Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2015

Αντάρτης στα βουνά της Ρούμελης, στα βουνά της ελευθερίας


Με τρεις απόλυτα καταρτισμένες εισηγήτριες (Λάζου Βασιλική - Κομπιλάκου Βασιλική - Μπαλκούρα Κατερίνα), τη συνδρομή έκπληξη από τις αδερφές του Νικηφόρου, Κατίνας και Λούλας και των παιδιών του Νίκου και Πέτρου ζωντάνεψε στο βιβλιοπωλείο μας η ιστορία του "Αντάρτικου της Ρούμελης" όπως την κατέγραψε ο θρυλικός καπετάνιος του ΕΛΑΣ.
Και το σημαντικότερο, συμπληρώθηκαν κομμάτια που έλειπαν από το παζλ, παλληκαριών της Λιβαδειάς με επικέντρωση στον Παναγή Κουρεμένο (με το ψευδώνυμο Λαδάς), μέσα σ' ένα κλίμα ιδιαίτερης συγκινησιακής φόρτισης, κατά την παρουσίαση της 5ης έκδοσης του τρίτομου βιβλίου του καπετάν Νικηφόρου ΑΝΤΑΡΤΗΣ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ ΤΗΣ ΡΟΥΜΕΛΗΣ.
Σε αυτή την ανάρτηση η εισήγηση της ιστορικού κ. Κατερίνας Μπαλκούρα

Αντάρτης στα Βουνά της Ρούμελης

της Κατερίνας Μπαλκούρα

Αφού πρώτα σας ευχαριστήσω θέλω να σας πω ότι είναι μεγάλη μου τιμή η συγκεκριμένη πρόσκληση για το συγκεκριμένο βιβλίο και το συγκεκριμένο άνθρωπο που πάντα θαύμαζα. Το όνομα του Νικηφόρου το άκουσα για πρώτη φορά όταν ήμουνα 7-8 χρονών καλοκαίρι στο χωριό του πατέρα μου, ένα ορεινό χωριό της Ευρυτανίας. Ήταν οι εποχές που τα ορεινά χωριά γέμιζαν με κόσμο τα καλοκαίρια.  Όπως παίζαμε στο πάνω μέρος της πλατείας προς το σχολείο, μας πλησίασε ένας παππούς, φίλος του παππού μου αντισυνταγματάρχης, απ' τους πρώτους αξιωματικούς που μπήκαν στον ΕΛΑΣ. Έκατσε στα σκαλοπάτια του σχολείου όπως συνήθιζε και μας έλεγε ιστορίες σα δάσκαλος. Μας ρώτησε αν ξέρουμε πόσο σημαντικό είναι το σημείο που παίζουμε. Μας είπε τότε ότι πριν από πολλά πολλά χρόνια απ αυτό το σημείο ξεκίνησε το πιο αληθινό και το πιο όμορφο παραμύθι της νεώτερης ιστορίας. Μια ομάδα γενναίων ξεκίνησε να διώξει με κάθε τρόπο και κάθε θυσία τους κατακτητές. Στόχος μια ελεύθερη νέα Ελλάδα. Οι λίγοι αρχικά γενειοφόροι αντάρτες ήρθαν εδώ στο σημείο που καθόμασταν, πήραν τη σημαία που τους την έδωσε ο δάσκαλος ο Βασίλης ο Παπανικολάου, προσωπικός φίλος του Άρη απ τη Λαμία και δάσκαλος του μπαμπά μου και με αρχηγό τη σημαία μπήκαν στη Δομνίτσα. Εκεί απ΄όπου όλα ξεκίνησαν. Μας είπε πως συνέχισαν, μας μίλησε για τις σπουδαιότερες μάχες που έγιναν, μας είπε για το Γοργοπόταμο και μας μίλησε για έναν έναν όλους τους σπουδαίους που είχε κι εκείνος την τύχη να γνωρίσει. Δυο ονόματα μου έμειναν από κείνη τη μέρα. Άρης και Νικηφόρος.
Ένα απ τα πιο αγαπημένα παιδιά του Άρη που συνδύαζε τόλμη, αποφασιστικότητα, μόρφωση και συναίσθημα. Μάλλον πιο σωστά ένα απ τα αγαπημένα παιδιά του αντάρτικου. Ένα από κείνα τα παιδιά που δεν ξεκίνησαν για να γίνουν ήρωες. Ήταν καθημερινοί άνθρωποι που ήρωες τους έκανε η ίδια η ζωή. Έδωσαν το παρόν τότε στο προσκλητήριο της συνείδησής τους  χωρίς να λειτουργήσουν ποτέ με σκοπούς και δεύτερες σκέψεις.  Δεν υπάρχει περίπτωση να μιλήσεις με οποιονδήποτε αντάρτη ή άνθρωπο εκείνης της εποχής στη Ρούμελη και να μη  σου ανεφέρει το όνομα Νικηφόρος. Γενημμένος αρχηγός απ τους αρχηγούς πρότυπα που οι αντάρτες του λάτρευαν. Ήταν μόλις 21 ετών και ήταν ήδη ένας ατρόμητος πολεμιστής με σύνεση και ωριμότητα. Ένας αυθεντικός εθνικός ήρωας που είχε την τύχη να είναι παρών και πρωταγωνιστής στις σπουδαιότερες μάχες που έγραψαν τις χρυσές σελίδες του αντάρτικου. Σελίδες γεμάτες μάχες, αγωνίες, αίμα, περηφάνεια αλλά και μικρές προσωπικές ιστορίες των ανθρώπων εκείνων που έγραψαν τελικά τη μεγάλη ιστορία. Τις χρυσές σελίδες της γενιάς που ενηλικιώθηκε πολύ απότομα. Άνθρωποι γεμάτοι όνειρα, που  πάλευαν για το αδύνατο, είχαν ψυχή βαθιά, μάτια καθαρά, εννοούσαν ότι έλεγαν, αψηφούσαν το κρύο, τις σφαίρες, τη ζωή τους που παιζόταν κορώνα γράμματα, τα χαμένα νιάτα τους πάνω στα βουνά και τις πόλεις. Το βιβλίο δε έχει ανάγκη από ιδιαίτερες συστάσεις. Ο Νικηφόρος δεν είναι ιστορικός ωστόσο πολλοί ιστορικοί θα το ζήλευαν. Μια συναρπαστική αφήγηση, ευαγγέλιο της περιοχής της Ρούμελης, βιβλίο σταθμός για μια ιδιαίτερη περίοδο της ιστορίας, βιβλίο οδηγός που δεν υπάρχει ιστορικός, ερευνητής ή οποιοσδήποτε άνθρωπος που να τον ενδιαφέρει η περίοδος αυτή και να μην έχει ανατρέξει στις σελίδες του. Είναι τόσο ζωντανές οι περιγραφές του που όπως διαβάζει κανείς ζει τα γεγονότα, ακολουθεί βήμα βήμα την πορεία των ανταρτών, νιώθει την αγωνία τους, βιώνει την κούρασή τους, χαίρεται με τις νίκες τους, πονάει στις δύσκολες στιγμές τους. Ο αναγνώστης βλέπει τις εικόνες να ζωντανεύουν, ακούει τους πυροβολισμούς, τον αχό της μάχης, το ποδοβολητό των αλόγων. Υπάρχουν κάποιοι τόποι που κουβαλούν μέσα τους μεγάλο απόθεμα μνήμης, μεγάλες θυσίες, μεγάλο πόνο αλλά και μεγάλες στιγμές. Ένας τόπος τέτοιος είναι και η Ρούμελη που στα χώματά της γράφτηκαν οι πιο ένδοξες σελίδες αυτής της εποποιίας. 

Βρισκόμαστε σήμερα 50 χρόνια μετά την πρώτη έκδοση του Αντάρτη, 75 χρόνια μετά την έναρξη του πολέμου και 15 μετά το θάνατο του Νικηφόρου.  Μισός αιώνας από τότε που το γραψε, μια πολύτιμη πηγή, ένα βιβλίο πρότυπο. Σαν βιβλίο είναι σίγουρα ιστορική βιογραφία κυρίως όμως είναι κατάθεση ψυχής ενός σπουδαίου αγωνιστή που στα λόγια του δεν υπάρχει το ΕΓΩ αλλά το ΕΜΕΙΣ. Ένας αγωνιστής που καταλαβαίνει νωρίς τι πάει να ξεκινήσει στα βουνά γι αυτό και θα προσπαθήσει να προσεγγίσει παλιούς του συμμαθητές απ τη Σχολή Ευελπίδων και στην Αθήνα και στη Λαμία, ανθρώπους που είχε πολεμήσει μαζί τους στα βουνά της Αλβανίας για να ενταχθούν στην Αντίσταση. Εκεί θα συναντήσει την αδιαφορία των αξιωματικών για ένα εγχείρημα χωρίς εξασφαλισμένα αποτελέσματα. Ο κόσμος φοβόταν να αντιδράσει και βρέθηκε ένας κομμουνιστής να αφυπνίσει συνειδήσεις. Ωστόσο σε ελάχιστα σημεία αφήνει να διαφανεί η άποψή του για την κομματική γραμμή. Για παράδειγμα στην Αράχωβα ο κόσμος δε δείχνει τον ίδιο ενθουσιασμό για το Σιάντο ενώ το Νικηφόρο τον αποθεώνει κι αυτό γιατί ο Νικηφόρος είναι ο δικός τους άνθρωπος που έχει βγει στα βουνά, που παίζει κάθε μέρα τη ζωή του κορώνα γράμματα  και δε δίνει μόνο εντολές πίσω απ τη σιγουριά ενός γραφείου. Ο ίδιος ήταν ο πρώτος αξιωματικός που βγήκε στο αντάρτικο με τον ΕΛΑΣ. Η ιδιότητά του ήταν πολύτιμη κι αυτό θα φανεί ακόμα πιο έντονα όταν η προσέλκυση αξιωματικών θα συμβάλει ακόμα περισσότερο στο κύρος του ΕΛΑΣ. Ο Νικηφόρος είναι εκεί που καταγράφει. Καταγράφει γεγονότα που έζησε και συνέβαλε και πρωταγωνίστησε σ αυτά, γράφει για μια ολόκληρη γενιά, για τους συναγωνιστές του, γράφει για τους αντιπάλους του, καταγράφει όμως και συναισθήματα γιατί οι γενειοφόροι του ΕΛΑΣ ήταν και άνθρωποι που ένιωθαν, που πόναγαν, που ζούσαν τα πιο ακραία συναισθήματα. Βλέπουμε τη χαρά  με τις νίκες στην Αλβανία, την εθνική περηφάνεια να ξεχυλίζει και λίγο αργότερα την απογοήτευση, τη συνθηκολόγηση, την πίκρα της επιστροφής, την αντιμετώπιση των ηρώων του Αλβανικού μετώπου.  "Από μαχητές γινόμασταν φυγάδες" θα πει. Για να ακολουθήσει η σκηνή που σπάνε τα όπλα τους κι ο τόπος μοιάζει με ένα νεκροταφείο με σπασμένα όπλα σαν τους "προδομένους δολοφονημένους συντρόφους" όπως λέει ο ίδιος. Προς το τέλος του τρίτου τόμου υπάρχει πάλι μια ανάλογη απόλυτα δικαιολογημένη απογοήτευση. Οι Ελασίτες που έδωσαν τη ζωή τους και πολεμούσαν μόνοι τους αδιάκοπα τόσα χρόνια στα βουνά, χωρίς να πάρουν λίρες για τον κόπο τους ούτε παράσημα δεν είχαν καμία θέση στην Αθήνα της Απελευθέρωσης. Τους απαγόρευσαν την είσοδο εντός Αττικής. Λέει χαρακτηριστικά "Κοιταζόμασταν άναυδοι. Μεταδόθηκε αστραπή το νέο ότι η στρατιωτική διοίκηση Αττικής απαγόρευσε στον ΕΛΑΣ να μπει στα όρια της Αττικής. Έτσι σα να μασταν λεπροί. Σα να μασταν κλέφτες και απατεώνες που έπρεπε να κρυφτούμε. Οργή νιώθαμε, εξευτελισμένοι και προδομένοι". Η διαταγή έλεγε να πάρουν το Σύνταγμα και να πάνε στον Παρνασσό.  Είναι ανθρώπινο ο Νικηφόρος και ο κάθε Νικηφόρος  στη θέση του να εκφράζει την απογοήτευσή του, το παράπονό του την οργή του. Κι ακόμα δεν ξέρει τι έπεται. Η μοίρα του αντάρτικου ταυτίστηκε με την επανάσταση του 21 σε όλα τα επίπεδα. Τα καρυοφίλια, το αρματολίκι, οι ήρωες, οι αγωνιστές, η Ρούμελη, οι ορεινοί όγκοι, το διάβασμα της σπάλας του αρνιού πριν την κρίσιμη επιχείρηση αλλά και οι τύχες των αγωνιστών μετά. Δικαστήρια, φυλακές, εξορίες. Ο Νικηφόρος δεν ήταν μόνο ένα σπουδαίο παλικάρι. Ήταν παράλληλα ένας άνθρωπος γεμάτος ευαισθησίες που μπορεί να τις διακρίνει εύκολα κανείς στα γραπτά του. Κάπου είχα διαβάσει για το Νικηφόρο το εξής. «Ήταν ο πολεμιστής της ζωής, ο χορευτής ο εξαίσιος, ήταν ο αγαπημένος, ο αιώνια ερωτευμένος με τις ρίζες του, με τα πιστεύω του, με το χωριό του, με τα πρώτα κυκλάμινα του φθινοπώρου και με τα μωβ κρινάκια του καλοκαιριού. Ο γνώστης των μονοπατιών, των μυρωδιών του τόπου, ο ανιχνευτής, ο περιπατητής των πηγών, ο μιλητής των φίλων και των ανταγωνιστών».
Αυτός ο άνθρωπος θα δει το χωριό του να καίγεται και βουλιάζει όπως λέει ο ίδιος ένα κομμάτι της ψυχής του. "Που να κουρνιάσουν τώρα οι ανέστιες παιδικές μου αναμνήσεις"... Όπως κι όταν θα πάει στη Λαμία ή στο Δαδί και θα δει την παλιά του γειτονιά και το παλιό του σχολείο εκεί που έπαιζε μικρός "Ξεγελιόσουν ότι αναστήθηκε η παλιά εποχή. Ποιος τάχα μας τα χε πάρει όλα αυτά;"
Ο Νικηφόρος είναι ήρωας, αφοσιωμένος στο σκοπό του αυτό δεν το αμφισβητεί κανείς. Συνδέει το όνομά του με τις σπουδαιότερες στιγμές του αντάρτικου.


Κορυφαία στιγμή το άνοιγμα των φυλακών της Λιβαδειάς, της Λιβαδειάς που ήταν έδρα της Ανώτερης Στρατιωτικής Ιταλικής Διοίκησης που στρατωνίζονταν πάνω από 4000 Ιταλοί. Κάπου αναφέρει ότι μπορεί η φυλάκιση του πατέρα του να ήταν το τίμημα που πλήρωνε ο ίδιος για τον αγώνα που έδινε για την ελευθερία.  Ριψοκίνδυνη ενέργεια από πολλές απόψεις. Ο Νικηφόρος ρίσκαρε μ αυτή την επιχείρηση. Ρίσκαρε τη ζωή του, τη ζωή των συντρόφων του, τη ζωή των φυλακισμένων και του πατέρα του αν κάτι δεν πήγαινε καλά. Υπήρχε πάντα και η πιθανότητα αντιποίνων και θα τα χρεωνόταν ο ίδιος προσωπικά.  Εδώ κίνητρο όμως δεν ήταν η γενναιότητα, ούτε το καλά οργανωμένο σχέδιο. Ήταν ο πατέρας του που ήταν στη φυλακή. Πολλές φορές το συναίσθημα και η πίστη σε κάτι είναι το ισχυρότερο όπλο. Η Ιστορία δε γράφεται πάντα με τη λογική. Οι μεγαλύτερες αποφάσεις δεν πάρθηκαν με γνώμονα τη λογική. Το συναίσθημα είναι αυτό που κινεί τα νήματα και οδηγεί τα γεγονότα.  Στην περιγραφή του η  αγωνία μπλέκεται με τη συγκίνηση. Όταν καταφέρνει να μπει στη φυλακή έχουμε μια απ τις πιο συγκινητικές στιγμές του βιβλίου. Όχι μόνο η συνάντηση με τον πατέρα του αλλά και η περηφάνεια του πατέρα του που του έδιναν όλοι συγχαρητήρια για το γιο του. Είναι η δικαίωση με τον καλύτερο τρόπο για ένα πατέρα για το παιδί που έκανε. Στη συνέχεια ο πατέρας του θα ενταχθεί στον ΕΛΑΣ υπό τις διαταγές του γιου του. Υπάρχει μια χαρακτηριστική φωτογραφια με έφιππους το Νικηφόρο και τον πατέρα του δημοσιευμένη στην εφημερίδα Απελευθερωτής. Επικό είναι και το σημείωμα που άφησε στην ιταλική φρουρά "Ευχαριστούμε που δε μας ενοχλήσατε. Σας περιμένουμε στα βουνά μας. 6-3-1943. Για το Αρχηγειο Ανταρτών του ΕΛΑΣ Παρνασσίδας, Λοκρίδας, Δωρίδας).  Η Λιβαδειά ήταν προσωπική επιτυχία του Νικηφόρου.

