Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2012

Καλή πατρίδα, σύντροφε


Αγνός και σεμνός, όπως όλοι οι συνεπείς αγωνιστές, παρών όταν οι περιστάσεις το απαίτησαν, ήδη από την Κατοχή και την Αντίσταση, αλλά και μέσα από τον δημόσιο λόγο του στην τωρινή επώδυνη περίοδο, οικείος όπως όλοι οι άνθρωποι που μιλούν από καρδιάς. Εμβληματική μορφή της Αριστεράς, αγωνιστής και ανυπότακτος. Είναι όλα αυτά, είναι η τραγικά μυθιστορηματική ζωή του που κατέγραψε συγκλονιστικά στο αυτοβιογραφικό "Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς", κυρίως όμως είναι η έντιμη στάση του απέναντι στα πράγματα, που τον έκαναν τόσο αγαπητό και σεβαστό σε πάρα πολύ κόσμο.
"Καλή πατρίδα, σύντροφε...", η φορτισμένη φράση - χαιρετισμός των πολιτικών προσφύγων, ήρθε αυθόρμητα χθες το μεσημέρι στο στόμα πολλών, απλώθηκε στο Διαδίκτυο και τα ραδιόφωνα με το άκουσμα της είδησης του θανάτου του. Ο Χρόνης Μίσσιος άφησε την τελευταία του πνοή στα 82 του χρόνια, σε ιδιωτικό νοσηλευτήριο, έπειτα από πολύχρονη μάχη με τον καρκίνο. Η κηδεία του γίνεται σήμερα στις 2 το μεσημέρι, στο Μικροχώρι Καπανδριτίου, όπου ζούσε αποτραβηγμένος μαζί με τη σύντροφό του Ρηνιώ.
Γεννήθηκε στην Καβάλα το 1930 από γονείς καπνεργάτες και έζησε τα πρώτα παιδικά του χρόνια στα Ποταμούδια, μια γειτονιά γεμάτη πρόσφυγες, καπνεργάτες από τη Θάσο και κομμουνιστές κυνηγημένους από τη δικτατορία του Μεταξά. Ταυτισμένος από τα γεννοφάσκια του με την Αριστερά, έζησε τον βίο του σε παραλληλία με την ιστορία της και τη σύγχρονη ιστορία του τόπου. Μπήκε φυλακή έφηβος στα 17 του στον Εμφύλιο, αποφυλακίστηκε ώριμος άντρας, στα 43 του, με την αμνηστία του Παπαδόπουλου. Στη φυλακή έμαθε γράμματα, αφού το σχολείο το σταμάτησε στη δεύτερη τάξη του Δημοτικού. "Ο Μανόλης Αναγνωστάκης μού έμαθε γράμματα στη φυλακή, ήμασταν θανατοποινίτες στο Γεντί Κουλέ", θα πει πριν από μερικά χρόνια σε συνέντευξή του στο "Βήμα". Το 1947 συνελήφθη, βασανίστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο. Έζησε εννιά μήνες περιμένοντας κάθε πρωί να τον εκτελέσουν και γλίτωσε τον θάνατο χάρη σ' ένα τυχαίο γεγονός. Ο ίδιος περιγράφει τη συγκλονιστική σκηνή με τη μάνα του στο "Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς...":
"Όταν, που λες, είσαι για εκτέλεση, έχεις κάθε μέρα επισκεπτήριο. Ε, ήρθε η κακομοίρα η μάνα μου την πρώτη μέρα να με δει. Για να πάω στο στρατοδικείο, μου είχαν φέρει ένα κοστούμι του αδερφού μου, γιατί εγώ δεν είχα καλά ρούχα. Αφού είδα τη μάνα μου, την αγκάλιασα, της λέω, κοίτα να δεις, αύριο που θα 'ρθεις, να μου φέρεις τα παλιά μου τα ρούχα να φορέσω, γιατί, ε, αφού μεθαύριο θα μας σκοτώσουν, να μην πάει τζάμπα και το κουστούμι. Μπαμ η μάνα μου, κάτω, ξερή. Κάναμε επισκεπτήριο μαζί με τον Μαύρο, οπότε μου σφυρίζει μια σφαλιάρα και μου λέει, τι λες, ρε τσόγλανε, στη μάνα σου, είναι κουβέντες αυτές; Όχι, δεν το 'κανα επίτηδες, τα είχα χαμένα και 'γω ο φουκαράς, δεν ήξερα τι να της πω όπως σπάραζε στην αγκαλιά μου… Τέλος, χέσ’ τα...".
Μέχρι τον Αύγουστο του 1973 πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε φυλακές και εξορίες, ως πολιτικός κρατούμενος (Μακρονήσι, Αϊ-Στράτης, Αβέρωφ, Κέρκυρα, Κορυδαλλός κ.ά.). Ένα «διάλειμμα» ελευθερίας, μεταξύ 1962 και 1967, τον βρήκε στέλεχος της νεολαίας της ΕΔΑ, μέλος της πενταμελούς γραμματείας της Δ.Ν. Λαμπράκη και, στη συνέχεια, ιδρυτικό μέλος του ΠΑΜ.
Το πρώτο του βιβλίο, "Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς", το 1985 (Γράμματα), γνώρισε πρωτοφανή απήχηση και τον καθιέρωσε ως συγγραφέα. Εκείνος σεμνός, περνούσε τακτικά από τα γραφεία της "Αυγής", συναντούσε φίλους αγαπημένους, τον Γρηγόρη Γιάνναρο, τον Μανόλη Αναγνωστάκη, κι είχε έναν καλό λόγο και ένα χαμόγελο για όλα τα παιδιά, τότε, της εφημερίδας. Είναι τότε που άρχισε να κρατά τη δική του σχολιαστική στήλη στην "Αυγή" της Κυριακής. Λίγο μετά κυκλοφορεί γνωρίζοντας την ίδια απήχηση και το δεύτερο βιβλίο του "Χαμογέλα ρε, τι σου ζητάνε;". Ακολούθησαν: "Τα κεραμίδια στάζουν", "Το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι", "Ντομάτα με γεύση μπανάνας", "Ο Χρόνης Μίσσιος διαβάζει Χρόνη Μίσσιο".
Συνεπής με τους αγώνες του, τα τελευταία χρόνια δεν έπαψε να ασκεί κριτική και να καυτηριάζει όσα συμβαίνουν στον τόπο μας μέσα από συνεντεύξεις του. Σε μία απ' αυτές υπογράμμιζε: "Στα 80 μου χρόνια δεν έχω το δικαίωμα της συγγνωστής πλάνης, ούτε καμία δέσμευση για να μη λέω αυτό που σκέφτομαι και πιστεύω. Είναι τουλάχιστον ανόητο να υποστηρίζει κανείς ότι μια χώρα οικονομικά υποδουλωμένη μπορεί να είναι εθνικά και πολιτικά ελεύθερη και ανεξάρτητη. Ίσως αυτή η νέα υποτέλεια γεννήσει μια νέα εθνική αντίσταση".
Π.Κρ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: