Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2016

ΜΑΤΑΡΟΑ το πλοίο που το όνομά του έγινε θρύλος καθώς μετέφερε και έσωσε το Δεκέμβρη του 1945 δεκάδες ανθρώπους, εκ των οποίων 32 παράνομα μέλη του ΚΚΕ και νέους διανοούμενους στο Παρίσι

21 προς 22 Δεκεμβρίου 1945.
 Ένα πλοίο σαλπάρει από τον Πειραιά μεταφέροντας 130 περίπου ανθρώπους, εκ των οποίων 32 παράνομα μέλη του ΚΚΕ και νέους διανοούμενους.
Το όνομα του πλοίου έγινε θρύλος: ΜΑΤΑΡΟΑ.

Το πλοίο αυτό μετέφερε από την Ελλάδα ως τον Τάραντα στη νότια Ιταλία στα τέλη Δεκεμβρίου του 1945 αριθμό Ελλήνων καλλιτεχνών και επιστημόνων που είχαν ως στόχο να φτάσουν στο Παρίσι, προκειμένου να γλιτώσουν από τις πολιτικές διώξεις κατά τη διάρκεια του ελληνικού εμφυλίου. Η μεγάλη πλειοψηφία τους ήταν υπότροφοι του γαλλικού κράτους. Το ταξίδι οργανώθηκε από τον τότε διευθυντή του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών, τον φιλέλληνα Οκτάβιο Μερλιέ, και τον Ροζέ Μιλλιέξ.
 Ορισμένοι των επιβατών του έγιναν παγκοσμίως γνωστοί. Υπήρχε, επίσης, μεταξύ τους αριθμός εκπροσώπων και άλλων τομέων επαγγελμάτων, οι οποίοι δεν στερούνταν ταλέντου. Ορισμένοι εξ αυτών πραγματοποίησαν το ταξίδι με δικά τους έξοδα.
Στο «Ματαρόα» δεν επιβιβάστηκαν μόνο αριστεροί, μεταξύ τους 32 παράνομα μέλη του ΚΚΕ, γόνοι φτωχών οικογενειών, προοδευτικών και φιλοαριστερών πεποιθήσεων αλλά και γόνοι αστικών οικογενειών.

Καλλιτέχνες και επιστήμονες που είχαν επιβιβαστεί

  • Νέλλη Ανδρικοπούλου, ζωγράφος (η οποία νυμφεύθηκε αργότερα τον Νίκο Εγγονόπουλο)
  • Κώστας Αξελός, φιλόσοφος

  • Δημήτρης Χωραφάς

  • Ντίκος Βυζάντιος

  • Κορνήλιος Καστοριάδης, φιλόσοφος

  • Κόστα Κουλεντιανός, γλύπτης
  • Μιμίκα Κρανάκη, συγγραφέας
  • Φιλόλαος Τλούπας, γλύπτης
  • Γιάννης Ιωάννου, μουσικός
  • Γεώργιος Κανδύλης, γνωστός στη Γαλλία ως Ζορζ Καντιλίς, αρχιτέκτονας
  • Αντρέ Κεντρός, γνωστός στη Γαλλία με το φιλολογικό του ψευδώνυμο Αντρέ Μασσεπαίν, από το ελληνικό του όνομα: Βιργίλιος Σολομωνίδης
  • Μέμος Μακρής, γλύπτης
  • Κωστής Παπαϊωάννου, μαρξιστής φιλόσοφος
  • Ωρελί Σολωμονίδη Ιωάννου
  • Νίκος Σβορώνος, ιστορικός, καθηγητής Ιστορίας των Θεσμών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στην Ecole Pratique des Hautes Etudes
  • Ελένη Θωμοπούλου
  • Δημήτρης Βεάκης
  • Νίκος Βυζάντιος
  • Εμμανουήλ Γ. Κριαράς, φιλόλογος
  • Μιλτιάδης Παπαμιλτιάδης
  • Άδωνις Κύρου, σουρεαλιστής κινηματογραφιστής που διετέλεσε για ορισμένο διάστημα αρχισυντάκτης της επιθεώρησης Positif. 
  • Μάνος Ζαχαρίας, σκηνοθέτης
  • Ανδρέας Γληνός, γιατρός και βιολόγος στο Walter Reed Army Intitute of Research της Ουάσινγκτον, γιος του παιδαγωγού Δημήτρη Γληνού.

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Η Νέλλη Ανδρικοπούλου και η Μιμίκα Κρανάκη κατέθεσαν μετά από πολλά χρόνια τις μνήμες τους σε δύο βιβλία από τις εκδόσεις "ΕΣΤΙΑ" και "Μουσείο Μπενάκη" αντίστοιχα.















Η δημοσιογράφος και κριτικός βιβλίου Όλγα Σελλά έγραψε για τα βιβλία αυτά στην εφημερίδα "Η Καθημερινη".
Τα Χριστούγεννα του 1945 περίπου 200 Ελληνες, νέοι επιστήμονες και καλλιτέχνες, αυτοί που λίγα χρόνια αργότερα θα συμμετείχαν στο διεθνές στερέωμα των επιφανών της τέχνης, της επιστήμης και των γραμμάτων, έπειτα από πολλές περιπέτειες, διπλωματικές ισορροπίες και πολιτικές συμμαχίες, άφηναν πίσω τους την Ελλάδα -που σιγά σιγά έμπαινε στην περιπέτεια του Εμφυλίου- κι έφευγαν για το Παρίσι, υπότροφοι του Γαλλικού Ινστιτούτου. Ηταν όλοι επιβάτες ενός πλοίου που έγινε θρύλος. Το νεοζηλανδέζικο «Ματαρόα» (που σημαίνει «η γυναίκα με τα μεγάλα μάτια» στα πολυνησιακά) είχε ήδη μεταφέρει χιλιάδες Αμερικανούς πεζοναύτες στη Βόρειο Ιρλανδία ετοιμάζοντας την απόβαση στη Νορμανδία, αλλά και εκατοντάδες επιζήσαντες Εβραίους προς την Παλαιστίνη. Αυτή τη φορά το ταξίδι ήταν από τον Πειραιά προς τον Τάραντα της Ιταλίας και από 'κει με τρένο, μέσω Ελβετίας, προς το Παρίσι. Ηταν ένα ταξίδι που έγινε θρύλος, μια «ονειρική έξοδος» που συνδέθηκε με την πιο δύσκολη περίοδο της νεότερης ελληνικής ιστορίας, «ένα ιστορικό γεγονός στην πορεία της νεότερης Ελλάδας που κάποτε θα πρέπει να γραφτεί», όπως είχε πει πολλά χρόνια αργότερα ένας από τους επιβάτες του «Ματαρόα», ο φιλόσοφος Κορνήλιος Καστοριάδης.
Δύο από τους επιβάτες του «Ματαρόα», δύο μέλη της «Υποτροφιάδας», η εικαστικός Νέλλη Ανδρικοπούλου και η φιλόσοφος-συγγραφέας Μιμίκα Κρανάκη, φωτίζουν με δύο βιβλία-μαρτυρίες το ταξίδι, τα πρόσωπα, την εποχή, μεταφέροντας μνήμες και συναισθήματα, αποτιμήσεις και κρίσεις για το ταξίδι του 1945. Η πρώτη, η Νέλλη Ανδρικοπούλου, στο βιβλίο της «Το ταξίδι του Ματαρόα - 1945, Στον καθρέφτη της μνήμης» επιχειρεί, επιστρατεύοντας τις μαρτυρίες όσων ακόμα ζουν από εκείνο τον διάπλου, να ξαναθυμηθεί τη διαδρομή, τους πρωταγωνιστές, τις πρώτες εικόνες του νέου κόσμου. Η δεύτερη, η Μιμίκα Κρανάκη, είχε μοιραστεί ήδη από το 1950, το δύσκολο μεταίχμιο ενός νέου ανθρώπου, που βρίσκεται ολομόναχος σε μια ξένη χώρα. Το κείμενο ««Ματαρόα» σε δύο φωνές - Σελίδες ξενητιάς» είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό Les Temps Modernes του Ζαν Πωλ Σαρτρ και αποτυπώνει, με τη φόρτιση του τότε, τις πρώτες μέρες της ζωής στο Παρίσι, «τις μέρες της σιωπής, της μοναξιάς, της αναζήτησης».
Παράτολμη πρωτοβουλία
Ψυχή και κινητήριος μοχλός αυτής της παράτολμης πρωτοβουλίας ήταν ο διευθυντής του Γαλλικού Ινστιτούτου στην Αθήνα και ένθερμος φιλέλληνας, Οκτάβ Μερλιέ. Ηταν ο άνθρωπος που «το επινόησε και το διεκπεραίωσε με σθένος και ευρηματικότητα τη σκοτεινή εκείνη εποχή» έχοντας στο πλευρό του τον γενικό γραμματέα του Ινστιτούτου, Ροζέ Μιλλιέξ. Ηταν παντρεμένοι και οι δύο με Ελληνίδες (τη Μέλπω Λογοθέτη-Μερλιέ και την Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ αντίστοιχα), αντιστασιακοί, προοδευτικών και φιλοαριστερών πεποιθήσεων. Ο Μερλιέ, διαβλέποντας τις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα (είχαν ήδη μεσολαβήσει τα Δεκεμβριανά), αποφάσισε να δώσει την ευκαιρία σε αριστερούς, αντιστασιακούς και προοδευτικούς Ελληνες να σπουδάσουν στο εξωτερικό και να σωθούν. Ο ίδιος στη μόνη μεγάλη συνέντευξη που έδωσε πολλά χρόνια μετά για το «Ματαρόα» έλεγε ότι βασικό κριτήριο επιλογής ήταν η οικονομική κατάσταση των υποψηφίων. «Είταν φτωχά παιδιά... Δεν θα τους ξεχάσω ποτέ. Οτιδήποτε κι αν επιτύχει κανείς για τέτοιους ανθρώπους θα είναι λίγο».
Στο «Ματαρόα», όμως, δεν ανέβηκαν μόνο αριστεροί αλλά και γόνοι αστικών οικογενειών. «Κυρίως ήθελα νέους επιστήμονες που θα πήγαιναν στο Παρίσι, τη Λυών, το Μονπελιέ, το Νανσύ, το Στρασβούργο, θα παρακολουθούσαν τη γιγαντιαία δουλειά της ανοικοδόμησης και γυρνώντας κατόπιν στην Ελλάδα θα προσφέρανε τη δημιουργική τους εμπειρία», συμπλήρωνε ο Μερλιέ. «Κατάφεραν να βγάλουν τους υπότροφους από μια εξαιρετικά δεινή θέση. Βλέποντας τον κίνδυνο που κρεμόταν πάνω από το κεφάλι μιας ολόκληρης γενιάς επιστημόνων και καλλιτεχνών, έσπευσαν να φυγαδεύσουν όσους μπόρεσαν στο εξωτερικό για σπουδές», λέει χρόνια αργότερα ο ιστορικός Νίκος Σβορώνος.
Στη διαλυμένη Ευρώπη
«Οι πιο πολλοί ταξιδεύουν με σακίδια, καλάθια, μπόγους, ό,τι μπόρεσε να σοφιστεί η φτώχεια και η αγάπη κείνων που μείναν στην αποβάθρα του Πειραιά κουνώντας τα μαντήλια τους», λέει η Μιμίκα Κρανάκη. Ο βομβαρδισμένος σταθμός του τρένου στον Τάραντα, τα διαλυμένα τρένα που τους διατέθηκαν, οι πέντε ώρες πολυτέλειας στην Ελβετία και η άφιξη στο Παρίσι ζωντανεύει στα δύο βιβλία όχι μόνο από τις συγγραφείς αλλά και από αναμνήσεις άλλων υποτρόφων του 1945, δίνοντας ανάγλυφα την εικόνα της Ευρώπης που μόλις έχει βγει από έναν ολέθριο πόλεμο και προσπαθεί να στηθεί ξανά στα πόδια της. «Σε πολλούς από μας υπήρχε διπλή απογοήτευση, ως προς την αστική τους καταγωγή, απόρριψη της αστικής τάξης, και απογοήτευση από το κομμουνιστικό κίνημα. Αφήναμε πίσω μας την αστική και την εθνική και την κομμουνισταρέικη Ελλάδα και φεύγαμε προς τα έξω, σε χώρους που έδιναν ευκαιρίες, δυνατότητες που έγιναν συχνά και πραγματικότητες», λέει ο φιλόσοφος Κώστας Αξελός. «Ηταν ο πόλεμος, η Κατοχή, γλυτώσαμε, επιζήσαμε και βρεθήκαμε ελεύθεροι στην Ευρώπη. Αυτό ήταν», λέει ο σκηνοθέτης Μάνος Ζαχαρίας, που ήταν στην 30μελή ομάδα των ΕΑΜιτών του «Ματαρόα».
Η αίσθηση του μέτοικου
«Το Παρίσι μας φάνηκε ζοφερό, κακοφωτισμένο, όλες οι προσόψεις του ήταν σκοτεινές...», γράφει ο ζωγράφος Ντίκος Βυζάντιος. Και η Μιμίκα Κρανάκη, μόλις πέντε χρόνια μετά το ταξίδι του «Ματαρόα», περιγράφει την πραγματικότητα αυτού του νέου κόσμου: «Ως τότε, όμως, κοιτάζω να επιβιώσω όπως όπως, έμαθα να κάνω κάτι αυτόματες κινήσεις, μηχανικές, ό,τι χρειάζεται για την καθημερινή ζωή, μα τούτο δε σημαίνει αναγκαία ότι ζω. Πώς μπορεί να υπάρξει φιλία σε μια τόσο τεράστια πολιτεία;» Και συνεχίζει με το σαράκι της νοσταλγίας: «Μου 'ρχονται στο νου όσα άφησα μισοτελειωμένα 'κει κάτω, τα νησιά που δεν είδα, οι άνθρωποι που δεν γνώρισα. Αλλά κι αυτά που ήξερα τ' αγαπούσα τόσο άσκημα και τόσο λίγο. Με πνίγει το πρόχειρο, το ημιτελές, τ' ανεπανόρθωτο».
Η αίσθηση του ξένου, του μέτοικου, του ανθρώπου που δεν ξέρει πού να βαδίσει και με ποιους να μιλήσει και ζει «στην κόψη του σπασμένου γυαλιού», περιγράφεται συγκλονιστικά στο κείμενο της Μιμίκας Κρανάκη. Γιατί πίσω από τις πολιτικές ισορροπίες και τις διπλωματικές προσπάθειες, οι διακόσιοι νέοι άνθρωποι που έφτασαν μια νύχτα του Δεκεμβρίου του 1945 στο Παρίσι ήταν ξένοι στη μέση της Ευρώπης. Κι έπρεπε να επιβιώσουν. Η απέλαση ήταν πάντα μπροστά τους. Το ΚΚΕ προς το τέλος του Εμφυλίου ζητούσε από τα μέλη του να επιστρέψουν και να ενισχύσουν τις γραμμές του. Ελάχιστοι το αποφάσισαν. Οι περισσότεροι είχαν πάρει ήδη το δρόμο τους και τις αποφάσεις τους: «Δεν είχα πλέον καμιά διάθεση να πάω ούτε στο βουνό ούτε στις πολιτικές οργανώσεις, γιατί ήμουν βέβαιος ότι δεν θα πρόσφερα τίποτα το ουσιαστικό. Εκανα ένα είδος επιλογής. Ημουν σίγουρος ότι η επιστημονική δουλειά που θα έκανα στη Γαλλία θα ωφελούσε το όλο κίνημα περισσότερο από την παρουσία μου στην Ελλάδα», εκμυστηρεύεται πολλά χρονιά μετά ο Νίκος Σβορώνος στον Τάσο Γουδέλη.
Οι επιβάτες του «Ματαρόα» ξεκίνησαν ένα δύσκολο ταξίδι και οι περισσότεροι το ολοκλήρωσαν με τον πιο δημιουργικό τρόπο.
Το πολύτιμο «φορτίο»
Αρχηγός της ομάδας ήταν ο αρχιτέκτονας Πάνος Τζελέπης και ανάμεσα στα μέλη της «Υποτροφιάδας» ήταν: οι φιλόσοφοι Κορνήλιος Καστοριάδης, Κώστας Παπαϊωάννου, Μιμίκα Κρανάκη, Κώστας Αξελός, ο ιστορικός Νίκος Σβορώνος, οι φοιτητές αρχιτεκτονικής Εμμανουήλ Κινδύνης, Αριστομένης Προβελέγγιος, Αθανάσιος Γάττος, Κωνσταντίνος Μανουηλίδης, Νικόλας Χατζημιχάλης, Γιώργος Κανδύλης, Πάνος Τσολάκης, Τάκης Ζενέτος, ο κινηματογραφιστής Μάνος Ζαχαρίας, ο γλύπτης Μέμος Μακρής, ο ζωγράφος Ντίκος Βυζάντιος, ο μουσικός Δημήτρης Χωραφάς, ο τεχνοκριτικός Αγγελος Προκοπίου, οι γιατροί Ανδρέας Γληνός και Ευάγγελος Μπρίκας, η συγγραφέας Ελλη Αλεξίου, η ποιήτρια Μάτση Χατζηλαζάρου, ο ποιητής Ανδρέας Καμπάς, οι φιλόλογοι Εμμανουήλ Κριαράς και Σταμάτιος Καρατζάς, και πολλοί άλλοι. Ο συνθέτης Ιάνης Ξενάκης, ο οποίος είχε τραυματιστεί στο μάτι στα Δεκεμβριανά, έφτασε αργότερα μόνος του στο Παρίσι.
πηγή εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Περιμένοντας την επιβίβαση στο«Ματαρόα»
Και σε μια συνέντευξή της στη δημοσιογράφο ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΥ για την εφημερίδα "ΤΟ ΒΗΜΑ" στις 17/12/2010 η Νέλλη Ανδρικοπούλου θυμάται πώς κατάφεραν το 1945 να γλιτώσουν από τον Εμφύλιο 130 Ελληνες του πνεύματος, επιβιβαζόμενοι στο πλοίο«Ματαρόα»

 «Ημασταν μια κουρελού από ανθρώπους»

Χαράματα 22ας Δεκεμβρίου του 1945. Το μεταγωγικό «Ματαρόα» σηκώνει άγκυρα από το λιμάνι του Πειραιά. Επιβάτες του περισσότεροι από 130 νέοι επιστήμονες, διανοούμενοι και καλλιτέχνες, οι οποίοι άφηναν πίσω τους μια Ελλάδα που τραυματισμένη από την Κατοχή έμπαινε στη νέα περιπέτεια του Εμφυλίου. Οι καρδιές χτυπούσαν ταχύτερα καθώς οι μηχανές άρχισαν να ακούγονται και το άπιαστο όνειρο της εξόδου να μοιάζει αληθινό. Η γενιά που μπάρκαρε σε αυτό το πλοίο της μεγάλης φυγής δεν θα πήγαινε χαμένη. Ανάμεσά τους βρίσκονταν ο Κορνήλιος Καστοριάδης, ο Κώστας Αξελός, ο Εμμανουήλ Κριαράς, ο Νίκος Σβορώνος... 

Η πρωτοβουλία τού τότε διευθυντή του Γαλλικού Ινστιτούτου και φιλέλληνα Οκτάβιου Μερλιέ να φυγαδεύσει τη νεότερη πνευματική ελίτ της Ελλάδας στο Παρίσι με υποτροφίες της γαλλικής κυβέρνησης έγινε με ένα ταξίδι-θρύλο. Εξήντα πέντε χρόνια αργότερα η πρεσβεία της Γαλλίας και το Γαλλικό Ινστιτούτο τιμούν την επέτειο με τα αποκαλυπτήρια τιμητικής πλάκας, την ανακοίνωση της υποτροφίας Ο
ctave Μerlier και την ομιλία της εικαστικού και συγγραφέως Νέλλης  Ανδρικοπούλου, από τους λιγοστούς επιζήσαντες του «Ματαρόα». 

«Πηγαίναμε στο άγνωστο»
 μας λέει η 89χρονη σήμερα Νέλλη Ανδρικοπούλου, στη βιβλιοθήκη του σπιτιού της στο Κολωνάκι, περιτριγυρισμένη από παλιά βιβλία και λογιών-λογιών αναμνηστικά. «Ηταν μια κατάσταση αδιέξοδη. Ημασταν  νέοι άνθρωποι και δεν θέλαμε η ζωή μας να πάει πεταμένη. Ξέρετε, το πιο σπουδαίο πράγμα σε έναν λαό είναι να μη χαθούν τα νιάτα...  Ηταν θαύμα πώς μπορέσαμε να φύγουμε. Από το πρωί έφτασε βαθιά νύχτα για να κουβαληθούν όλα τα πράγματα, να μπαρκάρουμε κι εμείς και να ξεκινήσουμε τα χαράματα της επομένης. Φανταστείτε την αγωνία των 32 παράνομων μελών του ΚΚΕ που είχαν τρελαθεί άγρυπνοι περιμένοντας να ακούσουν τη μηχανή». 

Για την ίδια η έξοδος υπήρξε εφιαλτική. «Ημασταν  μια κουρελού από ανθρώπους που έπρεπε να τα βγάλουμε πέρα και ήταν θαύμα που δεν φαγωθήκαμε μεταξύ μας - δεδομένου του ότι ήμασταν διαφορετικών πολιτικών πεποιθήσεων. Μας ένωνε η ίδια ανάγκηνα  φτάσουμε κάπου» θυμάται. «Εχοντας  λοιπόν ανάγκη να φύγουμε και να μην ξαναγυρίσουμε, καθένας πήρε μαζί του ό,τι μπορείτε να φανταστείτε. Οι γλύπτες πήραν σφυριά, οι μουσικοί νότες, οι συγγραφείς βιβλία και εγώ κουβαλούσα ένα σίδερο σιδερώματος που μου έδωσε η μάναμου. Στο πλοίο έκανα παρέα με τον Κορνήλιο Καστοριάδη, τον γλύπτη Κώστα Κουλεντιανό, την Ελένη Σταθοπούλου και άλλους. Ο Καστοριάδης ήταν ένας πολύ ευχάριστος και ανοιχτόκαρδος άνθρωπος. Σκληρός μπορούσε να γίνει μόνον αν είχε πνευματικές διαφορές. Ηταν ιδανικός στην παρέα. Πάντα με χιούμορ, κέφι και χωρίς κανένα κόμπλεξ». 

Η οδύσσεια διήρκεσε μια ολόκληρη εβδομάδα. Οι επιβάτες έφτασαν στην πόλη Τάραντα της Ιταλίας και από εκεί ταξίδεψαν για τη Ρώμη με ένα τρένο που ήταν για ζώα, πεσμένοι ο ένας πάνω στον άλλον.
 «Σκεφτείτε μέσα σε αυτό το τρένο να έχουν τιγκάρει τα βαγόνια και να έχουν φράξει τα παράθυρα από πράγματα». Στη συνέχεια πήραν άλλο τρένο για τα ελβετικά σύνορα. «Μολονότι δεν είχαμε μπει στον Τάραντα, επειδή υπήρχε φήμη για πανούκλα, οιΕλβετοί  μας εμβολίασαν και μας τρέλαναν στο...απολυμαντικό. Μετά επιβιβαστήκαμε σε άλλο τρένο για τη Γαλλία.Φτάσαμε στο Παρίσι στις 28 Δεκεμβρίου, μαύρα μεσάνυχτα. Το Παρίσι μάς φάνηκε θλιβερό και κακοφωτισμένο, καμία σχέση με την Πόλη του Φωτός». 

Ολοι είχαν αφήσει πίσω τους κάτι. Η Νέλλη Ανδρικοπούλου την οικογένειά της. «Εφυγα  24 χρόνων. Στο Παρίσι έκανα γλυπτική με τον δάσκαλο Οσσίπ Ζατκίν, έναν διάσημο γλύπτη. Εμεινα μόλις δύο χρόνια διότι αρρώστησε η μητέρα μου, έπρεπε να επιστρέψω στην Ελλάδα. Αυτό ήταν το μέγα δράμα της ζωής μου. Αλλά μετά παντρεύτηκα τον Νίκο Εγγονόπουλο, χώρισα, άνοιξε η σχολή των ξεναγών, σπούδασα και εξάσκησα το συγκεκριμένο επάγγελμα 35 χρόνια. Επί είκοσι χρόνια δεν είχα ΙΚΑ». 

Προσφάτως, και με την παρότρυνση φίλων της, αποφάσισε να γράψει το βιβλίο «Το ταξίδι του Ματαρόα, 1945» (Εκδόσεις Εστίας). 

Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2016

ΤΟ ΣΚΑΚΙ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΤΕΧΝΕΣ

Η αναφορά του προηγούμενου post στη "σκακιστική νουβέλα" του Τσβάιχ και η ανταπόκριση που αυτή είχε, μας οδήγησε σε μια μικρή έρευνα για την ανεύρεση και άλλων στοιχείων που να συνδέουν το σκάκι με τη λογοτεχνία και τις τέχνες. Ιδού το αποτέλεσμα.

Αρκετά λογοτεχνικά έργα έχουν γραφεί για το σκάκι, πεζογραφία όσο και ποίηση. Η θεματολογία ποικίλει, από μυθιστορήματα κοινωνικής κριτικής, παιδαγωγικά και βιογραφίες, ως σάτιρες, επιστημονική φαντασία και αλληγορίες. Συνήθως, το σκάκι αξιοποιείται για να αναδειχτεί μια σύγκρουση ανάμεσα σε αντίθετες ιδέες και αρχές, να γίνει ένας παραλληλισμός με τη ζωή και να τεθούν προσφιλή στους λογοτέχνες ερωτήματα για τη διάσπαση της ανθρώπινης προσωπικότητας, τη μοναξιά της μεγαλοφυΐας και τις ολέθριες συνέπειες της ακραίας εξειδίκευσης. Άλλοτε πάλι οι αναφορές μπορεί να είναι περιστασιακές, για λόγους ποικιλίας και οικοδόμησης περιπετειώδους πλοκής.

Κλασικό σκακιστικό μυθιστόρημα θεωρείται η Σκακιστική Νουβέλα του Στέφαν Τσβάιχ, γραμμένη στα 1942, λίγο πριν την αυτοκτονία του στη Βραζιλία. Δέσμιος σε ναζιστική φυλακή, ο ήρωας θα κλέψει στην ανάκριση ένα σκακιστικό βιβλίο, βρίσκοντας παρηγοριά από την απομόνωση. Θα γίνει τόσο δεινός παίκτης ώστε να νικήσει τον παγκόσμιο πρωταθλητή, αλλά θα οδηγηθεί και στα πρόθυρα της τρέλας, πορεία που απεικονίζει τη σύγκρουση ανάμεσα στα ανθρωπιστικά ιδανικά και τη φασιστική βαρβαρότητα.
Παρόμοιο θέμα έχει Η Βαριάντα του Λίνεμπουργκ του Πάολο Μαουρένσιγκ, όπου ένας Εβραίος αιχμάλωτος σε στρατόπεδο συγκέντρωσης υποχρεώνεται από το σκακιστή αλλά και παράφρονα διοικητή να παίζει σκάκι μαζί του, με τίμημα τη ζωή των αιχμαλώτων.
Σύγχρονη συνέχεια αποτελεί το Μια Παρτίδα Σκάκι του Αννίβα Αρνέλλου (Αθήνα 2002). Ο συγγραφέας αντιστοιχίζει τη φημισμένη Αθάνατη Παρτίδα του Άντερσεν στην ερωτική σχέση των ηρώων του, του Αννίβα και της Ελίζας. Παρουσιάζοντας τον Αννίβα σαν βαμπίρ, αντιπαραθέτει τη ρομαντική αλλά γνήσια ανθρώπινη νοοτροπία του στο στυγνό ωφελιμιστικό πνεύμα της εποχής. Γύρω από το ατομικό πεδίο πλέκεται με άξονα το σκάκι ένας πλούτος φιλοσοφικών και κοινωνικών αναφορών.
Προγενέστερη, Η Άμυνα του Λούζιν του Ναμπόκοβ, πραγματεύεται το αδιέξοδο της μεγαλοφυΐας. Ο εσωστρεφής Λούζιν στρέφεται στο σκάκι για να αποφύγει τη ζωή. Μα ενώ το ταλέντο του τον φέρνει στην κορυφή, η έλλειψη πρακτικής αίσθησης θα τον καταστρέψει. Η γαλλική έκδοση του 1934 υμνήθηκε από τον Σνόσκο-Μπορόβσκι, ενώ μεταπολεμικά μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες (ελληνική έκδοση 2002) και το 2000 γυρίστηκε σε ταινία.
Το Η Αληθινή Ζωή του Σεμπάστιαν Νάιτ του ίδιου συγγραφέα (ελ. έκδοση 1989), σχετίζεται έμμεσα με το σκάκι, καθώς ο Ναμπόκοβ κατασκεύασε ένα πρόβλημα για να απεικονίσει τη δομή του έργου και τους ρόλους των ηρώων.
Ανάλογη ιδέα χρησιμοποιείται στο παιδαγωγικό Μες στον Καθρέφτη και τι Βρήκε η Αλίκη Εκεί (1872, ελ. έκδοση 1978) του δημιουργού του Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων Λιούις Κάρολ, όπου οι περιπέτειες της Αλίκης παρουσιάζονται με μορφή σκακιστικής σύνθεσης, και στο περιπετειώδες Ο Πίνακας της Φλάνδρας του Ισπανού Αρτούρο Πέρεθ-Ρεβέρτε (ελ. έκδοση 1994), πλεγμένο γύρω από ένα πρόβλημα του 15ου αιώνα και τις προσπάθειες μια ετερόκλητης ομάδας να το αποκρυπτογραφήσει.
Εμπνευσμένα από το σκάκι βιβλία για το λιλιπούτειο αναγνωστικό κοινό υπάρχουν πολλά. Από την εγχώρια βιβλιογραφία αναφέρουμε Το Φεγγάρι Παίζει Σκάκι της Αγγελικής Βαρελά (1992, 1998). Ακόμη το Μια Φορά κι Έναν Καιρό Ήταν το Σκάκι (1999) των Κώστα Γιουβαντσιούδη και Ειρήνης Μουσιάδου, όπου με μορφή παραμυθιού, πέρα από την εκμάθηση του σκακιού, γίνεται προσπάθεια να εμφυσηθούν στα παιδιά οι αξίες του για τη ζωή.
Πιο σύνθετο, με φιλοσοφικές προεκτάσεις, είναι το μυθιστόρημα φαντασίας Ο Κήπος του Σκακιού του Μπρουκς Χάνσεν (1995). Ένας γιατρός ταξιδεύει σε ένα νησί, όπου συναντά παράξενα όντα με μορφή σκακιστικών κομματιών. Μέσα από τις περιπέτειές του, ο συγγραφέας μιλά για τη σύγκρουση μεταξύ φυσικής και τεχνολογικής αντίληψης της ζωής, σχολιάζοντας αντιθέσεις όπως εκείνη της παραδοσιακής και εναλλακτικής ιατρικής.
Περιπετειώδεις βιογραφίες με θέμα τη ζωή σκακιστών έχουν γραφτεί αρκετές.
Στο Μάστερ Πριμ του Τζέιμς Έλισον (1968) παρακολουθούμε την άνοδο ενός άξεστου νεαρού Αμερικανού, που συντρίβει όλους τους αντιπάλους του. Το έργο είναι εμπνευσμένο από τον Φίσερ και ο συγγραφέας συζήτησε με πολλούς σκακιστές συλλέγοντας υλικό. Συναντήθηκε μάλιστα και με τον Φίσερ στο Σκακιστικό Όμιλο Μάρσαλ.
Παρόμοιο είναι το Η Βαριάντα του Δράκου του Άντονι Γκλιν (1969).
Το Γκαμπί της Βασίλισσας του Γουόλτερ Τέβις (1983) αφηγείται την προσπάθεια της Μπεθ, ταλαντούχας αλλά εθισμένης στο αλκοόλ σκακίστριας, να ξεφύγει από την αθλιότητα και να καταξιωθεί, ως τη νίκη της απέναντι στην επίφοβη Ρωσίδα παγκόσμια πρωταθλήτρια.
Οι Σκακιστές του Φράνσις Κέγιες (1960) αφηγείται τη ζωή του Μόρφι, με εκτενή βιβλιογραφία.
Στο Η Αγωνία του Αλιέχιν του Τσαρλς Γιαφέ (1999), ο συγγραφέας παρουσιάζει τον Αλιέχιν ως κυνικό πραγματιστή, που μεταχειρίζεται τους άλλους για να φτάσει στο σκοπό του. Ωστόσο, δίνει έμφαση στην περιπετειώδη πλευρά, για την οποία η ζωή του Αλιέχιν προσφέρει πλούσιο υλικό, υποτιμώντας την ψυχολογική.
Δυστυχώς, αρκετά έργα, γραμμένα συγκυριακά από ανθρώπους όχι σχετικούς με το αντικείμενο, δεν πετυχαίνουν να απεικονίσουν διεισδυτικά τους τύπους των μεγάλων σκακιστών. Μια εξαίρεση είναι το Η Αγάπη του Καρλ Χάφνερ για την Ισοπαλία του Τόμας Γκλάβινιτς, με θέμα το ματς του 1910 ανάμεσα στον Σλέχτερ (τον ενσαρκώνει ο Χάφνερ) και τον Λάσκερ. Μέσα από τη διαρκή αντιπαράθεση των χαρακτήρων, του καταξιωμένου και μαχητικού Λάσκερ και του ντροπαλού, πάμφτωχου Σλέχτερ, ο Γκλάβινιτς συνδέει τις σκακιστικές νοοτροπίες με το κλίμα της εποχής.
Στο Αναζητώντας τον Μπόμπι Φίσερ του Φρεντ Γουέιτζκιν παρακολουθούμε την πορεία του γιου του συγγραφέα Τζος ως την κατάκτηση του εθνικού πρωταθλήματος παίδων των ΗΠΑ. Ο συγγραφέας δείχνει πώς η ενασχόληση του μικρού με το σκάκι συμβάλλει στην ενηλικίωσή του και σχολιάζει την υποβάθμιση του σκακιού στην αμερικάνικη κοινωνία, σε σύγκριση με την υψηλή προβολή του στην ΕΣΣΔ. Το βιβλίο χρησίμευσε ως βάση για την εξαίρετη ταινία του Στίβεν Ζέιλιαν.
Εντελώς διαφορετικού ύφους, Ο Πύργος που Κτυπήθηκε από την Αστραπή του Φερνάντο Αραμπάλ (1983, αμερικάνικη έκδοση 1991) αποτελεί μια προκλητική παρωδία. Με διαβρωτικό χιούμορ, ο συγγραφέας ιστορεί το ματς για το παγκόσμιο πρωτάθλημα σκακιού ανάμεσα στον αυστηρό ορθολογιστή Ελβετό Μαρκ Άμαρι και τον βιωματικό Ισπανό Έλιας Τάρσις. Μέσα από τις γκροτέσκ μορφές των ηρώων, διακωμωδείται η αποστεωμένη μονομέρεια κάθε είδους, σε ένα βιβλίο που κάτω από την υπερβολή υπολανθάνει ένας κρυφός λυρισμός.
Ένα πρόσφατο αξιόλογο μυθιστόρημα, το Οχτώ της Κάθριν Νέβιλ, ξετυλίγεται γύρω από το μύθο του σκακιού του Μονκλάν, μιας μαγικής σκακιέρας της οποίας η κατοχή προσδίδει στον ιδιοκτήτη της τεράστια δύναμη. Η ιστορία, ένα αγωνιώδες θρίλερ, διαδραματίζεται στο σήμερα, ξεκινά όμως περίπου από το 1000 μ.Χ. Η αναζήτηση του μαγικού σκακιού διατρέχει πολλές χώρες σε όλες τις ηπείρους, έχοντας ως πρωταγωνιστές διάσημες προσωπικότητες όπως ο Ναπολέων, η Μεγάλη Αικατερίνη, ο Ροβεσπιέρος, ο καρδινάλιος Ρισελιέ, ο Ρουσσώ, ο Μαρά, αλλά και επιστήμονες και μουσικούς, όπως οι Μπαχ, Φουριέ, Νεύτων, Όιλερ και Φιλιντόρ. Μέσα από την περιπετειώδη πλοκή, η συγγραφέας θέτει με μορφή γρίφων τα ερωτήματα για το νόημα της ζωής, που προσομοιάζεται κι εδώ με μια αιώνια παρτίδα σκακιού χωρίς τέλος.
Αξιόλογο ελληνικό σατιρικό έργο είναι Η Παρτίδα του Α. Σχοινά (1990). Με αυτοσαρκαστική διάθεση, ο συγγραφέας ιστορεί μια υποτιθέμενη παρτίδα του, από τη σκοπιά του αρχάριου και ατζαμή παίκτη. Τα συναισθήματα της έκπληξης που δοκιμάζει από τις απροσδόκητες και συντριπτικές κινήσεις του αντιπάλου, τη στιγμή που νομίζει ότι ελέγχει την κατάσταση, ηχούν ως ένα πικρό σχόλιο απέναντι στην υπερφίαλη αντιμετώπιση των καταστάσεων, στο σκάκι και τη ζωή μας.
Το μυθιστόρημα Τα Τετράγωνα της Πόλης του Τζον Μπρίνερ (1965) φέρνει την αναλογία ανάμεσα στο σκάκι και τον βρώμικο κόσμο της πολιτικής. Σε μια αποστολή σε μια νοτιο-αμερικάνικη πόλη, ένας αρχιτέκτονας μπλέκεται στις δολοπλοκίες δυο πολιτικών αντιπάλων, που χρησιμοποιούν την πόλη σαν σκακιέρα και τους ανθρώπους σαν Πιόνια τους. Ο πόλεμός τους αναπτύσσεται με βάση μια κλασική παρτίδα του Στάινιτς με τον Τσιγκόριν.Σε ρομάντζα, όπως Το Γκαμπί της Κας Γκάμπριελ της Ρίτα Μπουσέ, η ερωτική σχέση των ηρώων παρομοιάζεται με σκακιστική αναμέτρηση. Ανάλογα μοτίβα θα βρούμε σε αστυνομικές ιστορίες, όπου η ανακάλυψη του δολοφόνου παρομοιάζεται με σκακιστικό πρόβλημα. Μεταξύ άλλων, Η Υπόθεση της Δολοφονίας του Επισκόπου του Σ. βαν Ντάιν (1929), Το Γκαμπί του Ίππου του νομπελίστα Γουίλιαμ Φόκνερ (1949) και Οι Τέσσερις Μεγάλοι της Αγκάθα Κρίστι.

Πολυπληθείς είναι οι μικρές ιστορίες με σκακιστικό θέμα. Μια συλλογή διηγημάτων των Έλις, Κόμπλερ, Ντινσανί, κ.ά., έχει κυκλοφορήσει στα ελληνικά με τίτλο Ιστορίες της Σκακιέρας. Ενδιαφέρον είναι Το Παγκόσμιο Σκακιστικό Συνέδριο των Σοβιετικών σατιρικών συγγραφέων Ιλφ και Πετρόφ. Ένας γκραν μέτρ επισκέπτεται μια επαρχιακή πόλη για να δώσει σιμουλτανέ, όμως τα πράγματα δεν πάνε κατ’ ευχή, καθώς χάνει τη μια παρτίδα μετά την άλλη. Λίγο πριν το τέλος, για να αποφύγει το ολοκληρωτικό ρεζίλεμα, ο γκρανμέτρ ξαφρίζει πονηρά έναν Πύργο από κάποιον αντίπαλο, με αποτέλεσμα, όταν ο άλλος το καταλαβαίνει, να ξεσπάσει καβγάς.Μεγάλοι λογοτέχνες σαν τους Ραμπελαί, Ντιντερό, Θερβάντες, Βύρωνα, Πούσκιν, Δάντη, Κιτς, Έλιοτ, κ.ά., έχουν αναφερθεί στο σκάκι για να αποδώσουν θεμελιώδεις εμπειρίες της ζωής, όπως η αυτοθυσία και ο θάνατος, ταυτιζόμενες με τις έννοιες της θυσίας και του ματ.Στο Γαργαντούας και Παντακρουέλ του Ραμπελαί γίνεται η πρώτη αναφορά στην κίνηση του ροκέ, ενώ Ο Ανεψιός του Ραμώ του Ντιντερό ξεκινά με μια αναφορά στις σκακιστικές αναμετρήσεις στο Καφέ ντε λα Ρεζάνς, εισάγοντάς έτσι το κλίμα της προεπαναστατικής Γαλλίας. Στο Δον Κιχώτη, ο Θερβάντες βάζει τον Σάντσο Πάντσα να κάνει την αναλογία των κομματιών με τους κοινωνικούς ρόλους: «Είναι ακριβώς όπως στο σκάκι: κάθε πεσσός έχει ένα ιδιαίτερο έργο στη διάρκεια του παιγνιδιού, και όταν τελειώνει το κάθε τι αναμειγνύεται, εξισώνεται, χάνει την αξία του και συνήθως μπαίνει στο περιθώριο, όπως ένα πτώμα στον τάφο».Η αλληγορία του σκακιού με τη ζωή έχει γίνει από πολλούς ακόμη συγγραφείς. Κατά τον Άγγλο διηγηματογράφο και θεατρικό συγγραφέα Χ. Φίλντιγκ, «Η ανθρώπινη ζωή μοιάζει πολύ με μια παρτίδα σκάκι: γιατί, όπως στο τελευταίο, όταν ένας παίκτης προσέχει πολύ να εξασφαλιστεί ισχυρά σε μια πλευρά της σκακιέρας, έχει τη ροπή να αφήσει αφύλακτη διάβαση στην άλλη· έτσι συμβαίνει και στη ζωή». Η συγγραφέας αστυνομικών ιστοριών Σέλεϊ Σμιθ, από την άλλη, τονίζει το στοιχείο της νέμεσης και των αναπότρεπτων συνεπειών από τις ανθρώπινες πράξεις: «Η ζωή είναι σαν ένα παιγνίδι σκάκι, στο οποίο υπάρχει μια απειρία δυνατών περίπλοκων κινήσεων. Η εκλογή είναι ανοικτή, αλλά η κίνηση που γίνεται περιέχει εντός της όλες τις μελλοντικές κινήσεις. Μπορεί κανείς να επιλέξει ελεύθερα, αλλά αυτό που ακολουθεί είναι αποτέλεσμα της εκλογής. Από τις συνέπειες της πράξης κάποιου, δεν υπάρχει ποτέ διαφυγή».Αλεξάντερ ΠούσκινΑπό τους Ρώσους λογοτέχνες, φίλοι του σκακιού υπήρξαν οι Τολστόι, Τουργκένιεφ, Πούσκιν και Γκόρκι. Από τον Τολστόι σώζονται παρτίδες και φωτογραφίες, ενώ ο Πούσκιν λένε ότι πέρασε το τελευταίο βράδυ του, πριν τη μονομαχία που τον οδήγησε στο θάνατο, μελετώντας σκάκι. Στο Ευγένιος Ονέγκιν οι ήρωές του, ο Λένσκι και η Όλγα, αναπολούν παίζοντας: «Μακριά από όλους μονωμένοι/ μπρος στη σκακιέρα καθισμένοι/ και στο τραπέζι ακουμπισμένοι/ βαθιά στη σκέψη βυθισμένοι/ παίρνει ο Λένσκι αφηρημένος/ τον Πύργο με το δικό του Πιόνι».Ξένοι ποιητές και συγγραφείς του 20ού αιώνα που έγραψαν ποιήματα για το σκάκι δεν είναι λίγοι. Ανάμεσά τους μοντερνιστές όπως οι Έζρα Πάουντ («Το παιγνίδι του σκακιού», 1916) και Τ. Σ. Έλιοτ («Μια Παρτίδα σκάκι», 1922), αλλά και ο ρεαλιστής Χόρχε Λουίς Μπόρχες («Σκάκι», 1960).Για τον Πάουντ, «Η σκακιέρα είναι κάτι ζωντανό και φωτεινό/ και τα κομμάτια ζωντανά στη διάταξή τους», ενώ ο Έλιοτ βλέπει πιο απαισιόδοξα στο σκάκι μια στείρα κατάδειξη της σεξουαλικότητας σε ένα κόσμο όπου η πνευματικότητα και η συλλογικότητα έχουν χαθεί.
Το ποίημα του Μπόρχες, ένα διπλό σονέτο, ξεκινά: «Στη σιωπηλή γωνιά τους οι δυο παίκτες/ τα αργά κομμάτια τους κουνούν/ Η σκακιέρα τους κρατά ως το πρωί/ στο αδρό σύνορό της ξεσπά/ το μίσος των δυο χρωμάτων».
Στο ποίημα του Nuova Stanza του Ιταλού Ευγένιο Μοντάλε (1939) ο ποιητής παίζει σκάκι, ενώ οι καπνοί του τσιγάρου μιας κοπέλας σχηματίζουν ένα φανταστικό κόσμο, προμήνυμα των σύννεφων του πολέμου, που πλακώνουν την Ευρώπη.
Στο «Οι σκακιστές» του Πορτογάλου Φερνάντο Πεσόα (γραμμένο το 1916 και δημοσιευμένο αργότερα) δυο παίκτες στην Περσία συνεχίζουν ατάραχοι την παρτίδα τους, την ώρα που γύρω τους μαίνεται ο πόλεμος. Εδώ το σκάκι γίνεται συνώνυμο του χρόνου και της ειμαρμένης, που τραβούν αδιάφορα το δρόμο τους: «Άκουσα να λένε ότι κάποτε στην Περσία/ …Όταν εισβολείς έκαιγαν την πόλη/ Δυο σκακιστές συνέχισαν να παίζουν/ την χωρίς τέλος παρτίδα τους/ …Σπίτια τυλίγονταν στις φλόγες/ τοίχοι και αψίδες λεηλατούνταν/ …Αλλά εκεί που κάθονταν κοντά στην πόλη/ Και μακριά από τον τάραχο/ οι σκακιστές συνέχιζαν την παρτίδα τους».
Ακόμη, ο Σοβιετικός ποιητής Βλαντιμίρ Μαγιακόβσκι δεν έγραψε μόνο ένα ποίημα για το σκάκι, αλλά το σύγκρινε με την ποίηση: «Στην ποιητική εργασία υπάρχουν μόνο λίγοι γενικοί κανόνες για το πώς να ξεκινάς. Και αυτοί οι κανόνες είναι καθαρή σύμβαση. Όπως στο σκάκι. Οι πρώτες κινήσεις είναι σχεδόν πάντα οι ίδιες. Αλλά ήδη από την επόμενη κίνηση αρχίζεις να σκέφτεσαι μια νέα επίθεση. Η πιο εμπνευσμένη κίνηση δεν μπορεί να επαναληφθεί σε οποιαδήποτε κατάσταση στην επόμενη παρτίδα σου. Μόνο το απροσδόκητό της νικά τον αντίπαλο. Ακριβώς όπως οι απροσδόκητες ρίμες στην ποίηση» (Πώς Γίνονται οι Στίχοι, 1926).
Οι πιο φημισμένοι σκακιστικοί στίχοι είναι του Πέρση ποιητή και αστρονόμου του 12ου αιώνα Ομάρ Καγιάμ. Στη Ρουμπαγιάτ (1105) διατυπώνει και αυτός ποιητικά την ιδέα της ματαιότητας των ανθρώπινων: «Είμαστε τα μάταια Πιόνια στην παρτίδα που παίζουν οι Ουρανοί/ διασκεδάζουν μαζί μας στη σκακιέρα της Ύπαρξης/ Εδώ κι εκεί κουνάμε, δίνουμε σαχ και τρώμε/ και μετά γυρίζουμε ένας-ένας/ στης ανυπαρξίας το κουτί». Από τότε χρονολογούνται οι πρώτες μεσαιωνικές αλληγορίες.
Σκακιστικά ποιήματα έχουν αφιερωθεί σε σημαντικά γεγονότα, όπως το ματς Λα Μπουρντοναί -ΜακΝτόνελ. Η θεά προστάτιδα του σκακιού Κάισα δημιουργήθηκε από τους ποιητές Βίντα και Τζόουνς. Αλλά και Έλληνες ποιητές έχουν δώσει εξαίρετους σκακιστικούς στίχους, συμπεριλαμβανόμενων των κορυφαίων Καβάφη και Αναγνωστάκη.Στο ποίημα του 1894 «Το Πιόνι», ο Κώστας Καβάφης θεωρεί την πορεία του Πιονιού στο τετράγωνο προαγωγής ως πρότυπο της αυτοθυσίας για ένα καθορισμένο σκοπό.«Πολλάκις βλέποντας να παίζουν σκάκι/ ακολουθεί το μάτι ένα Πιόνι/ όπου σιγά-σιγά το δρόμο βρίσκει/ και στην υστερινή γραμμή προφταίνει/ …Πολλαίς στον δρόμο κακουχίες βρίσκει/ Λόγχαις λοξά το ρίχνουν πεζοδρόμοι/ τα κάστρα το χτυπούν με ταις πλατειές των γραμμές/ μέσα στα δυο τετράγωνά των/ γρήγοροι καβαλάρηδες γυρεύουν/ με δόλο να το κάνουν να σκαλώσει/ …Στην φοβερή γραμμή την τελευταία/ τι πρόθυμα στον θάνατό του αγγίζει/ Γιατί εδώ το Πιόνι θα πεθάνει/ κι ήσαν οι κόποι του προς τούτο μόνο/ Για την Βασίλισσα που θα μας σώσει/ για να την αναστήσει από τον τάφο/ ήλθε να πέσει στου σκακιού τον Άδη».Για το Μανόλη Αναγνωστάκη, η λοξή πορεία του Αξιωματικού συγκρίνεται με τις αντιξοότητες και διαψεύσεις της ζωής, προσφέροντας ένα αντίβαρο στην μονοτονία της. Γραμμένο μετά την ήττα της Αριστεράς στον Εμφύλιο, «Το σκάκι» κάνει ταυτόχρονα έναν υπαινιγμό για την ακαμψία των ηγεσιών της, αντιπαραθέτοντάς την στις αγωνίες και τις αναζητήσεις του κόσμου της, τις οποίες συμβολίζει βαθύτερα ο αιρετικός «τρελός».«Θα σου χαρίσω τη Βασίλισσά μου/ (Ήταν για μένα μια φορά η αγαπημένη/ τώρα δεν έχω πια αγαπημένη)/ Θα σου χαρίσω τους Πύργους μου (Τώρα πια δεν πυροβολώ τους φίλους μου/ έχουν πεθάνει καιρό πριν από μένα)/ Κι ο Βασιλιάς αυτός δεν ήτανε ποτέ δικός μου/ …Όλα, και τα Άλογά μου θα στα δώσω/ Μονάχα ετούτο τον τρελό μου θα κρατήσω/ που ξέρει μόνο σ’ ένα χρώμα να πηγαίνει/ …Γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου/ μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά/ αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις/ Κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα».Ο Μιχάλης Στασινόπουλος, από τη μεριά του (περιοδικό Νέα Ζωή, 1927) επιλέγει τον ίππο ως το πλέον αξιομνημόνευτο κομμάτι. Στο ποίημα του Χάρη Βλαβιανού «Σε σημείο βασανισμού» γίνεται αναφορά στην παρτίδα Φίσερ-Ταλ του 1959, ενώ ο Γιώργος Κοροπούλης εμπνεύστηκε ένα σονέτο από την Αθάνατη Παρτίδα (1993). Τέλος, σκακιστικούς στίχους έχουν δώσει και οι Μιχάλης Γκάνας, Νίκος Καρούζος («Σαχ και ματ κάνει μόνο η πραγματικότητα»), Νικόλας Σφήκας, κ.ά.
Ολα τα παραπάνω στοιχεία εμπεριέχονται στο λήμμα «Λογοτεχνία και Σκάκι» από το εξαιρετικό βιβλίο του Χρήστου Κεφαλή "Σκακιστική εγκυκλοπαίδεια" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος και τα βρήκαμε στην εξαιρετική ιστοσελίδα, για σκακιστές και όχι μόνο, skakistiko.blogspot.com.

Με κλικ ΕΔΩ όλες οι αναρτήσεις μας για το ΣΚΑΚΙ ΚΑΙ ΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2016

Η "ΣΚΑΚΙΣΤΙΚΗ ΝΟΥΒΕΛΑ" ΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝ ΤΣΒΑΪΧ

Κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Άγρα σε νέα έκδοση
η Σκακιστική νουβέλα του Στέφαν Τσβάιχ
σε μετάφραση της Μαρίας Αγγελίδου και τιμή 11,00 €.
Το δελτίο τύπου των εκδόσεων αναφέρει για το βιβλίο.

Η Σκακιστική Νουβέλα, το τελευταίο αριστούργημα του Στέφαν Τσβάιχ, δημοσιεύτηκε το 1943 στη Στοκχόλμη. Μεταθανάτια έκδοση, αφού ο συγγραφέας αυτοκτόνησε τον προηγούμενο χρόνο μαζί με τη δεύτερη γυναίκα του στη Βραζιλία, τον τόπο όπου πήγε το 1940 αυτοεξόριστος. Θεωρούσε την καταστροφή της Ευρώπης στη δεκαετία του ’40 ως την καταβαράθρωση όλου του του έργου. Η Σκακιστική νουβέλα αποτελεί μια μόλις καλυμμένη εξομολόγηση.
Στο πλοίο, με δρομολόγιο από τη Νέα Υόρκη στο Ρίο και το Μπουέ­νος Άιρες, όπου αρκετοί Ευρωπαίοι επιβάτες, φεύγοντας μακριά από τη βία και τη σύγχυση του ναζισμού, αναζητούν καταφύγιο στην Αργεντινή και τη Βραζιλία ως τόπο εξορίας και ελπίδας, ο δρ. Μπ. αντιμετωπίζει σε μια παρτίδα σκακιού τον Μίρκο Τσέντοβιτς, τον σκοτεινό παγκόσμιο πρωτα­θλητή.
Ο συγγραφέας αναπτύσσει με μεγαλειώδη τρόπο το θέμα του πνευμα­τικού εγκλεισμού που δεν μπορεί να βρει διέξοδο παρά στην τρέλα. Ο δρ. Μπ., πριν ταξιδέψει, υπέστη από τους ναζί μια ιδιαίτερη φυλάκιση σ’ ένα εντελώς άδειο δωμάτιο ξενοδοχείου, χωρίς τίποτα να μπορεί ν’ απασχολή­σει ή να διασκεδάσει το μυαλό του, μέχρι που ανακάλυψε ένα εγχειρίδιο με παρτίδες σκακιού που άρχισε ν’ αποστηθίζει και να ξαναπαίζει από μνή­μης. Έχοντας εξαντλήσει τις πηγές του βιβλίου, το μυαλό του τον οδήγησε σε παρτίδες με αντίπαλο τον εαυτό του κι έτσι άρχισε να υποβάλλεται σε μια σχιζοφρενική διάλυση που επρόκειτο να αποβεί μοιραία.
Στο αφήγημα απεικονίζεται η πάλη του πνεύματος και της φαντασίας -χαρακτηριστικά του παλαιού κόσμου- ενάντια στον εσωτερικό δαίμονα και την πεισματική λογική τής σύγχρονης βαρβαρότητας.


ΣΚΑΚΙ, ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗ


Αν και τo σκάκι μπορεί να μην είναι, με την αυστηρή έννοια, μια τέχνη, πολλοί συγ­γραφείς και καλλιτέχνες ανταποκρίθηκαν στην αυστηρότητα του σκακιού.
Το Μέσα από τον καθρέφτη του Lewis Carroll είναι το κλασικό παράδειγμα λογο­τεχνικού έργου που οφείλει τη δομή του καθώς και το περιεχόμενο του στο σκάκι. Τα μυθιστορήματα του Vladimir Nabokov Η άμυνα και Η αληθινή ζωή του Σεμπάστιαν Νάιτ (Άγρα, 1989) και το Τέλος του παιχνιδιού του Beckett αποτελούν σύγχρο­νες εκδοχές αυτού του εγχειρήματος.
Φροϋδιστές ψυχαναλυτές σαν τον Er­nest Jones και θεωρητικοί της λογοτεχνίας σαν τον George Steiner επίσης ασχολήθη­καν σοβαρά στις μελέτες τους με το παιχνίδι.
Ο Marcel Duchamp, που με τις ανα­τροπές του στον χώρο της τέχνης βρίσκεται στη ρίζα όλων των πρωτοποριακών κινη­μάτων του 20ου αιώνα, το 1923 απέρριψε την εργασία του ζωγράφου και προσφέρ­θηκε στις εγκεφαλικές απολαύσεις του σκακιού κι έγινε πρωταθλητής, αντιπροσω­πεύοντας τη Γαλλία σε τέσσερις Ολυμπιακούς σκακιστικούς αγώνες. To 1962, σε μία αναδρομική του έκθεση, έπαιξε στα εγκαίνια σκάκι με μια γυμνή κοπέλα. Ο Max Ernst, ο Jean Cocteau και ο Paul Bowles έπαιξαν στη σουρεαλιστική πειραματική σκακιστική ταινία του Hans Richter 8 x 8.
Περίφημη είναι η σκηνή της ταινίας του Ingmar Bergman Η έβδομη σφραγίδα με την παρτίδα σκακιού που παίζει ο Ιππό­της με τον Θάνατο. 


ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Ο Στέφαν Τσβάιχ γεννήθηκε στη Βιέν­νη το 1881 και αυτοκτόνησε στη Βρα­ζιλία στις 23 Φεβρουαρίου 1942. Στη ζωή του ασχολήθηκε με πολύ διαφορετικά λογοτεχνικά είδη: ποίηση, θέατρο, μετα­φράσεις, μυθιστορηματικές βιογραφίες, λογοτεχνικές κριτικές. Όμως οι νουβέλες τον κατέστησαν παγκοσμίως γνωστό: Η σύγχυση των συναισθημάτων, Αμόκ, Εικο-σιτέσσερις ώρες από τη ζωή μιας γυναίκας, κ.ά. Οι νουβέλες του Τσβάιχ παρουσιάζον­ται ως μια σειρά πίνακες που αναπαρι­στούν την εκλέπτυνση και την ευαισθησία του κλειστού κόσμου που ήταν ή βιεννέζικη κοινωνία των αρχών του 20ου αιώνα. Άν και οι γνωστότερες νουβέλες του γράφτη­καν μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, στη δεκαετία του '20, σημαδεύουν το δέσι­μο του συγγραφέα με τον κόσμο του χθες, μια ευαισθησία τέλους αιώνα, ένα αισθη­τικό κλίμα βιεννέζικου ιμπρεσιονισμού, και δείχνουν το ενδιαφέρον του για μια ψυχο­λογία του βάθους. Εκτός από την κοινω­νιολογική τους μαρτυρία, γοητεύουν με την ένταση που περιέχουν και που υποφώσκει κάτω από τη φαινομενικά επίπεδη αφήγη­ση. Τα αφηγήματα αυτά συνδυάζουν τον μο­ντερνισμό των ψυχολογικών ανακαλύψεων του Φρόυντ με τη ζωντάνια του μυθιστορή­ματος δράσης.

Με κλικ ΕΔΩ όλες οι αναρτήσεις μας για το ΣΚΑΚΙ ΚΑΙ ΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2016

Είμαστε τα πιόνια της παρτίδας που παίζουν οι Ουρανοί ...

Γνώριζα, βέβαια, εκ πείρας τη μυστηριώδη γοητεία αυτού του «Βασιλικού παιγνιδιού», του μοναδικού απ' όλα όσα επινόησε ο άνθρωπος που με ανωτερότητα ξεφεύγει από την τυραννία της τύχης και δε χαρίζει τις δάφνες της νίκης παρά μόνο στην εξυπνάδα, ή μάλλον σ' ένα ορισμένο είδος εξυπνάδας.
Μήπως, όμως, αδικούμε το σκάκι ονομάζοντάς το παιγνίδι; Δεν είναι μια επιστήμη κι αυτό, μια τέχνη, κάτι μετέωρο ανάμεσα στα δύο ίσως σαν τη σαρκοφάγο του Μωάμεθ που αιωρείται μεταξύ ουρανού και γης, μια σύνθεση μοναδική που ενώνει όλα τα ζεύγη των αντιθέτων;Πανάρχαιο κι όμως διαρκώς νέο.

Στέφαν Τσβάιχ





Είμαστε τα μάταια Πιόνια στην παρτίδα που παίζουν οι Ουρανοί/
διασκεδάζουν μαζί μας στη σκακιέρα της Ύπαρξης/
Εδώ κι εκεί κουνάμε, δίνουμε σαχ και τρώμε/
και μετά γυρίζουμε ένας-ένας/
στης ανυπαρξίας το κουτί
Ομάρ Καγιάμ. Ρουμπαγιάτ (1105)



Το σκάκι

Έλα να παίξουμε

Θα σου χαρίσω τη βασίλισσά μου
( Ήταν για μένα μια φορά η αγαπημένη.
Τώρα δεν έχω πια αγαπημένη )

Θα σου χαρίσω τους πύργους μου
( Τώρα πια δεν πυροβολώ τους φίλους μου
Έχουν πεθάνει καιρό πριν από μένα )

Κι ο βασιλιάς αυτός δεν ήτανε ποτέ δικός μου

Κι ύστερα τόσους στρατιώτες τι τους θέλω;
( Τραβάνε μπρός, τυφλοί, χωρίς καν όνειρα )

Όλα, και τα άλογά μου θα στα δώσω

Μονάχα ετούτον τον τρελό μου θα κρατήσω
Που ξέρει μόνο σ ένα χρώμα να πηγαίνει
Δρασκελώντας τη μια άκρη ως την άλλη
Γελώντας μπρός στις τόσες πανοπλίες σου
Μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά
Αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις

Κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα.


M.Αναγνωστάκης
Απ΄ τη συλλογή « Η συνέχεια Ι »



Το Πιόνι

Πολλάκις, βλέποντας να παίζουν σκάκι,
ακολουθεί το μάτι μου ένα Πιόνι
οπού σιγά-σιγά τον δρόμο βρίσκει
και στην υστερινή γραμμή προφθαίνει.


Με τέτοια προθυμία πάει στην άκρη
οπού θαρρείς πως βέβαια εδώ θ’ αρχίσουν
οι απολαύσεις του κ’ οι αμοιβές του.
Πολλές στον δρόμο κακουχίες βρίσκει.
Λόγχες λοξά το ρίχνουν πεζοδρόμοι·
τα κάστρα το χτυπούν με τες πλατειές των
γραμμές· μέσα στα δυο τετράγωνά των
γρήγοροι καβαλλάρηδες γυρεύουν
με δόλο να το κάμουν να σκαλώσει·
κ’ εδώ κ’ εκεί με γωνιακή φοβέρα
μπαίνει στον δρόμο του κανένα πιόνι
απ’ το στρατόπεδο του εχθρού σταλμένο.
Αλλά γλιτώνει απ’ τους κινδύνους όλους
και στην υστερινή γραμμή προφθαίνει.

Τι θριαμβευτικά που εδώ προφθαίνει,
στην φοβερή γραμμή την τελευταία·
τι πρόθυμα στον θάνατό του αγγίζει!
Γιατί εδώ το Πιόνι θα πεθάνει
κ’ ήσαν οι κόποι του προς τούτο μόνο.
Για την βασίλισσα, που θα μας σώσει,
για να την αναστήσει από τον τάφο
ήλθε να πέσει στου σκακιού τον άδη.

Κ. Καβάφης
(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993


Παρτίδα

Πώς να σε κερδίσω.
Με παίζεις όπως θέλεις. Και μου παίρνεις
έναν-έναν τους στρατιώτες. Μου κυκλώνεις
τους πύργους. Τ' άλογά μου έχουν τρομάξει
και τριγυρνούν εδώ κι εκεί χαμένα.

Μα πώς να σε κερδίσω. Που ακόμα
κι αυτή η βασίλισσά μου ξεπορτίζει.
Και με προδίνει αδιάκοπα μέσα στα χόρτα
με τους στρατιώτες και τους αξιωματικούς σου.
Νάσος Βαγενάς
από τη συλλογή «Πεδίον Άρεως» (1982)

ΤΟ ΣΚΑΚΙ

Ασθενικός βασιλιάς, λοξός αξιωματικός, φρενιασμένη
βασίλισσα, πύργος ευθύς, πολυμήχανος στρατιώτης
απάνω στην ασπρόμαυρη πορεία
ψάχνει ο ένας τον άλλο και συγκρούονται σ’ επίμονη μάχη.

Δεν ξέρουν πως το σίγουρο χέρι
του παίχτη τους ρυθμίζει τη μοίρα,
δεν ξέρουν πως μια τρομαχτική νομοτέλεια
ελέγχει τις αποφάσεις και τη διαδρομή τους.

Αλλά κι ο ίδιος ο παίχτης είναι αιχμάλωτος
(η έκφραση είναι του Ομάρ) μιας άλλης σκακιέρας
με μαύρες νύχτες και άσπρες μέρες.

Ο Θεός κινάει τον παίχτη κι ο παίχτης τα πιόνια.
Μα άραγε ποιος Θεός, πίσω από το Θεό, κινάει το νήμα
της σκόνης και του χρόνου, του ονείρου και της αγωνίας;


Χόρχε Λουίς Μπόρχες
(μετ. Δημήτρης Καλοκύρης)

Με κλικ ΕΔΩ όλες οι αναρτήσεις μας για το ΣΚΑΚΙ ΚΑΙ ΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2016

Μόνο λόγια και ευχολόγια. Πέραν της Ενιαίας Τιμής, απουσιάζει παντελώς και οποιοσδήποτε πολιτικός σχεδιασμός για το βιβλίο. Επιστολές της ΕΝΕΛΒΙ στους υπουργούς, Μπαλτά και Σταθάκη

φωτο: Christine Ellger
Παρά τα επανειλημμένα αιτήματα του συλλόγου για συνάντηση με τον υπουργό Πολιτισμού κ. Αριστείδη Μπαλτά ώστε να εξεταστούν τα πολλά και χρονίζοντα προβλήματα στον κλάδο του βιβλίου, η Ένωση Ελληνικού Βιβλίου εξακολουθεί να λαμβάνει ως απάντηση τη σιγή του υπουργού. Κατόπιν αυτού, στάλθηκε στον κ. Μπαλτά η ακόλουθη επιστολή:

«Αξιότιμε κ. Υπουργέ,
Εκφράζουμε την απορία μας, καθώς 4 μήνες μετά την ανάληψη των καθηκόντων σας η Ένωση Ελληνικού Βιβλίου προσπαθεί μάταια να ανοίξει έναν δίαυλο επικοινωνίας μαζί σας για τα σοβαρότατα θέματα που αντιμετωπίζει ο κλάδος του βιβλίου –πνευματικοί δημιουργοί, εκδότες, βιβλιοπώλες.
Μετά από πολλές ατελέσφορες προσπάθειες, στη μοναδική συνάντηση που είχαμε με τις συμβούλους σας κκ. Μάτα Κωνσταντάκη και Δήμητρα Σγουρούδη πήραμε την υπόσχεση ότι αφού ενημερωθείτε για τα διαμειφθέντα θα μας καλέσετε για να συζητήσουμε και να αναζητήσουμε λύσεις για τα χρονίζοντα προβλήματα του βιβλίου. Έκτοτε επικρατεί απόλυτη σιγή από πλευράς σας.
Εντούτοις, κ. υπουργέ, ο κλάδος του βιβλίου καταρρέει χωρίς κανείς να ενδιαφέρεται. Η Ενιαία Τιμή του Βιβλίου, όρος sine qua non για την επιβίωσή του και δέσμευση του ίδιου του πρωθυπουργού για επαναφορά της, δεν διεκδικείται καν από την κυβέρνηση στις συναντήσεις της με τους θεσμούς. Πώς είναι δυνατόν ένας νόμος που, με ελάχιστες παραλλαγές, εφαρμόζεται στην πλειονότητα των χωρών της Ευρώπης αλλά και των χωρών μελών του Ο.Ο.Σ.Α. και στόχος του είναι να προστατεύσει τον πλουραλισμό στην έκδοση και τον πολιτισμό κάθε χώρας, να μην έχει εφαρμογή στη χώρα μας; Το ερώτημα, όμως, είναι, ποιος υπουργός διεκδίκησε την επαναφορά του; Απ’ όσο γνωρίζουμε, ούτε εσείς ούτε ο κ. Σταθάκης ως υπουργός Οικονομίας. Μένουμε μόνο στα λόγια και στα ευχολόγια.
Πέραν της Ενιαίας Τιμής, απουσιάζει παντελώς οποιοσδήποτε πολιτικός σχεδιασμός για το βιβλίο, ειδικά μετά και την κατάργηση του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ). Το ερώτημα είναι: το βιβλίο και η διάχυση του πολιτισμού μέσα από το έργο που επιτελούν οι σχολικές βιβλιοθήκες, οι δημοτικές και δημόσιες βιβλιοθήκες, οι συγγραφείς, οι μεταφραστές, οι επιμελητές, οι διορθωτές, οι εκδότες, οι βιβλιοπώλες, έχουν πάψει να υπάγονται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Υπουργείου Πολιτισμού; Υφίσταται ή όχι το ενδιαφέρον της πολιτείας για το σημαντικότερο εργαλείο εκπαίδευσης, μόρφωσης και ανέλιξης ενός εκάστου ατόμου και της κοινωνίας στο σύνολό της; Γιατί η λέξη «Βιβλίο» δεν υπάρχει καν στις προτεραιότητές σας ως υπουργού Πολιτισμού; 
Η Ένωση Ελληνικού Βιβλίου βρίσκεται πάντοτε στη διάθεσή σας ως αξιόπιστος συνομιλητής, γιατί πιστεύουμε ότι ο διάλογος και η αναζήτηση λύσεων φέρνουν πάντοτε αποτέλεσμα. Αναμένουμε την πρόσκλησή σας για να χαρτογραφήσουμε τα προβλήματα του κλάδου και να προχωρήσει άμεσα η αντιμετώπισή τους.»  

·       Σχετικά με την Ενιαία Τιμή Βιβλίου
Μετά τη συνάντηση που είχε τον περασμένο μήνα το προεδρείο της Ένωσης Ελληνικού Βιβλίου με τον υπ. Οικονομίας κ. Γ. Σταθάκη σχετικά με την επαναφορά της Ενιαίας Τιμής Βιβλίου και τις ελπίδες που διαφάνηκαν για την επαναφορά της, παρατηρείται εκ νέου στασιμότητα από την πλευρά των αρμόδιων υπουργείων. Η ΕΝΕΛΒΙ αποφάσισε:
·       να έρθει σε επαφή με τους ευρωβουλευτές κκ. Γιώργο Γραμματικάκη (Το Ποτάμι) και Κώστα Χρυσόγονο (ΣΥΡΙΖΑ) για την κατάθεση ερώτησης στο Ευρ. Κοινοβούλιο προς τον Επίτροπο Πολιτισμού κ. Tibor Navracsics σχετικά με το αν μπορεί η Ελλάδα να επαναφέρει την Ενιαία Τιμή Βιβλίου ή αν χρειάζεται και η έγκριση των θεσμών
·       να στείλει επιστολή στους συλλόγους εκδοτών Γερμανίας, Γαλλίας, Ισπανίας, Ιταλίας, στην ΙΡΑ και στη FEP, με αίτημα την προσέγγιση ευρωβουλευτών και την κατάθεση ερώτησης στο Ευρ. Κοινοβούλιο από πλευράς τους για την κατάργηση της Ενιαίας Τιμής στην Ελλάδα κατόπιν υπόδειξης/απαίτησης των θεσμών (μέσω της εργαλειοθήκης του ΟΟΣΑ), πράγμα που ενδεχομένως προοιωνίζεται αντίστοιχες ρυθμίσεις και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Παράλληλα, ο σύλλογός μας έστειλε στον κ. Σταθάκη την ακόλουθη επιστολή:

«Αξιότιμε κ. Υπουργέ,
Το σύνολο του εκδοτικού κλάδου και η Ένωση Ελληνικού Βιβλίου που εκπροσωπεί το σημαντικότερο μέρος της ελληνικής βιβλιοπαραγωγής και τους μεγαλύτερους και πλέον δραστήριους εκδοτικούς και βιβλιοπωλικούς οίκους έχουν πλέον την αίσθηση ότι από το στάδιο της μη εκπλήρωσης των σαφών και ρητών δηλώσεων του πρωθυπουργού, του πρώην υπουργού Πολιτισμού κ. Ν. Ξυδάκη και εσάς προσωπικά για την άμεση επαναφορά της Ενιαίας Τιμής Βιβλίου, έχουμε πλέον περάσει στο στάδιο του εμπαιγμού.
Στη συνάντηση που είχαμε μαζί σας, εξηγήσαμε την αναγκαιότητα της Ενιαίας Τιμής η οποία προστατεύει το βιβλίο και τον πολιτισμό χωρίς καμία δημοσιονομική επίπτωση και ελπίσαμε ότι το θέμα οδεύει προς τη λύση του. Γνωρίζετε πολύ καλά ότι οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες έχουν υιοθετήσει το σύστημα της Ενιαίας Τιμής και καθόλου τυχαία ο Σύλλογος Γερμανών Εκδοτών και Βιβλιοπωλών σε επιστολή που σας απηύθυνε τάσσεται ανεπιφύλακτα υπέρ της επαναφοράς της, τονίζοντας «ότι ο χρόνος είναι ουσιώδης παράγων». Εμείς θέσαμε – και εξακολουθούμε να θέτουμε – τις δυνάμεις μας στη διάθεσή σας και σε πρώτη φάση ενημερώσαμε αναλυτικά τη συνεργάτιδά σας κα Ασπασία Σβέρκου, στην οποία εσείς μας παραπέμψατε, για να ετοιμαστεί ο φάκελος με τα επιχειρήματα που θα παρέκαμπταν τις αντιρρήσεις των θεσμών. Κατά τη συνάντησή μας, άλλωστε, συμφωνήσαμε ότι κοινός μας στόχος είναι να τεθεί η πλήρης επαναφορά της Ενιαίας Τιμής Βιβλίου άμεσα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων ως θέμα εξαιρετικά επείγουσας σημασίας. Έκτοτε τηρείτε σιγήν ιχθύος και τα μηνύματα που παίρνουμε από τους συνεργάτες σας δεν μας επιτρέπουν την παραμικρή αισιοδοξία.
Σας θυμίζουμε ότι ο πρωθυπουργός κ. Αλέξης Τσίπρας σε -προεκλογική- συνάντησή του με την Ένωση Ελληνικού Βιβλίου και την Εταιρεία Συγγραφέων ένθερμα υποστήριξε την επαναφορά της Ενιαίας Τιμής. Επιπλέον, στην ομιλία του στο θέατρο Ακροπόλ στις 17/03/2014 είχε δηλώσει αυτολεξεί: «Σε ό,τι αφορά τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, εμείς δεσμευτήκαμε και αυτό το νόημα έχει και η σημερινή παρουσία μου κοντά σας, πως αν ο λαός μάς αναθέσει τη διακυβέρνηση της χώρας, θα θέσουμε σε προτεραιότητα την προστασία του πολιτισμού μας, των ανθρώπων του και φυσικά θα επαναφέρουμε την ενιαία τιμή βιβλίου». Φαίνεται πως επρόκειτο για προεκλογικές υποσχέσεις και εξαγγελίες, χρήσιμες μόνο για τη χρονική περίοδο που διατυπώθηκαν και οι οποίες στόχο είχαν την παραπλάνηση συγγραφέων, εκδοτών, μεταφραστών, επιμελητών εκδόσεων, βιβλιοπωλών, ολόκληρου του κόσμου του βιβλίου που πίστεψε σε «μία από τα ίδια».
Απορούμε πώς αδυνατείτε να προωθήσετε ένα θέμα κεφαλαιώδους σημασίας για τον πολιτισμό και τη γλώσσα μας, στο οποίο έχουμε την υποστήριξη των ισχυρότερων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρόκειται για αδιαφορία ή για φόβο σύγκρουσης ακόμα και στα απλούστερα των θεμάτων; Διατηρούμε ως χώρα το δικαίωμα να χαράσσουμε τη δική μας πολιτιστική πολιτική ή ακόμα και αυτό έχει απεμποληθεί;

Η Ένωση Ελληνικού Βιβλίου, ως τελευταίο μέσον για την επαναφορά της Ενιαίας Τιμής Βιβλίου, θα ξεκινήσει ευρύτατη καμπάνια δημοσιοποίησης του θέματος, θέτοντας στην κρίση της κοινής γνώμης τα «έργα και ημέρες» όσων αδιαφορούν για το πολυτιμότερο κεφάλαιο που διαθέτουμε ως χώρα και ως έθνος: τον πολιτισμό μας».