Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2016

«Το Δυσλεκτικό Βραχιόλι του Μάρτη» της συμπολίτισσας Αργυρώς Αγγελίνα – Ζωγράφου παρουσιάστηκε με επιτυχία στη Λιβαδειά



Ο Σύλλογος Φίλοι Βιβλιοθήκης Λιβαδειάς και οι Εκδόσεις Εκδόσεις Θερμαϊκός | Thermaikos Publications, το Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2016, σε μια απόλυτα επιτυχημένη εκδήλωση στην αίθουσα ΚΟΡΤΕΣΗ της Εστίας Μητέρας Λιβαδειάς (Κορύνης & Ιερολοχιτών), παρουσίασαν το βιβλίο της Λιβαδείτισσας συγγραφέως Αργυρώς Αγγελίνα – Ζωγράφου 

ΤΟ ΔΥΣΛΕΚΤΙΚΟ ΒΡΑΧΙΟΛΙ ΤΟΥ ΜΑΡΤΗ.


Την παρουσίαση έκαναν οι:
– Γιώργος Χ. Θεοχάρης, ποιητής και εκδότης του περιοδικού «Εμβόλιμον»
– Νίκη Μπλούτη Καράτζαλη, συγγραφέας
– Γιώργος Λούκας, φιλόλογος – ειδικός παιδαγωγός
– Ελευθερία(Έρη) Κεχαγιά, ψυχολόγος − συμβουλευτική ψυχοθεραπεύτρια 
   και η συγγραφέας Αργυρώ Αγγελίνα – Ζωγράφου.
Η χορωδία Λιβαδειάς «ΕΡΚΥΝΑ» ερμήνευσε τραγούδια επιλεγμένα από τη συγγραφέα.

Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε με την υποστήριξη της ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΛΙΒΑΔΕΙΑΣκαι του Δήμος Λεβαδέων-Μunicipality of Levadia.



Απόσπασμα από την ομιλία της Αργυρώς Αγγελίνα Ζωγράφου 
στη παρουσίαση του βιβλίου της 
«Το Δυσλεκτικό Βραχιόλι του Μάρτη» στη Λιβαδειά.

Ούτε μιλιά ακουγότανε, ούτε χελιδονάκι.
Ο χρόνος γύρισε γλυκά και μ’ άφησε στην πόρτα.
Σα να μου φάνηκαν γνωστά τα σχέδια που είχε.
Πήρα μολύβι και χαρτί κι έγραψα τρεις αράδες.
Τις έκανα δέκα επτά και γρήγορα ογδόντα.
Γύρισα και την πλάτη μου, μη με γνωρίσει κάποιος.
Κρυφά θέλω να φανερωθώ, μόνο σ’ αυτά που ξέρω,
τα άλλα είναι περιττά κι ο χρόνος σπαταλιέται!
Μη με κοιτάτε, χωριανοί. Αφήστε με ν’ ανέβω
και πείτε πως προσπέρασε μόνο το αεράκι.
Γιατί λιγάκι ντρέπομαι που ‘μαι εδώ μικρούλα,
αδιάβαστη και άγραφτη με το μυαλό άσπρη πλάκα.
Και την τσαντούλα πέταξα εκεί σ’ ένα κλαράκι,
κι ούτε που θα ‘θελα ξανά να την ανοίξω πάλι.
Ήθελα μόνο να κοιτώ στο βάθος αγνάντι κάτι.
Ήταν δικό μου, το ‘ξερα κι ήρθα να το μαζέψω.
Η δασκάλα πρόλαβε και το ‘στειλε στιχάκι
κι η μάνα μου σα φάρμακο να το ‘χω μες την πίκρα.
Γιατί αυτό την ένοιαζε κι όχι το ένα κι ένα.
Ας ήταν λίγο μακριά, κοντά και παραδίπλα.
Ας ήταν χρόνος και μιλιά και αύριο και τώρα.
Τα βλέφαρα να συναντηθούν και ν’ ακουμπήσουν δέρμα,
κι αν ζεσταθούν κι ανοίξουνε γλυκά να πεταρίσουν.
Δεν το κατάλαβες μικρή, εγώ ξέρω τα πάντα
και τώρα κάπου βρίσκομαι και σ’ ακουμπώ στ’ αυτάκια.
Ούτε ποτέ με ένοιαξε αν ξέρεις τις δεκάδες 
κι έχεις την αριθμομηχανή σαν το δεξί σου χέρι.
Δεν σου ‘λειψαν οι αριθμοί, οι αγκαλιές σας λείπουν.
Κι όταν τις έχετε πολλές δεν νοιώθετε τι αξίζουν.
Αξίζουν όσο η ζωή, η κάψα στο βαμβάκι.
Όσο η μάντρα στην αυλή, του αργαλειού η σαΐτα.
Και σεις απομακρύνεστε και ύστερα ζητάτε
να σας τηράνε τα παιδιά με βουρκωμένα μάτια,
αφού σκληρά τα κάνατε μ’ αυτά τα τενεκέδια,
που ολημερίς κι ολονυχτίς κρατάνε μες στα χέρια.
Έχουν ψυχή, έχουν καρδιά, πού φτάσατε παιδί μου;
Έτσι να μη μου γίνετε… Και γίνατε τα ίδια!
Ποια γράμματα και αριθμούς μου τσαμπουνάς στ’ αυτιά μου.
Εγώ μιλάω για καρδιά, για αίμα και συκώτι!
Μήπως να μου συνέλθετε, να ‘ρθείτε στα συγκαλά σας.
Και η γιαγιά συμφώνησε: «Πες τα τους να τ’ ακούσουν!».
Κοίταξα την Αγγελική κι αρχίσαμε τα γέλια.
«Ξεκίνησε ο εξάψαλμος. Τι λες πάμε στον κάμπο;»
Σαν τα πουλιά πετάξαμε, απ’ τ’ ανοιχτό κλουβί μας.
Η μάνα, ίσα που πρόλαβε να μας διπλοσταυρώσει.
Απ’ το πολύ τρεχαλητό ξεράθηκε η γλώσσα,
και κάτσαμε στου ποταμού τα πέτρινα σκαλάκια,
να σταματήσει ο δυνατός παλμός απ’ τις καρδούλες.
Όταν κι οι δυο ανοίξαμε το στόμα για να πούμε,
ακούστηκαν σαν από μια αυτά τα ίδια λόγια:
«Όλα κακά τα κάναμε ή έτσι θέλουν να λένε;»
«Όλα καλά αδελφούλα μου, που σ’ έχω και με έχεις…»

Δεν υπάρχουν σχόλια: