Κυριακή, 26 Ιουνίου 2011

Το Σύνταγμα της Hδονής


Henri Matisse : Le Bonheur de vivre (η χαρά της ζωής) 

… Ο έρωτας κι ο θάνατος συμβασιλεύουν. Κι οι άγγελοι χάνονται ψηλά μέσα στο δειλινό που λογαριάζεται σαν ένα από τα  ωραιότερα του κόσμου, αφήνοντας πίσω τους τον απόηχο από μια λεπτή, σχεδόν σβησμένη, μουσική. Ξαφνικά τότε αρχίζει να χιονίζει χαρτιά.
Χιλιάδες χαρτιά όπου πάνω τους είναι αποτυπωμένα με λέξεις περίεργα εικονίσματα. Κι οι άνθρωποι τα μαζεύουν και τα διαβάζουν σαν λασπωμένες και άχρηστες προκηρύξεις. Ή σαν χαμένα χειρόγραφα που τα σκορπίζει του κόσμου η περιφρόνηση...

Από την εισαγωγή του Στρατή Πασχάλη
στο βιβλίο ΟΤΑΝ ΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ ΠΕΡΠΑΤΟΥΝ
Το Σύνταγμα της Hδονής

Mη ομιλείτε περί ενοχής, μη ομιλείτε περί ευθύνης. Όταν περνά το Σύνταγμα της Ηδονής με μουσικήν και σημαίας· όταν ριγούν και τρέμουν αι αισθήσεις, άφρων και ασεβής είναι όστις μένει μακράν, όστις δεν ορμά εις την καλήν εκστρατείαν, την βαίνουσαν επί την κατάκτησιν των απολαύσεων και των παθών.
      Όλοι οι νόμοι της ηθικής - κακώς νοημένοι, κακώς εφαρμοζόμενοι - είναι μηδέν και δεν ημπορούν να σταθούν ουδέ στιγμήν, όταν περνά το Σύνταγμα της Ηδονής με μουσικήν και σημαίας.
      Mη αφήσης καμίαν σκιεράν αρετήν να σε βαστάξει. Mη πιστεύεις ότι καμία υποχρέωσις σε δένει. Tο χρέος σου είναι να ενδίδεις, να ενδίδεις πάντοτε εις τας Eπιθυμίας, που είναι τα τελειότατα πλάσματα των τελείων θεών. Tο χρέος σου είναι να καταταχθείς πιστός στρατιώτης, με απλότητα καρδίας, όταν περνά το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας.
      Mη κλείεσαι εν τω οίκω σου και πλανάσαι με θεωρίας δικαιοσύνης, με τας περί αμοιβής προλήψεις τής κακώς καμωμένης κοινωνίας. Mη λέγεις, Tόσον αξίζει ο κόπος μου και τόσον οφείλω να απολαύσω. Όπως η ζωή είναι κληρονομία και δεν έκαμες τίποτε δια να την κερδίσεις ως αμοιβήν, ούτω κληρονομία πρέπει να είναι και η Hδονή. Mη κλείεσαι εν τω οίκω σου· αλλά κράτει τα παράθυρα ανοικτά, ολοάνοικτα, δια να ακούσης τους πρώτους ήχους της διαβάσεως των στρατιωτών, όταν φθάνει το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας.Mη απατηθείς από τους βλασφήμους όσοι σε λέγουν ότι η υπηρεσία είναι επικίνδυνος και επίπονος. H υπηρεσία της ηδονής είναι χαρά διαρκής. Σε εξαντλεί, αλλά σε εξαντλεί με θεσπεσίας μέθας. Kαι επί τέλους όταν πέσεις εις τον δρόμον, και τότε είναι η τύχη σου ζηλευτή. Όταν περάσει η κηδεία σου, αι Mορφαί τας οποίας έπλασαν αι επιθυμίαι σου θα ρίψουν λείρια και ρόδα λευκά επί του φερέτρου σου, θα σε σηκώσουν εις τους ώμους των έφηβοι Θεοί του Oλύμπου, και θα σε θάψουν εις το Kοιμητήριον του Iδεώδους όπου ασπρίζουν τα μαυσωλεία της ποιήσεως.


(Κ.Π. Καβάφης από τα Kρυμμένα Ποιήματα 1877; - 1923)
Ακολουθήθηκε η ορθογραφία από το βιβλίο
«Όταν οι άγγελοι περπατούν» επιλογή κειμένων Στρατής Πασχάλης, εκδ. ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ


Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2011

10 ΙΟΥΝΙΟΥ 1944 ΜΝΗΜΗ ΔΙΣΤΟΜΟΥ


της Καίτης Μανωλοπούλου
Η Σφαγή
Το χρονικό

Ιούνιος του 1944. Οι Γερμανοί βρίσκονται στην αρχή του τέλους. Από παντού κακά μαντάτα. Προσπαθούνε να καταπνίξουν εστίες αντίστασης, γι’ αυτό γίνονται ακόμη πιο επιθετικοί και άγριοι. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα αποφασίζουν να δώσουν ένα δείγμα της αγριότητάς τους στη Βοιωτία και για άγνωστους λόγους διαλέγουνε το Δίστομο.
Στις 10 του Ιούνη, λοιπόν, με διαταγή αρχηγών των Ες – Ες ξεκινούνε πέντε αυτοκίνητα από τη Λειβαδιά με οπλισμένους Γερμανούς στρατιώτες. Προηγούνται δυο ελληνικά επιταγμένα φορτηγά αυτοκίνητα με Έλληνες οδηγούς και Γερμανούς ντυμένους με ρούχα φυλακισμένων απ’ τη Λειβαδιά σαν δήθεν μαυραγορίτες.
Ώσπου να φτάσουνε στο σταυροδρόμι Αράχωβας – Διστόμου πυροβολούνε στο διάβα τους ζώα και ανθρώπους που βρίσκονται σε σημείο βολής κι αφού ενωθούνε με άλλα εξήντα αυτοκίνητα που έρχονται από την Άμφισσα, ένα σύνολο δηλαδή από χίλιους περίπου οπλισμένους στρατιώτες, κατευθύνονται προς το Δίστομο. Στην απόσταση από τη διασταύρωση ως το χωριό, συλλαμβάνουνε δώδεκα αγρότες που γυρίζουνε σπίτια τους γιατί είναι θεριστής μήνας και υπάρχει πολλή δουλειά στα κτήματα. Τους δένουνε καθένα χωριστά και μεταξύ τους κι όταν φτάνουνε στο χωριό τους κλείνουνε στο Δημοτικό σχολείο εμποδίζοντας τους δικούς τους να τους δώσουνε ακόμα και νερό.
Ρωτάνε τον παπά και τον πρόεδρο αν υπάρχουνε καθόλου αντάρτες κι εκείνοι τους απαντούνε πως κατευθύνθηκαν προς το Στείρι. Ύστερα καλοτρώνε, καλοπίνουνε με ό,τι τους φέρνουνε οι φοβισμένοι χωριανοί, στήνουνε φυλάκια στις καίριες θέσεις και ξεκινάνε για το Στείρι, το χωριό που βρίσκεται ανάμεσα στο Δίστομο και τον Όσιο Λουκά. Προηγούνται τα δυο ελληνικά φορτηγά για να παραπλανήσουνε τους αντάρτες σε πιθανή συνάντησή τους και ακολουθεί η κυρίως φάλαγγα.
Τρία χιλιόμετρα έξω από το χωριό και χωρίς οι Γερμανοί να παρατηρήσουνε καμιά ύποπτη κίνηση, δέχονται καταιγισμό πυροβολισμών από κρυμμένους αντάρτες. Από αυτό τον αιφνιδιασμό, λένε πως σκοτώθηκαν και τραυματίστηκαν μερικοί Γερμανοί, μεταξύ αυτών κι ο διοικητής τους Τέο που ξεψύχησε μόλις τον μεταφέρανε στο χωριό. Σκοτώθηκε κι ο ένας Έλληνας οδηγός του φορτηγού.
Στο μεταξύ καταφθάνουνε και τ’ αυτοκίνητα της φάλαγγας κι ανάβει η μάχη μεταξύ των Γερμανών και ταμπουρωμένων ανταρτών. Κρατάει μιάμιση ώρα ώσπου οι αντάρτες, έχοντας μόνο μικρή δύναμη, φεύγουνε προς το βουνό, με μικρές απώλειες.
Οι Γερμανοί δεν τους κυνηγούνε, μαζεύουνε τους νεκρούς τους και τους τραυματίες και επιστρέφουνε στο Δίστομο. Είναι περίπου 4 η ώρα το απόγευμα, ώρα μηδέν για τους Διστομίτες. Η διαταγή δίνεται από τον υπολοχαγό Χάιντς Ζάμπελ. Το μακελειό αρχίζει.

Τα σπίτια κλειστά κι αμπαρωμένα από το φόβο κι από την προσταγή των Γερμανών. Τα πρόβατα συγκεντρωμένα για τη σφαγή.
Αφού ξεμπερδεύουνε πρώτα με τους δώδεκα ομήρους, την πιο πρόχειρη λεία, οι πόρτες των σπιτιών ανοίγονται μία-μία από τους εξαγριωμένους Γερμανούς στρατιώτες. Με αφάνταστη σκληρότητα κι απανθρωπιά, με όπλα ξιφολόγχες και πολυβόλα θερίζουνε άντρες, γυναίκες, παιδιά, γέρους, μωρά χωρίς διάκριση.
Σκοτώνουνε 218 αθώα πλάσματα, λεηλατούνε σπίτια. Παίρνουνε προίκες και κειμήλια, σοδιές και χρυσαφικά. Πυροβολούνε τα βαρέλια για να χυθούν τα κρασιά, καίνε μερικά σπίτια και φεύγουνε θριαμβευτές με αίσθημα ικανοποίησης για τα έργα τους. Γι’ αυτά τα έργα που σε κάνουνε να ντρέπεσαι που είσαι άνθρωπος και ιδιαίτερα για μια φυλή που γέννησε ένα Μπετόβεν κι έναν Γκαίτε.
Το χωριό μένει ρημαγμένο, βαμμένο κόκκινο και κανείς το ξημέρωμα δεν υπάρχει να πλύνει, να αλλάξει και να θάψει τους νεκρούς γιατί όσοι από τους δυο χιλιάδες περίπου κατοίκους σωθήκανε, έχουνε σκορπίσει.
Οι Γερμανοί την προηγούμενη είχαν κάνει ένα λάθος στα σχέδιά τους. Είχανε αφήσει αφύλαχτη τη δυτική έξοδο του χωριού προς τη θάλασσα, τα σημερινά «Άσπρα Σπίτια» κι άλλοτε «Παραλία Διστόμου». Από αυτή την αφύλαχτη έξοδο φύγανε πολλοί Διστομίτες τρομοκρατημένοι από το ντουφεκίδι της μάχης με τους αντάρτες, που προηγήθηκε και φοβούμενοι αντίποινα.

Έτσι ευτυχώς σώζεται το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων κι επειδή αυτή η έξοδος παραμένει ως το τέλος χωρίς σκοπιά, ακόμα και την ώρα της σφαγής, θα ξεφύγουνε πολλοί. Το σημείο δε εκεί είναι τέτοιο από φυσικού του, που οι σφαίρες δύσκολα μπορούνε να βρούνε το στόχο τους.
Η μόνη αχτίδα μέσα σε όλα αυτό το ζόφο είναι η ανθρωπιά μερικών στρατιωτών που μπαίνοντας στα σπίτια και βλέποντας δέκα και δεκαπέντε άτομα να έχουνε συγκεντρωθεί από το φόβο τους, δεν τους πειράζουνε. Τους σπρώχνουνε να κρυφτούνε, ρίχνουνε σφαίρες στον αέρα, σκοτώνουνε στο κατώφλι κανένα σκυλί ή άλογο για να δίνουνε την εντύπωση πως έχουνε εκτελέσει τις διαταγές και φεύγουνε με κίνδυνο της ίδιας της ζωής τους από τους μανιακούς συναδέλφους τους.
Έτσι γλιτώνουνε ολόκληρες οικογένειες. Πριν κλείσω θα ήθελα να αναφέρω και την ομαδική εκτέλεση 119 ανθρώπων στη θέση Καρακόλιθος, ένα όμορφο καταφύγιο για τον περαστικό που ταξιδεύει ανάμεσα στο Δίστομο και τη Λειβαδιά, με δροσερά πλατάνια.
Εδώ λοιπόν σ’ αυτό το χαμόγελο της φύσης οι Γερμανοί στήνουνε τους 119 Λειβαδίτες, Λαμιώτες, Κυριακάτες και Διστομίτες και τους θερίζουνε με τα πολυβόλα.
Αυτό ήταν το προοίμιο της σφαγής του Διστόμου, σαράντα μέρες πριν και το μνημόσυνό τους συνέπεσε με την ημέρα της σφαγής.

Επικεφαλής σφαγής: Χάϊντς Ζάμπελ

Συνελήφθη στη Γαλλία. Παραδόθηκε στην Αθήνα από τους Γάλλους. Εστάλη στη Γερμανία για να δικαστεί και για άλλα εγκλήματά του. Δικάστηκε το 1947 στη Νυρεμβέργη. Αθωώθηκε γιατί κανένας δεν παρουσιάστηκε για μάρτυρας!

Τιμής ένεκεν το Δίστομο από το 1947 αποτελεί Δήμο και έχει αδελφοποιηθεί:

1. Με το μαρτυρικό χωριό Κομμένο Άρτας.
2. Με το μαρτυρικό χωριό Linditse Τσεχοσλοβακίας
3. Με το μαρτυρικό χωριό Orandour Γαλλίας.

Από το βιβλίο ΔΙΣΤΟΜΟ 10 ΙΟΥΝΙΟΥ 1944 – ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ εκδ. βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ πρώτη δημοσίευση στο βιβλίο της Καίτης Μανωλοπούλου: Να ζεστάνουμε τις πέτρες στις πλαγιές του Διστόμου.

Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2011

Το Βιβλίο στον βωμό του κέρδους


ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΣ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (spapa@enet.gr)


Κορυφαία φυσιογνωμία στον χώρο του, ο γαλλοαμερικανός εκδότης Αντρέ Σίφριν -αυτός που εισήγαγε στις ΗΠΑ το έργο του Σαρτρ και του Φουκό και συνεχίζει μέσω του μη κερδοσκοπικού οίκου «Newpress» να δημοσιεύει Μπουρντιέ, Χόμπσμπαουμ και Τσόμσκι- χτύπησε το 1999, με το δοκίμιό του «Εκδόσεις χωρίς εκδότες» («Πόλις»), ένα ηχηρό καμπανάκι προς τους ευρωπαίους συναδέλφους του, προειδοποιώντας τους για τους κινδύνους που εγκυμονεί η εφαρμογή των κανόνων του άκρατου καπιταλισμού στην πνευματική ζωή.

Και σήμερα, που μια σειρά από ανεξάρτητους ευρωπαϊκούς οίκους έχουν πλέον αλωθεί από μεγάλους πολυεθνικούς ομίλους, ο Σίφριν επανέρχεται μ' ένα ακόμα ενδιαφέρον δοκίμιο, «Οι λέξεις και το χρήμα» (μετ. Α. Λασκαράτος, εκδ. «Αιώρα»).

Κανένας καπιταλιστής που σέβεται τον εαυτό του, αναγνωρίζει ο Σίφριν, δεν θα επένδυε σήμερα σ' έναν εκδοτικό οίκο που προτείνει δύσκολες μεταφράσεις, απαιτητικές μελέτες ή πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς, όπως δεν θα επένδυε ούτε σε βιβλιοπωλεία ούτε σε εφημερίδες. Ηδη η αλυσίδα Barnes & Noble χρόνια τώρα είναι ζημιογόνος. Ο βασικός της ανταγωνιστής, η Borders, έκλεισε πρόσφατα 150 υποκαταστήματα, ενώ στο Μανχάταν από τα 333 βιβλιοπωλεία που υπήρχαν μεταπολεμικά ζήτημα να έχουν απομείνει 30. Τι μέλλον επιφυλάσσεται λοιπόν σ' αυτές τις επιχειρήσεις που οι επενδυτές δεν θεωρούν επαρκώς κερδοφόρους; Πώς μπορούμε να διατηρήσουμε εκείνα που θεωρούμε απαραίτητα για τη δημοκρατία μας;

Με τον κίνδυνο να χαρακτηριστεί ρομαντικός, ο Σίφριν προτείνει ως βασική εναλλακτική λύση την εφαρμογή μη κερδοσκοπικών δομών στον ευρύτερο τομέα του πολιτισμού, σε συνδυασμό με γενναιόδωρες κρατικές ενισχύσεις και πρωτότυπες συμπράξεις ανάμεσα σε ιδιωτικούς φορείς, πανεπιστημιακά ιδρύματα και τοπικές αρχές. Σπεύδει άλλωστε να υπενθυμίσει ότι κι ο κόσμος των αμερικανικών εκδόσεων, σε μια όχι και τόσο μακρινή εποχή, ήταν τελείως διαφορετικός.

Οπως επισημαίνει, εκεί που σ' όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα οι οίκοι αρκούνταν σε κέρδη 3-4%, με το που άρχισαν οι εξαγορές τους από μεγάλους ομίλους, η πίεση για κέρδη τουλάχιστον 10-15% πήρε διαστάσεις ασφυκτικές. Σταδιακά, οι εκδότες μετατράπηκαν «σε επενδυτές που αναζητούσαν απεγνωσμένα τα ευπώλητα και νέες εταιρείες προς εξαγορά», ενώ οι υπεύθυνοι των εκδοτικών οίκων «θεώρησαν πως πρέπει ν' αμείβονται όπως οι τραπεζίτες»! Αναλύοντας το περιεχόμενο των καταλόγων των μεγαλύτερων οίκων σε βάθος μισού αιώνα, ο Σίφριν διαπίστωσε πως μερικοί από αυτούς, όπως π.χ. του Harper Collins, που εξαγόρασε ο Ρόμπερτ Μέρντοχ, είναι πλέον αγνώριστοι, επενδύοντας κυρίως σε τίτλους βασισμένους σε ταινίες και τηλεοπτικές σειρές...

Να όμως που στη Γαλλία, όσο κι αν η κυβέρνηση Σαρκοζί επιμένει στη μείωση του προϋπολογισμού του γαλλικού ΥΠΠΟ, πολλές περιφέρειες, γράφει ο Σίφριν, έχουν εκπονήσει «ευφυή και τολμηρά» προγράμματα στήριξης εκδοτικών σειρών, που υπό άλλες συνθήκες θα 'ταν αδύνατον να υλοποιηθούν. Από τα 55 εκατ. ευρώ, για παράδειγμα, που διαχειρίζονται οι αρχές του Ile de France, τα 4,3 εκατ. διατίθενται για την ενίσχυση βιβλίων -ένα ποσό που αντιστοιχεί στον μισό σχεδόν προϋπολογισμό του αμερικανικού National Endowment for the Arts...

Το γαλλικό ΕΚΕΒΙ, επίσης, που διαχειρίζεται 37 εκατ. ευρώ ετησίως, διοχετέτευσε πρόσφατα 10 εκατ. στην ψηφιοποίηση βιβλίων της Εθνικής Βιβλιοθήκης, ώστε ν' αναχαιτίσει τις μονοπωλιακές πρακτικές της Google, δίνοντας ένα εκατομμύριο ακόμα για τη μετάφραση γαλλικών έργων σε ξένες γλώσσες. Στην ίδια χώρα, όπου η εφαρμογή της ενιαίας τιμής του βιβλίου αποδείχθηκε σωτήρια, μια σειρά από ανεξάρτητους βιβλιοπώλες βρίσκονται σήμερα συνασπισμένοι στον ιδιωτικό οργανισμό ADELC, που τους παρέχει άτοκα δάνεια για τον εκσυγχρονισμό τους, ενώ τώρα συζητείται η θεσμοθέτηση ενός σήματος ποιότητας, η κατοχή του οποίου θα συνεπάγεται κάποιες φοροαπαλλαγές.

Παρ' όλα αυτά, οι ανεξάρτητοι οίκοι, οικογενειακές επιχειρήσεις κατά κανόνα, όλο και λιγοστεύουν. Αφού όμως στην πλειοψηφία τους είναι de facto μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, γιατί να μην αποκτήσουν και de jure αυτό το καθεστώς; προτείνει ο Σίφριν. Ετσι δημιούργησε κι ο ίδιος τον «Newpress» που στεγάστηκε σ' ένα κτίριο του Πανεπιστημίου της πόλης της Νέας Υόρκης, εξοικονομώντας εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια από ενοίκια. Αντίστοιχα, ο Πιέρ Μπουρντιέ, μέσα από το γραφείο του στο College de France, έστησε έναν από τους επιφανέστερους οίκους πολιτικών κειμένων. Ενώ και το Πανεπιστήμιο του Ιλινόις παραχώρησε αίθουσές του για τη στέγαση ενός του «Dalkey Archive», οίκου που εξελίχθηκε «σε μια από τις πιο σημαντικές πηγές μεταφρασμένης λογοτεχνίας στις ΗΠΑ».

Ο Σίφριν στέκεται και στο παράδειγμα της -εύρωστης- Νορβηγίας, που «κατάφερε να κρατήσει ζωντανούς εκδότες και συγγραφείς στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο που θα τους είχε καταπιεί», διατηρώντας μεταξύ άλλων ένα εξαιρετικά εκτεταμένο δίκτυο βιβλιοθηκών. Οι ποσότητες μάλιστα των βιβλίων που αγοράζονται από το κράτος κάθε χρόνο, έναντι 11,3 εκατ. ευρώ, φτάνουν τα επίπεδα εκείνων που γίνονταν στις ΗΠΑ και τη Βρετανία, πριν εμφανιστούν ο Ρίγκαν και η Θάτσερ. Ενα άλλο παράδειγμα δε που επικαλείται έρχεται από τον χώρο του κινηματογράφου. Οπως αναφέρει, πριν από την εξάπλωση των μούλτιπλεξ και πριν από το κλείσιμο χιλιάδων παραδοσιακών αιθουσών, το 10% των ταινιών που προβάλλονται στις ΗΠΑ ήταν ξένες. Σήμερα, όμως, μετά βίας φτάνουν το 1%. Στη Γαλλία, αντίθετα, χάρη στην ενίσχυση των «κινηματογράφων τέχνης», αυτές οι ταινίες συναντούν ακόμα το κοινό τους.

Σχετικά με τα προβλήματα του τύπου, τέλος, αυτά «δεν προέκυψαν σε μια νύχτα και δεν οφείλονται αποκλειστικά στον ανταγωνισμό του Ιντερνετ» ισχυρίζεται ο Σίφριν. Απ' τη μεριά του «υποπτεύεται» πως η κρίση των αμερικανικών εφημερίδων σχετίζεται και με τον τρόπο που κάλυψαν τον πόλεμο του Ιράκ, από την ανικανότητά τους να προβλέψουν τη σημερινή οικονομική κρίση κι από την αδυναμία τους να πείσουν τους νέους ότι ενδιαφέρονται πραγματικά να καλύψουν θέματα που καθορίζουν τις ζωές τους. Εχοντας πάντως στον νου του και το μοντέλο του BBC, αναρωτιέται: αφού «η Google και άλλοι πάροχοι διαδικτυακών υπηρεσιών χρησιμοποιούν κατά κόρον το περιεχόμενο των εφημερίδων για να προσελκύσουν χρήστες», μήπως ήρθε η ώρα να φορολογηθούν είτε τα κέρδη τους είτε τα διαφημιστικά τους έσοδα και να χρηματοδοτηθεί ανάλογα και ο τύπος;  

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
Επτά, Κυριακή 29 Μαΐου 2011