Ο Νικηφόρος δεν κρίνει, δεν κατακρίνει ακόμα και με την εφεδρεία στο Γοργοπόταμο δεν κατηγορεί τον Άρη αν και ένοιωσε αδικημένος. Παραπονέθηκε διακριτικά  "Καπετάνιε δε βρήκες τίποτα καλύτερο να μου αναθέσεις;" "Κρίμα που είσαι και αξιωματικός. Δεν το ξέρεις ότι οι μάχες κερδίζονται με τις εφεδρείες; "  Και όντως η εξέλιξη των γεγονότων απέδειξε ότι αυτή η εφεδρεία έσωσε την επιχείρηση. Η μεγαλύτερη στιγμή της Εθνικής Αντίστασης. Όταν η επιχείρηση τέλειωσε ο Νικηφόρος είπε στον Άρη «Καπετάνιε, τελειώσαμε...» . Ήταν σίγουρα το ωραιότερο «τελειώσαμε» της ελληνικής ιστορίας.
Ο τρόπος που εξιστορεί τα πολεμικά γεγονότα θυμίζει πολύ το Θουκιδίδη, στις περιγραφές, στις λεπτομέρειες, στην αντικειμενικότητα. Ένα ακόμα  κτήμα ες αεί, κληροδότημα διαχρονικής αξίας, πολύτιμο για τις επόμενες γενιές.
Οι άνθρωποι εκείνοι εκτιμούσαν το καθετί και δε θεωρούσαν δεδομένο τίποτα αφού τίποτα δεν ήταν δεδομένο. Ούτε ο ύπνος, ούτε η ασφάλεια, ούτε το φαγητό, ούτε το νερό. Χαρακτηριστικά αναφέρει ένα περιστατικό που διαδραματίζεται  στη χαράδρα της Βελίτσας για την ανάγκη για νερό και τους αλαλαγμούς μόλις είδαν το νερό να χύνεται από μια τρύπα στη σπηλιά. "Ήταν στο βράχο μια στρογγυλή τρύπα και ορμούσε έξω από κει μια θάλασσα νερό παγωμένο. Φτάνανε τρέχοντας και οι άλλοι συναγωνιστές. Ξεφώνιζαν ενθουσιασμένοι. Πίναμε, γεμίζαμε, ευχαριστηθήκαμε σαν παιδιά κι αυτό το τυχερό μας. Μας ανέστησε εκείνο το νερό". Αυτόματα εκεί έρχεται στο μυαλό σου ένα ανάλογο απόσπασμα απ τον Ξενοφώντα και την Κάθοδο των Μυρίων μόλις αντίκρυσαν τη θάλασσα: "κα τάχα δ κούουσι βοώντων τν στρατιωτν --θάλαττα θάλαττα κα παρεγγυώντων. νθα δ θεον πάντες κα ο πισθοφύλακες, κα τ ποζύγια λαύνετο κα ο πποι. πε δ φίκοντο πάντες π τ κρον, νταθα δ περιέβαλλον λλήλους κα στρατηγος κα λοχαγος δακρύοντες".
Οι καιροί εκείνοι όμως είχαν και ανθρώπινες στιγμές. Ο πόνος να βλέπεις δίπλα σου το συναγωνιστή σου, το φίλο σου, τον άνθρωπο που έχεις μοιραστεί τόσα μαζί του να χάνεται. Πολλές τέτοιες στιγμές στο έργο του. Η ενέδρα στην Αγία Τριάδα ήταν το ισχυρότερο πλήγμα που είχε δεχθεί μέχρι τότε ο ΕΛΑΣ και ένα πλήγμα που θα πονέσει πολύ το Νικηφόρο αν και δεν ήταν ο ίδιος εκεί. Εκεί ανάμεσα στα 33 παλικάρια που έχασαν τη ζωή τους θα σκοτωθεί ο αγαπημένος του σύντροφος, ο παλιός του συμμαθητής, υπολοχαγός της σχολής Ευελπίδων ο Καλλίας. Οι Γερμανοί εκμεταλλεύτηκαν τις καιρικές συνθήκες, το χιονισμένο τοπίο, φορούσαν λευκές στολές παραλλαγής που τους έκαναν αθέατους τη στιγμή που το χιόνι που έπεφτε κάλυπτε τα χνάρια τους.  Έτσι οι ανιχνευτές του λόχου ξεγελάστηκαν. Οι αντάρτες εγκλωβίστηκαν και οι Γερμανοί τους θέρισαν. Μόλις έφτασε το νέο κανείς δεν ήθελε να το πιστέψει. Ένα μακελειό που συντάραξε όλη τη Ρούμελη.
 Όταν ο Νικηφόρος με τους αντάρτες του πέρασαν απ την Καλοσκοπή μετά από πολύ καιρό στάθηκαν με ένα κόμπο στο λαιμό. Ένα βουβό μνημόσυνο για τους ανθρώπους, τους φίλους, τους συντρόφους. Πέρασαν απ το Γοργοπόταμο "Πόσο παλιά είχε γίνει ξαφνικά αυτή η ιστορία". Πόσο αντίθετα τα συναισθήματα. Μόνη χαρά που ήταν γερός ο  Διαμαντής. Ήταν μια εγγύηση η παρουσία του. Το Διαμαντή ο Νικηφόρος τον ξεχώριζε "πιο σίγουρο συνεργάτη, πιο σπουδαίο φίλο δεν μπορούσε να πεθυμήσει κανείς".  Όταν καταργήθηκαν οι πολιτικοί καθοδηγητές και ο Διαμαντής πήγε καπετάνιος στο 34ο ο Νικηφόρος περιγράφει το δύσκολο αποχαιρετισμό και τα δακρυσμένα μάτια όλων.
Ο Αντάρτης στα βουνά της Ρούμελης, στα βουνά της ελευθερίας, που μια νέα Ελλάδα γεννιόταν, γραφόταν για  6 χρόνια όταν η ιστορία είχε πια τελειώσει κι ο Νικηφόρος ήταν απ' τους τυχερούς άτυχους που πρόλαβαν να δουν το τέλος. Τυχερός γιατί έζησε και το είδε. Άτυχος γιατί πλήρωσε κι εκείνος το τίμημα με στημένες δίκες και φυλακές απ΄το 1946 μέχρι το 1952. Λέει ότι αδίκησε συμμαχητές που δεν τους ανέφερε ούτε τους ύμνησε. Δε θα μπορούσε να τους αναφέρει όλους. Ωστόσο καταφέρνει να βγάλει απ τη λήθη σπουδαία γεγονόταν και σπουδαίους ανθρώπους που η επίσημη ιστορία δεν τους έδωσε ποτέ τη θέση που τους άξιζε. Όπως η θυσία του Καπετάν Στέφα στα Δερβενοχώρια. Τελειώνει λέγοντας "Έκανα καλά που διατήρησα τα γεγονότα όπως ήταν τότε γιατί είναι ανάγκη έτσι ακριβώς να μείνουν ζωντανά. Και να πονάνε και να περιμένουν ώστε να μπορέσει ο λαός μας να μπολιάσει τη συνέχεια που θέλησε. Σ αυτό τον οδυνηρό εξευτελισμό που κάνανε στα όνειρά μας σ αυτό το δικό μας αγώνα, στη δικαίωσή του, θα ξαναγυρίσει γρήγορα η ζωή μας να βρει τη νέα της αρχή".

Σας ευχαριστώ

Δεν υπάρχουν σχόλια: