Πέμπτη, 28 Οκτωβρίου 2010

Μικρή ερωτική εξομολόγηση στο βιβλίο και στη λογοτεχνία


ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΕΣ ΓΕΜΑΤΕΣ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ 
JACQUES BONNET
Εκδόσεις ΑΓΡΑ 2010,
Αριθμός σελίδων: 184, 
Τιμή: 15,50 Ευρώ

ΖΕΙΤΕ ΜΕ ΤΟ ΦΟΒΟ μήπως πέσει η βιβλιοθήκη σας και σας πλακώσει ενόσω κοιμόσαστε; Ή υπερβολική συσσώρευση βιβλίων θέτει άραγε σε κίνδυνο την ίδια την ύπαρξη της οικογένειάς σας; Ταξινομείτε τα βιβλία σύμφωνα με το θέμα τους, τη γλώσσα, τον συγγραφέα, την χρονολογία έκδοσης, το σχήμα τους ή μήπως με ένα εντελώς διαφορετικό κριτήριο που μόνο εσείς το γνωρίζετε; Μπορεί κανείς να τοποθετήσει πλάι πλάι σ΄ ένα ράφι δύο συγγραφείς που ήσαν θανάσιμα τσακωμένοι μεταξύ τους όσο ζούσαν; Αυτά και άλλα πολλά προβλήματα καλούνται να επιλύσουν οι βιβλιομανείς, τελευταία δείγματα ενός είδους που τείνει να εκλείψει. Αυτοί που, εκτός από το πάθος να έχουν στην κατοχή τους βιβλία, θέλουν επιπλέον και να τα διαβάζουν.
Οι βιβλιοθήκες είναι ζωντανές υπάρξεις που αντικατοπτρίζουν τη περιπλοκότητα του εσωτερικού μας κόσμου. Καταλήγουν συχνά να δημιουργούν ένα λαβύρινθο από τον οποίο, προς μεγάλη πλήν όμως επικίνδυνη απόλαυσή μας, μπορεί κάλλιστα να μη βγούμε ποτέ.
Σ' αυτή τη μικρή πραγματεία με θέμα την τέχνη να συμβιώνει κανείς μ' έναν εξαιρετικά μεγάλο αριθμό βιβλίων, εμφανίζονται, μεταξύ άλλων, ο Πεσσόα που επιχειρεί να γίνει βιβλιοθηκάριος, ο Ματίς που θέτει υποψηφιότητα για «επόπτης του δικαίου των φτωχών», ή ακόμη ο πλοίαρχος Άχαμπ και το μυστήριο του ποδιού που του έφαγε ο Μόμπυ Ντίκ. Στην πραγματικότητα, οι δεκάδες χιλιάδες σελίδες που καταλαμβάνουν τα ράφια μας κατοικούνται από ολοζώντανα φαντάσματα, τα οποία, έτσι και τα συναντήσουμε στο δρόμο μας, δεν μας αφήνουν πια ποτέ.
« Ο Μποννέ, ως λόγιος, διαθέτει κάτι από τον Πίκο ντε λα Μιράντολα, μια βούληση να αγκαλιάσει τον κόσμο, να τον κυριεύσει μέσω αυτών των εύθραυστων αλλά κατ' ουσίαν αθάνατων ορθογώνιων χάρτινων αντικειμένων».
- JEAN-CLAUDE PERRIER, Livres Hebdo, 5.9.2008
« Ό Ζακ Μποννέ κέρδισε το στοίχημα που είχε βάλει με τον εαυτό του: η ιερή του σύνοψη τοποθετείται πια ανάμεσα στα βιβλία Το ατιμώρητο αυτό αμάρτημα, η ανάγνωση του Valery Larbaud και στις Λέξεις του Σάρτρ. Το πάθος και το χιούμορ ξεχειλίζουν απ΄ τις σελίδες του
- BERNARD MORLINO, Figaro Litteraire, 18.9.2008
«[...] Μέσα σε λίγα λεπτά, συνειδητοποιήσαμε ότι είχαμε ένα κοινό σημείο το οποίο και άλλαξε άρδην το χαρακτήρα της βραδιάς: ήμαστε και οι δύο κάτοχοι μιάς τερατώδους βιβλιοθήκης με πολλές δεκάδες χιλιάδες βιβλία. Όχι καμιά από εκείνες τις βιβλιοθήκες των βιβλιόφιλων με τόμους τόσο πολύτιμους που οι ιδιοκτήτες τους δεν τους ανοίγουν ποτέ, από φόβο μήπως τους καταστρέφουν, αλλά μια βιβλιοθήκη χρηστική όπου δεν διστάζει κανείς να σημειώνει τά βιβλία, να τα διαβάζει στο μπάνιο του, και στην οποία φυλάει οτιδήποτε έχει διαβάσει ποτέ ή έχει την πρόθεση να διαβάσει αργότερα –συμπεριλαμβανομένων των βιβλίων τσέπης όπως και των τυχόν πολλαπλών εκδόσεων του ίδιου βιβλίου. Μια μη εξειδικευμένη βιβλιοθήκη ή μάλλον εξειδικευμένη σε τόσο πολλούς τομείς ώστε να καταντά γενικού ενδιαφέροντος. Κατά τη διάρκεια του φαγητού κουβεντιάσαμε αποκλειστικά για την ευλογία αλλά και για την κατάρα που βάραινε τη μοίρα μας: Τα βιβλία είναι ακριβά να τ' αγοράσεις, δεν έχουν καμία μεταπωλητική αξία, αν εξαντληθούν πρέπει να τα πληρώσεις σε εξωφρενικές τιμές σε περίπτωση που τα χρειάζεσαι, είναι βαριά στο κουβάλημα, πιάνουν σκόνη, καταστρέφονται με την υγρασία, μαζεύουν ποντίκια, ενώ από μια ποσότητα και πάνω είναι σχεδόν αδύνατον να τα μετακομίσεις, απαιτούν σωστή ταξινόμηση για να μπορείς να τα χρησιμοποιήσεις και, πάνω άπ' όλα, πιάνουν πολύ χώρο». 
[...] Μπορεί νά έχουμε διαλέξει τα θέματα και τους άξονες ανάπτυξης της βιβλιοθήκης, διαπιστώνουμε ωστόσο ως απλοί παρατηρητές πως έχει κατακυριεύσει τους τοίχους του δωματίου, έχει σκαρφαλώσει μέχρι το ταβάνι, έχει καταλάβει το ένα μετά το άλλο όλα τα δωμάτια του σπιτιού εξοβελίζοντας στο διάβα της ό,τι την ενοχλούσε. Εξορίζει τους πίνακες που κρέμονταν στους τοίχους και τα αντικείμενα που εμπόδιζαν την πρόσβαση στα ράφια της˙ μετακινείται και μαζί της μετακινούνται κι οι μπελαλίδικοι ακόλουθοί της πού είναι τα σκαμπώ και οι σκαλίτσες, επιβάλλει συνεχείς ανακατατάξεις γιατί η ανάπτυξή της δεν είναι γραμμική και απαιτεί ολοένα νέες κατανομές.
[...] Είναι εξακριβωμένο πως ο κανόνας ταξινόμησης μιας βιβλιοθήκης μπορεί να συνιστά προμήνυμα της πνευματικής διαταραχής του ιδιοκτήτη της.
[...] Θυμάμαι μια ιστορία που διάβασα κάπου, για εκείνον τον μελλοθάνατο στον καιρό της Τρομοκρατίας ο οποίος διάβαζε ένα βιβλίο μέσα στο κάρο που τον πήγαινε στην αγχόνη, και πριν ανέβει στην γκιλοτίνα σημάδεψε τη σελίδα στην οποία είχε φτάσει.
[...] Το μόνο πλεονέκτημα με μια βιβλιοθήκη σαν τη δική μου είναι πως ποτέ δεν τράβηξε το ενδιαφέρον των διαρρηκτών που με τίμησαν κατά καιρούς με την επίσκεψη τους: Τα βιβλία είναι πολύ βαριά και έχουν ελάχιστη μεταπωλητική άξια.
[...] Τό σημαντικό δεν είναι να διαβάζεις γρήγορα αλλά νά διαβάζεις το κάθε βιβλίο με την ταχύτητα που του αρμόζει. Είναι εξίσου επιζήμιο να αναλώνεις πολύ χρόνο πάνω σε ορισμένα βιβλία όσο και να διαβάζεις άλλα υπερβολικά γρήγορα. Υπάρχουν βιβλία πού τα μαθαίνουμε ξεφυλλίζοντάς τα, άλλα που μόνο με δύο και τρεις αναγνώσεις τα κατανοούμε, άλλα πάλι που μπορεί να τα διαβάζουμε και να τα ξαναδιαβάζουμε σε όλη μας τη ζωή και κάθε φορά κάτι να κερδίζουμε.
Αποσπάσματα από το βιβλίο
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Ό ΖΑΚ ΜΠΟΝΝΕ υπήρξε ιδρυτής των εκδόσεων Pandora και κατόπιν επιμελητής εκδόσεων στο Flammarion και γενικός γραμματέας στις εκδόσεις Albin Michel, πρώην συνεργάτης των σελίδων για το βιβλίο στο περιοδικό Express, συγγραφέας ενός μυθιστορήματος (A I'enseigne de I'amitié, 2001, εκδόσεις Liana Levi) και μέχρι πρόσφατα αρχισυντάκτης των Cahiers du Syndicat de la librairie française.

Τετάρτη, 20 Οκτωβρίου 2010

Τη Δευτέρα 25 Οκτωβρίου στις 8,00 παρουσιάζουμε στο κοινό της Λιβαδειάς το βιβλίο μας ΔΙΣΤΟΜΟ 10 ΙΟΥΝΙΟΥ 1944, ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ


Ήρθε η ώρα για την παρουσίαση του βιβλίου μας
ΔΙΣΤΟΜΟ 10 ΙΟΥΝΙΟΥ 1944, ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ .
Τη Δευτέρα 25 Οκτωβρίου στις 8.00 μ.μ.
 στο βιβλιοπωλείο μας στη Λιβαδειά
  • Ο Γ. Χ. Θεοχάρης που έκανε την ανθολόγηση και την επιμέλεια θα μιλήσει για τη δομή του βιβλίου .
  • Ο ιστορικός Μιχάλης Λυμπεράτος θα συζητήσει μαζί μας το θέμα : ΔΙΣΤΟΜΟ τα ιστορικά αίτια μιας σφαγής                               με μια ομιλία που θα προκαλέσει αίσθηση καθώς συνδέει τα γεγονότα με τη γενοκότερη πολιτική των Γερμανών στην Ευρώπη.
  • Θα προβληθεί το πλούσιο και συγκλονιστικό φωτογραφικό υλικό που περιέχεται στο βιβλίο.
Παραθέτουμε μερικά αποσπάσματα και φωτογραφίες του βιβλίου.

Δυο μήνες μετά τη σφαγή της μητέρας της από τους Γερμανούς, στο Δίστομο, στις 10 Ιουνίου του 1944, οι δύο φωτορεπόρτερ του LIFE (ο πασίγνωστος Dmitri Κessel ο ένας) τη συνάντησαν τη στιγμή που είχε τελειώσει το πλύσιμο των ρούχων στη σκάφη και κατευθυνόταν στο μέρος της αυλής του σπιτιού της που ήταν θαμμένα τα δικά της θύματα εκείνου του τραγικού Σαββάτου.
Τα μανίκια του φορέματος ήταν σηκωμένα, η μύτη της κόκκινη και τα δάκρυα κυλούσαν πάνω στο δεξί μάγουλο.
Τη σκούντησαν στην πλάτη και τη στιγμή που γύρισε σε αυτούς πρόλαβαν να απαθανατίσουν με μοναδικό τρόπο την πονεμένη έκφραση και τις αλμυρές σταγόνες να πέφτουν πάνω στα πεταχτά ζυγωματικά της.
Στις 29 Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου η φωτογραφία δημοσιεύθηκε στο αμερικανικό περιοδικό. Εκείνη το έμαθε με δυο χρόνια καθυστέρηση, όταν ο άγνωστος γι’ αυτήν κ. Κων. Κούγιας, Έλληνας ομογενής που έμενε μόνιμα στην Ουάσινγκτον, της έστειλε μια κάρτα για τα Χριστούγεννα με τη οποία την πληροφορούσε:

«Αυτή, ταύτη η φωτογραφία σου δημοσιεύθη εις το περιοδικόν “Ζωή” την 29ην Νοεμβρίου 1944, όπου την ξαναφωτογραφίσαμε και σου αποστέλλομεν αντίτυπον».

Εκείνη η κάρτα στάθηκε αφορμή για να αναπτυχθεί μια μακρόχρονη αλληλογραφία. Η κ. Μαρία Παντίσκα ήταν τότε 18 ετών.


... Μόνο στο νεκροταφείο. Πρωί, απόγεμα, καθημερινά, μ’ οποιοδήποτε καιρό, για ν’ ανάψω τα καντήλια στον κοινό τάφο των γονιών μου και των αδελφών μου. Μου είχανε πει πως τους θάψανε όλους μαζί τυλιγμένους σ’ ένα κρεμέζο σεντόνι που βρέθηκε πρόχειρο. Ξεκινούσα κάθε μέρα την ίδια ώρα, μ’ ένα μπουκαλάκι λάδι στο χέρι, λουμίνια, (μαζεμένα και ξεραμένα το καλοκαίρι) κι ένα κουτί σπίρτα. Ντυμένη μες στα μαύρα, ως και μαύρες χοντρές κάλτσες, συναντούσα στο δρόμο γυναίκες, ντυμένες κατάμαυρα κι αυτές σαν μοίρες, κρατώντας τα ίδια πράματα στο χέρι. Γινόμαστε ένα τσούρμο και προχωρούσαμε...
Απόσπασμα από τη "Νίτσα" της Καίτης Μανωλοπούλου 



Επίγραμμα του Γιάννη Ρίτσου για το Δίστομο

Εδώ ’ναι το πικρό το χώμα του Διστόμου.
Ω, εσύ διαβάτη, όπου πατήσεις να προσέχεις –
εδώ πονά η σιωπή, πονάει κι η πέτρα κάθε δρόμου
κι απ’ τη θυσία κι απ’ τη σκληρότητα του ανθρώπου.
Εδώ μια στήλη απλή, μαρμάρινη, όλη κι όλη
με ονόματα σεμνά, κι η Δόξα τα ανεβαίνει
λυγμό-λυγμό, σκαλί-σκαλί, μεγίστη σκάλα.

Κριτικές - Παρουσιάσεις












Και περισσότερα για το βιβλίο μας και την πορεία του με κλικ ΕΔΩ

Πέμπτη, 14 Οκτωβρίου 2010

Η ενιαία τιμή στο βιβλίο είναι ένα σύστημα που και το κοινό προστατεύει αλλά, το σημαντικότερο, προστατεύει τον πλουραλισμό και την ελεύθερη διάδοση ιδεών.


Δεκατρείς εκδότες υπογράφουν το ακόλουθο κείμενο με το οποίο υπερασπίζονται την ενιαία τιμή του βιβλίου ως συμφέρουσα για αναγνώστες, βιβλιοπώλες κι εκδοτικούς οίκους κι εξηγούν γιατί αντιτίθενται σε σκέψεις για κατάργησή της.
«Με αφορμή τη συζήτηση που γίνεται αυτές τις μέρες σχετικά με το θέμα της ενιαίας τιμής του βιβλίου, εμείς οι υπογράφοντες επιθυμούμε να εκφράσουμε τις ακόλουθες απόψεις:
Η ενιαία τιμή του βιβλίου, που ξεκίνησε από την πρωτοπόρο στο θέμα αυτό Γαλλία, είναι ένα σύστημα που διέπει την κυκλοφορία των βιβλίων και αποσκοπεί στην προστασία του πλουραλισμού στην παραγωγή βιβλίων και στη στήριξη ιδιαίτερα εκδόσεων που χαρακτηρίζονται για την ποιότητά τους αλλά δεν έχουν μεγάλη κυκλοφορία.
Ο νομοθέτης πιστεύει, και αυτό πιστεύουμε και εμείς, ότι για να διατηρηθεί αυτή η πολυμορφία πρέπει να ενισχυθούν όλοι οι διαθέτες βιβλίων, από τους μικρότερους ως τους μεγαλύτερους. Είναι γνωστό ότι οι μεγάλες αλυσίδες, που ενδιαφέρονται για την ταχεία ανάπτυξή τους και στηρίζονται σε κεφάλαια που απαιτούν ταχεία απόδοση, επιδιώκουν αφενός μεν να διαθέτουν βιβλία ταχείας κυκλοφορίας, τα γνωστά «bestsellers», και αφετέρου να προσελκύσουν όσο το δυνατό μεγαλύτερο κοινό. Οι μεγάλες αλυσίδες, λόγω του όγκου πωλήσεων, έχουν τη δυνατότητα να πιέζουν τους εκδότες για μεγαλύτερες εκπτώσεις, έτσι ώστε να μπορούν και οι ίδιες να κάνουν μεγαλύτερες εκπτώσεις στο καταναλωτικό κοινό. Σ΄ ένα ελεύθερο καθεστώς χωρίς την ενιαία τιμή, οι μεγάλες αλυσίδες, εφόσον έχουν τη δυνατότητα να κάνουν μεγαλύτερες εκπτώσεις και να τις διαφημίζουν αναλόγως, κατορθώνουν σε μεγάλο βαθμό να παίρνουν την πελατεία των μικρών βιβλιοπωλείων, με τελικό αποτέλεσμα πολλά από αυτά να κλείνουν. Συχνά μάλιστα κλείνουν τα μικρά βιβλιοπωλεία που διευθύνονται από ανθρώπους που αγαπούν το βιβλίο, που οι ίδιοι έχουν πνευματικά ενδιαφέροντα και ανάλογη παιδεία.
Σ΄ αυτήν όμως την περίπτωση, βιβλία με μικρή κυκλοφορία, τα οποία ο εκδότης θα διέθετε σ΄ ένα μεγάλο αριθμό βιβλιοπωλείων, αυτομάτως γίνονται ζημιογόνα για την εκδοτική επιχείρηση με αποτέλεσμα να μην εκδίδονται. Έσχατη συνέπεια μιας τέτοιας κατάστασης θα είναι να καταντήσει ο εκδότης να εκδίδει βιβλία κατά παραγγελία των μεγάλων αλυσίδων. Δεν θα αργήσουν ίσως να δημιουργηθούν και ομάδες εργασίας που θα παράγουν βιβλία κατά ορισμένα πρότυπα.
Όποιος βλέπει το βιβλίο ως ένα αγαθό απλά και μόνο οικονομικό δεν έχει λόγο να υποστηρίζει την ενιαία τιμή.
Όποιος όμως πιστεύει ότι το βιβλίο, σ΄  όλη του την παραγωγή και τον πλουραλισμό, αποτελεί ελεύθερη έκφραση που δεν πρέπει να υποτάσσεται σε καμιά ιδεολογία, έχει πολλούς λόγους να υποστηρίξει την ύπαρξη πολλών βιβλιοπωλείων, μικρών και μεγάλων. Ιδιαίτερα θα θέλει να υποστηρίξει εκείνους τους βιβλιοπώλες που είναι και οι ίδιοι αναγνώστες, που έχουν καλλιεργήσει μία σχέση με το κοινό τους στο πιο μικρό κι απομακρυσμένο τμήμα της χώρας μας, που πασχίζουν με τα δόντια να τα βγάλουν πέρα. Αυτοί οι άνθρωποι που θα κρατήσουν το δύσκολο βιβλίο για πολύ χρόνο απούλητο στα ράφια τους, μόνο και μόνο γιατί το αγαπούν, μόνο και μόνο γιατί ελπίζουν ότι θα βρουν κάποιον με ανάλογα ενδιαφέροντα να το αγοράσει, αυτοί οι άνθρωποι, οι οποίοι λόγω της μικρής κίνησης δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν εύκολα στα γενικά έξοδα που έχουν, αυτοί οι άνθρωποι χρειάζονται ένα ικανό ποσοστό μεικτού κέρδους για να μπορέσουν να επιβιώσουν. Και αυτό θα το καταφέρνουν αν μπορούν να κάνουν μόνο την έκπτωση του 10% που τους επιτρέπει ο σχετικός νόμος, χωρίς να φοβούνται τον ανταγωνισμό των μεγάλων αλυσίδων.
Αυτό υποστηρίζει η ενιαία τιμή, και το υποστηρίζει με τις συνθήκες που δημιουργεί ώστε να υπάρχει μεγάλος αριθμός βιβλιοπωλείων σε κάθε γωνιά της χώρας μας , τα οποία μπορούν να αποτελέσουν μικρά ή μεγάλα κέντρα επαφής των αναγνωστών με το βιβλίο.
Για τον ίδιο λόγο μάλιστα, για μεγάλο διάστημα στη Γαλλία είχε απαγορευθεί σε πολλές περιπτώσεις η διαφήμιση βιβλίων από την τηλεόραση. Αυτό αποσκοπούσε να αποτρέψει το κοινό από το να στραφεί μόνο στα βιβλία bestseller.
Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο εμείς οι υπογράφοντες υποστηρίζουμε το σύστημα της ενιαίας τιμής του βιβλίου, που αποτελεί μακροχρόνιο αίτημα όλου του κλάδου μας.
Με αυτή την προσπάθεια ψηφίστηκε ο σχετικός νόμος, ο οποίος παρά τις ατέλειές του λειτούργησε μέχρι τώρα. Σήμερα, αντί να προσπαθούμε να ενισχύσουμε και να βελτιώσουμε το νόμο αυτό, ακούμε μερικές παράξενες φωνές εναντίον του.
Υπάρχει ένας ισχυρισμός ότι τάχα η κατάργηση της ενιαίας τιμής θα κάνει το βιβλίο φθηνότερο. Υπάρχει άλλος ισχυρισμός πως την εποχή της οικονομικής απελευθέρωσης η ενιαία τιμή τάχα καταργεί τον ανταγωνισμό. Και τα δύο επιχειρήματα είναι έωλα. Ο ανταγωνισμός δεν καταργείται – υπάρχει μεταξύ των εκδοτών. Κάθε εκδότης προσπαθεί να εκδώσει το καλύτερο βιβλίο και στη χαμηλότερη τιμή. Αν κάποιος τον αναγκάζει να ανεβάζει τις τιμές αυτός είναι εκείνος που του ζητάει μεγαλύτερες εκπτώσεις. Και αν αυτός που ζητάει μεγαλύτερες εκπτώσεις στη συνέχεια κάνει εκπτώσεις στο κοινό, τότε πρόκειται για μια δημιουργία φούσκας που κάποιος την προκαλεί και στη συνέχεια την τρυπάει για να ξεφουσκώσει αποβλέποντας στο προσωπικό του συμφέρον. Αν κάποιες αλυσίδες θεωρούν ότι η τιμή που ορίζει ο εκδότης είναι υψηλή και γι΄ αυτό κάνουν εκπτώσεις υπάρχει μια απλή λύση: μπορεί να συνεννοηθεί ο εκδότης με τις αλυσίδες ώστε να μειώσει εξαρχής τις τιμές και να κάνει στις αλυσίδες μικρότερες εκπτώσεις, όσες ακριβώς χρειάζονται για να λειτουργούν κανονικά.
Τα υπόλοιπα είναι παραπλάνηση του κοινού. Το να δημιουργούμε εικονικές τιμές και στη συνέχεια να τις μειώνουμε με εκπτώσεις αυτό δεν είναι πτώση των τιμών. Πτώση των τιμών επιτυγχάνεται όταν είναι γνωστό το ποσοστό που χρειάζεται το βιβλιοπωλείο για να λειτουργήσει και με βάση το ποσοστό αυτό που έχει στο κοστολόγιό του ο εκδότης γίνεται προσπάθεια να διαμορφωθούν όσο το δυνατό χαμηλές τιμές χωρίς όμως να θυσιάζεται η ποιότητα υπέρ της τιμής.
Με βάση αυτή τη λογική πρέπει να συμφωνήσουν όλοι οι παράγοντες, το κοινό, οι συγγραφείς, οι εκδότες, οι βιβλιοπώλες, το κράτος και ιδιαίτερα το υπουργείο πολιτισμού ότι η ενιαία τιμή είναι ένα σύστημα που και το κοινό προστατεύει αλλά, το σημαντικότερο, προστατεύει τον πλουραλισμό και την ελεύθερη διάδοση ιδεών.
Γι΄ αυτό το λόγο εξάλλου πολιτισμένα κράτη, όπως η Γερμανία, η Γαλλία και τόσα άλλα, από χρόνια έχουν υιοθετήσει και σέβονται την ενιαία τιμή.
Στη Γαλλία μάλιστα τη στιγμή αυτή συζητείται στα νομοθετικά όργανα της Γαλλικής Δημοκρατίας νομοσχέδιο για την καθιέρωση της ενιαίας τιμής και στα ηλεκτρονικά βιβλία (e-books). Αυτό ελπίζουμε κι εμείς να συμβεί στη χώρα μας».
 Εκδόσεις Πατάκη, Στέφανος Πατάκης
Εκδόσεις της Εστίας, Εύα-Μαρία Καραϊτίδη
Εκδόσεις Σταμούλη, Αθανάσιος Σταμούλης
Εκδόσεις Γκοβόστη, Κωνσταντίνος Γκοβόστης
Εκδόσεις Μεταίχμιο, Νώντας Παπαγεωργίου
Εκδοτικός Οίκος Μέλισσα, Άννη Ραγιά
Εκδοτικός Οίκος Κέδρος, Ευάγγελος Παπαθανασόπουλος
Εκδόσεις Ψυχογιός, Θάνος Ψυχογιός
Εκδόσεις Κ. Παπαδόπουλος Α.Ε., Γιάννης Παπαδόπουλος
Εκδόσεις Ιων, Γεώργιος Παρίκος
Εκδόσεις Μίνωας, Γιάννης Κωνστανταρόπουλος
Ιανός, Νίκος Καρατζάς
Εκδόσεις Παπασωτηρίου, Γεώργιος Παπασωτηρίου
πηγή : book press

Τρίτη, 12 Οκτωβρίου 2010

Ο Νίκος Σιδέρης άνοιξε εντυπωσιακά τη 19η χρονιά εκδηλώσεων του βιβλιοπωλείου μας.


Δεν παίζεις μόνο εσύ. Υπάρχουν κι άλλοι!

Ήθος και τέχνη της ανθρώπινης σχέσης.

Ο Νίκος Σιδέρης επιβεβαίωσε την ικανότητά του να μιλάει για δύσκολα θέματα με τρόπο απλό και κατανοητό, σαγηνευτικό για τα ακροατήρια του. Καθήλωσε το κοινό δίνοντας διεξοδικές απαντήσεις σε ερωτήματα όπως.
Πώς γίνεται και τόσες φορές απορούμε που οι άλλοι δεν βρίσκονται εκεί που περιμέναμε, δεν συμπεριφέρονται όπως υποθέταμε, δεν είναι τελικά ό,τι εμείς είχαμε φανταστεί πως είναι; Πώς γίνεται και τόσες φορές απορούν οι άλλοι για τον τρόπο που φέρεσαι εσύ, στο λένε ή δε στο λένε, μένουν κοντά σου «αν και…» ή απομακρύνονται, με περισσότερο ή λιγότερο θορυβώδη τρόπο; Παρακινώντας σε να σκεφτείς κι εσύ τι πάσχει στον τρόπο σου, τι κάνεις λάθος, και να κοιτάξεις να διορθώσεις ό,τι στράβωσε κι ό,τι δεν λειτουργεί;

 
Πώς γίνεται και η συνάντηση με τον άλλον άνθρωπο αστοχεί ή παραμένει άγονη; Πώς γίνεται και μια ανθρώπινη σχέση μπλοκάρει, φτωχαίνει, ατροφεί και σβήνει; Πώς γίνεται και δυο άνθρωποι (ή και περισσότεροι) έρχονται κοντά, αλλά η επαφή τους δεν φέρνει καλό; Και μάλιστα, πώς γίνεται και η σχέση τους, αντί για καλό, φέρνει κακό; Γιατί, αντί εμπιστοσύνη κι ευχαρίστηση, άφημα και υποστήριξη, συναντάμε και βιώνουμε δυσπιστία, αμφιβολία, ένταση, δυσαρέσκεια, αγωνία, τσίτα, φόβο, απόσταση κι εγκατάλειψη (και λίγα μάλλον λέω); Πώς γίνεται κι ενώ η ελπίδα ήταν πώς η καλή συνάντηση θα φέρει συντροφιά, κοινές χαρές και κοινές προσπάθειες, ένα κοινό παιχνίδι προς αμοιβαίο όφελος… πώς γίνεται κι αντί γι’ αυτά έρχεται κούραση, αίσθηση ματαιότητας, πολύς κόπος για το τίποτα, κάτι άνοστο ή κενό, και τελικά χανόμαστε σε πνιγηρή μοναξιά ― χώρια ή μαζί, δεν έχει πια σημασία… Πώς η αληθινή λαχτάρα να είσαι με τον άλλον εκτοπίζεται ή πνίγεται από την αίσθηση ότι είσαι μαζί του μόνο επειδή τον χρειάζεσαι ― “I need you”, που λένε και σε κάποια παγκόσμια γλώσσα, εκεί που θα ταίριαζε να πουν «Σ’ αγαπώ», «Σε θέλω», «Σ’ επιθύμησα», «Σε λαχτάρησα»… Πώς η αυθεντικότητα δεν έχει τόπο να σταθεί και η ζωή στην ανθρώπινη σχέση καταντά παράσταση ―καμιά φορά, μάλιστα, χρήση-χρησιμοποίηση του άλλου, ακόμη και του εαυτού σου, «για τις ανάγκες της παράστασης»;
  • Με εντυπωσιακό τρόπο ξεκίνησε ο νέος κύκλος εκδηλώσεων της ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΕΚΦΡΑΣΗΣ. 29 χρόνια λειτουργίας του βιβλιοπωλείου, 19 χρόνια εκδηλώσεων και όχι μόνο δεν παρουσιάζονται σημάδια κόπωσης αλλά τουναντίον οι δεσμοί με τους φίλους ισχυροποιούνται και ανανεώνονται συνεχώς. Την Κυριακή το βράδυ αυτό το μήνυμα εκπέμφθηκε με τρόπο εκκωφαντικό και μας γέμισε με αισιοδοξία αλλά και ευθύνη για τη συνέχιση αυτού του θεσμού μέσα στις δύσκολες συνθήκες που η κρίση έχει δημιουργήσει.

Τρίτη, 5 Οκτωβρίου 2010

Για το ήθος και την τέχνη της ανθρώπινης σχέσης συζητάμε την Κυριακή και ώρα 8 το βράδυ με το Νίκο Σιδέρη


Ο Νίκος Σιδέρης συγγραφέας του βιβλίου
ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΔΕΝ ΘΕΛΟΥΝ ΨΥΧΟΛΟΓΟ. ΓΟΝΕΙΣ ΘΕΛΟΥΝ !
Και πάλι μαζί μας !!!

                 
Το βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ
και οι εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
σας προσκαλούν στην παρουσίαση του νέου βιβλίου
του Νίκου Σιδέρη

ΔΕΝ ΠΑΙΖΕΙΣ ΜΟΝΟ ΕΣΥ. ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΙ ΑΛΛΟΙ!


την Κυριακή, 10 Οκτωβρίου 2010, στις 8:00 μ.μ.,
στο βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ
(Δημάρχου Ι. Ανδρεαδάκη 49, πρώην Πεσ. Μαχητών, Λιβαδειά).

Ο Νίκος Σιδέρης θα συνομιλήσει με το κοινό για το νέο του βιβλίο.


Δεν παίζεις μόνο εσύ. Υπάρχουν κι άλλοι!
Ήθος και τέχνη της ανθρώπινης σχέσης

Κάθε άνθρωπος, κάθε μέρα, συναντά εκδηλώσεις ενός ιδιότυπου εγωκεντρισμού. Στο πλαίσιο μιας ανθρώπινης σχέσης, κάποιος να φέρεται δίχως να λογαριάζει τον άλλον. Να παραβλέπει την πρωταρχική πραγματικότητα, που είναι ότι, στην ανθρώπινη σχέση, δεν παίζεις μόνο εσύ.

Υπάρχουν κι άλλοι!
Πώς προκύπτει αυτό; Τι μπορώ να κάνω γι’ αυτό; Πώς πλάθεται έντεχνη ανθρώπινη σχέση; Ο Νίκος Σιδέρης, οδηγώντας μας βήμα-βήμα, μέσα από πλήθος συναρπαστικές ιστορίες, στους λαβυρίνθους της ψυχής, προτείνει ένα προσιτό περίγραμμα για το ήθος και την τέχνη της ανθρώπινης σχέσης. Δείχνοντας ότι αυτή μπορεί να καλλιεργηθεί με βάση την επίγνωση, άξονα τη συναισθηματική ευθύνη και οδηγό δυο πράγματα απλά: Σεβασμό κι εναρμόνιση – μαζί με μια σωτήρια δόση χιούμορ.
Ο Νίκος Σιδέρης γεννήθηκε το 1952 στην Αθήνα. Σπούδασε στην Ιατρική Αθηνών. Συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι (ειδικότητα ψυχιατρικής, νευροψυχολογία-νευρογλωσσολογία, ιστορία). Είναι διδάκτωρ του τμήματος Ψυχολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου, διδάσκων ψυχαναλυτής της Ψυχαναλυτικής Σχολής του Στρασβούργου (Ε.P.S.) και μέλος της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Ψυχανάλυσης (FEDEPSY). Εργάζεται στην Αθήνα ως ψυχίατρος, ψυχαναλυτής και οικογενειακός θεραπευτής. Έχει διδάξει, μεταξύ άλλων, στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, στο Κολλέγιο Αθηνών, στο Deree College. Διδάσκει στη Σχολή Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ το μάθημα «Αρχιτεκτονική και Ψυχανάλυση» και στην ΑΣΚΤ το μάθημα «Εικαστική δημιουργία και Φαντασίωση του Καλλιτέχνη: Το παράδειγμα του ερωτισμού». Έχει εκδώσει μελέτες, δοκίμια καθώς και ποίηση και πεζογραφία. Από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ κυκλοφορούν επίσης τα βιβλία του: Όπως ειπώθηκαν εκεί και ακούστηκαν: Μυστικά και αλήθειες από το ντιβάνι του ψυχαναλυτή (2008), Τα παιδιά δεν θέλουν ψυχολόγο. Γονείς θέλουν! (2009, περισσότερα από 60.000 αντίτυπα).

Σάββατο, 2 Οκτωβρίου 2010

Στην Ελλάδα όλοι παριστάνουν ότι είναι ανοιχτά μυαλά. Από τα ανοιχτά μυαλά, το μυαλό σκορπίζεται. Σκέψεις για τα ΑΕΙ από τη Σώτη Τριανταφύλλου.

Την ενδιαφέρουσα από κάθε άποψη ομιλία της  καλής μας φίλης Σώτης Τριανταφύλλου στο Αριστοτέλειο Παν/μιο σας παρουσιάζουμε, πιστεύοντας ότι πρέπει επιτέλους η ίδια η κοινωνία να σπρώξει στην κατεύθυνση ενός σοβαρού διαλόγου για τα θέματα της Παιδείας αλλά και να ενημερωθεί πολύπλευρα και υπεύθυνα. Θυμίζουμε ότι πέρσι αναρτήσαμε τις απόψεις του φίλου και συμπατριώτη καθηγητή του ΑΠΘ, Λουκά Βλάχου, (για να τις θυμηθείτε κλικ ΕΔΩ), και θα ακολουθήσουν κι άλλες επώνυμες τοποθετήσεις γι αυτό το θέμα. 


Ομιλία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο
ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΑ ΑΕΙ
Της Σώτης Τριανταφύλλου

Με αφορμή τον διάλογο για την Παιδεία (στην πραγματικότητα, το “σπασμένο τηλέφωνο”, μιας και λίγοι μπαίνουν στον κόπο να ενημερωθούν για τις προτάσεις και τις αντιπροτάσεις) εκφράζω εδώ την άποψη ότι, ακόμα κι αν η κατάσταση στα ΑΕΙ δεν χειροτερέψει, υπάρχει κίνδυνος εκφασισμού. Εκθέτω λοιπόν μερικές σκέψεις σχετικά με τη λειτουργία των Πανεπιστημίων: η ανώτατη εκπαίδευση στη χώρα μας παρουσιάζει προβλήματα που μοιάζουν να βρίσκονται στην περιοχή του μη-επανορθώσιμου. Έχουμε ατομική ευθύνη· υπάρχω σημαίνει λερώνω τα χέρια μου. Πρέπει λοιπόν να λερώσουμε τα χέρια μας. Όσο περισσότερη ελευθερία έχουμε, τόσο μεγαλύτερη είναι η ανάγκη για προσωπική πειθαρχία. Αυτή η πειθαρχία λείπει.
Εκτός του ότι είμαστε πρώτοι στη φοιτητική μετανάστευση (καμιά 60.000!), εκτός του ότι στην Ελλάδα υπάρχουν 220.000 προπτυχιακοί και 68.000 μεταπτυχιακοί φοιτητές, είμαστε τελευταίοι στην ανάγνωση βιβλίων και στη γενική φιλομάθεια: μια κοινωνία επαρχιωτών, ημιμαθών και φτωχοαλαζόνων.
Παρατηρείται brain drain: oι επιστήμονες, όσοι θα μπορούσαν να εργασθούν ως ερευνητές και διδάσκοντες στα ελληνικά ΑΕΙ αναζητούν θέσεις στο εξωτερικό ή στρέφονται σε άλλες δραστηριότητες. Αυτό που τους διώχνει δεν είναι ούτε οι πλημμελείς υποδομές, ούτε η χαμηλή ποιότητα των συγγραμμάτων, ούτε η ελλιπής χρηματοδότηση. Tο ανυπέρβλητο πρόβλημα είναι το αλλοπρόσαλλο πλαίσιο λειτουργίας των ΑΕΙ, τα οποία βρίσκονται σε κατάσταση διάλυσης ήδη από το 1975, όταν μπήκα κι εγώ στη Φυσικομαθηματική της Αθήνας.
Αρχικά, χρειάζεται μεταρρύθμιση του καθεστώτος του «πανεπιστημιακού ασύλου». Η ελεύθερη διακίνηση ιδεών και η προστασία της έρευνας και της διδασκαλίας από αυθαίρετες επεμβάσεις της εξουσίας πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Όμως το “ακαδημαϊκό άσυλο” έχει υπονομευθεί από τους πιο φανατικούς του υποστηρικτές. Το πανεπιστήμιο δεν είναι η Άγρια Δύση: έχει γίνει παρεξήγηση· το ότι κάθε διαμαρτυρόμενη κοινωνική ομάδα οχυρώνεται στον πανεπιστημιακό χώρο, καταλαμβάνει κτήρια, προπηλακίζει διδάσκοντες και επιδίδεται σε ασχήμιες, καταστροφές, ηθική παρενόχληση και τρομοκρατία αποτελεί εγχώρια και παγκοσμίως μοναδική ερμηνεία και άσκηση του πανεπιστημιακού ασύλου. Τα προβλήματα της παιδείας δεν λύνονται με την κατάλυση των θεσμών, αλλά με την ενίσχυσή τους. Η τυφλή ανυπακοή είναι το ίδιο επιβλαβής με την τυφλή υπακοή.


Το πολίτευμα πρέπει να εγγυάται την ελεύθερη διακίνηση ιδεών (ΟΛΩΝ των ιδεών, ακόμη κι εκείνων που δεν μας αρέσουν· κυρίως εκείνων που δεν μας αρέσουν) και να εξασφαλίζει τον σεβασμό στους νόμους μέσα στον πανεπιστημιακό χώρο. Άρα, το “άσυλο”, υπό την έννοια που υπάρχει σήμερα, πρέπει να καταργηθεί.
Στη συνέχεια, αφού εξασφαλιστεί η νομιμότητα (χωρίς νομιμότητα δεν γίνεται απολύτως τίποτα), χρειάζεται αναβάθμιση, εκσυγχρονισμός και εντατικοποίηση των σπουδών. Ωράρια, μαθήματα, υποχρεωτικές παρουσίες, εργαστήρια, δραστική μείωση των διακοπών (παρά το δυσμενές κλίμα· παρά το διαρκές καλοκαίρι και τη νοοτροπία permanent vacation), διαλέξεις, ξανά μαθήματα. Για να παίρνεις πτυχίο χρειάζεται παρακολούθηση χιλιάδων ωρών και μελέτη άλλων τόσων χιλιάδων ωρών. Είναι εντελώς αδιάφορο το ότι οι περισσότεροι φοιτητές δεν θέλουν να εντατικοποιηθούν οι σπουδές τους· σε όποιον δεν αρέσει η μόρφωση και η εξειδίκευση μπορεί να ασχοληθεί με άλλες δραστηριότητες, οι οποίες ίσως τελικά αποβούν πιο κερδοφόρες και πιο χρήσιμες για την οικονομία.  Έτσι κι αλλιώς, στην Ελλάδα όποιος μπαίνει στο πανεπιστήμιο –δηλαδή ο μισός πληθυσμός- κυνηγάει την αποκατάσταση και μέχρι προσφάτως την αναρρίχηση στη μεσαία τάξη· τέτοια είναι η ανατροφή μας, τέτοια είναι η νοοτροπία μας· συντηρητική, μικροαστική· οι στόχοι μας και τα μέσα που χρησιμοποιούμε ανήκουν σε κοινωνία του 19ου αιώνα· ούτε καν των αρχών του 20ού. Reality check:  αντιθέτως προς τις προσδοκίες, τα πανεπιστήμια παράγουν ανέργους.
Η σημερινή κατάσταση διανορφώνεται περίπου ως εξής: οι πανεπιστημιακοί αμελούν τα καθήκοντά τους, λόγω οκνηρίας ή πολυθεσίας ή και τα δύο (εξαιρέσεις υπάρχουν)· επίσης, λόγω συστηματικής κολακείας των φοιτητών (να μην πιέζουμε “τα παιδιά”! τα “παιδιά” είναι οι πελάτες μας και οι ψηφοφόροι μας)· όσο για τους φοιτητές, επιζητούν εύκολα πτυχία που να αποτελούν τη φυσική συνέχεια του χαμηλού επιπέδου του σχολείου. Και απαιτούν αυτά τα πτυχία να αντιστοιχούν σε εργασιακές θέσεις και μάλιστα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ας επιβληθεί λοιπόν ωράριο εργασίας στα πανεπιστήμια ώστε οι καθηγητές να μην  αντιμετωπίζουν τη διδασκαλία σαν πάρεργο ή σαν χόμπι· και οι φοιτητές να πάψουν να διαπρέπουν στο τάβλι και στους φραπέδες· στο χαζολόγημα στα τραπεζάκια των νεολαιών και στους βανδαλισμούς. Xρειάζεται ιεραρχία, εργασιακό ήθος· χρειάζεται έλεγχος. Και πάλι: σε όποιον δεν αρέσει ας παραιτηθεί. Όποιος δεν πειθαρχήσει να απολυθεί. Χρειαζόμασε περισσότερες διδακτικές ώρες, περισσότερες ώρες συνάντησης φοιτητών-καθηγητών, περισσότερες ώρες έρευνας. Υπάρχει πράγματι φαύλος κύκλος: τα λεγόμενα “κεκτημένα” δικαιώματα των φοιτητών, του διδακτικού προσωπικού και των διοικητικών υπαλλήλων: ο καθένας προωθεί τα δικά του συντεχνιακά αιτήματα· επιπροσθέτως, οι φοιτητικές διεκδικήσεις ταυτίζονται, περιέργως, με τη μείωση της παροχής γνώσης.
Άλλο θέμα: Η εισαγωγή στα ΑΕΙ πρέπει να γίνεται με βάση τη βαθμολογία στο λύκειο· το σχολείο πρέπει να ξαναγίνει σκοπός, όχι μέσον· το απολυτήριο του λυκείου πρέπει να γίνει πιστοποιητικό γνώσεων. Εννοείται ότι κάθε διαδικασία επιλογής και εισαγωγής στο πανεπιστήμιο  μπορεί να εξελιχθεί σε όργιο γραφειοκρατίας, παραοικονομίας, φαβοριτισμού. Στην Ελλάδα, κάθε λύση μπορούμε να τη διαστρέψουμε και να δημιουργήσουμε καινούργιο αδιέξοδο.
Επίσης, θεωρώ απολύτως απαραίτητη τη δημιουργία διετούς φοίτησης κατά την οποία θα διδάσκονται μαθήματα γενικής γνώσης και θα προετοιμάζεται ο σπουδαστής για να κάνει την επαγγελματική του επιλογή. Ακόμα κι αν δεν την κάνει τελικά, θα έχει κερδίσει δυο χρόνια εκπαίδευσης μετά το σχολείο. Είναι πολύ νωρίς για μαθητές 16 και 17 ετών να αποφασίζουν για τις σπουδές και το επάγγελμά τους: υπάρχουν σχολές που για το 95% των φοιτητών δεν ήταν η πρώτη επιλογή. Άρα, μετά το λύκειο, διετής ανώτατη εκπαίδευση και, στη συνέχεια, αν μπορούμε και θέλουμε, ανώτατη επαγγελματική εκπαίδευση κύρους. Πράγμα που σημαίνει κατάργηση των περιβόητων ιδιωτικών φροντιστηρίων· που είναι ένα ακόμα χρόνιο πρόβλημα και μαζί κοινωνικός θεσμός εδώ και πενήντα χρόνια. Με την ευκαιρία, σημειώνω ότι η ιδιωτική εκπαίδευση θα ατονήσει υπάρξει δημόσια εκπαίδευση στο ύψος των περιστάσεων. Η παιδεία πρέπει να είναι δωρεάν και υποχεωτική μέχρι το απολυτήριο.
Χρειάζεται δραστική μείωση του ποσοστού συμμετοχής των φοιτητών στις εκλογικές διαδικασίες. Ίσως μάλιστα να έχει έρθει ο καιρός για το τέλος της συνδιοίκησης. Σε εκλογές διοικητικών θέσεων το 40% των εκλεκτόρων είναι φοιτητές, ένα ακόμη παγκόσμιο ρεκόρ. Εκ των πραγμάτων, οι εκπρόσωποι των φοιτητών είναι όργανα των κομμάτων· έτσι, κομματικοποιημένοι φοιτητές αποφασίζουν για θέματα περί των οποίων δεν έχουν ιδέα. Εξάλλου, στις φοιτητικές εκλογές, οι υποψήφιοι θα έπρεπε να κατεβαίνουν ως μεμονωμένα άτομα και όχι ως παρατάξεις.  
Εκτός του ότι πρέπει να ελεχθεί το ποιος αναδεικνύεται διδάσκων, πρέπει να θεσπιστούν αυστηρά κριτήρια για τη μονιμότητα. Στο σημερινό καθεστώς κανείς δεν απολύεται, λόγω μιας αλλόκοτης κοινωνικής ευαισθησίας: “να μην πετάξουμε το παιδί στον δρόμο". Ποιο παιδί; Κανείς δεν είναι παιδί μετά την ηλικία των 16 ετών, όταν δηλαδή μπορείς να εργαστείς υπό όρους και να κάνεις σεξ. Η ενηλικίωση θα ήταν χρήσιμη για όλους μας –κυρίως για τους ίδιους τους φοιτητές- το να μπορούμε να συνδιαλεγόμαστε με τη διοίκηση των πανεπιστημίων χωρίς να καταφεύγουμε σε θορυβώδεις και συχνά αιματηρές διαδικασίες. Στην Ελλάδα διεκδικώ σημαίνει, εκτός από αυθαιρεσία, “αίμα και χώμα”· το ίδιο πίστευε και ο Χίτλερ.
Η αξιολόγηση των πανεπιστημίων μού φαίνεται απολύτως απαραίτητη. Σύμφωνα με τον νόμο, στην επιτροπή αξιολόγησης είναι «επιθυμητή» (αλλά όχι απαραίτητη) η συμμετοχή ενός τουλάχιστον αλλοδαπού. Ένα από τα μέλη μπορεί να υποδεικνύεται από την υπό αξιολόγηση μονάδα, και τα υπόλοιπα καθορίζονται με κλήρωση από ένα μητρώο εμπειρογνωμώνων. Από αυτήν την περιγραφή φαίνεται ότι ερευνητές του εξωτερικού δεν θα συμμετέχουν: η αξιολόγηση θα γίνεται από καθηγητές παρόμοιων τμημάτων από άλλο, ελληνικό, πανεπιστήμιο. Το πρόβλημα είναι ότι, καθώς η Ελλάδα είναι μικρή χώρα, όλοι γνωρίζονται με όλους. Συνήθως υπάρχουν 3-5 ομοειδή τμήματα. Πόσο πιθανόν είναι ένας καθηγητής από ένα τμήμα να κάνει ουσιαστική κριτική σε ένα ομοειδές τμήμα όταν ξέρει ότι κάποιος από το ομοειδές τμήμα θα κάνει αξιολόγηση στο δικό του; Άρα, κι αυτή πρέπει να αλλάξει. Και όταν ολοκληρώνεται η αξιολόγηση όλων των ομοειδών τμημάτων, να δημοσιεύεται η κατάταξη αυτών των τμημάτων. Δηλαδή, πόσα τμήματα Φυσικής έχουμε; 6-7; Να γίνεται γνωστό ποιο είναι το καλύτερο, ποιο έρχεται δεύτερο, ποιο είναι το χειρότερο. Μπορεί να γίνεται μια γενική κατάταξη, και άλλες πιο ειδικές,  π.χ. πιο είναι το καλύτερο στην έρευνα (δημοσιεύσεις ή  ευρωπαϊκές επιχορηγήσεις), το καλύτερο στη διδασκαλία, το καλύτερο σε κτιριακές εγκαταστάσεις, κτλ. Πρέπει να ενθαρρυνθεί η άμιλλα και να μπορούν οι υποψήφιοι φοιτητές να επιλέγουν σχολή με βάση την ποιότητα και όχι με γεωγραφικά κριτήρια. Η άμιλλα στην Ελλάδα έχει δαιμονοποιηθεί, θεωρείται καπιταλιστική συμπεριφορά· ζούμε σε κοινωνία ισοπέδωσης. Απόδειξη της τρέλας μας είναι η επιθυμία εξίσωσης προς τα κάτω: τα ΤΕΙ εξισώνονται με τα ΑΕΙ επειδή τα ΑΕΙ έγιναν ΤΕΙ· τα ΤΕΙ έγιναν ΙΕΚ και πάει λέγοντας.
Επίσης, μείωση της γραφειοκρατίας: συγχώνευση σχολών και πανεπιστημίων. Χρειαζόμαστε λιγότερα πανεπιστήμια, λιγότερους φοιτητές και ενθάρρυνση των παραγωγικών επαγγελμάτων: αγρότες καινούργιων, μοντέρνων προϊόντων· επιχειρηματίες, ειδικά “πράσινοι” επιχειρηματίες.
Το πρόβλημα των «αιώνιων φοιτητών». Είναι λογικό να υπάρχει ένα χρονικό όριο για την ολοκλήρωση των σπουδών (π.χ. δύο ή τρία χρόνια πέραν του κανονικού). Ε, basta! Εκτός του ορίου παράτασης, πρέπει να υπάρχει περιορισμός στις φορές που ο φοιτητής μπορεί να εξεταστεί σε ένα μάθημα. Όσο για την αήθη συμπεριφορά (αντιγραφή, λογοκλοπή, προσωπικές σχέσεις διδασκόντων-διδασκομένων κτλ) δεν αντιμετωπίζεται με τη δέουσα σοβαρότητα. Παίρνουμε πτυχία-παλιόχαρτα, κερδισμένα με σκονάκια. Ακόμα και πλείστα διδακτορικά είναι παλιόχαρτα. Ας μην επεκταθώ σ’ αυτό, θα πικραθούμε. Δεν επεκτείνομαι. Στην Ελλάδα όλοι παριστάνουν ότι είναι ανοιχτά μυαλά. Από τα ανοιχτά μυαλά, το μυαλό σκορπίζεται.
Σημαντικές ευθύνες για την κατάσταση των ΑΕΙ – για το χαμηλό επίπεδο των σπουδών, για τη “χαλαρότητα” του ακαδημαϊκού προγράμματος, για τις χαμένες ώρες, για τη διάλυση, το δημοσιοϋπαλληλίκι και τη διαφθορά- έχουν όλες οι μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις που πήραν λαϊκιστικές αποφάσεις, όπως, για παράδειγμα, για την αύξηση του αριθμού των εισαγομένων φοιτητών στα ΑΕΙ. Κυρίως, επανέρχομαι σ’ αυτό, φταίνε οι πανεπιστημιακοί παράγοντες που αποδέχτηκαν την εξουσία των μετρίων.
Όλα έχουν συζητηθεί· κι όλα παραμένουν απαράλλακτα· ή, δεν μένουν απαράλλακτα·  επιδεινώνονται. Πράγματι, πάντα υπάρχει περιθώριο επιδείνωσης. Παρ’ όλ’ αυτά, οι πιο θαρραλέοι και ευγενέστεροι δεν είναι όσοι παίρνουν τα όπλα, αλλά όσοι παραμένουν πολιτισμένοι και νηφάλιοι βελτιώνοντας ό,τι μπορούν να βελτιώσουν.