Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2012

Ο εκφασισμός της γερμανικής κοινωνίας την εποχή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης

Παραθέτουμε ευρεία περίληψη από την τοποθέτηση του ιστορικού Μιχάλη Λυμπεράτου στην εκδήλωση του βιβλιοπωλείου μας στις 5/11/2012 "Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης και οι σημερινές "αναβιώσεις" της.
Παρότι προβλήθηκε από τους ίδιους τους εθνικοσοσιαλιστές αλλά και από λογής απολογητές των ευθυνών του δημοκρατικού φάσματος ότι ο Χίτλερ «κατέκτησε» ή «κατέλαβε» την εξουσία, στην πραγματικότητα  πρέπει κανείς να επιμείνει στο γεγονός ότι αυτή δεν «κατακτήθηκε» του παραχωρήθηκε. Του παραχωρήθηκε τόσο από τον αστικό πολιτικό κόσμο της εποχής, όσο και από το ίδιο το κράτος που οικοδόμησε η δημοκρατία της Βαϊμάρης.

Πράγματι, η περίοδος της «Δημοκρατίας της Βαϊμάρης», δηλαδή η περίοδος από το 1918 έως 1933, αποδείχθηκε καθοριστικής σημασίας για την επέλαση του φασισμού στη Γερμανία και τη μελλοντική καταστροφή που προκάλεσε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Ήταν ένα μεσοδιάστημα μεταξύ των δύο μεγάλων παγκόσμιων πολέμων που, αντί να αποτρέψει, παρήγαγε τους όρους του εκφασισμού μιας χώρας και ενός λαού που κατέληξε να προκαλέσει μια άνευ προηγουμένου μαζική πολεμική σφαγή. Δημιούργησε, μάλιστα, έναν τύπο ανθρώπου, του φασίστα, που δεν ορρωδούσε έναντι καμίας ηθικής και ανθρωπιστικής αξίας.

Τα αίτια της εξέλιξης αυτής βρίσκονται στην ίδια την αποτυχία του καθεστώτος της Βαϊμάρης να διαχειριστεί την κρίση που παρήγαγε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Γιατί αφορούσε σε μια χώρα που βίωνε την πρόσφατη ανάμνηση μιας ήττας, βρέθηκε αντιμέτωπη με την κοινωνική  και οικονομική κρίση που αυτή προκάλεσε και υπέστη τις συνέπειες της απόπειρας νικητών να καρπωθούν υπέρογκα κέρδη.  Συνέπειες, που στα πλαίσια των ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων της εποχής, αφορούσαν στην ωμή καταστολή και διάλυση όλων εκείνων των παραγόντων (εργατικό κίνημα, δομές πραγματικής δημοκρατίας, φιλειρηνικό κίνημα, κοινωνικά δικαιώματα) που θα μπορούσαν να διασφαλίσουν την αποτροπή του εν εξελίξει εκφασισμού της κοινωνίας αυτής και την αναπαραγωγή των όρων μιας νέας παγκόσμιας πολεμικής σύρραξης.

Στην ουσία αυτός ήταν και ο κυρίαρχος συντελεστής των εξελίξεων που ακολούθησαν: ένα κατεσταλμένο εργατικό κίνημα, μια διαρκής συρρίκνωση εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων, μια προϊούσα ανάπτυξη ενός κρατικού αυταρχισμού. Μια κοινωνική πόλωση και μια εθνική διαίρεση σε μια κοινωνία που βολεύτηκε απλά να τηρεί τα  δημοκρατικά προσχήματα. Το κραχ του 1929, οι θεαματικές καταρρεύσεις τραπεζών, ο πληθωρισμός που σώρευε φτώχεια σε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού και πλούτο σε κάποια άλλα,  η μαζική ανεργία, το κλίμα συλλογικής ανασφάλειας απλώς επισφράγισαν την ολοκλήρωση του εκφασισμού με την ανάληψη της εξουσίας από το Χίτλερ.

Το ίδιο το καθεστώς της Βαϊμάρης παρήγαγε την αυτοδιάλυσή του και την επιβολή του φασισμού. Γιατί ουδέποτε, παρά την τυπική συνταγματική νομοθέτηση που επιχειρήθηκε στις 14 Αυγούστου 1919, δεν επιδίωξε να αναλάβει τον έλεγχο του κρατικού μηχανισμού και των υπαλλήλων του, που παρέμεναν συνδεδεμένοι με το κράτος του Κάιζερ και την ακραία εθνικιστική δεξιά, ποτέ δεν καλλιέργησε ότι η κατάργηση της μοναρχίας που διακήρυξε είχε πραγματική βάση πέραν του ελιγμού έναντι των απαιτήσεων των νικητών της Αντάντ.

Αντίθετα, ανάπτυξε έναν ακραίο κρατικό αντικομμουνιστικό λόγο, δημιούργησε μηχανισμούς κορπορατιβισμού (όπου εργαζόμενοι και εργοδότες μετείχαν στις ίδιες οργανώσεις), δεν προχώρησε σε κανένα αναδασμό γης, δεν επέβαλε καμία κοινωνική αναδιανομή  και διευκόλυνε τη διάλυση των εργατικών συνδικαλιστικών οργανώσεων και την καθήλωση των μισθών των εργαζομένων. Σε συνθήκες όπου την κρίση και τις οικονομικές υποχρεώσεις έναντι στους νικητές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου πλήρωναν μόνο οι εργαζόμενοι ήταν απολύτως φυσική η στροφή του αστικού κόσμου της χώρας προς τον Χίτλερ όταν φάνηκε ότι τα «υποζύγια» της γερμανικής κοινωνίας θα διεκδικούσαν άλλους όρους κοινωνικής οργάνωσης και θα απαιτούσαν ισοκατανομή των βαρών.      

Άλλωστε, η δημοκρατία της Βαϊμάρης γεννήθηκε μέσα από τις στάχτες μιας ωμής καταστολής του εργατικού κινήματος της χώρας τόσο στην περίπτωση της εξέγερσης των ναυτών στο Κίελο, στις 23 Δεκεμβρίου 1918, όσο και της εξέγερσης στο Βερολίνο, στις 5 Ιανουαρίου 1919, όπου κατέληξαν στη δολοφονία της Ρόζας Λούξεμπουργκ και του Καρλ Λήμπνεχτ. Ακολούθησαν οι φόνοι 1000 διαδηλωτών στο Ρουρ τον Μάρτιο του 1919, η καταστολή των Δημοκρατικών Συμβουλίων του Μονάχου με 606 νεκρούς τον Μάιο του 1919, δικτατορικές απόπειρες παραστρατιωτικών σωμάτων στα 1920, όπως του Κραπ και του Μοχλ στο Βερολίνο και το Μόναχο αντίστοιχα, πολιτικές δολοφονίες στη μέση του δρόμου στα 1921.
Μέσα σε αυτό το κλίμα δεν ήταν τυχαίο ότι η επιδείνωση της ταξικής θέσης των εργαζομένων ήταν ραγδαία και παρακολούθησε την εξίσου ραγδαία αύξηση της κοινωνικής απήχησης του εθνικοσοσιαλισμού. Μια κοινή επιτροπή εμπειρογνωμόνων στα 1922 με τη συμμετοχή του μεγαλοβιομηχάνου H. Von Raumer και του R. Hilfreding, εκπροσώπου των Σοσιαλδημοκρατών, συμφώνησε στη μείωση των δημοσίων δαπανών, την περιστολή του κράτους πρόνοιας, κατήργησε το 8ώρο και το μετέτρεψε σε 10ωρο,  προχώρησε στα τέλη του 1922 σε μείωση του προσωπικού του δημόσιου τομέα, και ακύρωνε, με διάταγμα υπέρ της  υποχρεωτικής κρατικής διαμεσολάβησης, αμετάκλητα τις ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις.

Στα 1924 σε πολλούς κλάδους της οικονομίας ακόμα και το δεκάωρο παραβιαζόταν, οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων έπεσαν σε επίπεδο χαμηλότερο από εκείνο της προπολεμικής περιόδου ενώ καταργήθηκε κάθε κρατικός έλεγχος στην αγορά κατοικίας και στην κοινωνική ασφάλιση. Ταυτόχρονα πολλές από τις καταθέσεις στις τράπεζες απομειώθηκαν. Το Δεκέμβριο του 1924 το 28,5% των μελών των συνδικάτων δεν είχαν δουλειά. Ήταν τέτοια η απογοήτευση ώστε  από τα 7,7 εκατομμύρια μέλη της Γενικής Συνδικαλιστικής Ομοσπονδίας ο αριθμός τους έπεσε μέσα σε 6 μήνες στα 4,8 εκατομμύρια. Όταν προστέθηκε και η διεθνής κρίση του 1929 η κατάσταση σε επίπεδο ανεργίας έγινε εκρηκτική με 8 εκατομμύρια ανέργους στα 1931, εκ των οποίων το 36% χωρίς κανένα επίδομα ανεργίας.

Να σημειωθεί ότι ο μηχανισμός για να επιβληθούν όλα αυτά ήταν η συνδρομή του κρατικού μηχανισμού, του παρακράτους, της αστυνομίας και του στρατού, της δικαστικής εξουσίας αλλά και των ίδιων των θεσμών «δημοκρατίας» στο κράτος της Βαϊμάρης. Πολλά δεν θα είχαν γίνει αν δεν αξιοποιούνταν ως δύναμη καταστολή η Ράιχσβερ (προσωρινό στρατιωτικό σώμα) που έπνιξε στο αίμα τις εξεγέρσεις των εργατών στις αρχές της δεκαετίας, και αυτονομήθηκε πλήρως από την κεντρική εξουσία, τα Φράικορπς (ημιστρατιωτικές παρακρατικές οργανώσεις) που βοηθούσαν στην επιβολή των ακροδεξιών πραξικοπημάτων, τη δικαιοσύνη, όπου καμία υπόθεση των δεκάδων πολιτικών δολοφονιών της εποχής δεν τιμωρήθηκε, την αστυνομία, όπου λειτουργούσε ως επικουρική δύναμη των SA των Ταγμάτων Εφόδου του Εθνικοσοσιαλισμού.

Όμως, το κυριότερο ήταν η αντιδημοκρατική αναδίπλωση του ίδιου του γερμανικού κράτους όπου με βάση το Σύνταγμα της εποχής κατήργησε το δικαίωμα της απεργίας, ανέτρεψε την εξουσία των περιφερειακών κρατιδίων όταν δεν συμφωνούσαν με τις κεντρικές επιλογές και κυρίως αξιοποίησε το άρθρο 48 του Συντάγματος της Βαιμάρης που έδινε υπερεξουσίες στον πρόεδρο, τις οποίες ο Χίντεμπουργκ αξιοποίησε για να χρήσει τον Χίτλερ καγκελάριο τον Ιανουάριο του 1933. Και δεν θα είχαν πραγματοποιηθεί όλα αυτά αν τμήμα του ιστορικού αριστερού δημοκρατικού τόξου, των σοσιαλδημοκρατών ιδίως, δεν είχε επιβοηθήσει όλες τις δημοκρατικές εκτροπές και δεν είχε πρωτοστατήσει στην καταστολή των εργατικών αγώνων της εποχής.

Από κει και πέρα  ήταν σχετικά εύκολο να αξιοποιηθεί η οικονομική κρίση και η συμπίεση των εισοδημάτων, ο κατακερματισμός του εργασιακού περιβάλλοντος, η αύξηση της αυτοαπασχόλησης, η περιπλανώμενη μάζα των υπό καθεστώς ημιανεργίας εργατών, ο πανικός των μικροαστών, η οικογενειοκρατία στη μικρή παραγωγή, η κρυμμένη ανεργία και ο εκβιασμός των ανέργων από τους μηχανισμούς κοινωνικής πρόνοιας ώστε να επιβληθεί ο εθνικοσοσιαλισμός. Οι ομάδες κρούσης των φασιστών διέλυσαν τις εργατικές οργανώσεις, δολοφόνησαν τους αριστερούς συνδικαλιστές, έδιωξαν την αριστερά ακόμα και από τα καφενεία της εποχής και έθισαν τον Γερμανό να πιστεύει ότι η καταναγκαστική εργασία, χωρίς μισθό και κοινωνικά δικαιώματα, πρακτική που εφάρμοσαν οι Ναζί όταν ανέλαβαν την εξουσία, θα μπορούσε να λύσει το πρόβλημα της ανεργίας. Ούτε βέβαια πραγματικοί αντίπαλοι των ναζιστών και εχθροί των ανέργων ήταν οι Εβραίοι, το 1% του πληθυσμού, αφού στα 1941 εκτός από αυτούς στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, εκτός από αυτούς, βρέθηκαν και 110.000 «κανονικοί» Γερμανοί. 

Αν όλα αυτά θυμίζουν κάτι από τη σημερινά κατάσταση, ας τα σκεφτούμε και ας πράξουμε ανάλογα. 
                                                                             Μιχάλης Λυμπεράτος          

Δεν υπάρχουν σχόλια: