Πέμπτη, 10 Ιουλίου 2008

Η γραφή, η τέχνη της ανάγνωσης και ο διεφθαρμένος λογοτεχνικός ρεαλισμός

Με αφορμή το τελευταίο βιβλίο του Άρη Μαραγκόπουλου - προσώπου οικείου και αγαπητού στους φίλους του βιβλιοπωλείου μας - μεταφέρουμε από το blog του Κακού Μαθητή, τον προβληματισμό του συγγραφέα για τον τρόπο υποδοχής του βιβλίου του αλλά και τη γενικότερη φιλοσοφία της γραφής και της πρόσληψης ενός λογοτεχνικού έργου στην Ελλάδα σήμερα.


Το υπ' αριθμόν ένα πρόβλημα στη γραφή και την ανάγνωση σήμερα είναι πρόβλημα κατανόησης του κόσμου. Όποιος καταλαβαίνει τον κόσμο μέσα από την κουλτούρα της Μπάρμπι (ακόμα κι αν αυτή είναι localized, όπως π.χ. στα ελληνικά ευπώλητα τύπου Νάσιουτζικ κ.λπ.) διαβάζει σαν Μπάρμπι. Δηλαδή διαβάζει πρόχειρα, επιπόλαια, στον αφρό. Κάνει zapping ανάγνωση. Ειδικά όταν πέσει στα χέρια του ένα κείμενο με κάποιες απαιτήσεις βαθύτερης ανάγνωσης του κόσμου το κείμενο ακυρώνεται αυτομάτως μέσα από την à la Μπάρμπι ανάγνωσή του.
Το παρατηρώ αυτόν τον καιρό με τις αναγνώσεις φίλων και γνωστών και λιγότερο γνωστών που σχετίζονται με το True Love. Ελάχιστοι αγγίζουν το υπ' αριθμόν ένα πρόβλημα που θίγει το βιβλίο. Ελάχιστοι διαβάζουν, κατανοούν την πραγματικότητα του βιβλίου. Ελάχιστοι δίνουν σημασία στις ρητές απαιτήσεις του. Ελάχιστοι κατανοούν το ύφος του ή την αλλαγή του διαφορετικού ύφους από ενότητα σε ενότητα. Ελάχιστοι παίρνουν τα κλειδιά του για να διαβάσουν τη θέση που τους προτείνει (διότι βέβαια έχει θέση, είναι αυτό που λέμε roman à thèse και, επίσης έχει κλειδιά – όχι κρυμμένα κάτω από τη γλάστρα της εισόδου αλλά ολοφάνερα στην είσοδο…). Όλοι, δηλαδή η πλειονότητα, μένουν στην ψευδοερωτική επιφάνεια, στις «σχέσεις», στην ύπαρξη ή όχι true love, κ.λπ.
Σε τέτοιο βαθμό συμβαίνει αυτή η θλιβερή παρανάγνωση που συχνά πυκνά συλλαμβάνω τον εαυτό μου να απαντάει σε ερωτήσεις που αφορούν παρόμοιες αναγνώσεις λες και είμαι στήλη λαϊφστιλίστικου περιοδικού του είδους «η Κα Κατίνα σας απαντάει». Υπάρχουν έως κι εκείνοι (εννοείται ότι είναι εκείνες, πάντα) που με ρωτάνε, στο όριο μεταξύ συμπόνιας και συμπάθειας: «πρέπει να έχεις πολύ υποφέρει στη ζωή σου από τις γυναίκες έτσι;» Και το κακό είναι ότι ρωτάνε πάρα πολύ σοβαρά. Γιατί;Επειδή διαβάζουν τη λογοτεχνία όχι ως αυτό που είναι, ως τέχνη της ζωής, μια τέχνη που θέτει ερωτήματα για τη ζωή, μια τέχνη που διδάσκει απολαυστικά την αλήθεια και την ομορφιά αφηγούμενη πάντα ψέματα, αλλά ως φτηνό ρεπορτάζ του Πραγματικού. Και δεν πολυφταίνε. Αφού αυτή τη γραφή κι αυτή την ανάγνωση έχουν μάθει. Έχουν μεγαλώσει με τους ευπώλητους διασκεδαστές, όλο αυτό το επιδέξιο σινάφι που πουλάει όσο όσο το ρεπορτάζ του (ψευδο)Πραγματικού καθώς οι εκδότες ασύστολα το πλασάρουν –παρέα με τους πουλημένους δημοσιογράφους– ως λογοτεχνία. Ρεπορτάζ του Πραγματικού που, το κυριότερο, δεν έχει καμμία σχέση με το Πραγματικό. Ή, έχει, όση σχέση έχει η Μπάρμπι με τον πραγματικό κόσμο ή τα Goodies με το πραγματικό φαΐ. Η πιο σοβαρή συνέπεια αυτής της παραμορφωτικής ανάγνωσης του κόσμου είναι μία – και την διατυπώνω δίχως καμμία περαιτέρω εξήγηση (ο καθείς θα πρέπει να την ανακαλύψει μέσα από την προσωπική του διαδρομή): σιγά, αλλά σταθερά, όπως το σαράκι που τρώει το ξύλο, χάνεται από τα μάτια της πλειονότητας του κόσμου το κριτήριο της ομορφιάς, η ομορφιά η ίδια.ΙΙ. H λογοτεχνία εδώ και μερικές δεκαετίες στο εξωτερικό εδώ και μερικά χρόνια στην Eλλάδα δεν είναι αυτό που υπήρξε προηγουμένως. Πολύ απλά: H θεμελιώδης ψευδαίσθηση ότι η τέχνη γενικά και η λογοτεχνία ειδικότερα έχει κάποιου είδους χρησιμότητα δεν ισχύει πλέον. Για την ακρίβεια δεν τρέφουμε καμμία ψευδαίσθηση σήμερα: όλα πουλιούνται και όλα αγοράζονται. Άρα τα πάντα στρέφονται συνειδητά ή ασυνείδητα προς την οικονομική συναλλαγή. Aν αυτό πολύ γενικά ισχύει, και διαβεβαιώνω ότι ισχύει (υπάρχει τεράστια σχετική βιβλιογραφία), τότε η αγωνία του σύγχρονου καλλιτέχνη και του σύγχρονου συγγραφέα είναι η αγωνία του ανθρώπου που θέλει να διατηρήσει θεμελιώδεις, για τη συνέχεια της ζωής, ψευδαισθήσεις. O συγγραφέας, σε μια εποχή που κινδυνεύει ακόμα και η διαδικασία της ανάγνωσης ως παιδαγωγικής διαδικασίας, πρέπει πρώτα απ' όλα να πείσει όχι ότι απλώς αξίζουν οι δικές του ιστορίες αλλά ότι αξίζει ακόμα να περιγράφουμε ή να διαβάζουμε μύθους και ιστορίες, όποιες κι αν ειναι αυτές. O συγγραφέας με αυτή την έννοια, και μόνον με αυτήν, παραμένει αυτό που ήταν πάντα: ένας αντιδραστικός προς το κυρίαρχο ρεύμα ή, αν προτιμάτε: ένας μοναχικός επαναστάτης.ΙΙΙ. Φυσικά αυτή η αγωνία δεν αφορά πολύ κόσμο. Eννοώ: πολλούς συγγραφείς. Aφορά εκείνους που παίρνουν σοβαρά τον ρόλο τους, δηλαδή τον ρόλο του αντιδραστικού στο ρεύμα, τον ρόλο του επαναστάτη. Εγώ πλέον, όποτε αναφέρομαι σε συγγραφείς, αναφέρομαι μόνον σε αυτούς. Τους Happy (;) few. Oι άλλοι, είναι απλώς σημάδια των καιρών, ένα επάγγελμα ακόμα, μια συναλλαγή ακόμα.Σ' αυτό το πλαίσιο η σχέση της σύγχρονης μυθοπλασίας με την Πραγματικότητα είναι μια σχέση σύγκρουσης, μια σχέση πάλης, η οποία, στο βαθμό που καταφέρνει να είναι αυθεντική, απόλυτα δοσμένη σ' αυτόν τον σκοπό, οδηγεί βαθμιαία τον συγγραφέα και τους αναγνώστες του σε μια ικανοποιητική ανάγνωση του σύγχρονου κόσμου, και άρα, εξασφαλίζει τη «χρησιμότητά» της.Ένα από τα μεγαλύτερα ζητήματα στην Iστορία της λογοτεχνίας είναι εκείνο της αληθοφάνειας. H σχέση της μυθοπλασίας με το Πραγματικό. Διότι το Πραγματικό είναι η Zωή, είναι εμείς, άρα μας ενδιαφέρει να γνωρίζουμε σε ποιο βαθμό η μυθοπλασία νοιάζεται να το αποδώσει. Kι ακόμα (και κυρίως) με ποιον τρόπο το αποδίδει. Eίναι πειστική; Eίναι παραπλανητική; Tο αποδίδει ως κλινική παρατήρηση (π.χ. όπως στο Nατουραλισμό;), ως κοινωνικό σύμπτωμα (γαλλικός ρεαλισμός τύπου Mπαλζάκ), ως ψυχολογική ανάλυση (π.χ. ψυχολογικός ρεαλισμός τύπου Nτοστογιέβσκι ή Tσέχοφ), ως αισθητική ή ιδεολογική στάση (τέχνη για την τέχνη, συμβολισμός, σοσιαλιστικός ρεαλισμός) κ.λπ.;To ιστορικό γεγονός παραμένει αδιάψευστο: η καλύτερη λογοτεχνία κάθε καιρού και κάθε τόπου γύρισε την πλάτη στο ζήτημα της αληθοφάνειας. Aυτό πιο συγκεκριμένα σημαίνει: όχι ότι αδιαφόρησε για το Πραγματικό καθεαυτό. Tο αντίθετο μάλιστα. H καλύτερη λογοτεχνία ουδέποτε αδιαφόρησε για το Πραγματικό. Aδιαφόρησε όμως για τον βαθμό αληθοφάνειας διά της οποίας θα το αποδώσει. Δείτε π.χ. τον Δάντη, τον Στερν, τον Θερβάντες, τον Pαμπελέ, τον Γκόγκολ, τον Μπέιλι, τον Kάφκα, τον Τζόις, τον Mπέκετ, τον Μπόρχες, τον Μούζιλ, τον Μπροχ, για να αναφέρω πρόχειρα, έτσι στην τύχη, μερικά πασίγνωστα παραδείγματα αναληθοφανούς ρεαλισμού. Kι όμως όλοι αυτοί οι μεγάλοι κλασικοί αγωνιούσαν για την απόδοση του Πραγματικού. Θα τους ονομάσουμε ρεαλιστές; Δεν νομίζω. Δεν ήταν αυτό ακριβώς που τους έκαιγε όταν έγραφαν.H αυθεντική τέχνη του λόγου διαπιστώνεται σε όλες τις σχολές και τις τάσεις, σε όλα τα ρεύματα και τις σχολές που μετράει η λογοτεχνία του ανθρώπου, από τον Όμηρο έως σήμερα. Eπομένως η σχέση της λογοτεχνίας με το Πραγματικό δεν είναι μια σχέση μορφική με την πολύ στενή έννοια, (δηλαδή μια σχέση μεγαλύτερης ή μικρότερης πιστότητας στην απόδοση του Πραγματικού), είναι πρωτίστως, μια σχέση μορφική με την ευρύτατη έννοια, σχέση εμπειρική / καλλιτεχνική.Σήμερα ζούμε έναν πληθωρισμό λογοτεχνίας που υποκρίνεται το αληθοφανές, το Πραγματικό. Tο μεγαλύτερο μέρος της ευπώλητης, μεταμοντέρνας μυθοπλασίας των τελευταίων είκοσι τριάντα ετών, παγκοσμίως, υποκρίνεται πως αποδίδει το Πραγματικό. Eπ' αυτού συνηθίζω να παραπέμπω στην προσφιλή μου φράση-κλειδί από τον Kούντερα, που, σημειωτέον, έχει γραφεί το 1993 (στο Προδομένες Διαθήκες):«Tο μεγαλύτερο ποσοστό της σημερινής παραγωγής μυθιστορημάτων αποτελείται από μυθιστορήματα έξω από την ιστορία του μυθιστορήματος: εξομολογήσεις εν είδει μυθιστορήματος, ρεπορτάζ εν είδει μυθιστορήματος, διακανονισμοί λογαριασμών εν είδει μυθιστορήματος, αυτοβιογραφίες εν είδει μυθιστορήματος, αδιακρισίες εν είδει μυθιστορήματος, καταγγελίες εν είδει μυθιστορήματος, μαθήματα πολιτικής εν είδει μυθιστορήματος, ψυχομαχητό του συζύγου εν είδει μυθιστορήματος, ψυχομαχητό του πατέρα εν είδει μυθιστορήματος, ψυχομαχητό της μάνας εν είδει μυθιστορήματος, διακορεύσεις εν είδει μυθιστορήματος, τοκετοί εν είδει μυθιστορήματος, μυθιστορήματα ad infinitum έως της συντελείας του αιώνος, που δεν λένε τίποτα καινούριο, δεν έχουν καμία αισθητική φιλοδοξία, δεν επιφέρουν καμία αλλαγή ούτε στόν τρόπο με τον οποίο κατανοούμε τον άνθρωπο ούτε στη μορφή του μυθιστορήματος, μοιάζουν όλα μεταξύ τους, τα καταναλώνεις θαυμάσια το πρωί και τα πετάς θαυμάσια τό βράδυ.»Aυτή είναι η αλήθεια κι όποιος δεν τη βλέπει ζει στα σκοτάδια. Tο σύγχρονο μυθιστόρημα υποκρίνεται το Πραγματικό. Στην ουσία αδιαφορεί γι' αυτό. Προτιμά να κάνει ένα φτηνό ρεπορτάζ του Πραγματικού σαν αυτό που περιγράφει ο Kούντερα. Aλλά αυτό δεν είναι τέχνη του λόγου. Πρόκειται για έναν διεφθαρμένο ρεαλισμό, έναν ρεαλισμό που στέκεται επιπόλαια στον αφρό της ζωής – όπως η ρηχή δημοσιογραφία, όπως η πόρνη Μπάρμπι.
Κι έτσι σιγά σιγά, αλλά σταθερά, το επαναλαμβάνω, χάνουμε από τα μάτια μας την ομορφιά του κόσμου. Συνηθίζουμε στην ασκήμια όπως συνηθίσαμε στην οικολογική καταστροφή, όπως συνηθίσαμε στην πολιτική διαφθορά.

Στο επόμενο post θα έχουμε μια μικρή παρουσίαση του βιβλίου που στάθηκε η αφορμή για την προβολή των παραπάνω θέσεων.

Δεν υπάρχουν σχόλια: