Τρίτη, 15 Μαρτίου 2016

Με αφιέρωμα στον ποιητή Φ. ΓΚ. ΛΟΡΚΑ το ΤΡΟΦΩΝΙΟ ΩΔΕΙΟ, το βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ, οι φίλοι τους γιορτάζουν από κοινού όπως κάθε χρόνο την ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ την Κυριακή 20 Μαρτίου 2016


Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ”

 το ΤΡΟΦΩΝΙΟ ΩΔΕΙΟ

το Βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ

οι φίλοι τους

γιορτάζουν και φέτος την παγκόσμια ημέρα ποίησης

ΜΕ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΣΠΟΥΔΑΙΟ ΙΣΠΑΝΟ ΠΟΙΗΤΗ

ΦΕΔΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ

την Κυριακή 20 Μαρτίου 2016 στις 8.00 μ.μ. 

στο βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ, 

Δημάρχου Ι. Ανδρεαδάκη 49, τηλ. 2261023136, Λιβαδειά 



ROMANCERO GITANO (LORCA)

Ποίηση: LORCA - ελεύθερη απόδοση Οδυσσέα Ελύτη
Σύνθεση: Μάρτιος - Απρίλιος του 1967. Ή τελευταία σύνθεση πριν τη Δικτατορία.
Ηχογραφήσεις: 1970, Παρίσι, Μαρία Φαραντούρη Polydor France
1971, Μαρία Φαραντούρη, John Williams CBS London
1971, Μαρία Φαραντούρη, Polydor
1975, Μαρία Φαραντούρη, Polygram
1978, Αρλέτα Τσάπρα, Lyra

Τραγούδια:

ΑΝΤΟΝΙTO EL CAMBORIO I
ΑΝΤΟΝΙTO EL CAMBORIO II
LA MORTE POR EL AMOR
Η ΚΑΛΟΓΡΙΑ
ΠΑΝΤΕΡΜΗ



Μαρία Φαραντούρη - Antonito El Camborio I - Μ. Θεοδωράκης

Κάτου στης ακροποταμιάς το μονοπάτι περπατάει
κρατώντας βέργα λυγαριάς και στη Σεβίλλια πάει.

Τα κατσαρά του γυαλιστά πέφτουν στα μάτια του μπροστά
στην όψη του είναι μελαμψός από του φεγγαριού το φως.

Κάποτε λίγο σταματά, κόβει λεμόνια στρογγυλά
τα ρίχνει το νερό να στρώσει και να το χρυσαφώσει.

Εκεί στης ακροποταμιάς το μονοπάτι να, τον φτάνουν
κάτω απ' τα κλώνια μιας φτελιάς χωροφυλάκοι και τον πιάνουν.

Αποβραδίς η ώρα οχτώ τον σέρνουν σε κελί μικρό
απέξω κάθονται φυλάνε πίνουν ρακί και βλαστημάνε.


Χαμός από αγάπη

-Τι είναι κείνο που φωτά, Μάνα, στα δώματα ψηλά;
-Κοιμήσου γιε μου κι είν' αργά σήμανε η ώρα έντεκα.
-Μάνα, στα μάτια μου για δες, λάμπουνε τέσσερις φωτιές.
-Δεν είναι τίποτα, έλα πια, είν' τα μπακίρια αστραφτερά.

Μέσα στη νύχτα και στη ζέστη φέγγαν οι τοίχοι απ' τον ασβέστη.
Τη φυσαρμόνικα γλυκά παίζανε Σεραφείμ γλυκά.
Μέσα στη νύχτα και στη ζέστη φέγγαν οι τοίχοι απ' τον ασβέστη.

-Μάνα μου, ευθύς που ξεψυχήσω μηνύσετέ το στους ανθρώπους
σ' όλη τη γη, σ' όλους τους τόπους
κατά Βοριά κατά Νοτιά μαντάτα στείλετε πικρά.

Μέσα στη νύχτα και στη ζέστη φέγγαν οι τοίχοι απ' τον ασβέστη.
Κι οι πόρτες τ' ουρανού χτυπούσαν κι όλα τα δάση αχολογούσαν
ψηλά δεν έβλεπες κανέναν κι οι φλόγες φούντωναν ολοένα.


Μαρία Φαραντούρη - Antonito El Camborio 2 - Μ. Θεοδωράκης

Ξάφνου στον ποταμό από πέρα φωνές ξεσκίσαν τον αγέρα.
Έμπηγε κάπρου δαγκωνιές μες στα ψηλά ποδήματα
χίμαγε κι έκανε βουτιές σαν δελφινιού πηδήματα.

Η τραχηλιά του η κρεμεζιά μούσκεψε μες στα αίματα
μα οι κάμες ήταν - ήταν έξι και δεν εμπόραε πια ν' αντέξει.

Αχ, Αντονίτο Ελ Καμπορίο, φεγγαρομελαμψέ μου
κι ασπρογαρούφαλέ μου.

Αχ, Αντονίτο Ελ Καμπορίο, π' άξιζες μια βασίλισσα
μνημόνεψε την Παναγιά τι τώρα θα σε φάει το κρύο
τι τώρα θα πεθάνεις πια.

Στην άκρη εκεί του ποταμού τρεις γλώσσες βγήκε το αίμα του
τρεις γλώσσες βγήκε το αίμα του στην άκρη εκεί του ποταμού
κι ανάγειρε την κεφαλή με τα σφιγμένα χείλη
και τότε πια καμμιά φωνή μόνο εφωτίστη ο ουρανός
κι άγγελος βεργολυγερός ήρθε και τ' άναψε καντήλι.


Η ΚΑΛΟΓΡΙΑ

Βουνά και σύγνεφα μακριά σ' όλα τριγύρω σιγαλιά
τα λιόφυτα γαληνεμένα και τα σπιτάκια ασβεστωμένα.

Σ' ένα αχερόχρωμο πανί κεντά η καλόγρια η μικρή
άχου, τι όμορφα κεντάει το χεράκι της πως πάει.

Βάνει πουλιά, βάνει δεντριά, βάνει και τ' άστρα τα χρυσά
βάνει στις τέσσερις τις κόχες τέσσερις αγριομολόχες.

Σ' ένα αχερόχρωμο πανί κεντά η καλόγρια η μικρή
μα κάθε τόσο αναστενάζει και κάτι με το νου της βάζει.

Λίγο το χέρι σταματά μες στον αέρα και κοιτά
στα μάτια της π' ανοιγοκλειούν δυο καβαλάρηδες περνούν.

Κι ύστερα πάλι στο πανί ξεσπάει ή καλόγρια ή μικρή
τι ποτάμια, τι χορτάρια, τι λιοτρόπια, τι φεγγάρια
πλάσματα της αρεσιάς της, της ονειροφαντασιάς της.


Παντέρμη

Σκάβουν το χώμα οι πετεινοί
σκάβουν ζητώντας την αυγή
την ώρα που στα σκοτεινά
βγαίνει η Παντέρμη και γυρνά.

Μαύρη μαυρίλα είν' η ψυχή της
κι ωχρό μπακίρι το πετσί της
τα στήθια της ωσάν τ' αμόνια
που τα χτυπούν χωρίς συμπόνια.

-Παντέρμη, τι ζητάς εδώ
μόνη σου δίχως σύντροφο;

-Κι αν είναι κάτι που ζητώ
πε μου, σε γνοιάζει εσένανε;
Ζητάω εκείνο που ζητώ
ζητάω την ίδια εμένανε.

-Παντέρμη, πες ποιος ο καημός σου
ποιος ο αγιάτρευτος καημός σου;

-Ποιός ο καημός μου;
Μαύρη πίσσα εγίνη η λινή μου η πουκαμίσα
και μες στο σπίτι σαν τρελλή
σούρνω το ξέπλεκο μαλλί.

-Παντέρμη, λούσε το κορμί σου
λουσ' το χελιδονόνερο
κι άσε κυρά μου την ψυχή σου
άσ τη να βρει αναπαμό.

Άχου, τσιγγάνικες ψυχές
κι ολόκρυφες νεροσυρμές
πίκρες μαζί και θάματα
στα μακρινά χαράματα.

Αυτή η ανάρτηση (εκτός της πρόσκλησης)  είναι αντιγραφή από το blog ΓΗΤΕΥΤΡΙΑ της φίλης Μαριάννας

Δεν υπάρχουν σχόλια: