Τρίτη 10 Μαΐου 2022

Συνάντηση με τη Λένα Διβάνη στο βιβλιοπωλείο «Σύγχρονη Έκφραση» τη Δευτέρα 16 Μαΐου 2022, ώρα 20:00



















Το βιβλιοπωλείο Σύγχρονη Έκφραση και οι Εκδόσεις Πατάκη 
σας προσκαλούν τη Δευτέρα 16 Μαΐου 2022 στις 20:00 
σε μια συνάντηση, στον χώρο του βιβλιοπωλείου, 
με τη Λένα Διβάνη με αφορμή τα βιβλία της 
«Ονειρεύτηκα τη Διδώ», 
«Ζευγάρια που έγραψαν την ιστορία της Ελλάδας» και 
«Το πικρό ποτήρι: Ο Καποδίστριας, η Ρωξάνδρα και η Ελλάδα».

«Ονειρεύτηκα τη Διδώ»
«Μέσα στον ζόφο των αλλεπάλληλων κρίσεων ένιωσα ξαφνικά την έντονη ανάγκη να ανασάνω λίγο φρέσκο αέρα, να αισιοδοξήσω. Αποφάσισα λοιπόν ότι είχε έρθει η ώρα να ξαναζωντανέψω το ίνδαλμά μου, τη Διδώ Σωτηρίου. Είναι άδικο να τη λησμονούν σιγά σιγά οι παλιότεροι και να την αγνοούν τελείως οι νεότεροι. Δεν υπήρχε άλλη σαν κι αυτή τη γυναίκα-πολεμίστρια του καλού που διέσχισε ολόκληρο τον 20ό αιώνα, βρέθηκε στο επίκεντρο κάθε ελληνικής τραγωδίας (από τη Μικρασιατική Καταστροφή μέχρι τη χούντα) και κατάφερε να δρασκελίσει όλα τα ερείπια φορώντας το αιώνιο χαμόγελό της, κόκκινο μπερέ, κολιέ και άρωμα. Άρχισα αμέσως την έρευνα (με αφορμή την οποία εν τέλει εμπνεύστηκα το βιβλίο Ζευγάρια που έγραψαν την ιστορία της Ελλάδας) και ευτυχώς, γιατί χάθηκαν εν τω μεταξύ η Άλκη Ζέη κι ο Νίκος Μπελογιάννης, οι μοναδικοί επιζώντες που την ήξεραν από την καλή και την ανάποδη.
Ελπίζω ότι έγραψα μια εντελώς υβριδική βιογραφία με τον χαρακτηριστικό τίτλο Ονειρεύτηκα τη Διδώ. Γιατί πράγματι την ονειρεύτηκα ολοζώντανη, ακαταπόνητη και γελαστή, όπως ήταν πάντα, να μου διηγείται με το νι και με το σίγμα τη ζωή της που ήταν αγρίως απίθανη!»
Λ. Δ.
 
 
«Ζευγάρια που έγραψαν την ιστορία της Ελλάδας»
«Πόσο επηρεάζει άραγε η προσωπική ζωή των πρωταγωνιστών της ιστορίας την πολιτική δράση τους αλλά και αντιστρόφως, πόσο επηρεάζει η δημόσια έκθεση τα του οίκου τους;
Αυτό διερευνά το βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας. Γιατί είναι δύσκολο να κατανοήσουμε τις αποφάσεις ενός δημόσιου προσώπου χωρίς να γνωρίζουμε τις ανομολόγητες ανάγκες του, τα τραύματά του.
Αν δεν ξέρεις τι σήμαινε για την Έλλη Παππά ο Μπελογιάννης, πώς να δικαιολογήσεις την απόφασή της να γεννήσει το παιδί του, αν και παντρεμένη με άλλον, φυλακισμένη και μελλοθάνατη; Πώς να ερμηνεύσεις τη διαλυτική στάση του Ανδρέα Παπανδρέου απέναντι στην Ένωση Κέντρου αν δεν ξέρεις την άβυσσο που τον χώριζε από τον πατέρα του; Και ο Παύλος γιατί άραγε άφησε τη Φρειδερίκη να γίνει από βασίλισσα βασιλιάς;
Διάλεξα να μιλήσω για ζευγάρια γιατί στον έρωτα και στη συμβίωση είμαστε όλοι έκθετοι και γυμνοί, ολόκληροι. Φυσικά άκουγα συνεχώς στα αυτιά μου τον αντίλογο: Πώς να μαντέψω τη δυναμική ενός ζευγαριού, πώς να συνοψίσω το φως και το σκοτάδι του; Η αμφιβολία όμως δε με σταμάτησε, απλώς έθρεψε τη γοητεία της έρευνας. Βούτηξα με το κεφάλι στις ζωές τους και κυριολεκτικά τους αγάπησα προσπαθώντας να δω μέσα από τα μάτια τους. Δεν ήθελα απλώς να ψαχουλέψω τα συρτάρια τους, ήθελα να καταλάβω τους περιορισμούς που η κοινωνία τούς επέβαλλε τότε, να δώσω σάρκα και οστά στις χάρτινες φιγούρες των πρωτοσέλιδων.
Διάλεξα τα πιο επιδραστικά ζευγάρια, τα πιο έντονα για να καλύψουν την ιστορία της Ελλάδας από το 1821 ως τη χούντα. Οι άντρες λόγω εποχής είναι πρωταγωνιστές αλλά και οι γυναίκες της ζωής τους είναι εξίσου σημαντικά, φλεγόμενα πρόσωπα.
Ελπίζω να απολαύσετε όσο απήλαυσα εγώ αυτή την ακροβασία ανάμεσα στην ιστορία και στη λογοτεχνία».
Λ. Δ.
 
«Το πικρό ποτήρι: Ο Καποδίστριας, η Ρωξάνδρα και η Ελλάδα»
Η διαδρομή του Ιωάννη Καποδίστρια προς τη δόξα και τον θάνατο – από τη γέννησή του στα ενετοκρατούμενα Επτάνησα ως το τραγικό του τέλος στο Ναύπλιο. Η ιστορία του πρώτου Έλληνα κυβερνήτη, ενός μοναχικού ήρωα, που χάρισε χωρίς δεύτερη σκέψη τον εαυτό του στην Ελλάδα και στέγνωσε ακόμα και την καρδιά του για να ζήσει η πατρίδα του. Το πικρό ποτήρι το ήπιε συνειδητά μέχρι τέλους μόνος του, αφήνοντας «ορφανή» τη μοναδική γυναίκα που αγάπησε, τη Ρωξάνδρα Στούρτζα.
Ο Ιωάννης, σταυροφόρος της μόρφωσης, γιατρός των φτωχών, κοσμοπολίτης κοσμοκαλόγερος, ταμένος στην πατρίδα του, βάδιζε πάντα οδηγημένος αποκλειστικά και μόνον από τις Αρχές του, με Α κεφαλαίο, όπως εκείνος τις έγραφε. Γι’ αυτό και έπραττε τα «δέοντα» από τη στιγμή που γεννήθηκε μέχρι τη στιγμή που ξεψύχησε, δολοφονημένος από χέρι ελληνικό. Η Ρωξάνδρα τον παρακάλεσε να τον συντροφέψει καθώς ανέβαινε τον Γολγοθά του – αλλά οι Αρχές του τον ανάγκασαν να αρνηθεί...
Δυο ερωτευμένοι που δεν ήταν γραφτό να γίνουν ζευγάρι, αλλά σφράγισαν την ιστορία της Ελλάδας.

Δευτέρα 21 Μαρτίου 2022

Για την παγκόσμια ημέρα ποίησης 2020.Η εκδήλωση δεν έγινε, όμως η ποίηση είναι εδώ.

[ Κώστας Καναβούρης  21.03.20 ]

Κανονικά (εδώ ταιριάζει το «κανονικά») σήμερα 21/3/2020 θα βρισκόμουν στη Λειβαδιά, στο εξαίσιο βιβλιοπωλείο του Νίκου Λαμπρόπουλου, όπως κάθε χρονιά τέτοια μέρα  τα τελευταία έντεκα χρόνια.
Παγκόσμια μέρα της ποίησης η σημερινή και κάθε χρονιά η «Σύγχρονη Έκφραση» μαζί με το «Τροφώνιο Ωδείο» της αγαπημένης μου φίλης Παναγιώτας Καρακούση, τιμούν την ημέρα με μια γιορτή που ξεχειλίζει από κόσμο. Η ίδια ομάδα κάθε χρόνο. Ο Νίκος, η Παναγιώτα, ο ποιητής και εκδότης του εξαιρετικού περιοδικού «Εμβόλιμον» Γιώργος Χ. Θεοχάρης, η αφεντιά μου, ερασιτέχνες ηθοποιοί και καθηγητές που απαγγέλουν και μαζί μαθητές και δάσκαλοι του «Τροφώνιου Ωδείου» στο μουσικό μέρος, σε μια υψηλού επιπέδου συναυλία με μελοποιημένη ποίηση σχετική με το θέμα της εκδήλωσης.
Φέτος είχαμε αποφασίσει να τιμήσουμε την Παγκόσμια μέρα Ποίησης, συναιρώντας την με την άλλη σημερινή παγκόσμια μέρα: Την παγκόσμια μέρα κατά του ρατσισμού, μιλώντας, απαγγέλλοντας και τραγουδώντας αντιρατσιστικά ποιήματα και τραγούδια. Πλην όμως επιβεβαιώθηκε και εδώ και μάλιστα με τον πιο σκληρό τρόπο, πως «πραγματικότητα είναι αυτό που σου συμβαίνει την ώρα που σχεδιάζεις το μέλλον». Ήρθε ο κορονοϊός και μαύρισαν οι μέρες από την πανδημία του φόβου μπροστά στον θάνατο.
Η εκδήλωση δεν έγινε, όμως η ποίηση είναι εδώ. Κανένας ιός και κανένας φασισμός δεν πρόκειται να την νικήσει γιατί το ποιητικό αίτημα είναι ο ίδιος ο άνθρωπος. Ακόμα και την ώρα της φρίκης ο άνθρωπος τραγουδάει. Το τραγούδι της φρίκης, τραγουδάει όπως διδάσκει ο Μπρεχτ, αλλά τραγουδάει. Και έτσι προχωράει. Θα την κάνουμε λοιπόν την εκδήλωση όταν θα έρθει η στιγμή. Με την ελπίδα ότι ο ποιητικός άνθρωπος θα βγεί πιο δυνατός από τη δοκιμασία, πιο σαφής στην χειρονομία του, πιο βαθύς στην αγάπη του, πιο παρηγορητικός στην ύπαρξή του.
Και τότε θα μαζευτούμε στην «Σύγχρονη Έκφραση», όχι με τους χρησμούς του Τροφώνιου μαντείου αλλά με τα ξεκάθαρα τραγούδια του «Τροφώνιου Ωδείου», για να μιλήσουμε και να τραγουδήσουμε εναντίον του ρατσισμού. Όχι μόνο εν αντιθέσει προς τον ρατσισμό, αλλά κυρίως εν θέσει προς την ζωή. Με την πελώρια κατάφαση που είναι η ποίηση.
Ως τότε ας κρατήσουμε τρεις φράσεις μέγιστων ποιητών, από το άπειρο της ποίησης, ώστε να μην ξεχάσουμε ποιοι είμαστε, που πατάμε και σε ποιον στηριζόμαστε:
Αρθούρος Ρεμπώ: «Εγώ Είναι ο άλλος».
Τσέσλαφ Μίλος: «Ο θάνατος ενός ανθρώπου είναι όπως η πτώση ενός  μεγάλου έθνους»
Αντρέ Μπρετόν :«Ο άνθρωπος είναι η απάντηση, όποια κι αν είναι η ερώτηση».
Κουράγιο λοιπόν. Έχουμε αμέτρητα ποιήματα να γράψουμε κι αμέτρητα ποιήματα να ζήσουμε. Και θα τα ζήσουμε.

Τετάρτη 6 Οκτωβρίου 2021

Παρουσίαση του νέου μυθιστορήματος του Γιάννη Καλπούζου ΡΑΓΙΑΣ. ΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ 1821 από τη Σύγχρονη έκφραση


Επιτέλους επανεκκίνηση με μεγαλειώδη ανταπόκριση για τα δεδομένα της εποχής τηρώντας όλα τα μέτρα ασφαλείας.
Το βιβλιοπωλείο και οι φίλοι του υποδέχτηκαν για άλλη μια φορά τον Γιάννη Καλπούζο στην παρουσίαση του νέου βιβλίου του ΡΑΓΙΑΣ. ΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΝΥΧΤΕΣ 1821 με τον μοναδικό τρόπο που έχει καταξιώσει τις εκδηλώσεις μας σε πανελλαδικό επίπεδο ως θρυλικές.
Ο Γιάννης Καλπούζος γεννήθηκε στο χωριό Μελάτες της Άρτας το 1960.
Από το 1983 ζει στην Αθήνα.
Στα ελληνικά γράμματα εμφανίζεται το 2000 με την ποιητική συλλογή «Το νερό των ονείρων» και το μυθιστόρημα «Μεθυσμένος δρόμος».
Ακολουθεί η συλλογή διηγημάτων «Μόνο να τους άγγιζα», η οποία επανεκδόθηκε το 2017 εμπλουτισμένη ποικιλοτρόπως, με τον νέο τίτλο: «Κάποιοι δεν ξεχνούν ποτέ» και οι ποιητικές του συλλογές: «Το παραμιλητό των σκοτεινών Θεών» και «Έρωτας νυν και αεί». Με τη δεύτερη ήταν υποψήφιος στη βραχεία λίστα για το Κρατικό Βραβείο Ποίησης, ενώ η παραλογή «Ο λύκος» που εμπεριέχεται στη συλλογή διηγημάτων «Κάποιοι δεν ξεχνούν ποτέ» τιμήθηκε με το δεύτερο βραβείο ποίησης στον Διεθνή Διαγωνισμό Ποίησης και Διηγήματος “Γιώργος Σεφέρης” του πανεπιστημίου του Παλέρμο Ιταλίας.
Ευρύτερα γνωστός στο αναγνωστικό κοινό έγινε με το μυθιστόρημά του «Ιμαρέτ», το οποίο τιμήθηκε με το Βραβείο Αναγνωστών του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου. Το «Ιμαρέτ» μεταφράστηκε στα πολωνικά και στα τουρκικά, ενώ κυκλοφορεί και σε νεανικό μυθιστόρημα (για παιδιά άνω των 10 ετών), με εικονογράφηση του σκηνογράφου Αντώνη Χαλκιά.
Ο Γιάννης Καλπούζος συμμετείχε σε συλλογικά έργα, διασκεύασε σε θεατρικό σενάριο το μυθιστόρημά του «Σέρρα-Η ψυχή του Πόντου» και έχει γράψει τους στίχους 80 τραγουδιών, μεταξύ των οποίων τα: «Ό,τι αγαπώ είναι δικό σου», «Δέκα μάγισσες», «Να 'σουν θάλασσα», «Γιατί πολύ σ’ αγάπησα».
Διαχρονικές και αμοιβαίες είναι οι σχέσεις αγάπης και εκτίμησης μεταξύ του Γιάννη Καλπούζου, του βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ και του κοινού μας. Να θυμίσουμε ότι το
2011, παρουσιάσαμε το βιβλίο του ΑΓΙΟΙ ΚΑΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ
2013, ΟΥΡΑΝΟΠΕΤΡΑ
2014, ΟΤΙ ΑΓΑΠΩ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟ ΣΟΥ
2016, ΣΕΡΡΑ
2018, ΓΙΝΑΤΙ
2020, η καραντίνα του covid μας στέρησε κυριολεκτικά στο νήμα το ΕΡΑΝ.
Τα προβλήματα με την πανδημία δεν ξεπεράστηκαν ολοσχερώς και μας στερούν τη σημερινή επαφή στο φυσικό μας χώρο αλλά το φιλόξενο café Στροφόμετρο μας προσφέρει αυτή τη λύση και μια συνεργασία που ελπίζουμε θα έχει συνέχεια και εκφράζουμε τις ευχαριστίες μας στη διεύθυνση και το προσωπικό του.
Γιάννη καλώς μας ήρθες και πάλι.
ΡΑΓΙΑΣ. ΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΝΥΧΤΕΣ 1821

Πέμπτη 22 Ιουλίου 2021

Η Σίφνος, η Αμοργός, η Αλόννησος, η Θάσος, η Ιθάκη, η Σαντορίνη, η Κως, η Ίος, η Σίκινος ...


ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ στο πέτρινο πεζούλι
αντικρύ του πελάγους η Μυρτώ να στέκει
σαν ωραίο οκτώ ή σαν κανάτι
με την ψάθα του ήλιου στο ένα χέρι.

Οδυσσέας Ελύτης από το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ



Η Ελλάδα που αντιστέκεται.
Η Ελλάδα που δεν πληγώνει.
Η Ελλάδα που πλανεύει.

Εικόνες που ακόμα έχουμε τη χαρά να απολαμβάνουμε σε μια χώρα που αλλοτριώνεται και μεταλλάσσεται καθημερινά.
Στα τραπέζια θα σερβιριστούν γαύρος, σαρδέλα στα κάρβουνα με ουζάκι, χωριάτικη σαλάτα.

Και στο κασετόφωνο ο Εθνικός ύμνος του ελληνικού καλοκαιριού.


"...Τώρα το πλοίο έχει σαλπάρει
Κι από τα μάτια σβήνει η στεριά
Μες στα κατάρτια πετούνε οι γλάροι
Κι εγώ σου λέω «έχε γεια»..."




Δευτέρα 19 Απριλίου 2021

Ο (φιλέλληνας είπαμε;) Τζορτζ Γκόρντον Μπάιρον ή Λόρδος Βύρων


Στις 19 Απριλίου 1824 πεθαίνει στο Μεσολόγγι ο (δεν τον λες και φιλέλληνα) Τζορτζ Γκόρντον Μπάιρον ή Λόρδος Βύρων.
Επειδή άλλο πράγμα ο μύθος και άλλο η ιστορία ας έχουμε υπ' όψιν και τα παρακάτω.
Η άποψη του Μπάιρον λοιπόν για τους Έλληνες:
«Οι Έλληνες είναι πιθανώς ο πιο διεφθαρμένος, ο πιο εκφυλισμένος λαός του κόσμου. Συντρίβοντας με την επανάσταση τους εύθραυστους κρίκους της αλυσίδας τους, αποκάλυψαν τον πραγματικό τους χαρακτήρα. Και είναι φυσικό να προβάλλει πιο έντονα η μελαγχολική εικόνα της ευτέλειάς τους... Είναι η πιο ματαιόδοξη και η πιο ανειλικρινής φυλή της γης, μια χημική ένωση από όλα τα ελαττώματα των προγόνων τους. Σε αυτά πρέπει να προσθέσεις τα ελαττώματα των Τούρκων και μια καλή δόση από εβραϊκά.. Τα πάντα φιλτραρισμένα και ανακατωμένα σε ένα τσουκάλι δουλείας»   (
Βλ. Λόρδου Μπάυρον, Επιστολές από την Ελλάδα. 1809 - 1811 και 1823 - 1824, Ιδεόγραμμα, 1996).
Ακόμα και όταν επαινούσε τους ντόπιους, δεν λησμονούσε να τους συγκρίνει μειωτικά με τους κατακτητές:
"Μ
ʼ αρέσουν οι Έλληνες. Είναι γοητευτικοί κατεργαρέοι με όλα τα ελαττώματα των Τούρκων, αλλά χωρίς το θάρρος τους".    ( Βλ. Τα καπάκια, Κωστής Παπαγιώργης, Καστανιώτης 2003)
Και συνεχίζει
"Μου αρέσει η υπόθεση της ελευθερίας του Ελληνικού έθνους, μόνο που περιφρονώ τη σημερινή φυλή των Ελλήνων".   (
Βλ. J. Kennedy, Conversation on religion with Lord Byron, London 1830, σελ.471).
Φιλέλληνας είπαμε;

Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2021

Η ΛΕΝΑΙΝΑ, το νέο βιβλίο της Γιάννας Βαρουξή - Μπαδύλα


 

Του Βασίλη Κασσάρα

          Την παρακολουθώ από τα πρώτα της βήματα, κάπου εκεί το 2004, από το πρώτο της βιβλίο, που μου το έκανε δώρο η μάνα μου σε μία επίσκεψή μου στην πατρική μου πόλη, την Λιβαδειά.

Από εκείνο το πρώτο βιβλίο, λάτρεψα την πένα της!

Ακολούθησαν και άλλα μετά. Όμως αυτό εδώ, που τώρα -ξενυχτώντας, έκλεισα και την τελευταία του σελίδα, με συνεπήρε! 

Η Γιάννα Βαρουξή – Μπαδύλα, έχει πλέον ξεπεράσει τον εαυτό της!

Ώριμη γραφή, μεστή, με πλοκή που συναρπάζει, με λόγο που ρέει απρόσκοπτα (η μια σελίδα σε μαγεύει και σε παροτρύνει -υπνωτίζοντάς σε λες, να γυρίσεις την επόμενη και την επόμενη …) και σχεδόν ποιητικό συνάμα, σε ένα μυθιστόρημα, που θα πρέπει να προβληθεί σε εθνικό επίπεδο!

Ωστόσο, η “φωνή” της Γιάννας Βαρουξή – Μπαδύλα, είναι ταμένη για τον τόπο της και τους κατοίκους της: τους Λειβαδίτες και τους Βοιωτούς! Για αυτούς θέλει να μιλά και για αυτούς να διηγείται. Ένα αερικό της συγγραφής λες, που δέθηκε μόνο με τον τόπο του και ανασαίνει μόνο γι’ αυτόν! 

          Αν ήταν γνωστή ηθοποιός, δημοσιογράφος, τραγουδίστρια, παίκτρια ριάλιτι, ή πανελίστρια της τηλεόρασης, που είχε γράψει βιβλίο, ήτοι αποτελούσε δέλεαρ εμπορικότητας για τους εκδοτικούς οίκους, τώρα θα ήταν γνωστή σε όλο το πανελλήνιο. 

Προσωπικά δεν την γνωρίζω, όμως έχοντας ξυπνήσει μέσα μου τον επί σειρά ετών κοιμώμενο δημοσιογράφο, σας υπόσχομαι ότι θα το κάνω και όχι μόνο, αλλά δεσμεύομαι και για μια συνέντευξη της· αυτό θα το προσπαθήσω και από προσωπικό θαυμασμό αλλά και από ηθικό καθήκον, που θέλει το βιβλίο σε εκπτώσεις πια, τόσο σε περιεχόμενο, όσο και σε λογοτεχνική αξία!

Δεν θα σκίσω “τούλια” και δεν θα πάω “Ταξίδι στη Βενετία”. Όχι. Αλλά σας υπόσχομαι ότι θα της πάρω συνέντευξη! 

          Το βιβλίο έχει τίτλο “Λέναινα” και αν θες να γνωρίσεις την επαρχιακή Ελλάδα, από τις αρχές του 1900 μέχρι και πρόσφατα χρονικά, είναι το πιο κατάλληλο!

Ειδικά για εσάς τους Λειβαδίτες, το λέω, χωρίς όμως αυτό να περιορίζει και τους υπόλοιπους “ξενομερίτες” -όπως θα έλεγε φαντάζομαι και εκείνη, που δεν είναι από αυτόν τον ευλογημένο και πολύπαθο τόπο. 

          Γιατί αυτό είναι και το μαγευτικό σε τούτο το βιβλίο: αναφέρεται σε μια περιοχή της Ελλάδας-και όχι κατά το συνήθειο την Αθήνα, αφορά όμως σε ολόκληρη την χώρα.

Διαπραγματεύεται την καθημερινή ζωή της εποχής, και παράλληλα ακολουθώντας την πορεία μιας οικογένειας στο χρόνο (την οικογένεια της Λέναινας), θίγει ζητήματα πολιτικά, που ταλάνισαν και δίχασαν την χώρα της εποχής, αλλά και κοινωνικά, που την σημάδεψαν βαθιά, πιάνοντας ταυτόχρονα την άκρη και ξετυλίγοντας  το κουβάρι σε ένα έγκλημα, που απασχόλησε το πανελλήνιο, αποδίδοντας ηθική και κοινωνική δικαιοσύνη, που τότε δεν ήταν εφικτό να γίνει! 

          Η ολοκληρωμένη σκιαγράφηση των χαρακτήρων του βιβλίου, σε οδηγεί αναπόφευκτα σε ένα σχεδόν “ερωτικό δέσιμο” μαζί τους και στην απόλυτη ταύτιση των όσων τους συμβαίνουν!

Καθημερινοί ήρωες, που στάθηκαν απέναντι σε θεό και δαίμονα, απέναντι στην ιστορία και στο κάθε μέρα τους, και μίλησαν μαζί τους, προσπαθώντας να καθορίσουν την δική τους μοίρα, με την ελπίδα για μια καλύτερη ζωή. 

          Κλείνοντας την τελευταία σελίδα του (ήτοι την 558η!) σας εγγυώμαι ότι θα νοιώστε αναπόσπαστο τμήμα και ανάσα της ιστορίας του τόπου.

Να σημειωθεί ότι δεν πρόκειται για ένα απλό αποκύημα της φαντασίας της συγγραφέως, αλλά βιβλίο βιογραφικών στοιχείων που συνέλεξε μετά από πολυετή και πολύ προσεκτική έρευνα (που αγγίζει καθαρά τους χώρους του ντοκιμαντέρ και του ρεπορτάζ!) και που με αριστοτεχνικά μυθιστορηματικό και μοναδικό τρόπο, η πένα της έχει  αποδώσει στο χαρτί, ενώ θα μπορούσε να αποτελέσει ένα εξαιρετικό σενάριο ταινίας, καθώς η πλοκή, το ενδιαφέρον, η ρεαλιστικότητα και η ηθογραφία των ηρώων του προσφέρονται θαυμάσια. 

          Ένα απαράμιλλης λογοτεχνικής αξίας βιβλίο, που θεωρώ, πως όλοι θα πρέπει να κρατήσουμε στα χέρια μας και να βυθιστούμε στις σελίδες του. 

          Προσωπικά θεωρώ ότι πρόκειται για ένα από τα πέντε καλύτερα βιβλία Έλληνα συγγραφέα, που έχω κρατήσει έως τώρα στα χέρια μου και νοιώθω ευλογημένος! 

          Κάπου λοιπόν, ανάμεσα σε “Τάπερ” και σε “Καραβίδες”, υπάρχουν οι πλέον αξιόλογοι συγγραφείς της εποχής μας, που απλά τα φώτα της δημοσιότητας δεν έχουν στραφεί επάνω τους, λόγω συγκυριών, μάρκετινγκ, οικονομικών συμφερόντων και εμπορικότητας ή πάλι και από δική τους επιλογής, που όμως λάμπουν από μόνοι τους, γιατί για αυτό είναι γεννημένοι: Να λάμπουν πολύ, με φως από μελάνι! 

          Το συγκεκριμένο βιβλίο, όπως πληροφορήθηκα οι φίλοι Λειβαδίτες, θα το βρουν στο βιβλιοπωλείο “ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ” του κου Νίκου Λαμπρόπουλου, οι υπόλοιποι φίλοι θα πρέπει θεωρώ να το αναζητήσουν και να το παραγγείλουν σε κάποιο από τα βιβλιοπωλεία, που βρίσκεται κοντά σας. 

          Να θυμάστε σχεδόν ποτέ δεν προτείνω βιβλία, τώρα όμως δεν μπορούσα να κρατηθώ. Δεν γινόταν αλλιώς! 

          Να θυμάστε: κρατώ τις υποσχέσεις μου, την συνέντευξη θα την εξασφαλίσω!


Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2021

ΕΥ ΒΟΥΛΟΥ στις πηγές της Κρύας


Μες στα στοιχεία που διασώθηκαν από την αρχαιότητα αναφέρει ο Θύμιος Δάλκας το 
"ΕΥ ΒΟΥΛΟΥ" 
χαραγμένο στο στόμιο μιας παρακείμενης τρύπας - μικροσπηλιάς. 



Ίσως και να ήταν μια ευφυής σκέψη κάποιου μεταγενέστερου που βρήκε τη θέση της στο θρύλο. 
Και είναι έκδηλη η απογοήτευση βλέποντας να χάνεται σήμερα - από φυσικά αίτια ή βανδαλισμούς - το εγχάρακτο παράγγελμα που θα έπρεπε να είχε διαφυλαχθεί από εμάς τους Λιβαδείτες με πολλή περισσότερη φροντίδα.
Ίσως και γιατί πάψαμε να "σκεπτόμαστε σωστά"

Νίκος Λαμπρόπουλος

Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2020

Τα ’παν άλλοι, ε;


Παραμονή Χριστουγέννων, την ώρα που το πέπλο της νύχτας άρχισε να τυλίγει την πόλη καταπίνοντας τα φώτα των καταστημάτων, με το βλέμμα καρφωμένο στο γι’ ακόμα μια χρονιά κατώτερο των προσδοκιών ταμείο, σε μια τελευταία αναμέτρηση με το άγχος των υποχρεώσεων και έχοντας την πλάτη γυρισμένη στην πόρτα του βιβλιοπωλείου, την άκουσα να μισανοίγει κι εκτός κάθε συνηθισμένης ωρολογιακής προθεσμίας μια ξέμπαρκη φωνούλα να ρωτάει.

«Να τα πω;»

Στο ξερό μου δίχως καν να γυρίσω ΟΧΙ, κίνηση δεν παρατήρησα, οπότε γυρίζοντας καρφώθηκα σε δυο μαύρα μάτια σκέτο κάρβουνο στο πάνγλυκο προσωπάκι ενός λιλιπούτειου Ρομά που γεμάτος παιδική αθωότητα και θλιμμένη συγκατάβαση ρώτησε ξανά -κι έφυγε χωρίς να περιμένει απόκριση.

«Τα ’παν άλλοι, ε;»

Ωσότου συνέλθω, αυτό το σπουργιτάκι του παγωμένου χειμώνα, είχε ήδη ξεμακρύνει.
Τρέχοντας, πίσω το κάλεσα, στη χούφτα του να εναποθέσω δυο τρεις καραμέλες που πρόχειρες είχα, ικανές όμως ν’ ανάψουν τα δυο του καρβουνάκια και να πλημμυρίσουν ευχαρίστηση το προσωπάκι του καθώς απομακρυνόταν ξετυλίγοντας τες στο πεζοδρόμιο.
Κι έτσι πιο ήρεμος τώρα αναπολώντας τη στιγμή, ανακαλύπτω ότι μετά από χρόνια τα Χριστούγεννα τούτα απόκτησαν μια ιδιαίτερη αξία χάρη σ’ ένα βλέμμα, μια ερώτηση και δύο καραμέλες.
Λαμπρόπουλος Γρ. Νίκος

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2020

Σε ρώτησα πόσα πήρες;




Σε αποκλειστική διάθεση στο βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ και το νέο βιβλίο του Άρη Ρούσσαρη 
"ΕΙΚΟΝΕΣ ΠΟΥ ΔΕ ΣΒΗΝΟΥΝ 
Ιστορίες της πόλης".

Εικόνες άλλων εποχών που διαδραματίστηκαν στα παλιά δικαστήρια, 
στα καφενεία, σε εκδηλώσεις, στις κοινωνικές συναναστροφές των συντοπιτών, ζωντανεύουν και πάλι από τη γραφή του Άρη και μας προσφέρουν αβίαστο γέλιο, συγκίνηση και στιγμές νοσταλγίας.
Παραθέτουμε μια από τις ιστορίες του βιβλίου, με πρωταγωνιστες δύο γνωστούς εμπόρους της πόλης μας.




Σε ρώτησα πόσα πήρες;

Στη δεκαετία πριν από την ιταλο-γερμανική κατοχή το πολυσύχναστο καφενείο του Σίμου ήταν κυριολεκτικά η μικρή Βουλή της πόλης. 
Από τις πέντε το πρωί που άνοιγε μέχρι τα μεσάνυχτα που έκλεινε ήταν γεμάτο από πελάτες. Σύχναζε «κάθε καρυδιάς καρύδι», έμποροι βάμβακος, βιομήχανοι βάμβακος, δικηγόροι, μηχανικοί, γιατροί, δημόσιοι υπάλληλοι, επαγγελματίες, δάσκαλοι, αγρότες, εργάτες, κτηνοτρόφοι, τραπεζικοί υπάλληλοι. 
Εκεί κτυπούσε η καρδιά της, αφού όλα τα νέα κοινωνικά, γάμοι, αρραβώνες, βαπτίσια, χωρισμοί, αθλητικά, επαγγελματικά, πολιτικά, μπορούσε να τα πληροφορηθεί ο κάθε θαμώνας ρουφώντας τον καφέ του, πίνοντας το ουζάκι του, απολαμβάνοντας το ουίσκι του. 
Εκεί διασκέδαζαν αποκλειστικά οι άντρες. Το απόγευμα άρχιζε το τάβλι, η κολιτσίνα, η δηλωτή, η ξερή. Συνήθως ο χαμένος πλήρωνε τα έξοδα του καφενείου και τα κεράσματα ή την ταβέρνα αν συνεχιζόταν εκεί η διασκέδαση της παρέας. 
Η δυνατή χαρτοπαιξία γινόταν τις γιορτινές μέρες, ή τις ατέλειωτες νύχτες του χειμώνα με τις ασταμάτητες βροχές της νερομάνας πόλης και το χιονιά που κατέβαινε άγρια από τον Ελικώνα και τον Παρνασσό. Άρχιζε τις βραδινές ώρες όταν αραίωνε ο κόσμος κι έμεναν οι χαρτοπαίκτες. Στα καρέ της χαρτοπαιξίας στο κουμ-καν, το ‘’Θανάση’’, παίζονταν σοβαρά ποσά κι ολόκληρες περιουσίες χάνονταν στην πόκα. Στις ανθρώπινες σχέσεις κυριαρχούσε το ήθος και η εντιμότητα σε βαθμό που περιστατικά σαν κι’ αυτό της ιστορίας μας να φαίνονται απίστευτα για τα ήθη και τα έθιμα της σημερινής εποχής. 
Ένα χειμωνιάτικο βράδυ, παραμονές Πρωτοχρονιάς, σε διαφορετικά τραπέζια έπαιζαν πόκα οι έμποροι Γιάννης Μακρής και Ανδρέας Ανδρεούλης. 
Μετά τα μεσάνυχτα ο Γιάννης έχασε ό,τι είχε πάνω του και απευθύνθηκε στο συνάδελφο και φίλο του Ανδρέα. 
- Ανδρέα, έμεινα πανί με πανί. Έχεις να με δανείσεις για να συνεχίσω; Ο Ανδρεούλης γύρισε το βλέμμα του, τον κοίταξε με ύφος συγκαταβατικό και του είπε: 
- Γιάννη, δεν σηκώνομαι γιατί κι εγώ δεν πάω καλά, χάνω. Αν θες όμως να συνεχίσεις πήγαινε στο μαγαζί μου να πάρεις λεφτά. Άφησε τα χαρτιά από το δεξί του χέρι στην τσόχα, έψαξε στην τσέπη του κι έβγαλε μια αρμαθιά κλειδιά. Ο Μακρής όρθιος δίπλα του, τον άκουσε να του εξηγεί και να του δείχνει πως θα άνοιγε το χρηματοκιβώτιο. 
- Αυτό το κλειδί είναι από την κλειδωνιά του ρολού, αυτό είναι από την εξώπορτα κι αυτό είναι από το χρηματοκιβώτιο. Το κλειδί του χρηματοκιβωτίου θέλει μαστοριά για ν’ ανοίξει. Θα το γυρίσεις τρεις φορές προς τα δεξιά, θα σπρώξεις λίγο προς τα μέσα κι’ έπειτα θα το τραβήξεις ξαφνικά έξω. 
- Πόσα να πάρω; ρώτησε ο Μακρής. 
- Ρε Γιάννη, πάρε όσα χρειάζεσαι, απάντησε ο Ανδρεούλης ξαναστρέφοντας το βλέμμα του προς το τραπέζι και συνέχισε το παίξιμό του αφού είχε παραδώσει τα κλειδιά στον Μακρή. Ο Μακρής ακολουθώντας τις εντολές του, πήγε στο μαγαζί του και άνοιξε το χρηματοκιβώτιο, το οποίο ήταν γεμάτο από χαρτονομίσματα. Ήταν βλέπεις οι μέρες των Χριστουγέννων κι ο Ανδρεούλης ήταν ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας της πόλης. Μέτρησε εκατόν πενήντα χιλιάδες δραχμές, έκλεισε το χρηματοκιβώτιο, κλείδωσε εξώπορτα και ρολό και τράβηξε μέσ’ στο χιονιά βιαστικά για το καφενείο του Σίμου. Τίναξε το χιονισμένο παλτό του, το κρέμασε στην κρεμάστρα μαζί με την ρεπούμπλικά του και κατευθύνθηκε προς το τραπέζι του Ανδρεούλη. 
- Ανδρέα, πήρα εκατόν πενήντα χιλιά-δες. 
- Γιάννη σε ρώτησα εγώ πόσα πήρες; είπε ο Ανδρεούλης και απλώνοντας μηχανικά το χέρι του πήρε τα κλειδιά. 
- Ανδρέα, σ’ ευχαριστώ θα στα επιστρέψω αύριο το μεσημέρι. 
- Γιάννη, σε παρακαλώ, ξέρω ότι όσα πήρες θα μου τα φέρεις, άσε με να παίξω και καλή σου τύχη. 
Άλλες εποχές, άλλοι άνθρωποι, άλλοι άνδρες. Αλήθεια ποιος συμπολίτης σήμερα θα έδινε σε άλλον γνωστό του ή ακόμη και φίλο του τα κλειδιά από το χρηματοκιβώτιό του, να πάει να το ανοίξει δίχως έλεγχο και να πάρει ανεξέλεγκτα όσα χρήματα ήθελε; 
Η αποθέωση του σεβασμού στην τιμή και το λόγο, διατυπώνεται με τον πιο φυσικό και απλό τρόπο απ’ αυτόν που δάνεισε "σε ρώτησα εγώ πόσα πήρες; αφού ξέρω ότι όσα πήρες θα τα φέρεις…".

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2020

Όταν η Ιστορία έρθει και σου ψιθυρίσει στ’ αυτί "Έλα …", Πηγαίνεις …(Με την ΕΛΛΗ ΠΑΠΠΑ στην Σύγχρονη Έκφραση το 1998)

Με την ΕΛΛΗ ΠΑΠΠΑ στην Σύγχρονη Έκφραση το 1998.

Κατάθεση μνήμης.

Όταν οι κοινοί μας φίλοι Θανάσης και Τίνα που είχαν μεσολαβήσει για μια εκδήλωση στο βιβλιοπωλείο με την – ογδοντάχρονη τότε - ΕΛΛΗ ΠΑΠΠΑ, είπαν ότι αποδέχτηκε την πρόσκληση, ο ενθουσιασμός και η συγκίνηση που με κυρίεψε αρχικά, μετατράπηκε γρήγορα σε άγχος αναλογιζόμενος την ευθύνη που αναλάμβανα έναντι του μεγέθους μιας τέτοιας προσωπικότητας. Αγωνία για τη μετακίνησή της, αγωνία για την υποδοχή της από το κοινό της μικρής μας πόλης.

Πόσοι θα θυμούνταν την Έλλη 50 χρόνια μετά την πολύκροτη δίκη, χωρίς την εικόνα του Μπελογιάννη δίπλα της, την Έλλη έξω από το κόμμα και άκουσον άκουσον σχεδόν εχθρικό προς αυτήν. Κι ας ήταν η στάση της και μετά τη δίκη μέχρι τότε, ένας αγώνας ατελεύτητος, πληρωμένος με καθημερινές θυσίες, για τις ιδέες της, για τα πανανθρώπινα ιδανικά που δεν οικοδομούνται στα κομματικά γραφεία, παρά στην καθημερινή αδυσώπητη μάχη με τη ζωή και τη διάθεση προσφοράς στον ΑΝΘΡΩΠΟ.

Να μη πολυλογώ, πήγα ο ίδιος να την παραλάβω απομεσήμερο από το σπίτι της. Παρκάρισα και χτύπησα το κουδούνι οπλισμένος με την υπομονή που συνήθως απαιτείται για να ετοιμαστεί και να αντιμετωπιστεί μια ηλικιωμένη κυρία και πανέτοιμος να προσφέρω όποια βοήθεια χρειαστεί.

Και αντ᾽αυτής ήρθε η θύελλα.

Μικροκαμωμένη, αειθαλής, καλοντυμένη, αεράτη και προσηνής, με μάτια που πετούσαν φλόγες.
Στο δρόμο - που πρώτη μου φορά οδήγησα με τόση χαμηλή ταχύτητα σε μια προσπάθεια να κερδίσω χρόνο μαζί της - ξεκινήσαμε την κουβέντα για τον Πλάτωνα που ήταν το θέμα της ομιλίας της και φυσικότατα περάσαμε στην πολιτική. Καταιγιστική, αφοπλιστική, αληθινή κατέθετε τις απόψεις της και μαεστρικά ξέφευγε από το θέμα που με έκαιγε αλλά δεν τολμούσα ν αναφέρω. Πως να ξεστομίσω δίχως να διαπράξω ιεροσυλία τη λέξη Μπελογιάννης; Πως να ζητήσω να γυρίσει τη σελίδα ντροπής της νεοελληνικής ιστορίας το ίδιο το θύμα της υπόθεσης;

Κι όμως φτάσαμε κι εκεί. Μια σειρά μικρών θαυμάτων στη συζήτηση και η κουβέντα οδηγήθηκε μόνη στον άντρα της ζωής της, μυθικό πρόσωπο για μένα, Νίκο Μπελογιάννη. Και καπάκι στον άλλο μύθο. Τον παρεξηγημένο, τον αδικημένο, Νίκο Πλουμπίδη. Μίλησε και γι αυτόν με τρυφερότητα κι αγάπη αμφισβητώντας τα γεγονότα όπως έχουν δοθεί. Κι ύστερα στις δίκες και στο κόμμα. Για τότε… αλλά και για τώρα... Μου είπε αρκετά. Άφησε να εννοηθούν περισσότερα.

Η διαδρομή όσο κι αν καθυστερούσα τέλειωνε. Η πινακίδα στην είσοδο της πόλης το επιβεβαίωνε. Σχεδόν δυο ώρες με την Έλλη Παππά κατέρριπταν ένα μέρος του ιδεολογήματος που είχε κτιστεί μέσα μου με τα υλικά της κομματικής γραφειοκρατίας. Την κοίταξα και είπα.

Αυτά γιατί δε τα λες γιατί δεν τα γράφεις; Σίγουρα άκουσα τόσα λίγα απ᾽όσα έχεις να καταθέσεις. Αλλά δικαιούμαστε να μάθουμε. Επίσημα. Δημόσια από τα χείλη σου και από τη γραφίδα σου.

Η απάντηση δε σήκωνε αντίρρηση. Μερικά πράγματα να ξέρεις, δε λέγονται όσο κάποιοι είμαστε στη ζωή. Κι η κουβέντα έκλεισε.

Να περιμένουμε μήπως τώρα Έλλη;

Στο βιβλιοπωλείο αδιαχώρητο. Οι φόβοι μου αποδείχτηκαν αβάσιμοι. Δεν είναι μόνο ο πολύς κόσμος. Αυτό που εντυπωσιάζει είναι ο βαθύς σεβασμός, η έκδηλη συγκίνηση. Να που δεν ξεχνάμε ως λαός τόσο εύκολα όπως κάποιοι νομίζουν. Άνθρωποι όλων των ηλικιών την προσμένουν και την ακούν με απόλυτη προσήλωση. Κι η ογδοντάχρονη Έλλη Παππά σαν έφηβη, μιλά με έξαψη για τον Πλάτωνα, τη φιλοσοφία του, την επιρροή του στην Μαρξιστική κοσμοθεωρία. Κι ύστερα οι ερωτήσεις. Κι οι απαντήσεις της διεξοδικές, με μεράκι αλλά και πάθος. Τελείωσε εισπράττοντας άλλη μια φορά την αγάπη του κόσμου. 

Ένα ταξί περίμενε να τη μεταφέρει στην Αθήνα.

Και το επόμενο πρωί το πρώτο τηλέφωνο ήταν της Έλλης.

«Βρε Νίκο μου λέει, έχω την εντύπωση ότι τον κύριο που καθόταν στην άκρη δεξιά της πέμπτης σειράς και έκανε την προτελευταία ερώτηση δεν τον έπεισα. Μήπως πρέπει να του μιλήσω στο τηλέφωνο να τα εξηγήσω καλύτερα»;

Αυτή ήταν η Έλλη Παππά που γνωρίσαμε από κοντά. Που αγαπήσαμε. Που δε θα ξεχάσουμε. Γιατί τέτοιοι άνθρωποι δε πεθαίνουν.

Λαμπρόπουλος Νίκος






«Γεννήθηκα στην Σμύρνη, παραμονή της καταστροφής, πέμπτο παιδί, αθέλητο και παραπεταμένο», γράφει αυτοβιογραφούμενη. «Η μάνα μου αρνήθηκε να με θρέψει», δήλωσε. «Δεν ήμουν παιδί, ήμουν άλλο πράμα και με πέταξε. Επέζησα χάρη στη μεγαλύτερη αδελφή της μητέρας μου. Η καταστροφή έφερε την οικογένεια στον Πειραιά. Την υγεία μου την ανέλαβε η θάλασσα του Πειραιά και την αγωγή μου τα αλητάκια του Πειραιά. Όλα έδειχναν ότι η προλεταριακή μου συνείδηση ήταν εξασφαλισμένη. Τότε μπήκαν στη ζωή μου τα μεγαλύτερα παιδιά της οικογένειας, ο Γιώργος, που έγινε ασυρματιστής, και ο «άγγελος της ζωής μου», η Διδώ (Σωτηρίου), που ζούσε με την πλούσια αντιδραστική θεία, αδελφή του πατέρα μας.
Από τη σκληρή δουλειά του ο Γιώργος, από μια έμφυτη συνείδηση η Διδώ, από κοντά κι η μάνα μας, είχαν γίνει και οι τρεις κομμουνιστές».
Η Ελλη Παππά ήταν ήδη από τα γυμνασιακά της χρόνια οργανωμένη σε αντιδικτατορική ομάδα και μετά, στην κατοχή, προσχώρησε στο ΕΑΜ και στο Κ.Κ.Ε.
Διέτρεξε όλo τον εμφύλιο και έως τη σύλληψή της, το 1950, δούλεψε για τα παράνομα έντυπα, σε στενή συνεργασία με διαπρεπείς αριστερούς διανοούμενους και κυρίως, στους παράνομους μηχανισμούς του Κ.Κ.Ε.
Καταδικάστηκε κι εκείνη σε θάνατο, στη δίκη Μπελογιάννη, αλλά η ποινή της δεν εκτελέστηκε, γιατί ο γιος που απέκτησε από τον Νίκο Μπελογιάννη, και που είχε στο μεταξύ γεννηθεί στη φυλακή, ήταν μόλις επτά μηνών.
«Απελευθέρωση, Δεκεμβριανά, προσπάθειες ανασυγκρότησης της Αριστεράς και της Δημοκρατίας, οι πρώτες εκλογές, ο ερχομός του Μπελογιάννη και του μεγάλου έρωτα», έγραψε η ίδια.
Αποφυλακίστηκε από τις φυλακές Αβέρωφ το 1963, δούλεψε στη σύνταξη της «Δημοκρατικής Αλλαγής» και σε τέσσερα χρόνια η απριλιανή χούντα την εξόρισε στη Γυάρο. Αποφυλακίστηκε σε ενάμιση χρόνο, γιατί είχε αρρωστήσει σοβαρά. Η Σοβιετική Ένωση την προσκαλεί να τη φιλοξενήσει με τον γιο της, αλλά η ίδια αρνείται γιατί είχε διαφωνήσει με την εισβολή των στρατιωτικών τανκς στην, τότε, Τσεχοσλοβακία.
Μέχρι την πτώση της δικτατορίας δεν εργάστηκε σε εφημερίδες της εποχής, αλλά σε εγκυκλοπαίδειες και περιοδικά και αργότερα στην εφημερίδα «Μακεδονία», με ψευδώνυμο.
Στη μεταπολίτευση, η Έλλη Παππά συνοψίζει την επανασύνδεσή της με το ΚΚΕ, ως εξής: «η επανένωση της Αριστεράς ξεκίνησε με καλούς οιωνούς και είχε οικτρό τέλος. Απεχώρησα από το ΚΚΕ, πράγμα που και η ηγεσία του επιθυμούσε».
Επαγγελματικά δούλεψε στις εφημερίδες «Έθνος», «Μακεδονία» και στο περιοδικό «Γυναίκα» έως το 1990, οπότε και αφιερώθηκε αποκλειστικά στο συγγραφικό της έργο. Τα τελευταία πολιτικά βιβλία της είναι «Αποχαιρετισμός στον αιώνα μου» (εκδόσεις Κέδρος) και «Μακιαβέλι ή Μαρξ» (εκδόσεις Αγρα), κυκλοφόρησαν το 2006.
Το αρχείο της Έλλης Παππά φυλάσσεται στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (Ε.Λ.Ι.Α).
Τα βιογραφικά στοιχεία προέρχονται από την ΚΑΘΗΜΕΡΙ ΝΗ 27/10/09
(Η Έλλα Παππά γεννήθηκε το 1920 και πέθανε στις 27 Οκτωβρίου 2009) 


Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2020

"ΕΙΚΟΝΕΣ ΠΟΥ ΔΕ ΣΒΗΝΟΥΝ Ιστορίες της πόλης". Το νέο βιβλίο του Άρη Ρούσσαρη



Σε αποκλειστική διάθεση στο βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ και το νέο βιβλίο του Άρη Ρούσσαρη "ΕΙΚΟΝΕΣ ΠΟΥ ΔΕ ΣΒΗΝΟΥΝ Ιστορίες της πόλης".

Εικόνες άλλων εποχών που διαδραματίστηκαν στα παλιά δικαστήρια, στα καφενεία, σε εκδηλώσεις, στις κοινωνικές συναναστροφές των συντοπιτών ζωντανεύουν και πάλι από τη γραφή του Άρη και μας προσφέρουν αβίαστο γέλιο, συγκίνηση και στιγμές νοσταλγίας.

Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2020

ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΛΑΣ :Το μυστικό μου ήταν να ξέρω να λέω όχι !





Μαρία Κάλλας. Έφυγε στις 16 Σεπτεμβρίου 1977 
Πηγή:
12+1 μύθοι του 20ου αι.
επιλογή κειμένων:Ελευθερία Σαχίνογλου
Ημερολόγιο 1999 εκδ. ΕΛΙΞ


Η Μαρία Κάλλας τραγουδά Carmen HABANERA στο Κόβεντ Γκάρντεν

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2020

Η Αλκυόνη Παπαδάκη καταγγέλλει τη διάθεση βιβλίου της από εφημερίδα επισημαίνοντας ότι είναι ενέργεια που προσβάλλει τους φάρους πολιτισμού που είναι τα βιβλιοπωλεία

 

Αλκυόνη Παπαδάκη - μια ανοιχτή επιστολή



Είναι η πρώτη φορά που απευθύνομαι σε βιβλιοπώλες και αναγνώστες με κάποιον άλλο τρόπο εκτός από τα βιβλία μου, τις συνεντεύξεις και τις εκατοντάδες παρουσιάσεις μου. Το κάνω τώρα, απλώς για να εξηγήσω κάποια πράγματα που με βαραίνουν και για να μάθουν ορισμένες σημαντικές αλήθειες όσοι με διαβάζουν και με στηρίζουν όλα αυτά τα χρόνια. Δεν βγαίνουν εύκολα τα λόγια, αλλά πρέπει να τα πω.
    Πρώτα απ’ όλα θα ήθελα να σας εκφράσω ένα τεράστιο ευχαριστώ. Όλα όσα κάνετε για μένα είναι πέρα από τη φαντασία και μου δίνουν τη δύναμη να συνεχίζω να γράφω και να υπάρχω μέσα από τα γραπτά μου. Μετά από σχεδόν σαράντα χρόνια στη συγγραφή, συνεχίζει να με εκπλήσσει και να με γεμίζει ευθύνη ότι τα βιβλία μου διαβάζονται και καταφέρνουν να σας αγγίξουν τόσο.
    Η υποδοχή στο «Κόντρα στο Κύμα», που έχει μέσα και πολλά θραύσματα από τη ζωή μου, με συγκινεί. Οι αναγνώσεις σας και η αγάπη σας, που την εκφράζετε καθημερινά με χίλιους τρόπους, γεμίζουν την καρδιά και την ψυχή μου.
    Σας γράφω, όμως, και για έναν ακόμα λόγο, λιγότερο ευχάριστο. Με μεγάλη μου λύπη και απορία πληροφορήθηκα την προηγούμενη εβδομάδα από διαφημίσεις μιας μεγάλης εφημερίδας ότι κάποιο από τα παλιότερα βιβλία μου θα κυκλοφορούσε δωρεάν στα περίπτερα. Ήταν κάτι για το οποίο δεν είχα ενημερωθεί ποτέ και είναι κάτι στο οποίο ποτέ δεν θα συναινούσα, γνωρίζοντας τι πλήγμα θα ήταν αυτό για τα βιβλιοπωλεία. Ήταν σαν να έβαζα τη σφραγίδα μου σε μια ενέργεια που προσβάλλει τους φάρους πολιτισμού που είναι τα βιβλιοπωλεία σε όλη τη χώρα. Που ήταν και είναι πλάι μου σε όλη μου τη διαδρομή.
    Δυστυχώς, δεν ήταν κάτι που δεν περίμενα. Έχουν συμβεί πολλά τα τελευταία χρόνια και για μένα ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Αναγκάστηκα να ζητήσω νομική βοήθεια, κάτι που για χρόνια προσπαθούσα να αποφύγω. Αν και συνέβαιναν πάρα πολλά, με τα οποία δεν χρειάζεται να σας φορτώνω, έδειχνα πάντα καλή πίστη σε ό,τι αφορούσε τα συμβόλαιά μου με τις εκδόσεις Καλέντη. Μια καλή πίστη, που πλέον είμαι σίγουρη ότι δεν εκτιμήθηκε.
    Πλέον, και τουλάχιστον μέχρι την 11η Νοεμβρίου (όπου θα υπάρξει νέα ακροαματική διαδικασία), οι εκδόσεις Καλέντη, δυνάμει απόφασης δικαστηρίου δεν έχουν το δικαίωμα να διαθέτουν, να προμηθεύουν τα βιβλιοπωλεία και να πωλούν οποιοδήποτε αντίτυπο του έργου μου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις τους και το οποίο δεν φέρει την πρωτότυπη και γνήσια υπογραφή μου, ενώ κάθε διάθεση θα αποτελεί προπαντός παραβίαση δικαστικής απόφασης και σε κάθε περίπτωση θα αποτελεί διάθεση που δεν θα έχει τη συναίνεσή μου.
    Κατά συνέπεια προς το παρόν δεν είναι εφικτή η πώληση από τις εκδόσεις Καλέντη αντιτύπων των βιβλίων μου (φυσικά θα μπορείτε να διαθέσετε όσα έχετε ήδη στα βιβλιοπωλεία σας). Είναι το τελευταίο μέσο στο οποίο θα μπορούσα να καταφύγω προκειμένου να προστατευτώ. Είναι μια ενέργεια που με πληγώνει βαθιά, αλλά αναπόφευκτη μετά από όσα συνέβησαν. Και ο μοναδικός τρόπος για να διαφυλάξω τα πνευματικά και περιουσιακά μου δικαιώματα και εν γένει το έργο μου. Δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα για τα τρία τελευταία βιβλία μου που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Διόπτρα («Το χαμόγελο του Δράκου», «Στην άκρη του βράχου», «Κόντρα στο κύμα») και τις οποίες ευχαριστώ ιδιαίτερα για την υποστήριξή τους και την αγάπη που μου δείχνουν.
    Σας στέλνω ένα ακόμα τεράστιο Ευχαριστώ. Όλη μου η ζωή, όπως βγαίνει μέσα από τις σελίδες των βιβλίων μου, έχει περάσει και περνάει από τα χέρια σας.

Με εκτίμηση και ευγνωμοσύνη,
Αλκυόνη
 

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2020

11 Σεπτεμβρίου 1943. Ο απαγχονισμός 10 παλληκαριών της Λιβαδειάς από τους Ναζί και τους χαφιέδες συνεργάτες τους.


11 Σεπτεμβρίου 1943
Διανύουμε την έβδομη δεκαετία από την ημέρα που η θηριωδία των φασιστών ΝΑΖΙ και των κουκουλοφόρων χαφιέδων συνεργατών τους έστησε κρεμάλες για 10 παλληκάρια της Λιβαδειάς δείχνοντας γι άλλη μια φορά το ανάλγητο και αποτρόπαιο πρόσωπο του φασισμού.

Η ιταλική συνθηκολόγηση (8 Σεπτεμβρίου 1943) σηματοδότησε την κλιμάκωση της εθνικοαπελευθερωτικής δράσης. Τα ξημερώματα της 9ης Σεπτεμβρίου, 400 μαχητές του Τάγματος Παρνασσίδας απέκλεισαν το ιταλικό τάγμα της Αράχοβας και απαίτησαν την παράδοση των όπλων. Την ίδια πρόθεση αφοπλισμού των Ιταλών είχε και το επίλεκτο γερμανικό 18ο Σύνταγμα Ορεινών Κυνηγών, που κινήθηκε προς την πόλη το πρωί της 10ης Σεπτεμβρίου αγνοώντας τα συμβάντα της προηγούμενης. Με βολές όλμου, τα οχήματα ακινητοποιήθηκαν και ξεκίνησε μια σφοδρότατη μάχη κοντά στα τελευταία σπίτια της Αράχοβας. Το γερμανικό τμήμα αμύνθηκε, σύντομα όμως υπερφαλαγγίστηκε από ένα λόχο ανταρτών της Λιβαδειάς (ΙΙΙ Τάγμα του 34ου Συντάγματος) και ένα ετερόκλητο πλήθος μαχητών απόΔαύλεια, Δίστομο και Στείρι που εκείνη την ημέρα έγραψαν ιστορία:

«Πολλοί πιαστήκανε στα χέρια με τους Γερμανούς. Είδα με τα μάτια μου τον αρχηγό της μαχητικής [ομάδας] του Στειριού, Χρήστος Κατσούλης λεγότανε και ήτανε παλικάρι από τους λίγους που γνώρισα εκείνα τα χρόνια. Πάλευε με ένα Γερμανό και μια να πέφτει κάτω ο Γερμανός, μια ο δικός μας. Για μια στιγμή κατόρθωσε και πετάει το Γερμανό κάτω από τον τοίχο της στροφής και τον σκότωσε. Δίπλα του αμέσως πίσω από την τάφρο φύτρωσε άλλος Γερμανός με το μυδράλιο και άρχισε να μας βάζει. Γυρίζει απότομα ο Κατσούλης και τον σκοτώνει κι αυτόν και μόλις έσκυβε να πάρει το μυδράλιο, τον σκότωσε ένας άλλος Γερμανός. Τον έκλαψε όλη η αρβανιτιά στην περιφέρειά του. Δε γεννιέται εύκολα τέτοιο παλικάρι» (Μαρτυρία Νίκου Καλοπήτα, καπετάνιου 9ου Λόχου, ΙΙΙ/34 Τάγμα Λιβαδειάς ).

Από τους 120 περίπου Γερμανούς επέζησαν μόλις 25, ενώ οι Έλληνες είχαν 7 νεκρούς, οι περισσότεροι «αυτοχειροτονημένοι» πολεμιστές της Αράχοβας. Δεκαπέντε φορτηγά οχήματα-λάφυρα μεταφέρθηκαν στο Κυριάκι κάτω από τις επευφημίες των κατοίκων, ενώ ο αφοπλισμός του ιταλικού τάγματος στη Δεσφίνα συμπλήρωσε μια ανεπανάληπτη νίκη. Είναι ενδεικτικό του κλίματος εκείνων των ημερών πως στις 10 Σεπτεμβρίου οι Γερμανοί απαγχόνισαν δέκα νεαρούς αντιστασιακούς στη Λιβαδειά θεωρώντας πως επέκειτο ένοπλη εξέγερση στην πόλη!


Πηγή:: Χανδρινός Ιάσονας, «Γερμανική κατοχή, αντίσταση και εμφύλιος πόλεμος στη Βοιωτία (1941-1949)», 2012,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Βοιωτία



Στο βιβλίο ΓΥΜΝΑΣΙΟΝ ΕΝ ΛΕΒΑΔΕΙΑ των εκπαιδευτικών Γεωργίου & Φοίβης Μυτιληναίου το "ανοσιούργημα" των ΝΑΖΙ περιγράφεται ως ακολούθως: 



Το βιβλίο του Αριστείδη Ρούσσαρη αφιερωμένο  στο μαρτυρικό Σεπτέμβρη της Λιβαδειάς

Μια από τις μαρτυρίες συγγενών των 10 κρεμασμένων από το βιβλίο του Αριστείδη Ρούσσαρη.  Ο Άγγελος Γαζής θυμάται ...




Αποτελεί μια πρώτη προσέγγιση αυτή η ανάρτηση στον ΜΑΤΩΜΕΝΟ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ της Λιβαδειάς την οποία κλείνουμε αναφέροντας τα ονόματα των 10 παλληκαριών θυμάτων της φασιστικής κτηνωδίας.

Σημειώνουμε ότι από τις πληροφορίες που συλλέξαμε υπάρχει διχογνωμία στην ακριβή ημέρα του μαρτυρίου. Κάποιοι μιλούν για 10 και άλλοι για 11 Σεπτεμβρίου. Υιοθετούμε την άποψη του κ. Ρούσσαρη η οποία είναι διασταυρωμένη και από άλλα έγγραφα- ιστορικά ντοκουμέντα που μιλούν για την ημερομηνία αυτή.

Οι δέκα μαρτυρικοί ήρωες ήταν οι εξής:

1)   Λουκάς Ανδρέου Δασόπουλος ή Γκανάς   – ηλικ. 23, εργάτης
2)   Κωνστ. Γεωργίου Σύρος ή Τσίρκας  - ηλικ. 24, αρτεργάτης
3)   Παναγιώτης Ηλία Τσάβας   - ηλικ. 32, εργάτης
4)   Χρίστος Γεωργίου Κουντουργιώτης    - ηλικ. 28, εργάτης
5)   Χαράλαμπος Γεωρ. Γεωργουλής   - ηλικ. 19, κουρέας
6)   Λουκάς Πέτρου Γαμβρίλης  - ηλικ. 34, κουρέας
7)   Παναγιώτης Ελευθ. Γαζής  - ηλικ. 24, ελαιοχρωματιστής
8)   Ανέστης Ιωάν. Ιντζίδης  -  ηλικ. 24, εργάτης
9)   Γεώργιος Αναστασίου Μπότσαρης  - ηλικ. 21, εργάτης
10) Νικόλαος Δημ. Κομπότης   -  ηλικ. 17, εργάτης