Δευτέρα, 6 Δεκεμβρίου 2010

"Απόψε δεν έχουμε φίλους" το μυθιστόρημα που σηματοδοτεί τη συγγραφική ενηλικίωση της Σοφίας Νικολαΐδου.

Συνεχίστηκε την Κυριακή το βράδυ ο διαχρονικός κύκλος εκδηλώσεων   "ΜΝΗΜΕΣ ΕΜΦΥΛΙΟΥ ... ΜΝΗΜΕΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ... Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ" με πρωταγωνίστρια τη Σοφία Νικολαΐδου η οποία συνομίλησε με τους πολυπληθείς φίλους του βιβλιοπωλείου μας για το εξαιρετικό μυθιστόρημά της ΑΠΟΨΕ ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΦΙΛΟΥΣ. Τη συγγραφέα προλόγισε ο φίλος μας ποιητής Γιώργος Θεοχάρης την ομιλία του οποίου σας παρουσιάζουμε. 
Σοφία Νικολαΐδου: Απόψε δεν έχουμε φίλους 
Στο νέο της μυθιστόρημα η Σοφία Νικολαΐδου, μέσα από την παρουσίαση πλευρών του βίου των ηρώων της που ανήκουν σε τρεις γενιές και, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, έχουν σχέση με την Θεσσαλονίκη και το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, αναδεικνύει κάποιες παραμέτρους εθνικής αφασίας που μας χαρακτήρισαν ως λαό και προσδιόρισαν τις συμπεριφορές μας οι συνέπειες των οποίων –όχι μόνον αυτών, αλλά και αυτών- οδήγησαν στην σημερινή μας παρακμή. Τέτοιες παράμετροι, που αποτελούν το δομικό υλικό του μυθιστορήματος, είναι: ο δωσιλογισμός προς τον ξένο κατακτητή αλλά και προς τον κάτοχο της μικροεξουσίας από τον οποίο προσβλέπουμε τα οφέλη της ευνοίας του, η αναξιοκρατία, η εκμετάλλευση αλλότριου μόχθου προς όφελός μας, η απογοήτευση και η παραίτηση από την προσπάθεια, η μηδενιστική συμπεριφορά, η χαιρεκακία και η ζηλοφθονία, ο αριβισμός, ο φανατισμός, το βόλεμα, η ιστορική αμνησία, κ. ά. Το χρονικό πεδίο του μυθιστορήματος εκτείνεται από το 1934 μέχρι τον Δεκέμβρη του 2008.
Όσο κι αν η ραχοκοκαλιά της αφήγησης μας ωθεί στο να το χαρακτηρίσουμε ιστορικό μυθιστόρημα, έχω τη γνώμη πως είναι ένα μυθιστόρημα χαρακτήρων και συνειδήσεων ο μύθος του οποίου εξελίσσεται σε συγκεκριμένο ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο.
Όπως και να ‘χει πάντως η λογοτεχνία διαλέγεται με την Ιστορία, στο μυθιστόρημα.
Αλλά ας δούμε εν τάχει τον μύθο:
Αρχές της δεκαετίας του 1980 ο μεταπτυχιακός φοιτητής Σουκιούρογλου, γόνος προσφύγων της Ιωνικής ακτής, ξεκινά τη διατριβή του με θέμα «Η Εθνική Υπόθεσις και οι Δωσίλογοι». Τη διατριβή εποπτεύει ο καθηγητής Αστερίου, ο οποίος δείχνει προοδευτικός και ανατρεπτικός, έχει αντιστασιακές περγαμηνές από την εποχή της απριλιανής δικτατορίας, πλην αποδεικνύεται καιροσκόπος. Ο Σουκιούρογλου συναντά την αντίσταση του συντηρητικού κατεστημένου στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο καθώς και την αντίδραση του εποπτεύοντος καθηγητού όταν εκείνος αντιλαμβάνεται πως ο φοιτητής του προχώρησε την έρευνα σε βάθος, πέρα από τα όρια που ο ίδιος είχε υποδείξει. Εκείνο άλλωστε που χαρακτηρίζει και διαφοροποιεί τους δύο, ως προς τη στάση τους απέναντι στην επιστήμη της Ιστορίας είναι ότι ο μεν καθηγητής προτρέπει δογματικά στη στρατευμένη ανάγνωσή της ενώ ο δεύτερος επιμένει στην διαρκή αμφισβήτηση και στην ενδελεχή έρευνα στις πηγές. Όσο κι αν ανεμίζει δεξιά κι αριστερά τις αριστερές και αντιστασιακές περγαμηνές του ο καθηγητής, είναι ο φοιτητής του που ενστερνίζεται την βασική μαρξιστική αρχή de omnibus dubitantum, να αμφιβάλλεις για όλα. Πριν απορρίψει τη διατριβή του φοιτητή του και του δυναμιτίσει την ακαδημαϊκή προοπτική, ο καθηγητής φρόντισε να υπεξαιρέσει ένα μέρος της εργασίας που επόπτευε και να το δημοσιεύσει ως δικό του. Κύριος τροφοδότης της ερευνητικής εργασίας του φοιτητή είναι ο παλαιός, κατά την δεκαετία του 1940, καθηγητής της Ιστορίας στο Αριστοτέλειο Γαβριήλ Ιωάννου Εξάγγελος, ο οποίος υπήρξε θαυμαστής του γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού και συνεργάτης των κατακτητών, διαπλεκόμενος με λούμπεν στοιχεία του υποκόσμου και του παρακράτους, όπως ο μαυραγορίτης Σκρίμπας και ο υποχθόνιος Ατματσίδης ή «φον Ασμάς». Έχει ενεργήσει ώστε να εκτελεστεί από τους Γερμανούς ο κύριος ανταγωνιστής του στο πανεπιστήμιο προοδευτικός, ποντιακής καταγωγής, καθηγητής Νικηφορίδης. Ο Εξάγγελος αποφασίζει, πιστεύω, να μιλήσει στον μεταπτυχιακό φοιτητή επειδή κάθε άνθρωπος, όταν αντιλαμβάνεται πως πλησιάζει η ώρα του αναπότρεπτου φυσικού τέλους, θέλει να εξομολογηθεί κάπου, αλλά και επειδή, ταυτόχρονα, είναι κολακευμένος από το γεγονός ότι η υπόθεση την οποία υπηρέτησε με συνέπεια και η οποία υπαγορεύτηκε από την ιδεολογική του επιλογή θ’ αποτελέσει, επιτέλους, θέμα διδακτορικής διατριβής. Στο τέλος τέλος ο ρόλος του ήταν κεντρικός. Ο κεντρικότερος.

Άλλα πρόσωπα της μυθιστορηματικής δράσης είναι:
Η γιαγιά Νίνα, γιαγιά του Σουκιούρογλου, είναι μια λαϊκή γυναίκα η οποία έζησε στο πετσί της τα γεγονότα της ιστορίας που ο εγγονός της ερευνά.
Ο αριστερός, οργανωμένος στην ΕΠΟΝ, καλός φοιτητής Ντόκος ο οποίος χάνει την υποτροφία και εγκαταλείπει τις σπουδές του γιατί αντιστέκεται στο να προδώσει τις αρχές του. Καταλήγει αργότερα υπαλληλάκος και προσχωρεί στη δεξιά ιδεολογία.
Η Φανή, κόρη του Ντόκου, αριστερή, ευαίσθητη φοιτήτρια, παρατάει τις σπουδές και αφοσιώνεται στο τραγούδι.
Ο φίλος της ο Στράτος, συνδικαλιστής φοιτητής με την παράταξη της ΠΑΣΠ, καιροσκόπος, συναλλασσόμενος με το καθηγητικό κατεστημένο, προοδεύει στην στόχευσή του για ακαδημαϊκή καριέρα.
Ο Σοκιούρογλου θα καταλήξει καθηγητής στη Μέση Εκπαίδευση. Τον Δεκέμβρη του 2008 θα ακολουθήσει τους εξεγερμένους νέους που καταστρέφουν το Πανεπιστήμιο. Κι ενώ τα βήματά του οδηγήθηκαν, ίσως, από την ενδόμυχη πίεση δύο δεκαετιών, στο χώρο όπου τσαλαπατήθηκαν τα όνειρά του και βάδισε με μια προσδοκία χαράς για την επίθεση, όταν είδε τη φωτιά να κατακαίει τα βιβλία, τα τεκμήρια της επιστημονικής έρευνας, τα αντικείμενα της πνευματικής του αγάπης, αντιδρά και δεν μπορεί πλέον να βλέπει την καταστροφή.

Η Σοφία Νικολαΐδου με το πόνημά της αυτό πέρα από τη δημιουργία κάποιων χαρακτήρων που οι επιλογές, οι συμπεριφορές, οι πράξεις και τα πάθη τους αντικατοπτρίζουν τη σύνοψη του νεοελληνικού πολιτικού και κοινωνικού παραλογισμού στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, θέτει και ορισμένα θεμελιώδη ερωτήματα σχετικά με την ανάγνωση της Ιστορίας:
Η προσέγγιση άραγε της Ιστορίας είναι ορθό να γίνεται συναισθηματικά υπό το κράτος των δεκάρικων από άμβωνος και εξέδρας στις εθνικές επετείους που δημιουργούν πατριωτική έξαρση, ενώ η φιλαρμονικές παιανίζουν το εμβατήριο «Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει»; Το εμβατήριο αυτό που η συγγραφέας, με σοφία, προτάσσει στην αρχή των κεφαλαίων του μυθιστορήματος, χρωματίζοντάς τα έτσι με μια τίντα πικρής ειρωνείας.
Μήπως είναι ορθότερο να προσεγγίζεται η Ιστορία μέσα από την επιστημονική έρευνα μονάχα; Ή μήπως το στοιχείο της προσωπικής εμπειρίας, αντλημένο από τους μικροπρωταγωνιστές αυτόπτες, καταγεγραμμένο και επεξεργασμένο, αξιολογημένο επιστημονικά, αυτό που η Έλλη Παπαδημητρίου ονόμασε «Κοινό Λόγο» και που στο μυθιστόρημα αντιπροσωπεύει η γιαγιά Νίνα, πρέπει να μπολιάζει την επιστημονική έρευνα;
Πρέπει να είναι προσβάσιμα στην έρευνα τα αρχεία, ώστε να ελαχιστοποιηθούν οι αποσιωπήσεις, οι παρασιωπήσεις και η χειραγώγηση των πληροφοριών από τις εξουσίες όποιας μορφής;
Κι ακόμη στο βιβλίο τίθενται ερωτήματα που έχουν να κάνουν με το Πανεπιστήμιο, ως αντανάκλαση των στρεβλώσεων του πολιτικού συστήματος και ως αναπαραγωγή των παθογενειών του, αλλά και ως ενός από τους βασικούς μηχανισμούς εξουσίας και χειραγώγησης των νέων Ελλήνων. Ουσιαστικά το Πανεπιστήμιο. ως μέρος του σκηνικού χώρου στο μυθιστόρημα, αποτελεί μιαν εξεικόνιση της νεοελληνικής κοινωνίας με τα φαινόμενα της διαφθοράς, της αναξιοκρατίας, της συναλλαγής, των πελατειακών σχέσεων, κλπ να κυριαρχούν.
Και επίσης τίθεται το ζήτημα της εξέτασης των ιστορικών γεγονότων κάτω από το φως της νέας οπτικής των ιστορικών του καιρού μας, που προσδιορίζεται ως «αναθεώρηση της Ιστορίας».
Ιδιαιτέρως αυτό το τελευταίο αφορά στο ποιάς πάστας Έλληνες στελέχωσαν τα Τάγματα Ασφαλείας εκείνη την εποχή. Ήταν ακροδεξιοί, φιλοναζιστές, αποβράσματα, χαφιέδες, μαυραγορίτες, ή προσχώρησαν, σπρωγμένοι από το βάρος των ιστορικών δρώμενων γύρω, δίπλα και πάνω τους, και πολίτες που υπό άλλες συνθήκες δεν θα έκαναν αυτή την επιλογή;
Μέχρι την έκδοση του μυθιστορήματος Ορθοκωστά του Θανάση Βαλτινού, στα μέσα της δεκαετίας του 1990, διαθέταμε μονογραφίες κυρίως ή αφηγήματα αναμνήσεων που αναφέρονταν στο φαινόμενο του δωσιλογισμού ως πράξη συνείδησης και ιδεολογίας. Κάποιοι Έλληνες τάσσονται στην πλευρά του κατακτητή γιατί ταυτίζονται ιδεολογικά με τις αρχές που προβάλλει ο ναζισμός. Η Ορθοκωστά και η πρόσληψή της αποτέλεσαν ορόσημο στη διαχείριση της μνήμης του δωσιλογισμού εφεξής. Από την Ορθοκωστά και μετά ερευνάται και αποδεικνύεται εν πολλοίς η προσχώρηση στον δωσιλογισμό και στα Τάγματα Ασφαλείας μετριοπαθών κεντρώων και βενιζελικών οι οποίοι αναζητούσαν διέξοδο αυτοπροστασίας από τη δράση του ΕΛΑΣ και τις ακρότητες που συντελούνταν από εκείνη την πλευρά συμπληρωματικά ή παραπληρωματικά στις ακρότητες της άλλης πλευράς, μέσα στη δίνη του εμφυλίου σπαραγμού ο οποίος είχε, άτυπα, ξεσπάσει από το 1943, παρόντος του κατακτητή.
Όπως όμως και να ‘χει οι προσχωρήσαντες στα Τάγματα Ασφαλείας, έδρασαν μετά την Απελευθέρωση ενσυνείδητα ως παρακρατικός μηχανισμός υπό τις διαταγές της κυρίαρχης πολιτικής εξουσίας του αντικομμουνιστικού μετεμφυλιακού κράτους. Ο φον-Ασμάς του μυθιστορήματος της Νικολαΐδου π.χ. παραπέμπει σ’ εκείνον που πρωταγωνιστεί ως Γιοσμάς, με το πραγματικό του επίθετο, στη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη.
Και ας πούμε εδώ πως σχεδόν όλοι οι μυθιστορηματικοί ήρωες της Νικολαΐδου στο βιβλίο είναι πρόσωπα υπαρκτά με αλλαγμένα τα ονόματα και την επιστημονική τους ιδιότητα. Όποιος ρέκτης ενδιαφέρεται μπορεί να βρει τις αντιστοιχήσεις σε αρκετά κείμενα που γράφτηκαν –ιδιαιτέρως θα τον βοηθήσει το κείμενο της Μάρης Θεοδοσοπούλου για το μυθιστόρημα της Νικολαΐδου, στην Βιβλιοθήκη της εφημερίδας Ελευθεροτυπία.

Σήμερα, λοιπόν, διαθέτουμε ικανή βιβλιογραφία για το ζήτημα του δωσιλογισμού η οποία διαρκώς πλουτίζεται. Αναφέρω ενδεικτικά για όποιον νοιάζεται:
Το βιβλίο του Τάσου Κωστόπουλου Η αυτολογοκριμένη μνήμη. Τα Τάγματα Ασφαλείας και η μεταπολεμική εθνικοφροσύνη.
Τον συλλογικό τόμο, τον επιμελημένο από τους Ιάκωβο Μιχαηλίδη, Ηλία Νικολακόπουλο και Χάγκεν Φλάισερ Εχθρός εντός των τειχών. Όψεις του δωσιλογισμού στην Ελλάδα της Κατοχής.
Τα βιβλία του Νίκου Μαραντζίδη Γιασασίν Μιλλέτ και Οι Άλλοι Καπετάνιοι.
Το βιβλίο του Στέλιου Περράκη Τα φαντάσματα της παραλίας της Πλάκας.
Το βιβλίο του Στράτου Δορδανά Έλληνες εναντίον Ελλήνων. Ο κόσμος των Ταγμάτων Ασφαλείας στην κατοχική Θεσσαλονίκη 1941 – 1944, στο οποίο εντρύφησε η Σοφία Νικολαΐδου προκειμένου να δει το ιστορικό γεγονός εν όψει της συγγραφής του μυθιστορήματός της.
Αναμένεται ένα ακόμη βιβλίο του Δορδανά με τίτλο Η γερμανική στολή στη ναφθαλίνη. Επιβιώσεις δωσιλογισμού στη Μακεδονία (1945 – 1974).
Τέλος είναι χρήσιμο να πούμε ότι και το νέο μυθιστόρημα της Μάρως Δούκα Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ έχει ως μία από τις αφορμές γραφής του αυτό που ονομάστηκε «πατριωτικός δωσιλογισμός» -από ευφημισμούς η γλώσσα μας, δόξα σοι ο Θεός!
Διαβάζοντας το μυθιστόρημα Απόψε δεν έχουμε φίλους συνειδητοποιούμε για μιαν ακόμη φορά πως η Ελλάδα δεν είναι αποκλειστικά κοιτίδα ηρώων και μαρτύρων αλλά από την ίδια μήτρα εκπήγασαν απάτριδες, δωσίλογοι, ξεπουλημένοι, χαφιέδες, αριβίστες παλιοτόμαρα. Συνειδητοποιούμε ότι και αυτά είναι χαρακτηριστικά της ράτσας μας.
Σοφά η Σοφία οδηγεί στο βιβλίο της τους θετικούς ήρωες σε αποτυχία. Η τύχη των θετικών ηρώων είναι μία ευθεία νύξη για την αποτυχία στην οποία οδηγείται στην Ελλάδα σχεδόν κάθε ειλικρινής και ηθική στάση ζωής. Επιβιώνουν και προκόβουν οι απατεώνες, οι συναλλασσόμενοι και οι καπάτσοι.
Η κριτική στη χώρα μας υποδέχτηκε το Απόψε δεν έχουμε φίλους ως το μυθιστόρημα που σηματοδοτεί τη συγγραφική ενηλικίωση της Σοφίας Νικολαΐδου.
Όση μεγαλοστομία κι αν κουβαλάει μια τέτοια διαπίστωση, -από την άποψη του αν κάποιος συγγραφέας που του αναγνωρίστηκε η κατάκτηση της συγγραφικής ωριμότητας σε ένα επόμενο βιβλίο του δεν πείσει, τί θα του λέμε τότε, ότι παιδιαρίζει;-, και με την άδεια των κριτικών της λογοτεχνίας, Σοφία, σε καλωσορίζουμε στον κόσμο των ενηλίκων της Συντεχνίας…

Γιώργος Χ. Θεοχάρης
Βιβλιοπωλείο Σύγχρονη Έκφραση
Λειβαδιά, Κυριακή 5 Δεκέμβρη 2010

Δεν υπάρχουν σχόλια: