ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΕΚΦΡΑΣΗΣ για την επόμενη μέρα μετά την καραντίνα στο χώρο του βιβλίου.
Ιδού οι θέσεις μας:
Η επόμενη μέρα μετά την καραντίνα βρίσκει τα βιβλιοπωλεία ανοιχτά μεν με έντονο προβληματισμό δε, όσον αφορά την βιωσιμότητά τουλάχιστον των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Δεν βρίσκω πως είναι ώρα να μιλήσουμε πάλι για την αναγκαιότητα ύπαρξής τους και την προσφορά τους στον πολιτισμό και την κουλτούρα μας. Είναι χιλιοειπωμένα.
• Τώρα θα πρέπει ν’ απαντήσει η ίδια η κοινωνία αν τα θέλει, στηρίζοντάς τα. Αν τα θέλει για να ενημερώνεται σωστά, πλουραλιστικά, ξεφυλλίζοντας και μυρίζοντας το χαρτί, συζητώντας με τον βιβλιοπώλη για την όσο καλύτερη επιλογή, αποδεχόμενη στην πράξη επιτέλους ότι κάθε βιβλιοπωλείο είναι κι ένα κύτταρο πολιτισμού. Ότι στο βιβλιοπωλείο της γειτονιάς ή της κάθε μικρής πόλης ακόμη κι αν έχει πληρώσει κάτι παραπάνω, το κέρδος που αποκομίζει από την ύπαρξή του είναι πολλαπλάσιο.
• Τώρα θα πρέπει ν’ απαντήσει εμπράκτως η Πολιτεία. Όχι μόνο επιδοτώντας τα μικρά βιβλιοπωλεία (μέτρο που απαιτείται άμεσα) αλλά και προωθώντας επιτέλους νομοσχέδια που υπάρχουν από ολοκληρωμένες μελέτες στα συρτάρια του ΥΠΠΟ, για την δημιουργία εκείνων των φορέων που θ’ ασχοληθούν με την υπόθεση του βιβλίου και της ανάγνωσης στηρίζοντας ολόκληρο τον κλάδο.
• Τώρα θα πρέπει ν’ απαντήσουν με τη στάση τους οι εκδότες παύοντας να πατούν σε δύο βάρκες. Η καραντίνα «έδειξε» ότι δίχως τα φυσικά μικρά και μεσαία βιβλιοπωλεία το εμπόρευμά τους δεν προχωράει. Έδειξε ότι ο αρχικός ενθουσιασμός για μαζικές ηλεκτρονικές ή άλλου είδους πωλήσεις ήταν ματαιοπονία. Αν δεν πάρει ο καθένας προσωπικά τα μέτρα του ώστε να μην υπάρχει αυτό τα χάος στις τιμές πώλησης μεταξύ των μικρών βιβλιοπωλείων και των «ολιγοπωλίων» δεν υπογράφουν μόνο τη σταδιακή συρρίκνωση των μικρών αλλά καθιστούν αβέβαιο και το δικό τους μέλλον.
ΝΙΚΟΣ ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ
Βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ

Τετάρτη 1 Απριλίου 2020

Τυχεροί που πορευτήκαμε μαζί σου ΜΑΝΩΛΗ ΓΛΕΖΟ. ΔΕ ΘΑ ΣΕ ΞΕΧΑΣΟΥΜΕ

Έτσι υποδεχθήκαμε στο βιβλιοπωλείο τον Μανώλη Γλέζο.

Ο Μανώλης Γλέζος ήρθε στο βιβλιοπωλείο μας τη Δευτέρα 30 Απριλίου 2007 προκειμένου να παρουσιάσει το δίτομο έργο του "Εθνική Αντίσταση 1940-1945".
Εντελώς αβάσιμοι αποδείχτηκαν οι φόβοι μας σχετικά με την επιτυχία της εκδήλωσης δεδομένου ότι την άλλη μέρα ήταν Πρωτομαγιά και πολλοί είχαν κανονίσει έξοδο τριημέρου.
Από το πρωί τα τηλέφωνα ήταν ασταμάτητα.
Όσοι θα έλειπαν έκαναν κρατήσεις με την υπογραφή του.
Άλλοι απ’ όλη την περιφέρεια ρωτούσαν την ώρα της εκδήλωσης.
Κι όταν αυτή πλησίαζε έγινε κοσμοχαλασιά. Δεν ήταν απλή παρουσίαση βιβλίου, ήταν παλλαϊκό προσκύνημα, ήταν η βαθιά υπόκλιση και αναγνώριση των αγώνων ενός πρωταγωνιστή της Ελευθερίας, της Δημοκρατίας και των κοινωνικών κατακτήσεων από τον ανυπόταχτο, προοδευτικό λαό της Λιβαδειάς.
Το βιβλιοπωλείο γέμισε ασφυκτικά, το πατάρι,τα σκαλιά του, το πεζοδρόμιο έξω ξέχειλο από κόσμο.
Τον 85χρονο τότε Μανώλη υποδέχτηκαν συνομήλικοι αγωνιστές, τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους. Ιερείς, επιστήμονες, εργάτες. Οι μόνιμοι φίλοι του βιβλιοπωλείου. Οι φωτογραφίες αμέτρητες και αγόγγυστα.
Αλλά το συγκλονιστικότερο.
Τα βλέμματα! Ευγνωμοσύνης και σεβασμού.
Τα λόγια! Με φανερό τον κόμπο από το συγκράτημα του λυγμού.
Κι αχ, αυτό το άγγιγμα !!! Το ελαφρύ χτύπημα στον ώμο, επιζητώντας να πάρουν δύναμη από τη δύναμή του, από την προσωπική επαφή μ’ έναν από τους μύθους της Ιστορίας μας.
Σήμερα πολλοί τον αποχαιρετούμε από τα κοινωνικά δίκτυα ανεβάζοντας φωτογραφικό υλικό από αυτή την εκδήλωση, συντροφεύοντάς τον με τη σκέψη μας στο τελευταίο του ταξίδι και την υπόσχεση ότι η αγωνιστική παρακαταθήκη από μια ζωή η οποία ήταν γεμάτη ακτιβισμό και ασταμάτητη πολιτική δουλειά θα είναι για πάντα ζωντανή και πηγή έμπνευσης μέσα μας.
Τυχεροί που πορευτήκαμε μαζί σου ΜΑΝΩΛΗ ΓΛΕΖΟ.
ΔΕ ΘΑ ΣΕ ΞΕΧΑΣΟΥΜΕ

Κυριακή 8 Μαρτίου 2020

Γυναίκες

Γι άλλη μια φορά από το μπλογκ του βιβλιοπωλείου με αφορμή την παγκόσμια ημέρα της ΓΥΝΑΙΚΑΣ το ποίημα της Λευκής Μολφέση κι ένα έργο του Πικάσο.

Γυναίκες
Υπάρχουν γυναίκες που φοράνε
την ομορφιά τους σαν πένθος,
γυναίκες φωτεινές και
σκιασμένες, διπλά δρεπάνια της
αψίδας,
με το παιδί ασάλευτο στα
σταυρωμένα χέρια.

Άλλες είναι χάρτινες, στοιχειά
νηπιαγωγείων,
άλλες πάλι, ζωγραφιές με
κιμωλία,
όρθια τα μαλλιά και μεγάλη
μαύρη τσάντα.

Υπάρχουν γυναίκες ακροκέραμα
ανάμεσα στις άλλες,
γυναίκες με το μακρύ λαιμό, το
χείλος της κανάτας,
άλλες που είναι ωδικά πτηνά κι
άλλες που είναι χήνες.

Υπάρχουν γυναίκες που τις
φωνάζει ο φονιάς
να βγάλουν τον θάνατο περίπατο
μες στ' αραιό το δάσος.

Υπάρχουν γυναίκες που τις
φωνάζει το παιδί Μαμά
και αυτές δεν απαντάνε...

Υπάρχουν γυναίκες που κάθε
τρίχα της κεφαλής τους
είναι κι ένας όρκος.
Είναι εκείνες που σέβονται το όνομα τους.

Κι οι άλλες που το εξευτελίζουν,
εκείνες που με τα χρόνια
βαραίνουν,
κι οι άλλες που ξεφτίζουν,
εκείνες που στέκουν στο κήπο
ρόδινες σαν τη μυγδαλιά,
εκείνες που άγρια χόρτα
γεμίζουν,
εκείνες που χάνουν το φως τους,
εκείνες που απ' τον καημό
λυγίζουν,
εκείνες που κλωτσάει ο θάνατος
από μικρά παιδιά.

Εκείνες που κλείνουν μια
τελευταία φορά το παράθυρο
και καθαρίζουν μια τελευταία
φορά το σπίτι
και ταΐζουν τον σκύλο μια
τελευταία φορά
και μας αφήνουν δίχως να
πούνε λέξη,
έτσι σκληρά και μαγικά,
σαν το κερί που κρατάς στο χέρι
και σου σβήνει.
της Λευκής Μολφέση
από το βιβλίο "Ερωτικό Λεξικό της Ελλάδας" του Ζ. Λακαριέρ.

Η Λευκή Μολφέση (1953-2005) γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Παρίσι. Πέρασε αρκετά χρόνια στις Βρυξέλλες και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα, όπου μοίραζε τη ζωή της ανάμεσα στην πόλη και την Αίγινα. Κόρη του γλύπτη Ιάσονα Μολφέση και ανιψιά του πολιτικού Λεωνίδα Κύρκου, ήταν ιδιαίτερα αγαπητή στους λογοτεχνικούς κύκλους, Ο Ζακ Λακαριέρ αφιέρωσε ειδικό λήμμα σ' αυτή, στο "Ερωτικό λεξικό της Ελλάδας", γράφοντας ότι "τα πεζά της έχουν ένα ιδιαίτερο, εντελώς προσωπικό αφηγηματικό σχήμα, απείθαρχο στους συνήθεις κανόνες του είδους". Έγραψε ποίηση και πρόζα. Βιβλία της εκδόθηκαν στα γαλλικά και τα ελληνικά. Στα γράμματα εμφανίστηκε με την ποιητική συλλογή "Croisiere sur le Styx" (Άγρα 1987), ενώ στο ελληνικό κοινό έγινε γνωστή με το αφήγημα "Γυάλινα σύνορα" (Εξάντας 1996), μια ανάπλαση του μύθου της Ελλάδας με "ξεναγό" την Καλή Κύρκου. Στα ελληνικά έχουν κυκλοφορήσει, επίσης, άλλα δύο βιβλία της: το παιδικό "Ο Αγγελύκος και οι δύο του αδελφές" (Περίπλους, 2002) και η συλλογή διηγημάτων "H μέρα που λέγεται σήμερα" (Μελάνι, 2003), βιβλίο που μπήκε στον τελικό κατάλογο (short list) υποψηφιότητας για τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας 2004. Μετέφρασε προς τα γαλλικά αρκετά ελληνικά κείμενα, ανάμεσά τους τα "Φτερά μπεκάτσας" του Θανάση Βαλτινού, ποιήματα του Γιώργου Βέλτσου, κ.ά. "Έφυγε" αναπάντεχα σε τροχαίο δυστύχημα, στις 17 Μαρτίου 2005, όταν η μοτοσυκλέτα στη οποία επέβαινε, στον Πειραιά, με οδηγό τον ζωγράφο Φίλιππο Φέσσα, συγκρούστηκε με νταλίκα.
· (2007) Hommage à la Grèce , Εθνική Πινακοθήκη - Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, [μετάφραση]
· (2004) Athènes mes itinéraires , Μνήμες, [μετάφραση]
· (2003) Η μέρα που λέγεται σήμερα , Μελάνι
· (2002) Απροϋπόθετο ή κυριαρχία , Πατάκη, [μετάφραση]
· (2002) Ο Αγγελύκος και οι δύο του αδελφές , Περίπλους
· (1996) Γυάλινα σύνορα , Εξάντας

Σάββατο 29 Φεβρουαρίου 2020

Η αποκριά του Μίλτου Σαχτούρη

Κουδουνάς στην Άμφισσα το 2009 από τις αποκριάτικες
εκδηλώσεις του στοιχειού της Χάρμαινας (φωτο Ν.Λ.)

Μακριά, σ' έν’ άλλο κόσμο, γίνηκε αυτή η αποκριά·

το γαϊδουράκι γύριζε μες στους έρημους δρόμους
όπου δεν ανάπνεε κανείς·
πεθαμένα παιδιά ανέβαιναν ολοένα στον ουρανό,
κατέβαιναν μια στιγμή να πάρουν τους αετούς τους που τους είχαν ξεχάσει·
έπεφτε χιόνι, γιάλινος χαρτοπόλεμος
μάτωνε τις καρδιές·
μιά γυναίκα γονατισμένη
ανάστρεφε τα μάτια της σα νεκρή,
μόνο περνούσαν φάλαγγες στρατιώτες, εν – δυό,
εν – δυό, με παγωμένα δόντια.
Το βράδυ βγήκε το φεγγάρι,
αποκριάτικο,
γεμάτο μίσος
το δέσαν και το πέταξαν στη θάλασσα,
μαχαιρωμένο!
Μακριά, σ' έν’ άλλο κόσμο, γίνηκε αυτή
η αποκριά.

Μίλτος Σαχτούρης

Ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης (1919-2005) γεννήθηκε στην Αθήνα. Η καταγωγή του ήταν από την Ύδρα, καθώς ήταν δισέγγονος του ναυάρχου της Επανάστασης του 1821 καπετάν Γιώργη Σαχτούρη. Το 1937 εγγράφεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά το 1940 την εγκαταλείπει για να αφοσιωθεί στην ποίηση. Εμφανίζεται στα γράμματα το Μάιο 1944 με ποιήματα στο περιοδικό "Τα Νέα Γράμματα". Συνεργάστηκε με τα περιοδικά: "Τα Νέα Γράμματα", "Τα Νέα Ελληνικά" και "Νέα Εστία". Μετέφρασε ποιήματα του Μπρεχτ. Τιμήθηκε με τρία Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας. Το 1956, τιμήθηκε με το Α΄ Βραβείο "Νέοι Ευρωπαίοι Ποιητές" από την ιταλική ραδιοφωνία και τηλεόραση για την συλλογή του "Όταν σας μιλώ", το 1962 με το Β΄ Κρατικό βραβείο ποίησης για την συλλογή του "Τα στίγματα", το 1987 με το Α΄ Κρατικό βραβείο ποίησης για το έργο του "Εκτοπλάσματα", και η τελευταία βράβευσή του ήταν το 2003, με το Μέγα Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του. Έγραψε, μεταξύ άλλων, τις ποιητικές συλλογές: "Οι λησμονημένοι" (1945), "Παραλογαίς" (1948), "Με το πρόσωπο στον τοίχο" (1952), "Όταν σας μιλώ" (1956), "Τα φάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο" (1958), "Ο περίπατος" (1960), "Τα στίγματα" (1962), "Σφραγίδα ή η όγδοη Σελήνη" (1964), "Το σκεύος" (1971). Τα ποιήματα του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Πέθανε στην Αθήνα την Τρίτη 29 Μαρτίου 2005.

Τρίτη 25 Φεβρουαρίου 2020

ΚΑΤΗΓΟΡΩ ΤΗΝ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑΝ... Ὁμιλία τοῦ Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος κυροῦ Μελίτωνος Χατζῆ γνωστὴ ὡς ἡ ὁμιλία γιὰ τὸν καρνάβαλο.



ΚΑΤΗΓΟΡΩ ΤΗΝ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑΝ...
Ὁμιλία τοῦ Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος 
κυροῦ Μελίτωνος Χατζῆ (1913-1989)
στὸν Μητροπολιτικὸ Ναὸ Ἀθηνῶν,
 
τὴν Κυριακὴ τῆς Τυροφάγου, 8η Μαρτίου 1970.
 
Εἶναι γνωστὴ ὡς ἡ ὁμιλία γιὰ τὸν καρνάβαλο.


Ἀδελφοί μου,
Τίποτε δὲν καυτηρίασε ὁ Κύριος τόσο πολύ, ὅσο τὴν ὑποκρισία.
Καὶ ὀρθῶς, εἰς αὐτὴν εἶδεν, ὅτι ὑπάρχει πάντοτε ὁ μεγαλύτερος παραπλανητικὸς κίνδυνος, δηλαδὴ τὸ ἑωσφορικὸν ἀγγελοφανὲς φῶς. Εἶναι πράγματι φοβερὴ ἡ δύναμις τῆς ὑποκρισίας. Τόσο γι᾿ αὐτὸν ποὺ τὴ ζῇ καὶ τὴν ἀσκεῖ, ὅσο καὶ γι᾿ αὐτοὺς ποὺ τὴν ὑφίστανται. Καὶ εἶναι ἐπικίνδυνη ἡ ὑποκρισία, διότι ἀνταποκρίνεται πρὸς βαθύτατον ψυχολογικὸν αἴτημα τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ ἄνθρωπος θέλει νὰ φανῆ αὐτὸς ποὺ δὲν εἶναι. Ἀκόμη καὶ ἐνώπιον τοῦ ἐαυτοῦ του καὶ ἐνώπιον τοῦ θεοῦ. Καὶ ἔτσι ξεφεύγει ἀπὸ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν ἁπλότητα καὶ φυσικὰ καὶ ἀπὸ τὴν μετάνοιαν καὶ τὴν σωτηρίαν.
Σὲ λίγες ὧρες ἔξω ἀπὸ αὐτὸν τὸν ναόν, ἔξω ἀπὸ τὴν γαλήνην του, εἰς τοὺς δρόμους αὐτῆς τῆς Πολιτείας, θὰ παρελάσῃ ὁ Καρνάβαλος. Μὴ τὸν περιφρονήσετε καὶ μὴ τὸν χλευάσετε καὶ μὴ μὲ κατακρίνετε, ποὺ τὸν ἀναφέρω αὐτὴ τὴ στιγμή. Δὲν εἶναι καθόλου ἄσχετος μὲ τὸ μέγιστο πρόβλημα τῆς ὑποκρισίας. Νὰ τὸν προσέξετε ἐφέτος τὸν Καρνάβαλο μὲ σεβασμὸ καὶ βαθὺ στοχασμό. Εἶναι πανάρχαιο τὸ φαινόμενο καὶ εἶναι φαινόμενο βαθυτάτου καὶ ἀγχώδους αἰτήματος τῆς ψυχῆς τοῦ ἄνθρωπου, νὰ λυτρωθῇ ἀπὸ τὴν καθημερινή του ὑποκρισία μὲ μίαν ἔκφρασιν ἀνωνύμου, διονυσιακῆς νέας ὑποκρισίας.
Εἶναι τραγικὴ μορφὴ ὁ Καρνάβαλος.
Ζητεῖ
 νὰ λυτρωθῆ ἀπὸ τὴν ὑποκρισίαν ὑποκρινόμενος. 
Ζητεῖ
 νὰ καταλύσῃ ὅλες τὶς ποικίλες προσωπίδες, ποὺ φορεῖ κάθε μέρα μὲ μία νέα, τὴν πιὸ ἀπίθανη. 
Ζητεῖ
 νὰ ἐκκενώσῃ ὅ,τι ὑπάρχει ἀπωθημένο μέσα στὸ ὑποσυνείδητό του καὶ νὰ ἐλευθερωθῇ, ἀλλὰ ἐλευθερία δὲν ὑπάρχει, ἡ τραγωδία τοῦ Καρνάβαλου παραμένει ἄλυτη. Τὸ βαθύτατο αἴτημά του εἶναι νὰ μεταμορφωθῆ.
Ἐδῶ, λοιπόν, εἶναι ἡ θέσις τῆς Ἐκκλησίας, κοντὰ στὸν Καρνάβαλο. Σ᾿ αὐτὸν ποὺ ζητεῖ μεταμόρφωση, τὸ κεντρικὸ κήρυγμα τῆς Ὀρθοδοξίας. Τὴν μεταμόρφωσι. 
Νὰ μὴ τὸν καταδικάσουμε, λοιπόν, τὸν Καρνάβαλο, ἀλλὰ νὰ σταθοῦμε καὶ κάτω ἀπὸ τὴν προσωπίδα του νὰ ἀκούσωμε τὴν ἀγωνία του, τὴν ἔκκλησί του καὶ τὸ δάκρυ του.
 
Ἐπαναλαμβάνω, τῆς Ὀρθοδοξίας τὸ βαθύτερο κήρυγμα ζητεῖ ὁ Καρνάβαλος, περιφερόμενος εἰς τοὺς δρόμους τῆς Πολιτείας: Τὴ μεταμόρφωσι. 
Καὶ εἶναι ὁ εἰλικρινέστερος καὶ ἐντιμότερος τῶν ὑποκριτῶν.
Ἴσως θὰ νομίσετε, ὅτι ἀστειεύομαι. Ἀπολύτως ὄχι. Δὲν ὑπάρχει σοβαρώτερο πρόβλημα αὕτη τὴν ὥρα διὰ τὴν Ἐκκλησίαν. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Ἐκκλησία, καὶ μάλιστα ἡ Ὀρθόδοξος, ἡ δική μας Ἐκκλησία, νὰ νοηθῇ ὡς ἄσχετη πρὸς τὴ ζωή, πρὸς τοὺς καιρούς, πρὸς τὴν ἀγωνίαν αὐτῆς τῆς ὥρας, πρὸς τὰ φλέγοντα προβλήματα αὐτῆς τῆς στιγμῆς, ἁπλῶς ὡς πόλις ἐπάνω ὄρους κειμένη καὶ θεωροῦσα τὰ περὶ αὐτήν. Ὡς Ἐκκλησία εἴμεθα ἐμπεπλεγμένοι εἰς τὴν πορείαν τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων, εἰς τὴν μεγάλην αὐτὴν περιπέτεια, ποὺ ὀνομάζεται Ἱστορία, ἄγουσα εἰς τὴν τελείωσιν τῶν ἐσχάτων.
Ὑποκρινόμενοι τὴν χθές, ἀπουσιάζομεν ἀπὸ τὴν σήμερον καὶ ἡ αὔριον ἔρχεται ἄνευ ἡμῶν. 
Ὁμιλῶν εἰς τὴν 4ην Πανορθόδοξον Διάσκεψιν τῆς Γενεύης, εἶχον εἰπεῖ: «Ἡ χθὲς παρῆλθε πρὸ πολλοῦ, οὔτε κἂν τὴν σήμερον ζῶμεν, μᾶς προέλαβεν ἡ μεθαύριον». Τὸ ἐπαναλαμβάνω αὐτὸ σήμερον ἐντονώτερον. Διότι εἶναι ἡ πέραν τῆς αὐτάρκους ὑποκρισίας ἀλήθεια, ἡ ἁπλή, ἡ εὐκολωτέρα ἀντιμετώπισις τῶν προβλημάτων εἶναι νὰ τὰ χλευάσῃ καὶ νὰ τὰ κατακρίνῃ κανεὶς καὶ νὰ ἀντιπαρέλθῃ, ὅπως ὁ Ἱερεὺς καὶ ὁ λευΐτης τῆς Σαμαρειτικῆς παραβολῆς. Ἀλλὰ ἡ πληγὴ εἶναι ἐδῶ καὶ κράζει.
Ποιὸς μπορεῖ ὑπευθύνως νὰ μᾶς πῇ, ὅτι εἶναι ἔξω κάθε ἱστορικῆς, ἐξελικτικῆς πραγματικότητας ὅλα αὐτὰ τὰ συνταρακτικὰ γεγονότα καὶ φαινόμενα τῆς νέας γενεᾶς τῆς ἀνθρωπότητος, ἡ ἔξαλλος μουσική, οἱ ἔξαλλοι χοροί, ἡ ἔξαλλος ἐπένδυσις, ὅλη αὐτὴ ἡ παγκόσμιος ἐπανάστασις τῆς νεολαίας;
Άν ὅλοι οἱ μικρόνοες, ὅλοι οἱ ἐθελοτυφλοῦντες, ὅλοι οἱ παρελθοντολόγοι καὶ ἐγκαυχώμενοι διὰ τὴν ἀρετὴν τῆς ἐποχῆς των συνωμοτήσουν, διὰ νὰ κατακρίνουν ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα, ἡ Ἐκκλησία ἔχει χρέος νὰ σταθῇ μὲ θεανδρικὴν κατανόησιν, ἐνανθρωπιζομένη ὅπως ὁ Κύριός της ἐν μέσῳ ἑνὸς νέου κόσμου, ποὺ ἔρχεται μακρόθεν, καὶ νὰ ἀκούση αὐτὴ τὴν ἀγωνιώδη κραυγήν, ποὺ ἀναπηδᾶ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ τὰ θεωρούμενα ἀπὸ ἐμᾶς ἔξαλλα πράγματα. Κάτι ἔχει νὰ μᾶς πῇ μὲ ὅλα αὐτὰ τὰ φαινόμενα αὐτὸς ὁ κόσμος, ποὺ ἔρχεται νέος εἰς τὸ προσκήνιον τῆς Ἱστορίας.
Τὰ νομιζόμενα ἔξαλλα δι᾿ ἡμᾶς τοὺς παλαιούς, ὅταν λάβωμεν ὑπ᾿ ὄψιν τὸ φοβερὸν γεγονός, ὅτι ἕνα ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς ἐποχῆς μας εἶναι ἡ τεραστία ἀπόστασις, ποὺ ὑπάρχει στὴ διαδοχὴ τῶν γενεῶν, δηλαδὴ ἡ γενεά, ἡ ὁποία ἔρχεται ἔπειτα ἀπὸ ἐμένα ἔχει ἀπόστασιν τριῶν γενεῶν. Πῶς ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν νὰ τὴν κατανοήσωμεν ἡμεῖς αὐτὴν τὴν νέαν γενεάν, ποὺ ἔρχεται, ἐὰν δὲν εἴμεθα Ἐκκλησία Χριστοῦ συνεχῶς ἐνανθρωπίζομενη, συνεχῶς μεταμορφουμένη καὶ συνεχῶς μεταμορφώνουσα;
...
Δὲν θὰ ἐπιζήσωμεν ὡς χριστιανικαὶ ἐπὶ μέρους Ἐκκλησίαι καὶ Ὁμολογίαι τοῦ κύματος αὐτοῦ τῶν ἐπερχομένων, ἐὰν δὲν ἑνωθῶμεν ὅλοι ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Εἶναι πλέον ἡ ὥρα νὰ λυτρωθῶμεν ἐκ τῆς ἀντιπατερικῆς ἰδέας, ὅτι ἡ Ἐκκλησία μόνον μέχρις ἑνὸς ὁρισμένου σημείου τῆς Ἱστορίας ἦτο δυνατὸν νὰ ἑρμηνεύσῃ τὴν θείαν Ἀποκάλυψιν. Πρέπει, ἐπὶ πλέον τοῦ πατερικοῦ πνεύματος, νὰ ἀναλάβωμεν ὡς Ἐκκλησία τὴν θείαν ὑπευθυνότητα καὶ τόλμην καὶ γενναιότητα τῶν Πατέρων καὶ νὰ θεολογήσωμεν τὸν Χριστόν, τὸ Εὐαγγέλιον καὶ τὴν Ἐκκλησίαν. Ὄχι μὲ νομοκρατικὴν φαρμακίδειον, φερ᾿ εἰπεῖν, σωματειακὴν ἀντίληψιν τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ τῆς Ἐκκλησίας ὡς Σώματος Χριστοῦ, ζῶντος ἐν τῇ ἀναστάσει.
Ἀδελφοί μου,
Τώρα εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἁγίαν Τεσσαρακοστὴν καὶ στὸ βάθος μᾶς ἀναμένει τὸ δράμα, τὸ θαῦμα καὶ τὸ βίωμα τῆς Ἀναστάσεως, τὸ κατ᾿ ἐξοχὴν βίωμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἂς πορευθῶμεν πρὸς αὐτὸ τὸ ὅραμα καὶ βίωμα, ὄχι ἀσυγχώρητοι, ὄχι μὴ συγχωρήσαντες, ὄχι ἐν νηστείᾳ ἁπλῶς κρέατος καὶ ἐλαίου, ὄχι ἐν ὑποκρισίᾳ, ἀλλὰ ἐν θείᾳ ἐλευθερίᾳ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ. Ἐν τῷ πνεύματι τῆς ἀληθείας, ἐν τῇ ἀληθείᾳ τοῦ πνεύματος.
Ὁ Χαλκηδόνος ΜΕΛΙΤΩΝ

Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος κυροῦ Μελίτωνος, 
Λόγοι καὶ Ὁμιλίαι, 1991, ἐκδ.
Πανσέληνος