Τρίτη 1 Μαρτίου 2011

«Τι να σου κάνει και το όραμα όσο όμορφο κι αν είναι όταν το ασχημίζουν τέτοιοι άνθρωποι;»

Η Έλενα Χουζούρη στο βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ
Λιβαδειά 28-2-2011
Με την παρουσίαση του βιβλίου «Πατρίδα από βαμβάκι» της Έλενας  Χουζούρη» έκλεισε ο κύκλος εκδηλώσεων με θεματική «Μνήμες εμφυλίου … μνήμες ιστορίας … η επιστροφή του πολιτικού μυθιστορήματος».
Ήταν ένας ιδιαίτερα σημαντικός κύκλος ο οποίος πέρα από τη ξεχωριστή ποιότητα των βιβλίων που παρουσιάστηκαν και την επαφή με τους σημαντικούς δημιουργούς τους, προώθησε τον προβληματισμό και το διάλογο σε υψηλά επίπεδα, πολλές φορές σε ιδιαίτερα φορτισμένη ατμόσφαιρα και κάπως υψηλότερους αλλά πάντα σε κόσμιο επίπεδο τόνους.
Και πώς να γινόταν διαφορετικά όταν προσεγγίσαμε στιγμές μιας ιστορίας τόσο μακρινής για κάποιους και ταυτόχρονα τόσο κοντινής για άλλους με προεκτάσεις που σημαδεύουν ακόμα την εποχή μας.
Το βιβλίο της Έλενας Χουζούρη προλόγισε όπως και τα περισσότερα αυτού του κύκλου ο φίλος μας ποιητής Γιώργος Θεοχάρης το κείμενο του οποίου παραθέτουμε.
Έλενα Χουζούρη: Πατρίδα από βαμβάκι

Η Έλενα Χουζούρη με το δεύτερο μυθιστόρημά της μας εκπλήσσει εκ νέου με την ωριμότητα της γραφής της και την ευχέρειά της στους τρόπους της μεταμοντέρνας συγγραφής, καθώς επίσης με την επιδεξιότητά της να αξιοποιεί αρχειακό υλικό και να κατορθώνει την δύσκολη, έτσι κι αλλιώς, συνομιλία λογοτεχνίας και Ιστορίας.
Πατρίδα από βαμβάκι είναι η Σοβιετική Δημοκρατία του Ουζμπεκιστάν και συγκεκριμένα η πρωτεύουσά της Τασκένδη, η Μητριά πατρίδα, για να θυμηθούμε το εμβληματικό αφήγημα του Μιχάλη Γκανά, δώδεκα χιλιάδων μαχητών και μαχητριών του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας οι οποίοι, μετά την πτώση του Γράμμου, τον Αύγουστο του 1949, πέρασαν στην αναγκαστική υπερορία και οδηγήθηκαν, με αποφάσεις του Σταλινικού ΚΚΣΕ και του Ζαχαριαδικού ΚΚΕ στα βάθη της Ασίας, όπου θα παρέμεναν για περισσότερο από τρεις δεκαετίες ως πολιτικοί πρόσφυγες. Πατρίδα από βαμβάκι, λόγω των απέραντων βαμβακοφυτειών της περιοχής, αντιστικτικά προς την πατρίδα από πέτρα, αλλά πάντοτε πατρίδα, την Ελλάδα, όπως γράφει η Χουζούρη.
Κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος είναι ο γιατρός Στέργιος Χ., γεννημένος το 1917 στον Κολινδρό Πιερίας, ο οποίος έκανε τις γυμνασιακές του σπουδές στη Θεσσαλονίκη και σπούδασε ιατρική στην Αθήνα. Μετέχει στην Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ και το 1942, πτυχιούχος, προσφέρει τις υπηρεσίες του στο Δημόσιο Ψυχιατρείο Θεσσαλονίκης. Η Ψυχιατρική είναι η βαθύτερη επιστημονική επιθυμία του γιατρού.
Τον Μάρτιο 1947 ο γιατρός «βγαίνει» στο βουνό και παίρνει μέρος στον Εμφύλιο σαν γιατρός του ΔΣΕ. Με την πτώση του Γράμμου περνάει στην Αλβανία ακολουθώντας τη μοίρα του που ήταν η συλλογική μοίρα των ηττημένων του Εμφυλίου οι οποίοι πήραν το δρόμο για τις Λαϊκές Δημοκρατίες. Ο γιατρός είναι ένας από τους δώδεκα περίπου χιλιάδες αντάρτες και αντάρτισσες που μέσω Ελμπασάν και Δυρραχίου ταξίδεψαν στη Σοβιετική Ένωση και εγκαταστάθηκαν στην Τασκένδη. Εκεί παντρεύτηκε τη Σταυρούλα, έφηβη συναγωνίστριά του από χωριό της Θεσσαλίας, η οποία «βγήκε» στο βουνό όχι από ιδεολογία. Ο γάμος έγινε με υπόδειξη της κομματικής καθοδήγησης στον γιατρό. Μη ξεχνούμε πως και στην πολιτική προσφυγιά η παρουσία του Κόμματος είναι καθολική και ρυθμίζει, σε μεγάλο βαθμό, τη ζωή των προσφύγων –άλλωστε, ακόμα, βρίσκονται «με το όπλο παρά πόδα», αφού το Ζαχαριαδικό ΚΚΕ καλλιεργεί την πίστη στους ηττημένους ότι η ήττα είναι μια στρατηγική αναδίπλωση και όπου να ‘ναι θα ξαναμπούν θριαμβευτές στην Ελλάδα κατανικώντας τον μοναρχοφασισμό και τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, στο δρόμο για την εγκαθίδρυση της λαϊκής δημοκρατίας.
Εν πάση περιπτώσει αυτός ο γάμος έφερε δύο παιδιά, κορίτσια. Ο γιατρός αντί να ειδικευτεί στην Ψυχιατρική έγινε παιδίατρος, με εντολή και πάλι της καθοδήγησης, αφού το Κόμμα ως παντεπόπτης προβλέπει πως οι πρόσφυγες της Τασκένδης παιδιάτρους θα χρειαστούν, δεδομένου ότι θα κάνουν οικογένειες και θα τεκνοποιήσουν. Η πρόβλεψη αυτή γίνεται και εκφράζεται από το Κόμμα την ίδια χρονική περίοδο που ισχύει η εντολή «το όπλο παρά πόδα», πράγμα που σημαίνει ότι τα στελέχη του γνώριζαν πως ήταν μόνο για λαϊκή κατανάλωση η κουβέντα για το προσωρινό της παραμονής των ανταρτών στην υπερορία. Οι ίδιοι ήξεραν ότι η ήττα ήταν τελεσίδικη, όμως δεν ήταν ικανοί να διαβλέψουν πως όταν διαψεύδονται τα οράματα των λαϊκών αγωνιστών και όταν επιπλέον οι ίδιοι εκριζώνονται από τις πατρογονικές εστίες τόσο βίαια αντί παιδιάτρων θα έχουν στο μέλλον ανάγκη ψυχιάτρων.
Ο γιατρός εργάζεται στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο ης Τασκένδης και γίνεται καθηγητής στην Ιατρική Σχολή. Η Σταυρούλα, η γυναίκα του εργάζεται σε εργοστάσια της περιοχής. Ζουν μια ζωή ήσυχη, με αλληλοεκτίμηση και αγάπη. Χωρίς ερωτικό πάθος. Να μη ξεχνάμε πως ο γιατρός παντρεύτηκε με εντολή του Κόμματος –διαβάζουμε από τις σημειώσεις του γιατρού εκείνη του Σαββάτου, 9 Δεκέμβρη 1950, 9 το βράδυ: «Πάλι ο σ. Κ. Μου είπε να παντρευτώ. Είμαι από τους μεγάλους εδώ. Τους παλιούς. Ο καλός κομμουνιστής δίνει το καλό παράδειγμα. Να το δώσω κι εγώ στους νεότερους. Να παντρευτώ, αλλά με ποιαν; Θα μου βρει αυτός. Ας μου βρει». Του βρίσκει τη Σταυρούλα, λοιπόν, η οποία άλλο από το πότε θα γυρίσουν στην Ελλάδα δεν έχει να της τυραννάει την ψυχή και το μυαλό, κάθε στιγμή.
Ώσπου ο γιατρός συγκλονίζεται από το πάθος του έρωτα, τον οποίο βρίσκει στο πρόσωπο της συναδέλφου του στο Νοσοκομείο Όλγας Κυριλένκο, συζύγου στελέχους του ΚΚΣΕ, η οποία λατρεύει την ποίηση της Αχμάτοβα. Η μυστική σχέση του γιατρού με την Όλγα αποκαλύπτεται στο μάτι του Κόμματος που «τα πάνθ’ ορά» και ο σ. Κ. επεμβαίνει και πάλι δίνοντας εντολή να επανέλθει ο γιατρός σε συναισθηματική τάξη, έτσι όπως το Κόμμα την ορίζει. Ο Στέργιος Χ. υποτάσσεται ακόμη μία φορά στις εντολές του Κόμματος.

