Τετάρτη 6 Οκτωβρίου 2021
Παρουσίαση του νέου μυθιστορήματος του Γιάννη Καλπούζου ΡΑΓΙΑΣ. ΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ 1821 από τη Σύγχρονη έκφραση
Πέμπτη 22 Ιουλίου 2021
Η Σίφνος, η Αμοργός, η Αλόννησος, η Θάσος, η Ιθάκη, η Σαντορίνη, η Κως, η Ίος, η Σίκινος ...
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ στο πέτρινο πεζούλι
Οδυσσέας Ελύτης από το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ
Η Ελλάδα που αντιστέκεται.
Η Ελλάδα που δεν πληγώνει.
Η Ελλάδα που πλανεύει.
Εικόνες που ακόμα έχουμε τη χαρά να απολαμβάνουμε σε μια χώρα που αλλοτριώνεται και μεταλλάσσεται καθημερινά.
Στα τραπέζια θα σερβιριστούν γαύρος, σαρδέλα στα κάρβουνα με ουζάκι, χωριάτικη σαλάτα.
Και στο κασετόφωνο ο Εθνικός ύμνος του ελληνικού καλοκαιριού.
"...Τώρα το πλοίο έχει σαλπάρει
Κι από τα μάτια σβήνει η στεριά
Μες στα κατάρτια πετούνε οι γλάροι
Κι εγώ σου λέω «έχε γεια»..."
Δευτέρα 19 Απριλίου 2021
Ο (φιλέλληνας είπαμε;) Τζορτζ Γκόρντον Μπάιρον ή Λόρδος Βύρων
Επειδή άλλο πράγμα ο μύθος και άλλο η ιστορία ας έχουμε υπ' όψιν και τα παρακάτω.
Η άποψη του Μπάιρον λοιπόν για τους Έλληνες:
«Οι Έλληνες είναι πιθανώς ο πιο διεφθαρμένος, ο πιο εκφυλισμένος λαός του κόσμου. Συντρίβοντας με την επανάσταση τους εύθραυστους κρίκους της αλυσίδας τους, αποκάλυψαν τον πραγματικό τους χαρακτήρα. Και είναι φυσικό να προβάλλει πιο έντονα η μελαγχολική εικόνα της ευτέλειάς τους... Είναι η πιο ματαιόδοξη και η πιο ανειλικρινής φυλή της γης, μια χημική ένωση από όλα τα ελαττώματα των προγόνων τους. Σε αυτά πρέπει να προσθέσεις τα ελαττώματα των Τούρκων και μια καλή δόση από εβραϊκά.. Τα πάντα φιλτραρισμένα και ανακατωμένα σε ένα τσουκάλι δουλείας» (Βλ. Λόρδου Μπάυρον, Επιστολές από την Ελλάδα. 1809 - 1811 και 1823 - 1824, Ιδεόγραμμα, 1996).
"Μʼ αρέσουν οι Έλληνες. Είναι γοητευτικοί κατεργαρέοι με όλα τα ελαττώματα των Τούρκων, αλλά χωρίς το θάρρος τους". ( Βλ. Τα καπάκια, Κωστής Παπαγιώργης, Καστανιώτης 2003)
"Μου αρέσει η υπόθεση της ελευθερίας του Ελληνικού έθνους, μόνο που περιφρονώ τη σημερινή φυλή των Ελλήνων". (Βλ. J. Kennedy, Conversation on religion with Lord Byron, London 1830, σελ.471).
Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2021
Η ΛΕΝΑΙΝΑ, το νέο βιβλίο της Γιάννας Βαρουξή - Μπαδύλα
Του Βασίλη Κασσάρα
Την παρακολουθώ από τα πρώτα της βήματα, κάπου εκεί το 2004, από το πρώτο της βιβλίο, που μου το έκανε δώρο η μάνα μου σε μία επίσκεψή μου στην πατρική μου πόλη, την Λιβαδειά.
Από εκείνο το πρώτο βιβλίο, λάτρεψα την πένα της!
Ακολούθησαν και άλλα μετά. Όμως αυτό εδώ, που τώρα -ξενυχτώντας, έκλεισα και την τελευταία του σελίδα, με συνεπήρε!
Η
Γιάννα Βαρουξή – Μπαδύλα, έχει πλέον ξεπεράσει τον εαυτό της!
Ώριμη
γραφή, μεστή, με πλοκή που συναρπάζει, με λόγο που ρέει απρόσκοπτα (η μια
σελίδα σε μαγεύει και σε παροτρύνει -υπνωτίζοντάς σε λες, να γυρίσεις την
επόμενη και την επόμενη …) και σχεδόν ποιητικό συνάμα, σε ένα μυθιστόρημα, που
θα πρέπει να προβληθεί σε εθνικό επίπεδο!
Ωστόσο, η “φωνή” της Γιάννας Βαρουξή – Μπαδύλα, είναι ταμένη για τον τόπο της και τους κατοίκους της: τους Λειβαδίτες και τους Βοιωτούς! Για αυτούς θέλει να μιλά και για αυτούς να διηγείται. Ένα αερικό της συγγραφής λες, που δέθηκε μόνο με τον τόπο του και ανασαίνει μόνο γι’ αυτόν!
Αν ήταν γνωστή ηθοποιός, δημοσιογράφος, τραγουδίστρια, παίκτρια ριάλιτι, ή πανελίστρια της τηλεόρασης, που είχε γράψει βιβλίο, ήτοι αποτελούσε δέλεαρ εμπορικότητας για τους εκδοτικούς οίκους, τώρα θα ήταν γνωστή σε όλο το πανελλήνιο.
Προσωπικά
δεν την γνωρίζω, όμως έχοντας ξυπνήσει μέσα μου τον επί σειρά ετών κοιμώμενο
δημοσιογράφο, σας υπόσχομαι ότι θα το κάνω και όχι μόνο, αλλά δεσμεύομαι και
για μια συνέντευξη της· αυτό θα το προσπαθήσω και από προσωπικό θαυμασμό αλλά
και από ηθικό καθήκον, που θέλει το βιβλίο σε εκπτώσεις πια, τόσο σε περιεχόμενο,
όσο και σε λογοτεχνική αξία!
Δεν θα σκίσω “τούλια” και δεν θα πάω “Ταξίδι στη Βενετία”. Όχι. Αλλά σας υπόσχομαι ότι θα της πάρω συνέντευξη!
Το βιβλίο έχει τίτλο “Λέναινα” και αν
θες να γνωρίσεις την επαρχιακή Ελλάδα, από τις αρχές του 1900 μέχρι και
πρόσφατα χρονικά, είναι το πιο κατάλληλο!
Ειδικά για εσάς τους Λειβαδίτες, το λέω, χωρίς όμως αυτό να περιορίζει και τους υπόλοιπους “ξενομερίτες” -όπως θα έλεγε φαντάζομαι και εκείνη, που δεν είναι από αυτόν τον ευλογημένο και πολύπαθο τόπο.
Γιατί αυτό είναι και το μαγευτικό σε
τούτο το βιβλίο: αναφέρεται σε μια περιοχή της Ελλάδας-και όχι κατά το συνήθειο
την Αθήνα, αφορά όμως σε ολόκληρη την χώρα.
Διαπραγματεύεται την καθημερινή ζωή της εποχής, και παράλληλα ακολουθώντας την πορεία μιας οικογένειας στο χρόνο (την οικογένεια της Λέναινας), θίγει ζητήματα πολιτικά, που ταλάνισαν και δίχασαν την χώρα της εποχής, αλλά και κοινωνικά, που την σημάδεψαν βαθιά, πιάνοντας ταυτόχρονα την άκρη και ξετυλίγοντας το κουβάρι σε ένα έγκλημα, που απασχόλησε το πανελλήνιο, αποδίδοντας ηθική και κοινωνική δικαιοσύνη, που τότε δεν ήταν εφικτό να γίνει!
Η ολοκληρωμένη σκιαγράφηση των
χαρακτήρων του βιβλίου, σε οδηγεί αναπόφευκτα σε ένα σχεδόν “ερωτικό δέσιμο”
μαζί τους και στην απόλυτη ταύτιση των όσων τους συμβαίνουν!
Καθημερινοί ήρωες, που στάθηκαν απέναντι σε θεό και δαίμονα, απέναντι στην ιστορία και στο κάθε μέρα τους, και μίλησαν μαζί τους, προσπαθώντας να καθορίσουν την δική τους μοίρα, με την ελπίδα για μια καλύτερη ζωή.
Κλείνοντας την τελευταία σελίδα του
(ήτοι την 558η!) σας εγγυώμαι ότι θα νοιώστε αναπόσπαστο τμήμα και ανάσα της
ιστορίας του τόπου.
Να σημειωθεί ότι δεν πρόκειται για ένα απλό αποκύημα της φαντασίας της συγγραφέως, αλλά βιβλίο βιογραφικών στοιχείων που συνέλεξε μετά από πολυετή και πολύ προσεκτική έρευνα (που αγγίζει καθαρά τους χώρους του ντοκιμαντέρ και του ρεπορτάζ!) και που με αριστοτεχνικά μυθιστορηματικό και μοναδικό τρόπο, η πένα της έχει αποδώσει στο χαρτί, ενώ θα μπορούσε να αποτελέσει ένα εξαιρετικό σενάριο ταινίας, καθώς η πλοκή, το ενδιαφέρον, η ρεαλιστικότητα και η ηθογραφία των ηρώων του προσφέρονται θαυμάσια.
Ένα απαράμιλλης λογοτεχνικής αξίας βιβλίο, που θεωρώ, πως όλοι θα πρέπει να κρατήσουμε στα χέρια μας και να βυθιστούμε στις σελίδες του.
Προσωπικά θεωρώ ότι πρόκειται για ένα από τα πέντε καλύτερα βιβλία Έλληνα συγγραφέα, που έχω κρατήσει έως τώρα στα χέρια μου και νοιώθω ευλογημένος!
Κάπου λοιπόν, ανάμεσα σε “Τάπερ” και σε “Καραβίδες”, υπάρχουν οι πλέον αξιόλογοι συγγραφείς της εποχής μας, που απλά τα φώτα της δημοσιότητας δεν έχουν στραφεί επάνω τους, λόγω συγκυριών, μάρκετινγκ, οικονομικών συμφερόντων και εμπορικότητας ή πάλι και από δική τους επιλογής, που όμως λάμπουν από μόνοι τους, γιατί για αυτό είναι γεννημένοι: Να λάμπουν πολύ, με φως από μελάνι!
Το συγκεκριμένο βιβλίο, όπως πληροφορήθηκα οι φίλοι Λειβαδίτες, θα το βρουν στο βιβλιοπωλείο “ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ” του κου Νίκου Λαμπρόπουλου, οι υπόλοιποι φίλοι θα πρέπει θεωρώ να το αναζητήσουν και να το παραγγείλουν σε κάποιο από τα βιβλιοπωλεία, που βρίσκεται κοντά σας.
Να θυμάστε σχεδόν ποτέ δεν προτείνω βιβλία, τώρα όμως δεν μπορούσα να κρατηθώ. Δεν γινόταν αλλιώς!
Να θυμάστε: κρατώ τις υποσχέσεις μου,
την συνέντευξη θα την εξασφαλίσω!
Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2021
ΕΥ ΒΟΥΛΟΥ στις πηγές της Κρύας
Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2020
Τα ’παν άλλοι, ε;
Παραμονή Χριστουγέννων, την ώρα που το πέπλο της νύχτας άρχισε να τυλίγει την πόλη καταπίνοντας τα φώτα των καταστημάτων, με το βλέμμα καρφωμένο στο γι’ ακόμα μια χρονιά κατώτερο των προσδοκιών ταμείο, σε μια τελευταία αναμέτρηση με το άγχος των υποχρεώσεων και έχοντας την πλάτη γυρισμένη στην πόρτα του βιβλιοπωλείου, την άκουσα να μισανοίγει κι εκτός κάθε συνηθισμένης ωρολογιακής προθεσμίας μια ξέμπαρκη φωνούλα να ρωτάει.
Στο ξερό μου δίχως καν να γυρίσω ΟΧΙ, κίνηση δεν παρατήρησα, οπότε γυρίζοντας καρφώθηκα σε δυο μαύρα μάτια σκέτο κάρβουνο στο πάνγλυκο προσωπάκι ενός λιλιπούτειου Ρομά που γεμάτος παιδική αθωότητα και θλιμμένη συγκατάβαση ρώτησε ξανά -κι έφυγε χωρίς να περιμένει απόκριση.
«Τα ’παν άλλοι, ε;»
Ωσότου συνέλθω, αυτό το σπουργιτάκι του παγωμένου χειμώνα, είχε ήδη ξεμακρύνει.
Τρέχοντας, πίσω το κάλεσα, στη χούφτα του να εναποθέσω δυο τρεις καραμέλες που πρόχειρες είχα, ικανές όμως ν’ ανάψουν τα δυο του καρβουνάκια και να πλημμυρίσουν ευχαρίστηση το προσωπάκι του καθώς απομακρυνόταν ξετυλίγοντας τες στο πεζοδρόμιο.
Κι έτσι πιο ήρεμος τώρα αναπολώντας τη στιγμή, ανακαλύπτω ότι μετά από χρόνια τα Χριστούγεννα τούτα απόκτησαν μια ιδιαίτερη αξία χάρη σ’ ένα βλέμμα, μια ερώτηση και δύο καραμέλες.
Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2020
Σε ρώτησα πόσα πήρες;
Εικόνες άλλων εποχών που διαδραματίστηκαν στα παλιά δικαστήρια,
Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2020
Όταν η Ιστορία έρθει και σου ψιθυρίσει στ’ αυτί "Έλα …", Πηγαίνεις …(Με την ΕΛΛΗ ΠΑΠΠΑ στην Σύγχρονη Έκφραση το 1998)
Με
την ΕΛΛΗ ΠΑΠΠΑ στην Σύγχρονη Έκφραση το 1998.
Κατάθεση
μνήμης.
Όταν οι κοινοί μας φίλοι Θανάσης και Τίνα που είχαν μεσολαβήσει για μια
εκδήλωση στο βιβλιοπωλείο με την – ογδοντάχρονη τότε - ΕΛΛΗ ΠΑΠΠΑ, είπαν ότι
αποδέχτηκε την πρόσκληση, ο ενθουσιασμός και η συγκίνηση που με κυρίεψε αρχικά,
μετατράπηκε γρήγορα σε άγχος αναλογιζόμενος την ευθύνη που αναλάμβανα έναντι
του μεγέθους μιας τέτοιας προσωπικότητας. Αγωνία για τη μετακίνησή της, αγωνία
για την υποδοχή της από το κοινό της μικρής μας πόλης.
Πόσοι θα θυμούνταν την Έλλη 50 χρόνια μετά την πολύκροτη δίκη, χωρίς την εικόνα
του Μπελογιάννη δίπλα της, την Έλλη έξω από το κόμμα και
άκουσον άκουσον σχεδόν εχθρικό προς αυτήν. Κι ας ήταν η στάση της και μετά τη
δίκη μέχρι τότε, ένας αγώνας ατελεύτητος, πληρωμένος με καθημερινές θυσίες, για
τις ιδέες της, για τα πανανθρώπινα ιδανικά που δεν οικοδομούνται στα κομματικά
γραφεία, παρά στην καθημερινή αδυσώπητη μάχη με τη ζωή και τη διάθεση προσφοράς
στον ΑΝΘΡΩΠΟ.
Να μη πολυλογώ, πήγα ο ίδιος να την παραλάβω απομεσήμερο από το σπίτι της.
Παρκάρισα και χτύπησα το κουδούνι οπλισμένος με την υπομονή που συνήθως
απαιτείται για να ετοιμαστεί και να αντιμετωπιστεί μια ηλικιωμένη κυρία και
πανέτοιμος να προσφέρω όποια βοήθεια χρειαστεί.
Και αντ᾽αυτής ήρθε η θύελλα.

Μικροκαμωμένη, αειθαλής, καλοντυμένη, αεράτη και προσηνής, με μάτια που
πετούσαν φλόγες.
Στο δρόμο - που πρώτη μου φορά οδήγησα με τόση χαμηλή ταχύτητα σε μια
προσπάθεια να κερδίσω χρόνο μαζί της - ξεκινήσαμε την κουβέντα για τον Πλάτωνα
που ήταν το θέμα της ομιλίας της και φυσικότατα περάσαμε στην πολιτική.
Καταιγιστική, αφοπλιστική, αληθινή κατέθετε τις απόψεις της και μαεστρικά ξέφευγε
από το θέμα που με έκαιγε αλλά δεν τολμούσα ν αναφέρω. Πως να ξεστομίσω δίχως
να διαπράξω ιεροσυλία τη λέξη Μπελογιάννης; Πως να ζητήσω να γυρίσει τη σελίδα
ντροπής της νεοελληνικής ιστορίας το ίδιο το θύμα της υπόθεσης;
Κι
όμως φτάσαμε κι εκεί. Μια σειρά μικρών θαυμάτων στη συζήτηση και η κουβέντα
οδηγήθηκε μόνη στον άντρα της ζωής της, μυθικό πρόσωπο για μένα, Νίκο
Μπελογιάννη. Και καπάκι στον άλλο μύθο. Τον παρεξηγημένο, τον αδικημένο, Νίκο
Πλουμπίδη. Μίλησε και γι αυτόν με τρυφερότητα κι αγάπη αμφισβητώντας τα
γεγονότα όπως έχουν δοθεί. Κι ύστερα στις δίκες και στο κόμμα. Για τότε… αλλά
και για τώρα... Μου είπε αρκετά. Άφησε να εννοηθούν περισσότερα.
Η
διαδρομή όσο κι αν καθυστερούσα τέλειωνε. Η πινακίδα στην είσοδο της πόλης το
επιβεβαίωνε. Σχεδόν δυο ώρες με την Έλλη Παππά κατέρριπταν ένα μέρος του
ιδεολογήματος που είχε κτιστεί μέσα μου με τα υλικά της κομματικής
γραφειοκρατίας. Την κοίταξα και είπα.
Αυτά
γιατί δε τα λες γιατί δεν τα γράφεις; Σίγουρα άκουσα τόσα λίγα απ᾽όσα έχεις να καταθέσεις.
Αλλά δικαιούμαστε να μάθουμε. Επίσημα. Δημόσια από τα χείλη σου και από τη γραφίδα
σου.
Η
απάντηση δε σήκωνε αντίρρηση. Μερικά πράγματα να ξέρεις, δε λέγονται όσο
κάποιοι είμαστε στη ζωή. Κι η κουβέντα έκλεισε.
Να
περιμένουμε μήπως τώρα Έλλη;
Στο
βιβλιοπωλείο αδιαχώρητο. Οι φόβοι μου αποδείχτηκαν αβάσιμοι. Δεν είναι μόνο ο
πολύς κόσμος. Αυτό που εντυπωσιάζει είναι ο βαθύς σεβασμός, η έκδηλη συγκίνηση.
Να που δεν ξεχνάμε ως λαός τόσο εύκολα όπως κάποιοι νομίζουν. Άνθρωποι όλων των
ηλικιών την προσμένουν και την ακούν με απόλυτη προσήλωση. Κι η ογδοντάχρονη
Έλλη Παππά σαν έφηβη, μιλά με έξαψη για τον Πλάτωνα, τη φιλοσοφία του, την
επιρροή του στην Μαρξιστική κοσμοθεωρία. Κι ύστερα οι ερωτήσεις. Κι οι
απαντήσεις της διεξοδικές, με μεράκι αλλά και πάθος. Τελείωσε εισπράττοντας
άλλη μια φορά την αγάπη του κόσμου.
Ένα ταξί περίμενε να τη μεταφέρει στην
Αθήνα.
Και
το επόμενο πρωί το πρώτο τηλέφωνο ήταν της Έλλης.
«Βρε
Νίκο μου λέει, έχω την εντύπωση ότι τον κύριο που καθόταν στην άκρη δεξιά της
πέμπτης σειράς και έκανε την προτελευταία ερώτηση δεν τον έπεισα. Μήπως πρέπει
να του μιλήσω στο τηλέφωνο να τα εξηγήσω καλύτερα»;
Αυτή
ήταν η Έλλη Παππά που γνωρίσαμε από κοντά. Που αγαπήσαμε. Που δε θα ξεχάσουμε.
Γιατί τέτοιοι άνθρωποι δε πεθαίνουν.
Λαμπρόπουλος
Νίκος
Τα βιογραφικά στοιχεία προέρχονται από την ΚΑΘΗΜΕΡΙ ΝΗ 27/10/09
(Η Έλλα Παππά γεννήθηκε το 1920 και πέθανε στις 27 Οκτωβρίου 2009)
Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2020
"ΕΙΚΟΝΕΣ ΠΟΥ ΔΕ ΣΒΗΝΟΥΝ Ιστορίες της πόλης". Το νέο βιβλίο του Άρη Ρούσσαρη
Σε
αποκλειστική διάθεση στο βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ και το νέο βιβλίο του
Άρη Ρούσσαρη "ΕΙΚΟΝΕΣ ΠΟΥ ΔΕ ΣΒΗΝΟΥΝ Ιστορίες της πόλης".
Εικόνες άλλων εποχών που διαδραματίστηκαν στα παλιά δικαστήρια, στα καφενεία, σε εκδηλώσεις, στις κοινωνικές συναναστροφές των συντοπιτών ζωντανεύουν και πάλι από τη γραφή του Άρη και μας προσφέρουν αβίαστο γέλιο, συγκίνηση και στιγμές νοσταλγίας.
Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2020
Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2020
Η Αλκυόνη Παπαδάκη καταγγέλλει τη διάθεση βιβλίου της από εφημερίδα επισημαίνοντας ότι είναι ενέργεια που προσβάλλει τους φάρους πολιτισμού που είναι τα βιβλιοπωλεία
|
Αλκυόνη Παπαδάκη - μια ανοιχτή επιστολή Είναι η πρώτη φορά που απευθύνομαι σε βιβλιοπώλες και αναγνώστες με κάποιον άλλο τρόπο εκτός από τα βιβλία μου, τις συνεντεύξεις και τις εκατοντάδες παρουσιάσεις μου. Το κάνω τώρα, απλώς για να εξηγήσω κάποια πράγματα που με βαραίνουν και για να μάθουν ορισμένες σημαντικές αλήθειες όσοι με διαβάζουν και με στηρίζουν όλα αυτά τα χρόνια. Δεν βγαίνουν εύκολα τα λόγια, αλλά πρέπει να τα πω. Πρώτα απ’ όλα θα ήθελα να σας εκφράσω ένα τεράστιο ευχαριστώ. Όλα όσα κάνετε για μένα είναι πέρα από τη φαντασία και μου δίνουν τη δύναμη να συνεχίζω να γράφω και να υπάρχω μέσα από τα γραπτά μου. Μετά από σχεδόν σαράντα χρόνια στη συγγραφή, συνεχίζει να με εκπλήσσει και να με γεμίζει ευθύνη ότι τα βιβλία μου διαβάζονται και καταφέρνουν να σας αγγίξουν τόσο. Η υποδοχή στο «Κόντρα στο Κύμα», που έχει μέσα και πολλά θραύσματα από τη ζωή μου, με συγκινεί. Οι αναγνώσεις σας και η αγάπη σας, που την εκφράζετε καθημερινά με χίλιους τρόπους, γεμίζουν την καρδιά και την ψυχή μου. Σας γράφω, όμως, και για έναν ακόμα λόγο, λιγότερο ευχάριστο. Με μεγάλη μου λύπη και απορία πληροφορήθηκα την προηγούμενη εβδομάδα από διαφημίσεις μιας μεγάλης εφημερίδας ότι κάποιο από τα παλιότερα βιβλία μου θα κυκλοφορούσε δωρεάν στα περίπτερα. Ήταν κάτι για το οποίο δεν είχα ενημερωθεί ποτέ και είναι κάτι στο οποίο ποτέ δεν θα συναινούσα, γνωρίζοντας τι πλήγμα θα ήταν αυτό για τα βιβλιοπωλεία. Ήταν σαν να έβαζα τη σφραγίδα μου σε μια ενέργεια που προσβάλλει τους φάρους πολιτισμού που είναι τα βιβλιοπωλεία σε όλη τη χώρα. Που ήταν και είναι πλάι μου σε όλη μου τη διαδρομή. Δυστυχώς, δεν ήταν κάτι που δεν περίμενα. Έχουν συμβεί πολλά τα τελευταία χρόνια και για μένα ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Αναγκάστηκα να ζητήσω νομική βοήθεια, κάτι που για χρόνια προσπαθούσα να αποφύγω. Αν και συνέβαιναν πάρα πολλά, με τα οποία δεν χρειάζεται να σας φορτώνω, έδειχνα πάντα καλή πίστη σε ό,τι αφορούσε τα συμβόλαιά μου με τις εκδόσεις Καλέντη. Μια καλή πίστη, που πλέον είμαι σίγουρη ότι δεν εκτιμήθηκε. Πλέον, και τουλάχιστον μέχρι την 11η Νοεμβρίου (όπου θα υπάρξει νέα ακροαματική διαδικασία), οι εκδόσεις Καλέντη, δυνάμει απόφασης δικαστηρίου δεν έχουν το δικαίωμα να διαθέτουν, να προμηθεύουν τα βιβλιοπωλεία και να πωλούν οποιοδήποτε αντίτυπο του έργου μου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις τους και το οποίο δεν φέρει την πρωτότυπη και γνήσια υπογραφή μου, ενώ κάθε διάθεση θα αποτελεί προπαντός παραβίαση δικαστικής απόφασης και σε κάθε περίπτωση θα αποτελεί διάθεση που δεν θα έχει τη συναίνεσή μου. Κατά συνέπεια προς το παρόν δεν είναι εφικτή η πώληση από τις εκδόσεις Καλέντη αντιτύπων των βιβλίων μου (φυσικά θα μπορείτε να διαθέσετε όσα έχετε ήδη στα βιβλιοπωλεία σας). Είναι το τελευταίο μέσο στο οποίο θα μπορούσα να καταφύγω προκειμένου να προστατευτώ. Είναι μια ενέργεια που με πληγώνει βαθιά, αλλά αναπόφευκτη μετά από όσα συνέβησαν. Και ο μοναδικός τρόπος για να διαφυλάξω τα πνευματικά και περιουσιακά μου δικαιώματα και εν γένει το έργο μου. Δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα για τα τρία τελευταία βιβλία μου που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Διόπτρα («Το χαμόγελο του Δράκου», «Στην άκρη του βράχου», «Κόντρα στο κύμα») και τις οποίες ευχαριστώ ιδιαίτερα για την υποστήριξή τους και την αγάπη που μου δείχνουν. Σας στέλνω ένα ακόμα τεράστιο Ευχαριστώ. Όλη μου η ζωή, όπως βγαίνει μέσα από τις σελίδες των βιβλίων μου, έχει περάσει και περνάει από τα χέρια σας. Με εκτίμηση και ευγνωμοσύνη, Αλκυόνη |
Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2020
11 Σεπτεμβρίου 1943. Ο απαγχονισμός 10 παλληκαριών της Λιβαδειάς από τους Ναζί και τους χαφιέδες συνεργάτες τους.
11 Σεπτεμβρίου 1943
Διανύουμε την έβδομη δεκαετία από την ημέρα που η θηριωδία των φασιστών ΝΑΖΙ και των κουκουλοφόρων χαφιέδων συνεργατών τους έστησε κρεμάλες για 10 παλληκάρια της Λιβαδειάς δείχνοντας γι άλλη μια φορά το ανάλγητο και αποτρόπαιο πρόσωπο του φασισμού.
Η ιταλική συνθηκολόγηση (8 Σεπτεμβρίου 1943) σηματοδότησε την κλιμάκωση της εθνικοαπελευθερωτικής δράσης. Τα ξημερώματα της 9ης Σεπτεμβρίου, 400 μαχητές του Τάγματος Παρνασσίδας απέκλεισαν το ιταλικό τάγμα της Αράχοβας και απαίτησαν την παράδοση των όπλων. Την ίδια πρόθεση αφοπλισμού των Ιταλών είχε και το επίλεκτο γερμανικό 18ο Σύνταγμα Ορεινών Κυνηγών, που κινήθηκε προς την πόλη το πρωί της 10ης Σεπτεμβρίου αγνοώντας τα συμβάντα της προηγούμενης. Με βολές όλμου, τα οχήματα ακινητοποιήθηκαν και ξεκίνησε μια σφοδρότατη μάχη κοντά στα τελευταία σπίτια της Αράχοβας. Το γερμανικό τμήμα αμύνθηκε, σύντομα όμως υπερφαλαγγίστηκε από ένα λόχο ανταρτών της Λιβαδειάς (ΙΙΙ Τάγμα του 34ου Συντάγματος) και ένα ετερόκλητο πλήθος μαχητών απόΔαύλεια, Δίστομο και Στείρι που εκείνη την ημέρα έγραψαν ιστορία:
«Πολλοί πιαστήκανε στα χέρια με τους Γερμανούς. Είδα με τα μάτια μου τον αρχηγό της μαχητικής [ομάδας] του Στειριού, Χρήστος Κατσούλης λεγότανε και ήτανε παλικάρι από τους λίγους που γνώρισα εκείνα τα χρόνια. Πάλευε με ένα Γερμανό και μια να πέφτει κάτω ο Γερμανός, μια ο δικός μας. Για μια στιγμή κατόρθωσε και πετάει το Γερμανό κάτω από τον τοίχο της στροφής και τον σκότωσε. Δίπλα του αμέσως πίσω από την τάφρο φύτρωσε άλλος Γερμανός με το μυδράλιο και άρχισε να μας βάζει. Γυρίζει απότομα ο Κατσούλης και τον σκοτώνει κι αυτόν και μόλις έσκυβε να πάρει το μυδράλιο, τον σκότωσε ένας άλλος Γερμανός. Τον έκλαψε όλη η αρβανιτιά στην περιφέρειά του. Δε γεννιέται εύκολα τέτοιο παλικάρι» (Μαρτυρία Νίκου Καλοπήτα, καπετάνιου 9ου Λόχου, ΙΙΙ/34 Τάγμα Λιβαδειάς ).
Από τους 120 περίπου Γερμανούς επέζησαν μόλις 25, ενώ οι Έλληνες είχαν 7 νεκρούς, οι περισσότεροι «αυτοχειροτονημένοι» πολεμιστές της Αράχοβας. Δεκαπέντε φορτηγά οχήματα-λάφυρα μεταφέρθηκαν στο Κυριάκι κάτω από τις επευφημίες των κατοίκων, ενώ ο αφοπλισμός του ιταλικού τάγματος στη Δεσφίνα συμπλήρωσε μια ανεπανάληπτη νίκη. Είναι ενδεικτικό του κλίματος εκείνων των ημερών πως στις 10 Σεπτεμβρίου οι Γερμανοί απαγχόνισαν δέκα νεαρούς αντιστασιακούς στη Λιβαδειά θεωρώντας πως επέκειτο ένοπλη εξέγερση στην πόλη!
Πηγή:: Χανδρινός Ιάσονας, «Γερμανική κατοχή, αντίσταση και εμφύλιος πόλεμος στη Βοιωτία (1941-1949)», 2012,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Βοιωτία
![]() |
| Το βιβλίο του Αριστείδη Ρούσσαρη αφιερωμένο στο μαρτυρικό Σεπτέμβρη της Λιβαδειάς |
Τετάρτη 15 Ιουλίου 2020
ΔΙΑ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗ ΤΣΙΡΚΑ: ΙΟΥΛΙΟΣ 1965 και ... «Μητσοτάκη, κάθαρμα».
Από νωρίς το απόγεμα πήγα και κόλλησα τη ράχη μου στον ανατολικό τοίχο του «Μεγάλη Βρετανία». Το πλήθος είχε καταλάβει όλο το πεζοδρόμιο, αντίκρυ δεξιά μας η Βουλή – άρχιζε η πολιορκία της. Φώναζα κι εγώ με τους άλλους, ώσπου έγδαρα το λαρύγγι μου: «Κάτω οι προδότες. Κάτω οι δούλοι της Αυλής. Ένας είναι ο αρχηγός, ο κυρίαρχος Λαός». Αγόρια και κορίτσια έφταναν ομάδες –ομάδες, ξεχώριζαν μερικά πανώ των Λαμπράκηδων∙ παίρναν θέση στο πεζοδρόμιο, ύστερα πέρασαν και στ’ αντικρινό, η πολιορκία της Βουλής γινόταν πιο στενή. Με το σούρουπο άρχισαν να φτάνουν οι εργαζόμενοι: υπάλληλοι καταστημάτων, εργάτες κι εργάτριες από τις βιομηχανίες γύρω στην Αθήνα και τον Πειραιά. Η πλατεία Συντάγματος γέμισε κι οι φωνές, σαν άγρια καταιγίδα, τάραζαν το πλήθος κύμα στο κύμα. Ο τόνος έγινε πιο τραχύς:
«Υδροκίνητα βιομηχανικά κτίρια στη Λιβαδειά 1860-1950. Καταγραφή μιας περιπέτειας κτιρίων και ανθρώπων». Ανεκτίμητη παρακαταθήκη μνήμης για τη βιομηχανική δραστηριότητα στην πόλη της Λιβαδειάς από την Άννα Ψωμά
«Υδροκίνητα βιομηχανικά κτίρια στη Λιβαδειά 1860-1950
Καταγραφή μιας περιπέτειας κτιρίων και ανθρώπων»
Ιδιωτική Έκδοση, Λιβαδειά 2017, σχήμα 29,5x21,5
τιμή πώλησης 38.00 €
