Ας μη λησμονούμε πως βρισκόμαστε χρονικά στις αρχές της δεκαετίας του 1950 και οι ήρωές μας βρίσκονται στην προσφυγιά. Επομένως δικαιολογείται η υπεράσπιση, από πλευράς του Κόμματος, της συνοχής των συλλογικοτήτων αναφοράς, όπως είναι η οικογένεια. Εκείνο που δεν δικαιολογείται είναι η υποκρισία της καθοδήγησης, αφού ο σ. Κ. του μυθιστορήματος εποφθαλμιά και ορέγεται την Όλγα Κυριλένκο. Αλλά αυτός είναι στέλεχος. Τα στελέχη έχουν την ευχέρεια να εκπονούν τη γραμμή και να ορίζουν αρχές που θα ακολουθήσουν οι κάτω –για τα ίδια δεν είναι πάντοτε απαραίτητη η τήρησή τους.
Τον Οκτώβριο του 1967, και ενώ από τον Απρίλιο η επιβολή στην Ελλάδα στρατιωτικής δικτατορίας έχει μηδενίσει το όνειρο των πολιτικών προσφύγων για επαναπατρισμό, ο γιατρός Στέργιος Χ. αποφασίζει με την οικογένειά του και φεύγουν από την Τασκένδη με προορισμό τα Σκόπια προκειμένου να βρεθούν όσο κοντύτερα γίνεται στην πατρίδα από πέτρα, αλλά πάντοτε πατρίδα, την Ελλάδα. Ξεκινάει δηλαδή μια καινούρια προσφυγιά.
Η πορεία τους προς τη Δύση γίνεται με το τραίνο Τασκένδης – Μόσχας.
Σ’ αυτό το ταξίδι της επιστροφής, 18 χρόνια μετά το 1949 όταν ταξίδεψαν στις ίδιες ράγες με αντίθετη κατεύθυνση, η Έλενα Χουζούρη παρακολουθεί το γιατρό, συνομιλεί μαζί του, τον παρακινεί να θυμηθεί, να διαβάσει τις σημειώσεις του στο προσωπικό του ημερολόγιο. Από αυτό το χρονικό σημείο ξεκινά η αφήγηση και η συγγραφέας με συνεχείς αναδρομές, μπρος – πίσω, κεντάει την ιστορία των μυθιστορηματικών της ηρώων.
Όσο κι αν σας παραπλάνησα με τη διήγηση της ιστορίας που σας έκανα, δεν πρόκειται για ένα μυθιστόρημα με γραμμική αφήγηση. Τουναντίον μία από τις μεγάλες αρετές του είναι αυτό το πήγαιν’ έλα στο χρόνο.
Έτσι λοιπόν μέσα από την παλίνδρομη κίνηση της μνημονικής λειτουργίας μαθαίνουμε πολλά και σημαντικά που καθόρισαν τη διαμόρφωση του ψυχισμού των ηρώων του μυθιστορήματος και συχνά την ίδια τη ζωή τους. Και πρώτα πρώτα ότι στη Θεσσαλονίκη υπάρχει η οικογένεια του γιατρού Στέργιου Χ. που αγνοεί την τύχη του παιδιού της. Η μάνα, ο πατέρας που θα πεθάνει δίχως να μάθει αν ο γιος του ζει. Οι αδελφές. Ο αδελφός Γιάννης Χ. αξιωματικός του Εθνικού Στρατού, ο οποίος θα εισπράξει τα επίχειρα των ιδεολογικών επιλογών του κομμουνιστή αδελφού του από το μετεμφυλιακό κράτος. Μαθαίνουμε για την εξευτελιστική διαδικασία στην οποία έβαλε τους ηττημένους αντάρτες η Ζαχαριαδική ηγεσία το 1951, γνωστή με την ονομασία «Ανακαταγραφή». Μαθαίνουμε για το θάνατο του Στάλιν και για την κατακλυσμιαία αναστάτωση που επέφερε στους ανθρώπους η αποσταλινοποίηση. Μαθαίνουμε για τα λεγόμενα Ζαχαριαδικά του 1955 στην Τασκένδη, όταν οι πρόσφυγες χωρίστηκαν σε δύο στρατόπεδα και μπλέχτηκαν σε έναν άλλο αιματοβαμμένο εμφύλιο, μεταξύ συντρόφων αυτή τη φορά, όπου έφτασαν στο σημείο να αφαιρούν κομμάτια σάρκας με δαγκωματιές ο ένας στον άλλο. Μαθαίνουμε για το 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ και τις νέες περιπέτειες στις οποίες μπήκαν οι άνθρωποι με την έναρξη της Χρουτσιοφικής εποχής. Αλλά μη νομίσετε πως έχουμε να κάνουμε με ένα ιστορικό μυθιστόρημα, παρ’ ότι ακόμη και πάμπολλα στοιχεία της προσωπικότητας και της ζωής του κεντρικού ήρωα είναι αντλημένα από τη ζωή του γιατρού Στέφανου Χουζούρη, συγγενούς της συγγραφέως, και από το βιβλίο του «Γιατρός σε τρεις πολέμους».

Είναι ένα μυθιστόρημα χαρακτήρων και μάλιστα καλοδουλεμένων και γι’ αυτό πειστικών. Άλλωστε η Χουζούρη σε ερώτηση του ηλεκτρονικού περιοδικού Λέξιμα το 2005 για το εάν στο προηγούμενο  μυθιστόρημά της «Σκοτεινός βαρδάρης» τα πρόσωπα και οι λεπτομέρειες κάθε τόπου που αναφέρονται ήσαν αληθινά στην εποχή τους, απάντησε: «Να μην ξεχνάμε πως πρόκειται για μυθιστόρημα, ό,τι συμβαίνει συμβαίνει στο μυθιστόρημα. Λέξεις διαβάζουμε, μια ψευδεπίγραφη δηλαδή πραγματικότητα. Το αν ορισμένα πρόσωπα υπήρξαν αυτό δεν λέει τίποτε από μόνο του. Το ζητούμενο είναι τι τα κάνεις αυτά τα πρόσωπα, πως τα κινείς, τι ρόλο τους δίνεις μέσα στο μυθιστόρημα. Το μυθιστόρημα είναι και λίγο παιχνίδι -για να μην πω πολύ».
Κι αληθινά η Χουζούρη γράφει το μυθιστόρημα με τρόπο που συνηθίσαμε να λέμε μεταμοντέρνο. Διαλέγεται με τους ήρωές της και με τον αναγνώστη. Χρησιμοποιεί ένα πλήθος πραγματικών και επινοημένων ντοκουμέντων: ημερολογιακές εγγραφές, επιστολές, διηγήσεις τρίτων, φωτογραφίες, δημοσιεύσεις ειδησεογραφικές και άλλου ενδιαφέροντος από εφημερίδες και περιοδικά της εποχής, οδηγεί το μάτι του αναγνώστη λες μέσα από φακό κινηματογραφικό, χρησιμοποιεί τη γλώσσα με σύνεση χρονική –θέλω να πω ότι μονάχα σύνεση στη χρονική μεταχείριση της γλώσσας δείχνει π.χ. όταν η Χουζούρη, έχοντας το ρόλο τής σε πρώτο πρόσωπο αφηγήτριας γράφει: «Το γράμμα που έγραψε ο γιατρός Στέργιος Χ. το βράδυ της 11ης Οκτωβρίου 1967, [..] βρέθηκε πολλές δεκαετίες αργότερα […].» και, παραθέτει το γράμμα στο οποίο η ημερομηνία είναι: 11 Οκτώβρη 1967. Αυτή η, φαινομενικά, ανεπαίσθητη διαφοροποίηση: Οκτωβρίου σήμερα, Οκτώβρη τότε στην επιστολή ενός κομμουνιστή, συνεπώς δημοτικιστή, κάνει τον συγγραφέα αξιότερο από κάποιον άλλο λιγότερο προσεκτικό στη σημασία των αποχρώσεων.
Η λεπτή ειρωνεία είναι ένα άλλο προσόν της αφήγησης. Με τον τρόπο αυτό η Χουζούρη υπονομεύει τον βερμπαλισμό του καθεστωτικού κομματικού λόγου και κριτικάρει την αναποτελεσματικότητα, την τυφλότητα και την υστεροβουλία των ηγεσιών. Και της μεγάλης σοσιαλιστικής πατρίδας και του μικρόκοσμου των προσφύγων ελλήνων κομμουνιστών της Τασκένδης.
Δημιουργεί χαρακτήρες στέρεους. Καλούς και κακούς –θέλω να πω θετικούς και αρνητικούς ήρωες. Από τον ρομαντικό, άδολο, ιδεολόγο γιατρό Στέργιο Χ. μέχρι τον σκοτεινό καθοδηγητή σ. Κ. που, όπως επισήμανε ο Δημοσθένης Κούρτοβικ, προσομοιάζει στο Ανθρωπάκι της τριλογίας του Τσίρκα.
Η αφήγηση κυλάει αργά, όπως αργά κυλάει το τρένο που μεταφέρει τον γιατρό από την Τασκένδη στη Μόσχα. Η επιλογή αυτού του ρυθμού μεταδίδει στον αναγνώστη αυξανόμενη ένταση στην προσμονή της εξέλιξης του μύθου. Στο τι πρόκειται να γίνει παρακάτω. Είναι ένα ακόμη προσόν του μυθιστορήματος.

Σχετικά με αυτό το διαρκές παιχνίδισμα ανάμεσα στην πραγματικότητα και στο μύθο, αυτή τη συνομιλία Ιστορίας και λογοτεχνίας, με την καταλυτική παρέμβαση της συγγραφέως, θέλω να δούμε μερικά παραδείγματα μέσα από το κείμενο:
            σσ. 142/3 (μιλάει η αφηγήτρια απευθυνόμενη στον αναγνώστη) Οι έστω ελάχιστες φωτογραφίες που διασώζονται από τους πρώτους μήνες της διαμονής σας στην πρωτεύουσα της Σοσιαλιστικής Σοβιετικής Δημοκρατίας του Ουζμπεκιστάν με βοηθούν στο να στήσω ή στο να αναστήσω, όπως προτιμάτε, τη δική μου αναπαράσταση εκείνης της συνάντησης-σταθμός, όπως ο ίδιος ο γιατρός Στέργιος Χ. θα τη χαρακτηρίσει πολλές δεκαετίες αργότερα σε συνέντευξή που θα δώσει σχετικά με τις περιπέτειες του επαναπατρισμού του στη μητέρα-πατρίδα.

σσ. 145/6 (μιλάει η αφηγήτρια) Υποθέτω λοιπόν, για να μη γράψω «είμαι σίγουρη», ότι η συνάντηση του γιατρού Στέργιου Χ. με τον σ. Κ., τον άνθρωπο που θα μας συντροφεύει – δυστυχώς – στις πιο σημαντικές στιγμές αυτού του μυθιστορήματος και, φυσικά, θα δυσκολεύει και την ζωή του δικού μου ήρωα αλλά κι εμένα που θα αναγκάζομαι να τον αντιμετωπίζω, […].

σ. 155 (η αφηγήτρια απευθύνεται στον γιατρό) Γιατί, γιατρέ, είχες αντιγράψει αυτό το απόσπασμα από την εφημερίδα σας που βέβαια την είχατε τιτλοφορήσει, πώς αλλιώς, Προς τη Νίκη, αφού ήσαστε απολύτως βέβαιοι ότι σύντομα θα επιστρέφατε νικητές; Ήσουν κι εσύ; Μάλλον πρέπει να είχες αμφιβολίες, ιδιαίτερα ύστερα από τη συνάντησή σου με το γνωστό μας πρόσωπο. Όσο για το απόσπασμα το οποίο επιμελώς είχες αντιγράψει, μας παραπέμπει σε περιστατικά τα οποία όμως δεν γνωρίζω αν είναι διαδόσεις, φήμες ή πραγματικότητα, γιατί όσο κι αν σε παρακολουθώ, γιατρέ, το σίγουρο είναι ότι δεν ήμουν εκεί για να τα βεβαιώσω. Η μυθιστορηματική σωφροσύνη λοιπόν απαιτεί να ακολουθήσω τη μέση οδό.

Η Χουζούρη έχει ξεκαθαρίσει ότι το ύφος του βιβλίου της θα έχει κάτι το ιδιαίτερο, το εξαιρετικό ίσως, και θα το αντλεί από τη χρήση της γλώσσας, από την επιλογή των λέξεων και των λεκτικών σχημάτων. Γράφει στη σ. 219:

Δεν θα περιγράψω όμως με λόγια κοινότοπα εκείνη την πρώτη συνάντηση του Στέργιου Χ. με την Όλγα Ιβάνοβνα που, επιπλέον, πιστεύω θα ακύρωναν την έντασή της, άλλωστε δεν ταιριάζουν σ’ αυτό το μυθιστόρημα, […].

Το παιχνίδι της πρόσμιξης στοιχείων της πραγματικής και μυθιστορηματικής ζωής διατρέχει, όπως είπαμε, όλο το βιβλίο. Να ένα ακόμη παράδειγμα (σσ. 252/3):

Πρέπει να το παραδεχτείς, γιατρέ, και πρέπει να επιτέλους να αναφερθείς σ’ εκείνη με το όνομά της γιατί σε λιγότερο από είκοσι τέσσερις ώρες το τρένο της γραμμής Τασκένδη-Μόσχα θα φτάσει στον προορισμό του και το μυθιστόρημα αυτό, που σε παρακολουθεί κατά πόδας, θα πρέπει να τελειώσει. Για αυτό το ταξίδι, γιατρέ, σου είχε μιλήσει η Όλγα Ιβάνοβνα βέβαια, και τώρα που τόλμησες να την ονομάσεις μέσα σου, να τη που εμφανίζεται ολόκληρη στη μνήμη σου για να διεκδικήσει την αναμφισβήτητη θέση της στη μυθιστορηματική ζωή σου.   

Πραγματικά γοητευτικό παιχνίδι της συγγραφέως με τους ήρωές της και με τον αναγνώστη! Παιχνίδι που συνεχίζεται δύο σελίδες παρακάτω (σ. 255) όταν η αφηγήτρια διηγείται τα συμβάντα της πρώτης συνάντησης του γιατρού με την Όλγα και απευθυνόμενη στους αναγνώστες γράφει:

Έχει κρατήσει κάποια σημείωση ο γιατρός στο σημειωματάριό του για αυτήν τη συνάντηση; Θα περιμένατε ίσως να γράψω πως όχι, όμως αυτή ακριβώς η συνάντηση το απόγευμα της 23ης Μαρτίου 1955 θα είναι καθοριστική τόσο για το γιατρό και την από δω και πέρα ζωή του όσο και για το ίδιο το μυθιστόρημα.

Στα αποσπάσματα που παραθέσαμε, προκειμένου να υποστηριχτεί η άποψη ότι ο αφηγηματικός τρόπος της Χουζούρη κάνει το μυθιστόρημα ελκυστικό στην ανάγνωση, αναφερόμαστε στην αφηγήτρια και όχι στην ίδια την Έλενα Χουζούρη. Ωστόσο η Χουζούρη ως συγγραφέας παίρνει μέρος και σαν πρόσωπο στο μυθιστόρημα –όχι μόνο σαν παντεπόπτις συνομιλήτρια του γιατρού, από τον οποίο δεν παίρνει μεν λεκτικές απαντήσεις αλλά καθοδηγεί τις πράξεις του- μετέχει εντέλει και ως ενεργή ηρωίδα λίγο πριν το τέλος της αφήγησης.
Συμπερασματικά, όσον αφορά στη επιλογή του συγγραφικού τρόπου, η Χουζούρη με αξιοθαύμαστη τεχνική οργανώνει έτσι το μυθιστόρημα ώστε ο αναγνώστης, προς στιγμήν, να πιστεύει πως όλα όσα παρατίθενται ως τεκμήρια (επιστολές, ημερολογιακές σημειώσεις, δημοσιεύματα, κλπ) είναι πραγματικά, και πάντως δεν κατορθώνει εύκολα να διακρίνει τι είναι πραγματικό και τι κατασκευασμένο.

Το μυθιστόρημα είναι γεμάτο διακειμενικές αναφορές σε πρόσωπα ή σε έργα της λογοτεχνίας και των Τεχνών γενικότερα. Απαριθμώ:
Μάνα κουράγιο του Μπρεχτ, Τρωάδες του Ευριπίδη, στίχοι από τον Οδηγητή του Βάρναλη, στίχοι από το σχολικό ποίημα Τι είν’ η πατρίδα μας του Πολέμη, Μιχαήλ Στρογγόφ του Βερν και στον Ντίκενς, αναφορά στο Ταξίδι στην άκρη της νύχτας του Σελίν, στίχοι από τον Δωδεκάλογο του Γύφτου του Παλαμά, αναφορές στους Ρώσους κλασικούς Γκόγκολ, Γκόργκι, Τουργκένιεφ, Λέρμοντοφ, Τολστόι, Ντοστογιέφσκι,  Τσέχωφ, Πούσκιν, Αλεξάντερ Μπλοκ, Γεσένιν, Μαγιακόφσκι.
Εκτενέστερες αναφορές γίνονται στον Θουκυδίδη και στην Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου, ενώ παρατίθεται μέρος από το μυθιστόρημα του Άγγελου Τερζάκη Δίχως Θεό.
Υπάρχει και μία πλάγια –δεν ξέρω ηθελημένη ή όχι- αναφορά στην Μάρω Δούκα και στο βιβλίο της Οι λεύκες ασάλευτες.
Στη μυθιστορηματική δράση μετέχει ο Σολζενίτσιν και το μυθιστόρημά του Πτέρυγα καρκινοπαθών, καθώς και        οι Γιώργος Σεβαστίκογλου με το θεατρικό του έργο Αγγέλα, η Άλκη Ζέη, ο σκηνοθέτης Μάνος Ζαχαρίας και ο ηθοποιός Αντώνης Γιαννίδης οι οποίοι βρέθηκαν στην Τασκένδη ως πολιτικοί πρόσφυγες και οι ίδιοι.
Επίσης η μεγάλη Άννα Αχμάτοβα και η ποίησή της κατέχουν σημαντικό ρόλο στην δημιουργία του χαρακτήρα της Όλγας Ιβάνοβνα.
Τέλος μέσα στο μυθιστόρημα εισχωρεί μία προέκταση του προηγούμενου μυθιστορήματος της Χουζούρη Σκοτεινός βαρδάρης. Ο γιατρός Στέργιος Χ., με έναν τρόπο, ενημερώνει τον αναγνώστη εκείνου του μυθιστορήματος για την εξέλιξη μιας πλευράς της δράσης.
Αλλά το πιο εντυπωσιακό είναι ότι η συγγραφέας, με αφορμή τα γεγονότα της «Ανακαταγραφής», αποκαλύπτει ότι βάση του βιβλίου της αποτελεί η πραγματική ζωή του γιατρού Στέφανου Χουζούρη, ο οποίος στο μυθιστόρημα έχει το όνομα Στέργιος Χ., γράφει χαρακτηριστικά στις σσ. 223/224:    
Ναι, το θυμάται σήμερα πολύ καλά ο γιατρός Στέργιος Χ., έτσι καθώς περπατούσε εντελώς βυθισμένος στον εαυτό του τον είδε ξαφνικά μπροστά του τον ατσάλινο γίγαντα πάνω στο μαρμάρινο βάθρο του ήταν εκεί θεόρατος ο Ιωσήφ Βησαριόνοβιτς και τον κοιτούσε από ψηλά από τον ουρανό τον κοιτούσε λαμπύριζαν, νόμισε ο γιατρός, τα ατσάλινα μάτια του μισάνοιξαν, φάνηκαν τα χείλη του κάτω από το παχύ μουστάκι αλλά αυτό που άκουσε, όχι, δεν ήταν η φωνή Εκείνου, η φωνή αυτή είναι του σ. Κ. και μιλάει εναντίον του ενώπιον όλων όσοι ετοιμάζονται να τον κρίνουν αν είναι και πάλι άξιος να συμμετέχει στο Άδυτο ή να ριχτεί έξω από αυτό, εξοβελιστέο μικροαστικό σκουλήκι, ύποπτο και ένοχο για τα πάντα, άρα στο πυρ το εξώτερον στον αιώνα τον άπαντα. Και αυτή η εφιαλτική φωνή μιλάει για μια ιστορία παλιά που εμείς εδώ, σ’ αυτό το μυθιστόρημα, θα τη διαβάσουμε πρώτα όπως θα την καταγράψει το χέρι του ίδιου του ήρωά μας πολλά χρόνια αργότερα στο δικό του βιβλίο

και παραθέτει σελίδες από το βιβλίο του Στέφανου Χουζούρη Γιατρός σε τρεις πολέμους που εκδόθηκε το 1988.                       

Ύστερα από μια σειρά αναγνωσμάτων, αναμνήσεων ή μυθιστορημάτων, σχετικών με τα τραγικά γεγονότα του 1955 στην Τασκένδη και τον διχασμό των πολιτικών προσφύγων, το μυθιστόρημα της Χουζούρη έρχεται να γείρει την αφηγηματική ζυγαριά όχι προς την πλευρά του αίματος και της αγριότητας, αλλά προς την πλευρά της καθημερινότητας των ανθρώπων, της περιγραφής του τοπίου και της πόλης, της πολιτισμικής ζωής των προσφύγων και της ανάδειξης του ψυχικού συγκλονισμού που δέχτηκαν από όσα συνέβησαν τα χρόνια της πολιτικής τους προσφυγιάς, στον μικρόκοσμό τους αλλά και στο   εποικοδόμημα.

Κλείνω αυτή τη μακρά αναφορά μου στο μυθιστόρημα της Χουζούρη με τούτο: για τους αναγνώστες που πάλεψαν μέσα από τις γραμμές της κομμουνιστικής αριστεράς            για την καλυτέρευση της ζωής –όπου κι αν βρίσκονται σήμερα ιδεολογικά- το μυθιστόρημα τούτο θέτει ένα ερώτημα που τους βασάνισε αφόρητα: «Σε τι λοιπόν έχει πιστέψει ο αδελφός μου;» αναρωτιέται η Μαρίκα Δ., αδελφή του Στέργιου Χ., όταν διαβάζει τις ανταποκρίσεις των εφημερίδων από το 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ το 1956 στο οποίο αποκαθηλώθηκε ο σταλινισμός και αποκαλύφθηκαν τα εγκλήματα της σταλινικής περιόδου. Ταυτόχρονα το μυθιστόρημα προσφέρει και μιαν απάντηση σ’ αυτό το τόσο καθοριστικό ερώτημα. Αυτή που σημειώνει στο σημειωματάριό του ο Στέργιος Χ., όταν κλονίζεται η πίστη του στην αυθεντία του Κόμματος μετά τα τραγικά γεγονότα του 1955, τότε που απαιτούσαν να πάρει θέση με τη μία ή την άλλη πλευρά των διχασμένων ηττημένων ανταρτών και στην ερώτηση: «Με ποιους είσαι γιατρέ;» απαντούσε: «Είμαι γιατρός για όλους!». Η απάντηση λοιπόν στο ερώτημα «Σε τι έχει πιστέψει ο αδελφός μου:», αυτό που σημειώνει ο γιατρός, είναι: «Είμαι με το όραμα. Πάντα με το όραμα». Όσο κι αν το βάρος της Ουτοπίας και η ανυποληψία της ανθρώπινης φύσης καταπλακώνουν τη δυνατότητα πραγμάτωσης του οράματος, είναι ωστόσο, έστω κι έτσι, μια ανακουφιστική απάντηση. Αν και λίγο πιο κάτω μια άλλη αποστροφή που λέει: «Τι να σου κάνει και το όραμα όσο όμορφο κι αν είναι όταν το ασχημίζουν τέτοιοι άνθρωποι;», βάζει τα πράγματα στη σωστή τους θέση.                                  
 Γιώργος Χ. Θεοχάρης

Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2011

Η Έλενα Χουζούρη τη Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου στις 8.00 μ.μ. παρουσιάζει το βιβλίο της "Πατρίδα από βαμβάκι"



Το Βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ
και οι EKΔOΣEIΣ ΚΕΔΡΟΣ
στο πλαίσιο του κύκλου εκδηλώσεων με θέμα: 
«Μνήμες Eμφυλίου, μνήμες ιστορίας,
η επιστροφή του πολιτικού μυθιστορήματος»
 σας προσκαλούν
τη Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011
στις 8:00 μ.μ.

σε μια συζήτηση με την Έλενα Χουζούρη
με αφορμή το νέο της βιβλίο
ΠΑΤΡΙΔΑ ΑΠΟ ΒΑΜΒΑΚΙ
 Θα προλογίσει ο ποιητής Γ. Χ. Θεοχάρης

Βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ
Δημάρχου Ι. Ανδρεαδάκη 47 (πρώην Πεσ. Μαχητών)
Λιβαδειά, τηλ.: 22610.23136

Με την παρουσίαση του μυθιστορήματος της Έλενας Χουζούρη κλείνει ο πρώτος κύκλος της ενότητας 
 «Μνήμες Eμφυλίου, μνήμες ιστορίας,
η επιστροφή του πολιτικού μυθιστορήματος»
ο οποίος ξεκίνησε στο βιβλιοπωλείο μας αρχές του 2010 και είχε εντυπωσιακή επιτυχία. Να θυμίσουμε ότι στον συγκεκριμένο κύκλο εκδηλώσεων καλέσαμε τους συγγραφείς να παρουσιάσουν και να συζητήσουν με το κοινό μας τα βιβλία τους, που ήταν τα ακόλουθα:
  • "Διπλωμένα φτερά" και "Θολός βυθός" του Γιάννη Ατζακά
  • "Οι κόρες της λησμονιάς" του Θ. Παπαθεοδώρου 
  • "Στην απέναντι όχθη" του Τηλέμαχου Κώτσια
  • "Απόψε δεν έχουμε φίλους" της Σοφίας Νικολαίδου
  • "Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ" της Μάρως Δούκα
  • Πατρίδα από βαμβάκι" της Έλενας Χουζούρη

Τρίτη 22 Φεβρουαρίου 2011

ΠΑΤΡΙΔΑ ΑΠΟ ΒΑΜΒΑΚΙ : Κριτικές προσεγγίσεις ... λίγο πριν την εκδήλωση

Της Τασούλας Βερβενιώτη*
Το βιβλίο Πατρίδα από Βαμβάκι, της Έλενας Χουζούρη, αναφέρεται στους Έλληνες πρόσφυγες του ελληνικού εμφυλίου που βρέθηκαν στα βάθη της Ασίας: στην Τασκένδη.
Ο εμφύλιος δημιούργησε ένα μεγάλο κύμα μετακινήσεων πληθυσμών. Η πιο μαζική (750.000 άνθρωποι, το 10% του πληθυσμού της χώρας) ήταν οι λεγόμενοι «ανταρτόπληκτοι». Η οδυνηρότερη όμως ήταν προς τις Ανατολικές χώρες, από τους ηττημένους μαχητές και μαχήτριες του Δημοκρατικού Στρατού. Η μεγαλύτερη ομάδα αυτών των ανθρώπων βρέθηκε στην Τασκένδη, την «πατρίδα από βαμβάκι».
Η συγγραφέας παρακολουθεί τον ήρωά της, τον γιατρό, όχι στατικά, αλλά πολύ πετυχημένα -μυθιστορηματικά- στη διάρκεια μιας άλλης μετακίνησής του προς τα Βαλκάνια, κοντύτερα προς την πατρίδα, όχι αυτήν από βαμβάκι, αλλά την άλλη, την Ελλάδα, όπου γεννήθηκε. Εκεί όμως δεν μπορεί να πάει.
Ο Ψυχρός Πόλεμος, στο πλαίσιο του οποίου διεξήχθη ο ελληνικός εμφύλιος, είχε μοιράσει την ανθρωπότητα σε δύο κόσμους, τα όρια των οποίων ήταν σχεδόν αδιαπέραστα. Οι Έλληνες βρέθηκαν στο Ανατολικό Μπλοκ με το όπλο παρά πόδα (σύμφωνα με τον γραμματέα του ΚΚΕ) ή με τη βαλίτσα πάρα πόδα, όπως χαρακτηριστικά γράφει η Έλενα Χουζούρη.
Οι ήρωες του μυθιστορήματος πολεμούσαν για μιαν «άλλη» κοινωνία, χωρίς εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους, όπως στη μεγάλη σοβιετική πατρίδα όπου εγκαταστάθηκαν.
Η ιδεολογία όμως της «άλλης» κοινωνίας δεν ήταν πανάκεια που από μόνη της μπορούσε να απελευθερώσει τους ανθρώπους. Στις αγροτικές περιοχές, από όπου κατάγονταν, οι συλλογικότητες ήταν πιο ισχυρές από τα άτομα. Ο διαφωτισμός και η έννοια του πολίτη και του ορθού λόγου ήταν άγνωστες.
Η πιο ισχυρή συλλογικότητα ήταν η οικογένεια. Μπορεί μέσα στην οικογένεια να ήταν όλοι δυσαρεστημένοι ή τσακωμένοι, αλλά προς τα έξω αποτελούσε ένα αρραγές μέτωπο. Η «τιμή» του ατόμου συνδεόταν με την «τιμή» της οικογένειας.
Στον εμφύλιο, ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά των «έκτακτων μέτρων», τα οποία θεσμοθέτησε η κυβέρνηση της Αθήνας, ήταν η καθιέρωση της συλλογικής ευθύνης των μελών της οικογένειας. Γι' αυτό ο πατέρας και ο αδελφός (ο στρατιωτικός) του ήρωα εγκαλούνται να τον αποκηρύξουν.
Στην Τασκένδη, το κόμμα ανέλαβε λειτουργίες της οικογένειας. Προέτρεψε τον γιατρό να παντρευτεί (και αυτός παντρεύτηκε) τη Σταυρούλα, που είχε αδέλφια στην ίδια μεγάλη κομματική οικογένεια. Και όταν ερωτεύτηκε την Όλγα, πάλι το κόμμα τον «έβαλε στη θέση του». Και ο ήρωάς μας υπάκουσε. Δεν δέχτηκε να πάρει ούτε το γράμμα που του έστειλε η αγαπημένη του για να μάθει ότι απέκτησε ένα ακόμα παιδί.
Νομίζω ότι έτσι θα έκαναν όλοι οι Έλληνες στην Τασκένδη. Και ο γιατρός -σε τελευταία ανάλυση- μπόρεσε να ερωτευτεί, γιατί εκτός από το χωριό του είχε ζήσει και στη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα και επιπλέον ήταν σπουδασμένος. Η Σταυρούλα δεν θα μπορούσε. Όχι γιατί ήταν περισσότερο «τιμία», αλλά γιατί είχε άλλες καταβολές.
Εξάλλου ο γιατρός δεν διανοήθηκε να αντισταθεί στην εντολή του κόμματος, γιατί για τους έλληνες αριστερούς, εντός και εκτός Ελλάδας, το κόμμα αποτελούσε μια υπερβατική δύναμη. Το κόμμα «ήξερε» και γι' αυτό οι αποφάσεις του δεν αμφισβητούνταν.
Το προσωπικό σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσε να μπει πάνω από το συλλογικό. Επιπλέον, στην Τασκένδη το κόμμα δεν έκανε μόνο γάμους, κρατούσε και την αλληλογραφία με τον «άλλο» κόσμο, που τόσο την είχαν ανάγκη οι πρόσφυγες. Μπορούσε να σου δώσει δουλειά ή να σου τη στερήσει. Η υπακοή στο κόμμα ήταν και θέμα επιβίωσης.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο της επέμβασης του κόμματος στην προσωπική ζωή μπορούμε να κατανοήσουμε και τις δημόσιες δηλώσεις στη διάρκεια της ανακαταγραφής. Ήταν γενικά αποδεκτό ότι το κόμμα έπρεπε να ξέρει όχι μόνο πόσοι ήταν δικοί του, αλλά και πόσο δικοί του ήταν.
Γιατί σε συνθήκες Ψυχρού Πολέμου, οι άνθρωποι χωρίζονται σε «δικούς μας» και σε εχθρούς μας. Και ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της εμφυλιοπολεμικής λογικής είναι η δαιμονοποίηση του αντιπάλου. Ο αντίπαλος είναι πάντα κακός και εάν τυχόν άλλαζε στρατόπεδο (γιατί για στρατόπεδα πρόκειται), ήταν προδότης.
Μια κοινωνία που δεν έχει μάθει να συζητά στήνοντας και στηρίζοντας ένα επιχείρημα, αλλά ούτε και να ακούει (βλ. τηλεοπτικές συζητήσεις) είναι μια κοινωνία που δημιουργεί εμφυλίους. Στα «γεγονότα» της Τασκένδης, ο σύντροφος έκοψε με τα δόντια του το αυτί του πρώην συντρόφου του, γιατί δεν μπορούσαν να συζητήσουν, αφού αντίθετη άποψη είχε μόνο ο εχθρός.
Σε τελική ανάλυση, ο εμφύλιος και ο Ψυχρός Πόλεμος δεν καθόρισαν απλώς τη ζωή των αριστερών ανθρώπων (να ζήσουν στην εξορία, στη φυλακή ή στην Τασκένδη), αλλά και τον τρόπο που σκέπτονταν. Και η σκέψη, όπως η ανθρωπότητα, διέθετε δύο πόλους: τους κακούς και τους καλούς. Το άσπρο και το μαύρο. Έλειπε ολόκληρη η γκάμα των χρωμάτων του ουράνιου τόξου, που προσπαθούμε, όπως η Έλενα Χουζούρη, να ανακαλύψουμε.
Στις αρχές του 21ου αιώνα, όπου η νέα τεχνολογία αλλάζει καθημερινά τη ζωή, τον τρόπο σκέψης και τα πρότυπά μας, όπου τα πάθη του 20ού αιώνα είναι τόσο μακρινά, αλλά και τόσο κοντινά, έχουμε τη δυνατότητα μιας άλλης προσέγγισης. Και θεωρώ ότι ο προβληματισμός που θέτει η Πατρίδα από Βαμβάκι είναι χρήσιμος.
Όσον αφορά το ερώτημα του ήρωα: «Ποιος φταίει; Οι άνθρωποι ή οι ιδέες;», νομίζω ότι απάντησα: τις ιδέες τις δημιουργούν και τις εφαρμόζουν οι άνθρωποι.

* Η Τασούλα Βερβενιώτη είναι ιστορικός.
 Ημερομηνία δημοσίευσης: ΑΥΓΗ: 09/02/2010
 
ΜΟΤΟ
Σε συνθήκες Ψυχρού Πολέμου, οι άνθρωποι χωρίζονται σε «δικούς μας» και σε εχθρούς μας. Και ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της εμφυλιοπολεμικής λογικής είναι η δαιμονοποίηση του αντιπάλου. Ο αντίπαλος είναι πάντα κακός και εάν τυχόν άλλαζε στρατόπεδο (γιατί για στρατόπεδα πρόκειται), ήταν προδότης.

Η Έλενα Χουζούρη έχει εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές, τρία δοκίμια για πρόσωπα και θέματα της λογοτεχνίας, ένα βιβλίο για παιδιά, μια συγκεντρωτική έκδοση κριτικών για έλληνες ποιητές και τα μυθιστορήματα "Σκοτεινός Βαρδάρης" και "Πατρίδα από βαμβάκι". Ο "Σκοτεινός βαρδάρης" ήταν υποψήφιο μυθιστόρημα για το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας (βραχεία λίστα) το 2005 και υποψήφιο για το βραβείο BALKANIKA το 2007 εκπροσωπώντας την Ελλάδα. Έχει μεταφραστεί στα σερβικά, βουλγαρικά και τουρκικά. Διηγήματα και ποιήματα της Έλενας Χουζούρη έχουν δημοσιευθεί σε συλλογικούς εκδόσεις και λογοτεχνικά περιοδικά. Οργάνωσε και διηύθυνε τις λογοτεχνικές σειρές Γραφές της Αθωότητας (1993-1996) και Γράμμα για Σένα (2001) στις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα. Διετέλεσε σύμβουλος έκδοσης στις εκδόσεις Πατάκη (1993-1999) και Λιβάνης (1996-1999). Εργάζεται ως δημοσιογράφος στην ΕΡΤ στον τομέα του πολιτισμού. Από το 2000 συνεργάζεται συστηματικά με τη "Βιβλιοθήκη" της εφημερίδας "Ελευθεροτυπία". Είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ και της Εταιρείας Συγγραφέων.


 Όσοι φίλοι θέλετε περισσότερες κριτικές ακολουθείστε τους παρακάτω συνδέσμους που επιλέξαμε
Μάρη Θεοδοσοπούλου, Ο γιατρός από την Τασκένδη,  "Ελευθεροτυπία"/ "Βιβλιοθήκη", τχ. 603, 14.5.2010

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Όταν όλα διαλύονται, "Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία"/ Ένθετο "7: Τέχνες και Ζωή", τχ. 417, 15.11.2009

Σάββατο 19 Φεβρουαρίου 2011

Μια νέα ποιητική συλλογή που αξίζει της προσοχής μας. Γιάννης Δούκας "Στα μέσα σύνορα".



ΔΙΑΙΡEΤΗΣ ΜΗΔEΝ 

Δίχως φόβο και δίχως ελπίδα 

Εναλλάσσοντας φίλους, πατρίδα 

Παβαρότι, Πικάσο και πίτσα 

Ανοιχτοί με καλούν ουρανοί 

Θα κρατώ μια ζωή τη βαλίτσα 

Που θα μείνει για πάντα αδειανή 

Σε μια πόλη με κίτρινα φώτα 

Στων αρχαίων ερώτων τα πρώτα 

Που κυλούν στο μεγάλο ποτάμι 

Και τα παίρνει μεμιάς η βροχή 

Σαν ιδρώτας κολλά στην παλάμη 

Των νεκρών που ξεχνάμε η ψυχή 

Στων ονείρων την άπραγη κόψη 

Ακουμπώντας του χρόνου την όψη 

Λαβυρίνθους στο διάβα μου χτίζω 

Και με τοίχους γεμάτους ρεφρέν 

Σαν πηλίκο γυμνό συνοψίζω 

Τι θα πει διαιρέτης μηδέν


Το παραπάνω ποίημα βρίσκεται στη συλλογή "Στα μέσα σύνορα". Κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες από τις εκδόσεις ΠΟΛΙΣ. Πρόκειται για ποίηση που δεν περνά απαρατήρητη και σίγουρα θα συζητηθεί πολύ στους κύκλους όσων αναζητούν ένα νέο λόγο στην ποίηση.
Ο Νίκος Δήμου σχολίασε στη Lifo:
«Έκπληξη αποτέλεσε για μένα η ποιητική συλλογή Στα μέσα σύνορα του νέου ποιητή Γιάννη Δούκα. Αναβιώνοντας με μοντέρνο τρόπο την παραδοσιακή στιχουργία (μέτρο και ρίμα), επιτυγχάνει δυνατά αποτελέσματα… Πολλές και ευφυείς οι διακειμενικές αναφορές.»

Ο Γιάννης Δούκας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1981. Σπούδασε Φιλολογία
στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο και Digital Humanities
στο King’s College του Λονδίνου. Το 2001 εξέδωσε μια συλλογή σύντο-
μων πεζογραφημάτων με τον τίτλο Ο κόσμος όπως ήρθα και τον βρήκα
(Κέδρος). Κείμενά του δημοσιεύονται στο Διαβάζω και στο προσωπικό του
ιστολόγιο (
http://dokime.wordpress.com/).

Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου 2011

Μια εξαιρετική κριτική της κ. Χαρ. Δημακοπούλου στην ΕΣΤΙΑ για το βιβλίο μας ΔΙΣΤΟΜΟ 10 ΙΟΥΝΙΟΥ 1944 - ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ


Με την πάροδο του χρόνου η έκδοση του βιβλιοπωλείου μας ΔΙΣΤΟΜΟ 10 ΙΟΥΝΙΟΥ 1944 – ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ, ανθολόγηση επιμέλεια Γ. Χ. Θεοχάρης, κατακτά θέση αξιόλογη στην ιστορική βιβλιογραφία, στα ράφια των βιβλιοπωλείων όλης της Ελλάδας και πληθαίνουν οι αναφορές και τα καλά λόγια στον ημερήσιο τύπο. Αυτή τη φορά το Σάββατο 29-1-2011 ήταν η σειρά της εφημερίδας ΕΣΤΙΑ να φιλοξενήσει κριτική της κ. Χαρ. Δημακοπούλου για το βιβλίο μας. Μια δημοσίευση που μας χαροποίησε ιδιαίτερα γιατί η κ. Χ. Δ. δείχνει ότι διάβασε με πολύ προσοχή το βιβλίο και έγραψε μια από τις πιο ενδιαφέρουσες κριτικές που είδαν το φως της δημοσιότητας. Σας την παρουσιάζουμε.
(Κλικ πάνω στις εικόνες για μεγένθυση)


Τρίτη 15 Φεβρουαρίου 2011

Χάρις στον Κώστα Ακρίβο θυμηθήκαμε τις αξίες που υπερασπίστηκε με τη ζωή και με τον θάνατό του ο Αλφόνς.


Ο Κώστας Ακρίβος γοήτευσε τους φίλους του βιβλιοπωλείου κατά την παρουσίαση του μυθιστορήματός του "Ποιος θυμάται την Αλφόνς". Μια ξεχωριστή βραδιά με έναν από τους πλέον αγαπητούς συγγραφείς στο κοινό μας και κεντρικό ήρωα μια προσωπικότητα συναρπαστική και μυστηριώδη.


Ο Γιώργος Θεοχάρης γι άλλη μια φορά ανταποκρίθηκε στο κάλεσμά μας και προλόγισε τον συγγραφέα με το κείμενο που σας παραθέτουμε.

Κώστας Ακρίβος: Ποιος θυμάται τον Αλφόνς;

Το πρόθεμα από τον Μοσκώβ-Σελήμ του Γεωργίου Βιζυηνού «Αλλά τι έχει λοιπόν αυτός ο παράξενος Τούρκος, και μου επήρε τον ύπνον, και μου εχάλασε την ησυχίαν;», με το οποίο ο Κώστας Ακρίβος διάλεξε να ξεκινάει το βιβλίο του για τον Αλφόνς, αποτελεί το βασικό στοιχείο για την κατανόηση της αιτίας η οποία ώθησε τον συγγραφέα να γράψει αυτό το βιβλίο.
Ο Κλέμενς Αλφόνς Ανδρέα Χοχάουζερ και παράξενος ήταν, στα μάτια όσων τον είδαν και τον συναναστράφηκαν και τον ύπνο του συγγραφέα επήρε και την ησυχία του εχάλασε.
Το αποτέλεσμα αυτής της κοπιώδους διαδικασίας η οποία διήρκεσε 4 έτη είναι το μυθιστόρημα που θα προσεγγίσουμε απόψε.

Ο Αλφόνς υπήρξε. Ήταν ένας άνθρωπος με σωματική και πνευματική υπόσταση. Η ζωή του όμως, ή, αν θέλετε, οι επιλογές ζωής που προέκυπταν από τον μέσα πάνθηρα που φώλιαζε στην ψυχή του, τον έκαναν μυθιστορηματικό ήρωα πρώτης γραμμής. Ο Ακρίβος, αξιοποιώντας το ακατέργαστο ανθρακούχο κοίτασμα που του έλαχε να εξορύξει, μας χάρισε ένα πουγκί διαμαντάκια, στη λάμψη των οποίων αποτυπώθηκε ο κόπος και το άλγος του τεχνίτη, με την ένταση που χαρακτηρίζεται από την προοπτική ταύτισης δημιουργού και δημιουργήματος. 

Αλλά ποιος ήταν ο Αλφόνς;

Γεννήθηκε στην Αυστρία το 1906. Το 1922, δεκάξι ετών, αφήνει το σπίτι του στις Άλπεις κι αρχίζει την ταξιδιωτική του περιπέτεια στη Μεσόγειο κι αλλού. Καταλήγει στο Αιγαίο και συγκεκριμένα στο Πήλιο όπου, με περιόδους σύντομων αναχωρήσεων, έζησε ως το θάνατό του.
Η ζωή του ήταν ασκητική εκ πεποιθήσεως. Υπήρξε από την αρχή ψαράς, αργότερα έτρεφε γουρούνια, καλλιεργούσε αμπέλι. Ήταν επικεφαλής μιας ομάδας ψαράδων, που ίσως την καθοδηγούσαν αρχαιοκάπηλοι, η οποία βρήκε και ανέσυρε κοντά στο ακρωτήριο Αρτεμίσιο το άγαλμα του Ποσειδώνα που βρίσκεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Με την έκρηξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου επέστρεψε στην πατρίδα του και ξαναγύρισε αργότερα στη Μαγνησία ως αξιωματικός της Βέρμαχτ. Το 1957 εγκαταστάθηκε οριστικά στο Πήλιο όπου έζησε μέχρι το θάνατό του.
Στο μεταξύ παντρεύτηκε Ελληνίδα, τη Χαρίκλεια από το Χορευτό, βαφτίστηκε χριστιανός ορθόδοξος, αυτός ο λάτρης του δωδεκάθεου, και πήρε το όνομα Ανδρέας.
Μετά τη Γερμανική Κατοχή ακούστηκαν στην περιοχή διάφορα για την ενεργή δραστηριοποίησή του με τους Ναζί, ο συγγραφέας ωστόσο, με την έρευνά του μας διαβεβαιώνει πώς δεν ισχύει κάτι τέτοιο, τουναντίον, αλλά μάλλον είναι προϊόν φθόνου κάποιων ντόπιων, αφού ο Αλφόνς, όπου έζησε, απέκτησε φανατικούς υποστηρικτές και θανάσιμους εχθρούς.
Το 1956 και για δώδεκα χρόνια γίνεται ξενοδόχος. Νοικιάζει έναν μοναστηριακό ξενώνα στο νησί Παλαιό Τρίκερι και διαμορφώνει τα κελιά και το χώρο σε εναλλακτικό τουριστικό ησυχαστήριο. Δεν υπάρχει ηλεκτρικό ρεύμα, ούτε υδραυλική εγκατάσταση υδρεύσεως. Υπάρχει η Φύση ακέραιη. Η φήμη του ξενώνα ταξιδεύει σ’ όλο τον πλανήτη. Δύο φορές φιλοξενείται εκεί η Γκρέτα Γκάρμπο, και μεταξύ άλλων πέρασαν κάποιες μέρες διακοπών η οικογένεια Ρότσιλντ, ο Νίκος Χατζηκυριάκος Γκίκας, και άλλοι. Όσο λειτουργούσε τον ξενώνα το όνομά του συνδέθηκε και με τον θάνατο, που μπορεί να ήταν δολοφονία, μιας τουρίστριας.
Άνθρωπος της Φύσης ο Αλφόνς, έχει ανεπτυγμένη οικολογική συνείδηση σε μιαν εποχή που ο κόσμος δεν διαισθάνεται ότι το φυσικό περιβάλλον χρειάζεται προστασία και ότι ο φυσικός πλούτος δεν είναι αστείρευτος. Ζει στη Φύση. Από αυτήν αντλεί δύναμη και ζωή. Όταν το φθαρτό σώμα αυτού του οικολογικού όντος θα κατοικηθεί από τον καρκίνο, το ελεύθερο και υπερήφανο πνεύμα του θα κατευθύνει τα βήματά του στο βόρειο άκρο του Πηλίου, στην τοποθεσία Κορομηλιά, πίσω από την μονή Φλαμουρίου. Εκεί ανέβαινε συχνά για ν’ απολαύσει το θέαμα της ανατολής του ήλιου μέσα από τα νερά του Αιγαίου. Σ’ αυτό λοιπόν το μέρος, ανέβηκε αρχές Γενάρη του 1981, μια μέρα που μαινόταν η χιονοθύελλα. Κάθισε σ’ έναν κομμένο κορμό οξιάς. Εκεί που καθόταν κάθε φορά που πήγαινε. Στο θρόνο του. Το χιόνι εξακολουθούσε να πέφτει και να σκεπάζει τη γύρω φύση και ό,τι υπήρχε ακίνητο πάνω της. Το χιόνι σκέπασε και τον αμετακίνητο από το θρόνο του Αλφόνς. Δύο μήνες αργότερα, στις 14 Μαρτίου, βρήκαν το πτώμα του παγωμένο και χωρίς καμιά αλλοίωση. Το σεβάστηκαν ακόμα και τα αγρίμια που τόσο πολύ αγαπούσε, γράφει ο Κώστας Ακρίβος.

 


Εκείνο που κάνει ελκυστική την ανάγνωση του βιβλίου είναι το αποτέλεσμα συνετής και μάλλον βέλτιστης διαχείρισης, από τον Ακρίβο, του ογκώδους πραγματολογικού υλικού που συνέλεξε. Κι ακόμη περισσότερο η ομογενοποίηση επινοημένου υλικού τεκμηρίων έτσι ώστε να μη ξεχωρίζει από το πραγματικό.
Αυτή η επιλογή του συγγραφέα μάς έδωσε ένα κείμενο που είναι ταυτόχρονα: μυθιστόρημα χαρακτήρων,  αστυνομικό μυθιστόρημα, επιστολικό μυθιστόρημα, μυθιστόρημα τεκμηρίων, ημερολόγιο του μυθιστορηματικού ήρωα και ημερολόγιο του συγγραφέα. Κι εδώ πρέπει να πούμε ότι η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο γίνεται από έναν συγγραφέα, ο οποίος ερευνά και γράφει για τον Αλφόνς. Αυτός ο συγγραφέας, ως πρόσωπο της μυθιστορηματικής δράσης, είναι ταυτόσημος, ηλικιακά, λογοτεχνικά, καταγωγικά, φιλαθλητικά, επαγγελματικά, με τον Ακρίβο, αλλά δεν τον λένε Κώστα. Το όνομά του είναι Στέργιος.
Στο μυθιστόρημα, λοιπόν, παράλληλα με την πλοκή, τρέχει και ένα κείμενο για την καθημερινότητα του Βόλου, της Μαγνησία πλατύτερα, για ανθρώπους καθημερινούς και για πρόσωπα της γραφής και της Τέχνης γενικότερα, για βιβλία και συμβάντα στο σήμερα, δηλαδή στο σήμερα του χρονικού διαστήματος έρευνας και γραφής του μυθιστορήματος. Μέσα στα πρόσωπα αυτά περιλαμβάνεται, στη σ. 106, και ο Νίκος Λ., που δεν είναι άλλος από τον αποψινό μας οικοδεσπότη Νίκο Λαμπρόπουλο, ο οποίος εφοδίασε τον Ακρίβο με ένα τεκμήριο για τον Αλφόνς, που εντόπισε στο περιοδικό Passport.
Παράλληλα επίσης τρέχουν ημερολογιακές σημειώσεις του συγγραφέα, κατάλογοι τεκμηρίων που καταρτίζονται με φωτογραφίες και δημοσιεύματα, πολλά από τα οποία τελικώς εντάσσονται στο βιβλίο, πλάνα ενεργειών για την έρευνα που εκπονούνται κάθε φορά από τον συγγραφέα. Γενικά κάθε τι που αποτελεί τη χειρωναξία του εργάτη της γραφής. Έτσι ο αναγνώστης μπαίνει, με έναν τρόπο, στο γραφείο του συγγραφέα και παρακολουθεί το πώς εργάζεται, νοιώθοντας κι αυτός συμπάσχων, συνένοχος, άφωνος συνομιλητής, και κάπως συνδημιουργός.
Τι ήταν τελικά αυτό που έκανε τον Στέργιο να ερευνήσει και να γράψει για τον Αλφόνς; Τι ήταν, δηλαδή, αυτό που ώθησε τον Κώστα Ακρίβο να δημιουργήσει τον Στέργιο ως alter ego του και να γράψει για τον Αλφόνς; Τι είχε λοιπόν, θα λέγαμε παραφράζοντας τον Βιζυηνό, αυτός ο παράξενος Αυστριακός, και του επήρε τον ύπνον, και του εχάλασε την ησυχίαν; Γιατί, αληθινά, η ψυχική διάθεση του Στέργιου προς τον ήρωά του διαγράφει μιαν αξιοπρόσεκτη αρμονική που εκτείνεται από την περιέργεια και το ενδιαφέρον στη συμπάθεια και τον θαυμασμό, από εκεί μεταστρέφεται σε ζήλια, φθόνο και αντιπάθεια, για να καταλήξει ξανά σε συμπάθεια που ξεπερνά εντέλει τα όρια της αγάπης και φθάνει στην ταύτιση.
Τι ήταν, συνεπώς, το κινούν;
Ας μιλήσει το κείμενο:

Η ζωή (του) ήταν γεμάτη κακουχίες, ταλαιπωρίες, φτώχεια, πείνα, κατατρεγμούς, μοναξιά, κινδύνους. Από την άλλη όμως… Δεν είναι θαυμάσιο να ζεις μες στη φύση; Να είσαι οργανικά δεμένος με τους ρυθμούς και την ανάσα της γης; Να νιώθεις αναπόσπαστο κομμάτι με τα φυσικά φαινόμενα; Να μη σε τρομάζουν η χιονοθύελλα και οι μπόρες, να θεωρείς τα δέντρα φίλους, το ίδιο και τα ζώα ή τα αγρίμια, να έχεις προσαρμόσει τις ανάγκες σου μονάχα σε ό,τι σου προσφέρει το δάσος; Να είσαι απαλλαγμένος από συμβάσεις και ψευδοϋποχρεώσεις που γεννάει η κοινωνία; Δεν είναι ωραίο να μη συμβιβάζεσαι με κανόνες που τσακίζουν την προσωπικότητά σου; Να μην υπακούς σε νόμους που έγιναν μόνο και μόνο για να εξυπηρετηθεί η αναγκαστική ομαδική συμβίωση; Δεν είναι φυσιολογικό να θεωρείς πυξίδα στη ζωή σου τη φωνή της δικής σου συνείδησης; Πράγμα εξαίσιο να έχεις κατακτήσει το ύψιστο αγαθό της ελευθερίας, όπως το είχε κάνει ο Αλφόνς;

Ιδού, λοιπόν!
Το κινούν δεν είναι τίποτα λιγότερο ή περισσότερο από το αίτημα κατάκτησης του ύψιστου αγαθού της ελευθερίας!
Της ελευθερίας μέσα σε συνθήκες όχι ανελεύθερες πολιτικά, νομοθετικά, οικονομικά, κοινωνικά.
Της ελευθερίας που αναφέρεται στην αυτοδιαχείριση και αυτοδιάθεση του ατόμου ως υλικό σώμα, ως πνεύμα, ως επιθυμία, ως απόλαυση, ως ανάγκη για μοναξιά ή για συμβίωση, ως επιλογές, ως αυτάρκεια, ως συνείδηση, ως συμπεριφορά απέναντι στο αγαθό της ζωής, ως στάση ζωής, ως συγγνώμη απέναντι στην υπεροψία των συνανθρώπων, ως ανάληψη ευθύνης, ως δικαίωμα στη χαρά και στην ευτυχία, ως δικαίωμα επιλογής του τρόπου και του δρόμου που θα βαδίσεις προς την ανυπαρξία.

Ιδού, λοιπόν, το κινούν διακύβευμα!
Ιδού και το αποτέλεσμα αυτής της κινητοποίησης, αυτού του συγκλονισμού: Ποιος θυμάται τον Αλφόνς;
Χάρις στον Κώστα Ακρίβο θυμούμαστε τις αξίες που υπερασπίστηκε με τη ζωή και με τον θάνατό του ο, μυθιστορηματικός ή ο υπαρκτός Αλφόνς αδιάφορο. Θυμούμαστε και εμπνεόμαστε από τις αξίες ζωής που εγκιβώτισε ο Κώστας Ακρίβος στο εξαιρετικό του βιβλίο.  

Γιώργος Χ. Θεοχάρης

Και ένα απόσπασμα στο ολιγόλεπτο βίντεο που ακολουθεί με τον Κώστα Ακρίβο στο βήμα του βιβλιοπωλείου

Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2011

Ο συγγραφέας Κώστας Ακρίβος τη Δευτέρα 14-2-2011 παρουσιάζει το βιβλίο του "Ποιός θυμάται τον Αλφόνς" - ένα όνομα θρύλος σε ολόκληρη την Ευρώπη.



«Τυχοδιώκτης ή πρωτοπόρος οικολόγος;
Λάτρης της Ελλάδας ή αρχαιοκάπηλος;
Ναζί ή θύμα της ιστορίας;»

Το βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ
και οι εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου

του ΚΩΣΤΑ ΑΚΡΙΒΟΥ

Ποιος θυμάται τον Αλφόνς

Θα προλογίσει ο ποιητής Γ. Χ. Θεοχάρης
και θα ακολουθήσει συζήτηση με το συγγραφέα

τη  Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου 2011
ώρα  8.00 μ.μ.
στο βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ

(Δημάρχου Ι. Ανδρεαδάκη 49, πρώην Πεσ. Μαχητών, Λιβαδειά)


Μια δαιμονική φλόγα καίει την ψυχή του Αλφόνς Χοχάουζερ. Είναι μόλις δεκάξι χρονών όταν εγκαταλείπει το πατρικό του σπίτι στις Άλπεις για να περιπλανηθεί στις χώρες του Νότου. 
Το 1926 φτάνει στο Πήλιο «εδώ θα ζήσω!» παίρνει την απόφαση. Για να τα καταφέρει, κάνει όλα τα επαγγέλματα της γης και της θάλασσας. Πολύ γρήγορα το όνομά του γίνεται θρύλος σε ολόκληρη την Ευρώπη. Και πώς όχι: Γκρέτα Γκάρμπο, Ποσειδώνας του Αρτεμισίου, ναζί, ο Έρωτας στα χιόνια… 
Τριάντα χρόνια μετά το απίστευτο τέλος που είχε, ένας συγγραφέας ψάχνει και ρωτάει γι’ αυτόν...
Περισσότερες πληροφορίες για τον Αλφόνς Χοχάουζερ μπορείτε να βρείτε, μεταξύ άλλων, στους εξής δικτυακούς τόπους:
και στο μπλόγκ του βιβλιοπωλείου

Τετάρτη 9 Φεβρουαρίου 2011

ΠΟΙΟΣ ΘΥΜΑΤΑΙ ΤΟΝ ΑΛΦΟΝΣ : ένα συναρπαστικό βιβλίο για μια θρυλική φυσιογνωμία


Η αινιγματική, χαρισματική αλλά συνάμα θρυλική και πρωτοπόρα φυσιογνωμία του Αλφόνς Χοχάουζερ - που άφησε τις Άλπεις για να εγκατασταθεί στο Πήλιο από το 1926 μέχρι το 1982 που έφυγε από τη ζωή με ένα μοναδικό και ανεπανάληπτο τρόπο που δεν σας αποκαλύπτω γιατί πρέπει να τον βιώσετε διαβάζοντας το βιβλίο – ζωντανεύει στο νέο μυθιστόρημα του αγαπημένου στο κοινό μας συγγραφέα ΚΩΣΤΑ ΑΚΡΙΒΟΥ. Ένα βιβλίο μοντέρνας γραφής που όσο προχωράει ενσωματώνει τον αναγνώστη στο κλίμα μιας κοντινής αλλά παντελώς άγνωστης εποχής με άξονα τη φυσιογνωμία του Αλφόνς και πρωταγωνιστές τη Γκρέτα Γκάρμπο, τους Ναζί, το περίφημο άγαλμα του Ποσειδώνα (που αυτός ανέσυρε κοντά στο Τρίκερι) και πλήθος άλλων προσώπων και γεγονότων. Ένα μυθιστόρημα πλοκής βασισμένο σε έρευνα που οδηγεί σ’ ένα πυρετώδες ρεπορτάζ. Και στο βάθος του πλάνου ο ίδιος ο συγγραφέας, κάποιοι φίλοι του παθιασμένοι με την ιστορία που τον βοηθούν μαζί με συγγενείς του Αλφόνς και όλοι τους συνθέτουν το παζλ μιας εντυπωσιακής προσωπικότητας.
Είμαι από τους τυχερούς που παρακολούθησαν το στήσιμο αυτού του παζλ. Δύο μεγάλα ερωτήματα με συντρόφευαν μέχρι να δω ολοκληρωμένο το βιβλίο.

α) Πώς κατάφερε αυτός ο έφηβος που έφτασε στο Πήλιο και έκανε για χρόνια το 
χοιροβοσκό και τον ψαρά να διαθέτει τέτοια αντίληψη και στάση ζωής, διασυνδέσεις με προσωπικότητες και παράλληλα τη φιλοσοφική κατάρτιση και παιδεία που δείχνουν τα γραπτά του στο τελευταίο μέρος του βιβλίου;
β) Μπορεί αυτή η γνώση να ήταν επίκτητη, προϊόν μόνο μιας προσωπικής αυτογνωσίας;
Στην ερώτηση αν απαντήθηκαν, θα πω ΝΑΙ για τον ήρωα του Ακρίβου, διατηρώντας τις επιφυλάξεις μου για τον πραγματικό Αλφόνς.
Και κάτι τελευταίο.
Διαβάστε το, θα σας συναρπάσει.
Λαμπρόπουλος Νίκος
Στη φωτογραφία - δώρο του Κ. Ακρίβου κατά τη διάρκεια της έρευνας - ο Αλφόνς δεξιά στη βάρκα

Κριτικές - Παρουσιάσεις για το βιβλίο σε περιοδικά και εφημερίδες 



Σταυρούλα Παπασπύρου, Ο Αλφόνς που έγινε Αντρέας, "Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία"/ Ένθετο "7: Τέχνες και Ζωή", τχ. 451, 11.7.2010
Ξενοφών Μπρουντζάκης, Ποιος θυμάται τον Αλφόνς, "Το Ποντίκι"/ "Βιβλιοπόντικας", 1.7.2010

Ρούλα Γεωργακοπούλου, Ήρωες στο σκοτάδι, "Τα Νέα"/ "Βιβλιοδρόμιο", 26.6.2010





Ο Κώστας Ακρίβος έχει γεννηθεί το 1958 στις Γλαφυρές Βόλου και υπηρετεί ως φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Βιβλία του: Η Δοτική του Χάους (Νέα Σύνορα-Λιβάνης), Αλλοδαπή (Νέα Σύνορα-Λιβάνης), Στο κάτω κάτω της γραφής είναι ένα ψέμα (Κέδρος), Το γέλιο της έκτης μέρας (Κέδρος), Κίτρινο ρώσικο κερί (Κέδρος), Σφαίρα στο βυζί (Κέδρος), Καιρός για θαύματα (Κέδρος), Πανδαιμόνιο (Μεταίχμιο), Τελετές ενηλικίωσης (Μεταίχμιο) κ.ά.
Στο βιβλιοπωλείο μας, παρουσίασε το βιβλίο του «Πανδαιμόνιο» το Φεβρουάριο του 2008.

Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2011

Και η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της Κυριακής με αιχμή τις τοποθετήσεις μας δίνει άλλη διάσταση στην αμφισβήτηση της αξιοπιστίας του βραβείου αναγνωστών



Bραβείο αδιαφάνειας στο βραβείο Αναγνωστών
 Βιβλιοπώλες και συγγραφείς εκφράζουν ερωτήματα για τον θεσμό του ΕΚΕΒΙ
Της Όλγας Σελλά
«Πριν από το βραβείο, το βιβλίο μου είχε πουλήσει περίπου 15 χιλ. αντίτυπα. Μετά τη βράβευση και μέχρι σήμερα έφτασε τις 60 χιλιάδες αντίτυπα». Τα λόγια ανήκουν στον συγγραφέα Γιάννη Καλπούζο, που το 2009 με το βιβλίο του «Ιμαρέτ», κέρδισε το Βραβείο Αναγνωστών το οποίο απονέμει τα τελευταία έξι χρόνια το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου. Ενας νέος θεσμός, μόλις έξι χρόνων, που στο μικρό αυτό διάστημα έχει τροποποιήσει πολλές φορές τη διαδικασία. Σήμερα, το τελικό αποτέλεσμα, το Βραβείο Αναγνωστών, διαμορφώνεται κατά 50% από τα μέλη των Λεσχών Ανάγνωσης και κατά 50% από τους αναγνώστες, οι οποίοι συνεχίζουν να ψηφίζουν μέσω sms.
Παρ’ όλα αυτά, όλο και πιο έντονα ακούγονται φωνές που επισημαίνουν ότι το Βραβείο Αναγνωστών απλώς φτιάχνει ένα ακόμη ευπώλητο βιβλίο, δίνοντας την ευκαιρία σε συγγραφείς λιγότερο γνωστούς μέχρι εκείνη τη στιγμή να πουλήσουν μερικές χιλιάδες αντίτυπα περισσότερα. Ολοι μαθαίνουμε μέσω της ΕΡΤ τον νικητή του Βραβείου Αναγνωστών κάθε χρονιά, και περίπου ένα μήνα νωρίτερα έχει γίνει γνωστή η short list από τα οποία θα επιλεγεί ο «νικητής». Χωρίς περαιτέρω λεπτομέρειες όμως. Ούτε με ποιον τρόπο η κάθε Λ.Α. επιλέγει τα δικά της προτεινόμενα βιβλία, ούτε πόσοι μετέχουν στην αρχική ψηφοφορία, ούτε πώς διαμορφώνονται οι επιλογές τους, ούτε τελικά ποιο είναι δεύτερο, τρίτο, κ.λπ. στην προτίμηση των αναγνωστών. «Κανείς πλην των ελαχίστων ανθρώπων του ΕΚΕΒΙ (κι αυτή είναι η καλή υπόθεση) δεν ξέρει πώς ψήφισαν οι Λ.Α. και πώς προέκυψαν τα 15 βιβλία της λίστας ούτε, πολύ περισσότερο, πώς ψήφισαν οι αναγνώστες ούτε, τέλος, την τελική κατάταξη των βιβλίων εφόσον το ΕΚΕΒΙ, αφενός δεν δίνει κανένα επίσημο στοιχείο, αφετέρου δεν εξασφαλίζει τη φερεγγυότητα της διαδικασίας», επισημαίνει ο συγγραφέας Θοδωρής Παπαθεοδώρου.
Ο Νίκος Λαμπρόπουλος, που διατηρεί στη Λιβαδειά το βιβλιοπωλείο «Σύγχρονη Εκφραση», ασχολείται συστηματικά με τον προβληματισμό γύρω από το Βραβείο Αναγνωστών. Πρόσφατα δημοσίευσε στο blog του ένα ακόμη κείμενο, με αφορμή το φετινό βραβείο: «Πώς μπορεί να ψηφίστηκε πρώτο από σύνολο 6.239 ψηφοφόρων “αναγνωστών” ένα βιβλίο (σ.σ.: φετινή νικήτρια η Ελένη Πριοβόλου με το βιβλίο «Οπως ήθελα να ζήσω») που βρίσκεται μόλις στη δεύτερη ανατύπωση, όταν πολλά συνυποψήφια έπαιζαν μεταξύ 10 - 30 χιλιάδες αντίτυπα;», λέει ανάμεσα σε άλλα. «Αν ήταν ένα πραγματικό βραβείο αναγνωστών, θα έπρεπε να το πάρει η Λένα Μαντά», λέει στην «Κ» ο Ν. Λαμπρόπουλος.
«Εχει εξελιχθεί σε ένα σύστημα διαπλοκής»
«Πιστεύω ότι το βραβείο αναγνωστών πρέπει να καταργηθεί. Και πρέπει να καταργηθεί διότι έχει εξελιχθεί σε ένα σύστημα διαπλοκής, το οποίο το ΕΚΕΒΙ και κανείς άλλος δεν μπορεί να ελέγξει. Από την ημέρα που δημιουργήθηκε είχε ακριβώς το πρόβλημα ότι δεν ήταν διαφανές και δεν μπορούσε να εξασφαλίσει ένα πλαίσιο φερεγγυότητας. Αυτό διαπιστώθηκε στην πρώτη του μορφή, όπου ψήφιζαν οι αναγνώστες απευθείας και στη σημερινή μορφή όπου ψηφίζουν με βάση μια σορτ λιστ των Λεσχών Ανάγνωσης. Από τη στιγμή που η διαφάνεια δεν εξασφαλίζεται, το ΕΚΕΒΙ θα πρέπει να αποσυρθεί από τη διοργάνωση αυτού του βραβείου. Αν οι εκδότες θέλουν να κάνουν ένα βραβείο αναγνωστών να το κάνουν με το δικό τους σωματείο, όπως γίνεται στη Γερμανία ή την Ολλανδία», δηλώνει στην «Κ» ο συγγραφέας Πέτρος Μάρκαρης, πρώην πρόεδρος του ΕΚΕΒΙ. Σύμφωνα με πληροφορίες, πρόταση για απεμπλοκή του ΕΚΕΒΙ από το Βραβείο Αναγνωστών έχει τεθεί και στο νυν Δ.Σ. αλλά δεν απέσπασε τη σύμφωνη γνώμη της πλειοψηφίας.
Ψηφίζονται μόνο τα πιο αγαπημένα βιβλία
Θέσαμε στο Εθνικό Κέντρο Βιβλίου ερωτήματα με τις απορίες μας, και πήραμε τις ακόλουθες απαντήσεις:
Θεωρείτε ότι είναι αδιάβλητη η διαδικασία των sms, όταν είναι διαπιστωμένο ότι βραβεύονται βιβλία που έχουν πολύ λιγότερες πωλήσεις από άλλα συνυποψήφια;
Μπορεί ένα βιβλίο που διαβάσαμε να μη μας αρέσει. Η φιλοσοφία του Βραβείου Αναγνωστών δεν σχετίζεται με τα νούμερα των πωλήσεων. Ψηφίζονται μόνο τα πιο αγαπημένα βιβλία, και γι’ αυτό είναι το μοναδικό βραβείο στην Ελλάδα που «πουλάει» εκ των υστέρων. Το βραβείο έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη του κοινού. Η ψηφοφορία με sms είναι μια έγκριτη, αδιάβλητη διαδικασία. Εχει αξιοποιηθεί πολλές φορές τα τελευταία χρόνια σε διαγωνισμούς εθνικής και διεθνούς εμβέλειας, και έχει, επιπλέον για μας, τη σφραγίδα κύρους της ΕΡΤ, του συνδιοργανωτή του βραβείου.
Γιατί δεν ανακοινώνονται το δεύτερο ή το τρίτο βιβλίο στη σειρά προτίμησης των αναγνωστών; Γιατί δεν δίνονται στη δημοσιότητα οι προτιμήσεις των λεσχών έστω κατά περιφέρειες, ώστε να υπάρχει η εικόνα του τι επιλέγει η Κρήτη, η Μακεδονία, τα Δωδεκάνησα;
Σε κανένα βραβείο διεθνώς δεν ανακοινώνεται η σειρά των βιβλίων που δεν βραβεύτηκαν (ούτε καν στο βραβείο Νομπέλ!)».
Οι Λέσχες Ανάγνωσης επιλέγουν από βιβλία που τα μέλη τους έχουν διαβάσει στη διάρκεια της χρονιάς ή από μια μεγάλη λίστα που το ΕΚΕΒΙ τους στέλνει;
Ο κατάλογος των υποψήφιων βιβλίων αποτελείται από όλα τα ελληνικά μυθιστορήματα της χρονιάς, σύμφωνα με τη βάση της Βιβλιονέτ.
Το Βραβείο Αναγνωστών έχει αλλάξει αρκετές φορές πλαίσιο και διαδικασία στα λίγα χρόνια που υπάρχει. Η επιλεγμένη αυτή τη στιγμή διαδικασία φαίνεται να κρίνεται και πάλι. Υπάρχουν σκέψεις στο ΕΚΕΒΙ για αλλαγή αυτής της διαδικασίας;
Οι μικρές, επιμέρους αλλαγές που έγιναν τα πρώτα χρόνια στη διαδικασία του βραβείου, έγιναν για να το κάνουν πιο δημοκρατικό. Από τη στιγμή που δημιουργήθηκαν Λέσχες Ανάγνωσης σε όλη την Ελλάδα, θεωρήσαμε σκόπιμο να τους δώσουμε ενεργό ρόλο στη διαδικασία του βραβείου, υποκαθιστώντας τους επαγγελματίες (και το κοινό δικαιούται να έχει τη γνώμη του!). Οι αλλαγές προς το καλύτερο είναι θεμιτές. Γιατί να τις αποκλείουμε εάν μπορούμε να βελτιώσουμε έναν πετυχημένο θεσμό, που οδήγησε στη βράβευση, τα προηγούμενα χρόνια, συγγραφέων όπως η Ευγενία Φακίνου, η Ρέα Γαλανάκη, ο Ανδρέας Μήτσου, ο Δημήτρης Μπουραντάς, ο Γιάννης Καλπούζος και η Ελένη Πριοβόλου.

Σημείωση: Τα πλάγια γράμματα και οι επισημάνσεις των ονομάτων πάνω στο κείμενο της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ  6/2/2011 δικές μας.
Σε προσεχή ανάρτηση θα σχολιάσουμε αναγκαστικά τις απαντήσεις του ΕΚΕΒΙ στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ.

Παρασκευή 4 Φεβρουαρίου 2011

Η τοποθέτηση του βιβλιοπωλείου μας για το “βραβείο αναγνωστών” τυγχάνει ευρείας αποδοχής και δημιουργεί τις προϋποθέσεις διαλόγου για επανεξέταση του θεσμού.



Ευρείας αποδοχής και δημοσιότητας έτυχαν οι θέσεις που διατυπώσαμε σχετικά με το “βραβείο αναγνωστών” απο τις στήλες του παρόντος blog. Θέσεις τις οποίες προβάλλουμε με επιμονή τα τελευταία τρία χρόνια και φέτος τις κωδικοποιήσαμε, έγιναν αντικείμενο σχολιασμού και θετικών αντιδράσεων από συγγραφείς, δημοσιογράφους και κριτικούς.
Την ανάρτησή μας, επαναδημοσίευσε η ιστοσελίδα του “bookpress” , και την επανέφερε στο προσκήνιο στο νέο του τεύχος αρ. 4 το περιοδικό “the books' journal” όπως φαίνεται και στη φωτογραφία.
Ενδιάμεσα ο ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟΣ στο ένθετο ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗ της Καθημερινής του Σαββάτου 18-12-2010 έγραψε.

... Eνδιαφέρων ο προβληματισμός που έφτασε από τη Λιβαδειά από τον δραστήριο βιβλιοπώλη Nίκο Λαμπρόπουλο («Σύγχρονη Eκφραση»). Θίγει αυτό που συζητάμε μεταξύ μας αρκετοί χαμηλόφωνα – κι άλλοι πιο δυνατά: τις γκρίζες ζώνες που συνοδεύουν τα τελευταία χρόνια το Bραβείο Aναγνωστών του EKEBI. Γράφει ο καλός βιβλιοπώλης στο blog του: «Eνα ακόμα “βραβείο αναγνωστών” που δεν πείθει είναι αυτό που απονεμήθηκε στη συγγραφέα Eλένη Πριοβόλου. Kαι δεν αναφέρομαι στη λογοτεχνική αξία του βιβλίου, μιας και δεν είναι αυτό το ζητούμενο του συγκεκριμένου βραβείου». Kαι αναρωτιέται δυνατά: «Πώς μπορεί να ψηφίστηκε πρώτο από σύνολο 6.239 ψηφοφόρων “αναγνωστών” ένα βιβλίο που βρίσκεται μόλις στη δεύτερη ανατύπωση, όταν πολλά συνυποψήφια έπαιζαν μεταξύ 10.000 έως 30.000 αντιτύπων;», λέει ο N. Λαμπρόπουλος μεταξύ άλλων. H αλήθεια είναι ότι όλοι έχουμε απορίες ως προς αυτόν τον θεσμό, αλλά κανείς δεν μας τις λύνει...
Μετά απ' αυτή την εξέλιξη πιστεύουμε ότι δημιουργούνται οι καλύτερες προϋποθέσεις για να ανοίξει ένας ουσιαστικός διάλογος για την πορεία αυτού του βραβείου. Άλλωστε είναι και η απαίτηση των περισσοτέρων συγγραφέων που ήρθαν σε επαφή μαζί μας.


Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2011

Χειμαρρώδης ο Δημήτρης Μπουραντάς ... κι ένα κοινό διψασμένο για συζήτηση.

Ο καθηγητής Δ. Μπουραντάς στο βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ

Απολαυστική η χθεσινή διάλεξη του Δημήτρη Μπουραντά στους φίλους του βιβλιοπωλείου μας που έδωσαν και πάλι βροντερό παρών  και συμμετείχαν σε συζήτηση μεγάλης διάρκειας.

Ο καθηγητής Δ. Μπουραντάς στο βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ

Οι περισσότεροι, γνωρίσαμε τον Δημήτρη Μπουραντά το 2008 από το βιβλίο του «Όλα σου τα 'μαθα, μα ξέχασα μια λέξη».
Ένα μυθιστόρημα που επιχείρησε να μας μάθει όσα συνήθως δε διδάσκονται: Πώς να δημιουργήσουμε ένα προσωπικό όραμα, πώς να αντιμετωπίσουμε την αβεβαιότητα, τα διλήμματα και τις αντιφάσεις της ζωής, πώς να ζήσουμε μια ζωή αυθεντική και γεμάτη νόημα.
Αφορμή για την εκδήλωση στάθηκε η έκδοση του νέου του βιβλίου «Επί σκηνής χωρίς πρόβα», ένός βιβλίου που αναφέρερεται, στην κρίση αξιών αλλά και τις αδυναμίες του πολιτικού συστήματος, εξηγεί πως η κατανάλωση διαβρώνει τις ανθρώπινες σχέσεις αλλά και δίνει οδηγίες για την αναζήτηση της «καλής ζωής».

Ο κ. Μπουραντάς μέσα από την ομιλία που είχε ως θέμα:  
«Να ζήσω τη ζωή μου και να μην αφήσω να με ζήσει αυτή»  ανάλυσε τις βασικές θέσεις του πάνω στα δύο αυτά βιβλία και συζήτησε διεξοδικά και χωρίς υπεκφυγές με τους φίλους που είχαν κατακλύσει κάθε σημείο του βιβλιοπωλείου ενώ γι άλλη μια φορά ήταν πάρα πολλοί αυτοί που δε χώρεσαν στην αίθουσα.