Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

"Χορεύουν οι ελέφαντες". Η εισήγηση του Γ.Χ. Θεοχάρη για το νέο βιβλίο της Σοφίας Νικολαίδου στο βιβλιοπωλείο Σύγχρονη Εκφραση


Σοφία Νικολαΐδου: Χορεύουν οι ελέφαντες, Μεταίχμιο, 2012

Η ανεξιχνίαστη υπόθεση μιας δολοφονίας που έγινε τον Μάιο του 1948 στη Βόρειο Ελλάδα και απασχόλησε την κοινή γνώμη, την Κυβέρνηση και τον ξένο παράγοντα, τότε, αλλά και ως τις μέρες μας τη Δικαιοσύνη και τη νομική επιστήμη, αποτελεί τον κορμό του νέου μυθιστορήματος της Σοφίας Νικολαΐδου.

Ένας βαρκάρης, τον Μάιο του 1948, εντοπίζει στον Θερμαϊκό το πτώμα ενός άνδρα δεμένο χειροπόδαρα. Οι αρχές ασφαλείας ανακοινώνουν ότι πρόκειται για τον νεκρό του τριανταπεντάχρονου αμερικανού δημοσιογράφου του CBS Τζακ Τάλας, πρώην πιλότου του πολεμικού ναυτικού που τραυματίστηκε βαριά στο μέτωπο του Ειρηνικού, ο οποίος βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη προκειμένου να συναντήσει και να πάρει συνέντευξη από τον Στρατηγό των ανταρτών. Η χώρα βρίσκεται στη δίνη του εμφυλίου πολέμου και έχει ήδη σχηματιστεί η Προσωρινή Κυβέρνηση στην περιοχή που ελέγχει ο Δημοκρατικός Στρατός. Ο δημοσιογράφος έχει πυροβοληθεί στη βάση του κρανίου. Η κυβέρνηση αναστατώνεται. Ο Πρωθυπουργός προβαίνει στην ακόλουθη δήλωση:  "Αποτελεί ζήτημα τιμής διά την Ελλάδα η ταχεία ανακάλυψις των δραστών και των αιτίων του αποτρόπαιου τούτου εγκλήματος. Η κυβέρνησις θέλει καταβάλει πάσαν προσπάθειαν προς ανάκαλυψιν των δολοφόνων και την αμείλικτον αυτών τιμωρίαν. Ήδη, επελήφθην προσωπικώς του ζητήματος και έδωσα εντολήν όπως κινητοποιηθεί ολόκληρος η αστυνομία της χώρας διά την ανακάλυψιν των εγκληματιών". Αμερικανοί αξιωματούχοι φτάνουν στην Ελλάδα προκειμένου να εποπτεύσουν των ανακρίσεων. Μετά από σύντομη εξέταση υπόπτων στην Αθήνα, μεταξύ των οποίων ένας έλληνας δημοσιογράφος, βοηθός του Τάλας και ρεπόρτερ του Reuters, μια συνεργάτιδα του Associated Press, με την οποία ο Τάλας είχε συναντηθεί στη Θεσσαλονίκη, και η σύζυγός του, η νεαρή ελληνίδα Ζωή Τσόκα,  το πεδίο της ανάκρισης μεταφέρεται στη Θεσσαλονίκη. Τη διαλεύκανση της υπόθεσης αναλαμβάνει ο Διευθυντής Ασφαλείας Θεσσαλονίκης Θωμάς Τζιζτζιλής, δοκιμασμένος από την περίοδο της Κατοχής στον αντικομουνιστικό αγώνα. Κατηγορούνται ως φυσικοί αυτουργοί της δολοφονίας δύο στελέχη του ΚΚΕ που δεν εντοπίζονται τα ίχνη τους και ως συνεργός, βασικός υπαίτιος της δολοφονίας, ο δημοσιογράφος Μανόλης Γκρης, συντάκτης εφημερίδας της συμπρωτεύουσας, με τον οποίο συνεργάστηκε ο Τάλας, αξιοποιώντας τη γνώση του της αγγλικής.
Ο Τάλας με την έρευνα και τις ανταποκρίσεις του είχε προξενήσει την αντίδραση της ελληνικής κυβέρνησης και της αμερικανικής πρεσβείας, γιατί καταδείκνυε την κυβέρνηση και το οικονομικό κατεστημένο ως υπαίτιους της φτώχιας και της βίας που κυριαρχούσαν στη χώρα. Μάλιστα είχε συγκρουστεί με τον υπουργό εξωτερικών Ριμάρη γιατί έγραψε πως εκείνος υπεξαίρεσε χρήματα της αμερικανικής βοήθειας και τα έστειλε σε λογαριασμό του στη Νέα Υόρκη, προκειμένου να κάνει αναλήψεις ο γιος του που σπούδαζε στο Columbia.

Ο Μανόλης Γκρης, κάτω από την πίεση της ανάκρισης, ομολογεί την ενοχή του. Δικάζεται και καταδικάζεται σε ισόβια. Μαζί του δικάζονται ερήμην σε θάνατο και τα δύο στελέχη του ΚΚΕ. Ο Γκρης γλίτωσε τη θανατική καταδίκη χάρις σε συμφωνία του νεαρού δικηγόρου του Νικηφόρου Ντινόπουλου με τον εισαγγελέα Θεσσαλονίκης. Το 1956 η ποινή του μειώνεται στα 20 χρόνια και το 1960, μετά από 12 χρόνια εγκλεισμού, αποφυλακίζεται.
Κατά γενική πεποίθηση, της κοινής γνώμης, αλλά, κυρίως, της νομικής κοινότητας, ο Γκρης ήταν αθώος. Ένας αθώος στον οποίο φορτώθηκε ένα έγκλημα, από την αδυναμία των ανακριτικών αρχών να βρουν τους πραγματικούς ενόχους και από τη σπουδή που επέβαλε το πολιτικό κλίμα της εποχής να κλείσει η υπόθεση και μάλιστα να καταδειχτεί ως υπεύθυνη η ηγεσία του ΚΚΕ.
Ο Γκρής, ως μη μυθιστορηματικό πρόσωπο πλέον, μέχρι το θάνατό του, το 1988, προσέφυγε με αιτήσεις του στη Δικαιοσύνη για αναίρεση της καταδικαστικής απόφασης, το ίδιο και η χήρα του μέχρι και το 2007. Όλες οι προσφυγές απορρίφθηκαν.
Το ερώτημα, συνεπώς, παραμένει: Ήταν ή όχι ένοχος ο Μανόλης Γκρης;
Το ερώτημα αυτό θα αποτελέσει αντικείμενο έρευνας για τον μαθητή της Γ’ Λυκείου, δημόσιου σχολείου του κέντρου της Θεσσαλονίκης, Μηνά Γεωργίου. Η εργασία τού ανατίθεται το 2010 από τον φιλόλογό του καθηγητή Μαρίνο Σουκιούρογλου.
Ο Μηνάς, γιος του Τάσου Γεωργίου, δημοσιογράφου καριέρας, και της Τέτας, είναι ένα παιδί κλειστό που μεγάλωσε χωρίς παρέες, κάτω από την πιεστική καθοδήγηση της μητέρας του να διαβάζει. Άριστος μαθητής, με γνώση που υπερβαίνει κατά πολύ τη διδακτέα ύλη, αποφασίζει ξαφνικά στην τελευταία τάξη να μη δώσει Πανελλαδικές εξετάσεις, θεωρώντας χαμένη υπόθεση τη φοίτηση στο ελληνικό πανεπιστήμιο. Συγκρούεται γι’ αυτή την επιλογή του με τους γονείς του οι οποίοι εναποθέτουν τις ελπίδες τους για αλλαγή της απόφασής του στο αγαπημένο του καθηγητή Σουκιούρογλου. Ο καθηγητής θα του αναθέσει για ένα 4μηνο την έρευνα στην υπόθεση Γκρη κι έτσι όχι μόνο θα τον επαναφέρει στα βιβλία, δείχνοντάς του έναν δρόμο κι ένα πεδίο άσκησης και αναμέτρησης πέρα απ’ τον βαλτότοπο της δημόσιας εκπαίδευσης, αλλά θα τον οδηγήσει στην έρευνα των πηγών, αρχειακή και ζώσα, στη σύνθεση, την τεκμηρίωση και την υποστήριξη των συμπερασμάτων της έρευνας.
Ο Μηνάς Γεωργίου ρίχνεται με πάθος στην έρευνα. Αξιοποιεί το αρχειακό υλικό από τον Τύπο της εποχής που του παρέχει ο πατέρας του και παίρνει συνέντευξη από τον γηραιό Νικηφόρο Ντινόπουλο, δικηγόρο του Γκρη και πάππο της Εβελίνας, συμμαθήτριάς του με την οποία ζει τον εφηβικό του έρωτα.
Όταν ο νεαρός ολοκληρώνει την εργασία και την παρουσιάζει στο αμφιθέατρο του σχολείου ο Καθηγητής Σουκιούρογλου θα εκμανεί γιατί, παρά τις επίμονες παραινέσεις του, ο μαθητής του δεν παίρνει θέση στην υπόθεση Γκρη αλλά παραθέτει μονάχα τα γεγονότα και τις πηγές της έρευνάς του.
Έτσι καί στο μυθιστόρημα η υπόθεση της ενοχής ή της αθωότητας του Μανόλη Γκρη θα παραμείνει με τα ερωτηματικά που φέρνει από το 1948, όπως ακριβώς και η υπόθεση της αθωότητας ή της ενοχής του Γρηγόρη Στακτόπουλου. Γιατί πίσω από την μυθιστορηματική περσόνα του Γκρη κρύβεται ο Στακτόπουλος και η πολύκροτη υπόθεση της δολοφονίας του Τζορτζ Πολκ. Μια δολοφονία η οποία σηματοδότησε εν πολλοίς την έναρξη του ψυχρού πολέμου.
Η συγγραφέας ονόμασε τον ήρωά της Γκρη, που ηχητικά παραπέμπει στο γκρι το οποίο έχει την ίδια χρωματική βάση με το σταχτί. Άλλωστε στη σ. 105 γίνεται ακόμη πιο σαφής. Γράφει: Ο Γκρης στη δίκη, η φωτογραφία τον έδειχνε προφίλ. Σταχτής –μπορεί και να έφταιγε και το χαρτί της εφημερίδας.
Συνεπώς Τζακ Τάλας είναι ο Τζορτζ Πολκ, και ίσως η επιλογή του επιθέτου (τάλας = ταλαίπωρος) παραπέμπει στην ταλαιπωρία που υπέστη ο νεκρός του και η εν ανυπαρξία ύπαρξη του από την πολιτική διαχείριση του θανάτου του. Ζωή Τσόκα είναι η, σύζυγος του Πολκ, Ρέα Κοκόνη, Θωμάς Τζιτζιλής είναι ο περιώνυμος ταγματάρχης Χωροφυλακής Νικόλαος Μουσχουντής, Ριμάρης είναι ο υπουργός εξωτερικών Τσαλδάρης, και Νικηφόρος Ντινόπουλος είναι, μάλλον, ο δικηγόρος του Στακτόπουλου Βαφειάδης.
Από κει και πέρα ένα πλήθος προσώπων της πραγματικότητας που αναφέρονται στο  ιστορικό γεγονός της υπόθεσης Πολκ εμφανίζονται και παίρνουν μέρος στη μυθιστορηματική δράση. Η μητέρα και οι αδελφές του Γκρη, η μητέρα του Τάλας, ο κομμουνιστής εξάδελφος της συζύγου του Τάλας, ο καθηγητής αγγλικών του Γκρη, επίσης ο Γουόλας Τσίλι, μυθιστορηματική περσόνα του Ράντολ Κόουτ, αξιωματούχου του Βρετανικού Γραφείου Πληροφοριών στη Θεσσαλονίκη, στον οποίο αποδόθηκε κάποια στιγμή ο φόνος, από το ΚΚΕ.  Γίνονται επίσης αναφορές σε υπαρκτά πρόσωπα, όπως ο Στρατηγός που θα συναντούσε ο Τάλας, ο οποίος δεν είναι άλλος από τον Μάρκο Βαφειάδη, ο εισαγγελέας με τον οποίο ο δικηγόρος του Γκρη παζάρεψε και πέτυχε την αποφυγή της θανατικής καταδίκης. Πρόκειται, μάλλον, για τον Χρήστο Μουστάκη, μια νοσοκόμα του ψυχιατρείου Λεμπέτι στο οποίο κλείστηκε μία αδελφή του Γκρη και κάποιος με τα αρχικά Κ. Μ., γραμματέας σε πολιτικό γραφείο υπουργού. Τέλος τα δύο στελέχη του ΚΚΕ που καταδικάστηκαν ερήμην είναι οι Αδάμ Μουζενίδης και Ευάγγελος Βασβανάς και ο δημοσιογράφος, συνεργάτης του Πολκ στην Αθήνα, που θεωρήθηκε ύποπτος για τη δολοφονία, είναι ο Κώστας Χατζηαργύρης.
Τα αμιγώς μυθιστορηματικά πρόσωπα είναι: οι γονείς και η γιαγιά του μαθητή Μηνά Γεωργίου, η συμμαθήτριά του Εβελίνα Ντινοπούλου, εγγονή του δικηγόρου του Γκρη, καθώς και ο καθηγητής Σουκιούρογλου και η πρώην συμφοιτήτριά του και νυν τραγουδίστρια Φανή Ντόκου. Τα δύο τελευταία αυτά πρόσωπα έρχονται στη μυθιστορηματική δράση από το προηγούμενο μυθιστόρημα της Νικολαΐδου Απόψε δεν έχουμε φίλους. Ένας άλλος ακόμη από εκείνο το μυθιστόρημα μετέχει στο καινούριο, μέσα από την αφήγηση του Τάσου Γεωργίου, πατέρα του Μηνά. Πρόκειται για τον καθηγητή του Σουκιούρογλου στο Α.Π.Θ., Αστερίου. Ακόμη, μέσα από την αφήγηση μιας αδελφής του Γκρη, μετέχει στη μυθιστορηματική δράση και ο συμφοιτητής της Κυριάκος Λώλος.
Τέλος στην εξέλιξη της αφήγησης μετέχουν και οι ονομαζόμενοι «Άλλοι». Πρόκειται για την ίδια τη συγγραφέα ως αφηγήτρια της καταγεγραμμένης ροής των ιστορικών γεγονότων της δολοφονίας του Πολκ και της δίκης Στακτόπουλου ή ως αποσαφηνίζουσα πλευρές της δράσης των μυθιστορηματικών της ηρώων.
Το μυθιστόρημα, γραμμένο με λόγο στακάτο, μικροπερίοδο και σφιχτό, χωρίζεται σε μικρά κεφάλαια που τιτλοφορούνται με φράσεις παρμένες από  την ευφυή εικονογραφία των δημόσιων χώρων. Από τα συνθήματα που βλέπουμε γραμμένα στους τοίχους, στα παγκάκια των πάρκων, στις στάσεις των λεωφορείων κι αλλού.
Είναι το δεύτερο μέρος μιας τριλογίας εν εξελίξει. Ξεκίνησε με το Απόψε δεν έχουμε φίλους και αναμένουμε να δούμε πώς θα ολοκληρωθεί αυτή η αναμέτρηση της Νικολαΐδου με το σκοτεινό κομμάτι της πολιτικής ιστορίας της Θεσσαλονίκης από την Κατοχή ως τη Δικτατορία των συνταγματαρχών, αλλά και με τη ψηλάφηση και κατάδειξη των προβλημάτων της εκπαίδευσης.
Αν στο πρώτο βιβλίο η έρευνα του ιστορικού παρελθόντος φώτισε την αποσιώπηση της δημόσιας μνήμης σχετικά με τη δράση του δωσιλογισμού στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης μετά τον εμφύλιο, καθώς και την πολιτική και επιστημονική αφερεγγυότητα, τώρα, στο δεύτερο βιβλίο της τριλογίας, η έρευνα ενός ιστορικού γεγονότος, στην καρδιά της περιόδου του εμφυλίου πολέμου, στη Θεσσαλονίκη, εξετάζει μία ακόμη περίπτωση αποσιώπησης, με την άρον άρον ενοχοποίηση και καταδίκη ενός, κατά γενική πεποίθηση, αθώου.

Κι αν τελικά δει προσεκτικά κάποιος την ιστορική διαδρομή αυτής της χώρας στο χρόνο θα διαπιστώσει ότι χαρακτηρίζεται από αλλεπάλληλες διαψεύσεις βεβαιοτήτων, σε βαθμό που αυτό ακριβώς το γεγονός ν’ αποτελεί μία από τις βασικές αιτίες που δεν εξασφαλίζονται εύκολα σταθερές βάσεις πολιτικής οικοδόμησης για το μέλλον.
Η δομή του μυθιστορήματος χτίζεται δίνοντας το λόγο στους ήρωες που μετέχουν στη δράση, οι οποίοι, σε κάθε κεφάλαιο, αφηγούνται σε πρώτο πρόσωπο τα γεγονότα έτσι όπως τα δημιούργησαν ή τα προσέλαβαν. Σε πολλές περιπτώσεις είναι διακριτό το γλωσσικό ιδίωμα πολλών αφηγητών. Το μυθιστόρημα στερεώνεται με μια σειρά ιντερμέδια που τιτλοφορούνται «Οι άλλοι κρίνουν» όπου, σε τρίτο πρόσωπο, παρατίθεται η πέραν των μυθιστορηματικών αφηγητών γνώμη και η ιστορική αποτύπωση των γεγονότων καθώς επίσης επιχειρείται μια κριτική προσέγγιση στα διατρέξαντα του κάθε κεφαλαίου.
Μέσα από τις πολλαπλές αφηγήσεις παρέχονται ψηφίδες που αν συναρμοστούν επιτυγχάνεται η σκιαγράφηση του κοινωνικοπολιτικού πλαισίου της εποχής στην Θεσσαλονίκη και επιπλέον παρέχονται στοιχεία κοινωνικής γεωγραφίας και χαρτογραφείται μια τοπιογραφία του κέντρου της πόλης.
Όπως στο πρώτο μυθιστόρημα έτσι και σε τούτο η λογοτεχνία διαλέγεται με την Ιστορία. Και εδώ τίθενται θεμελιώδη ερωτήματα και προβάλλονται ουσιαστικά ζητήματα:
Για την υποκειμενική θεώρηση και αξιοποίηση των πηγών κατά τη συγγραφική αποτύπωση του ιστορικού γεγονότος σε σχέση με την πραγματικότητα της δημιουργίας του.
Για τη δυσκολία της κριτικής ανάγνωσης των πηγών, επειδή καιροφυλαχτεί πάντα η τυραννία της εύκολης απάντησης, όπως επισημαίνει ο Ντεριντά.
Για το αν η Ιστορία είναι, τελικά, μια κατασκευή και τα ιστορικά γεγονότα σερβίρονται στον αναγνώστη ερμηνευμένα από τους ιστορικούς.
Για το αν η στάση ουδετερότητας απέναντι στο ιστορικό γεγονός είναι φενάκη κι αν πρέπει ο ερευνητής να παίρνει, κριτικά, θέση.
Για το αν η αξιοποίηση των ζωντανών πηγών, η άντληση πληροφοριών από τους ζώντες μικροπρωταγωνιστές πρέπει να μπολιάζει την επιστημονική έρευνα σε θέματα ιστορίας.
Για τα όρια και τους κινδύνους που ελλοχεύουν στην ελευθερία διαπραγμάτευσης ενός θέματος, εν προκειμένω ενός ιστορικού γεγονότος. Ιδού το βάραθρο της ελευθερίας. Θα πέσεις μέσα; λέει ο καθηγητής Σουκιούρογλου στον μαθητή του όταν του αναθέτει την έρευνα της υπόθεσης Πολκ.
Για το αν εντέλει η Ιστορία δεν είναι τίποτε άλλο από επίφαση της πραγματικότητας.
Αλλά ποιας πραγματικότητας; Κάποια στιγμή ο απόμαχος δικηγόρος Ντινόπουλος, μυθιστορηματική περσόνα του νομικού που υπερασπίστηκε στη δίκη τον Στακτόπουλο, λέει: Η πραγματικότητα δεν είναι μία και αδιαμφισβήτητη. Είναι η υπέρτατη κατασκευή, ρωτήστε τους ανθρώπους που βιοπορίζονται απ’ αυτή, δικηγόρους και δημοσιογράφους.
Για τη σχέση Ιστορίας και λογοτεχνίας έχει κάνει μια καίρια διατύπωση ένας ομότεχνος της Σοφίας Νικολαΐδου, ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης. Η λογοτεχνία –λέει-  μπορεί να μιλήσει για την ιστορία γιατί μπορεί να την συμπεριλάβει, ενώ η επίσημη ιστορία των κειμένων και των σχολικών εγχειριδίων προσαρμόζεται και ξαναγράφεται προς όφελος της εποχής. Η σκιά ενός εκτοπισμένου, το ίχνος ενός ανώνυμου αγωνιστή –ευτυχώς- βρίσκει δικαίωση στην γλώσσα που επινόησε ο άνθρωπος για να τραγουδήσει τα πάθη του. Μέσα στην ίδια του τη γλώσσα, την λογοτεχνία. Όλα τα άλλα είναι άδεια  ντοκουμέντα στοιβαγμένα στα αρχεία των ερευνητικών κέντρων.
Όπως στο πρώτο μυθιστόρημα έτσι και σε τούτο προβάλλονται πλευρές της παθογένειας του εκπαιδευτικού συστήματος και τίθενται ερωτήματα σχετικά με τους μηχανισμούς χειραγώγησης των μαθητών και αυριανών ακαδημαϊκών πολιτών, που αναπτύσσονται και εφαρμόζονται στο σχολείο:
Η κριτική στο σύγχρονο σχολείο, σύστημα εκπαίδευσης, επάρκεια διδασκόντων, χώροι εκπαίδευσης, κλπ, γίνεται μέσα από τη ματιά του Μηνά και της Εβελίνας, δύο μαθητών που αριστεύουν.
Στο σχολείο του Μηνά κανένας δε διαβάζει εφημερίδα κι από ειδήσεις βλέπουν κυρίως STAR και αθλητικά.
Οι μαθητές είναι εκπαιδευμένοι ν’ ακούνε. Στο σχολείο διδάσκονται πολλά χρήσιμα πράγματα, όχι όμως και το να θέτουν ερωτήματα.
Οι Πανελλαδικές εξετάσεις χαρακτηρίζονται ως καυδιανά δίκρανα, ως η πιο ταπεινωτική διαδικασία στην οποία οδηγούνται οι νέοι άνθρωποι προκειμένου να διεκδικήσουν πρόσβαση στην επόμενη μαθησιακή βαθμίδα. Όπως ο ηττημένος κατά κράτος ρωμαϊκός στρατός, το 321 π.Χ. υποχρεώθηκε από τους Σαμνίτες, κοντά στο Καύδιο της οροσειράς των Απεννίνων, να περάσει κάτω από έναν ταπεινωτικό ζεύγμα ακοντίων σε σχήμα δικράνου, έτσι κι οι μαθητές υποχρεώνονται στην ταπείνωση των Πανελλαδικών ερχόμενοι κατά κράτος ηττημένοι από ένα σχολείο που τους υποχρεώνει να παπαγαλίζουν και όχι να σκέφτονται.
Φωτίζονται τα παιχνίδια εξουσίας που λαμβάνουν χώρα στο σχολείο από τους διδάσκοντες επάνω στους διδασκόμενους και οι ανταγωνισμοί και διαγκωνισμοί ανάμεσα στους διδάσκοντες.
Χαρακτηριστική για την κριτική στο μεγάλο ζήτημα των δομών της εκπαίδευσης και των δομικών εργαλείων της μάθησης είναι μία αποστροφή της, φιλολόγου, γιαγιάς του Μηνά, όταν χαρίζει στον εγγονό της το λεξικό του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη λέγοντας: Εμείς οι απόφοιτοι της Φιλοσοφικής του Αριστοτελείου δεν συμφωνούμε με τα μπαμπινιωτικά.
Λίγο πριν την ολοκλήρωση της αφήγησης στο μυθιστόρημα δίνεται ο λόγος, μοναδική φορά που το επιτρέπει η συγγραφέας στα πλαίσια του «Οι άλλοι κρίνουν», στον καθηγητή Σουκιούρογλου να κρίνει, και εδώ αναπτύσσονται οι θέσεις ενός εκπαιδευτικού που δεν στοχεύει, απαραιτήτως, στη γνώση επειδή τη θεωρεί προϋπόθεση αλλά τον ενδιαφέρει η σκέψη. Ο Σουκιούρογλου θα κρίνει το εκπαιδευτικό σύστημα, τη διδασκαλία της Ιστορίας, τη σχέση δάσκαλου μαθητή και θα μιλήσει για την αναγκαιότητα της πατροκτονίας που χρειάζεται να γίνει με όρους αντιστροφής των προτύπων που παρέχει ο δάσκαλος και μάλιστα πατροκτονίας για την επιτυχία της οποίας ο ίδιος ο δάσκαλος, αν είναι όντως δάσκαλος, θα εγχειρίσει στον μαθητή το μαχαίρι.
Ακόμη στο μυθιστόρημα θίγονται πλευρές των σχέσεων γονέων παιδιών, έτσι όπως αυτές εκφράζονται ως συμπεριφορές, κατά τη διάρκεια της εφηβείας και της υποχρέωσης των παιδιών να πραγματοποιήσουν τις εγκύκλιες σπουδές τους.
Χαρακτηρίζοντας ο Μηνάς τη μητέρα του λέει: θέλει να γίνω σαν κι αυτήν. Να με ενδιαφέρουν μόνο τα μαθήματα και οι βαθμοί. Να μορφωθώ σαν άνθρωπος, να βρω δουλειά. Να χαμογελάω και να χαίρεται. Να λέει, ιδού οι κόποι μου ανταμείφθηκαν. Η μαμά έχει γνώμη για τη γνώμη μου και άποψη για την άποψή μου. Ξέρει ποιο είναι το σωστό. Εγώ δεν το ξέρω. Και θυμάται τον καθηγητή του Σουκιούρογλου να λέει: Οι γονείς είναι η χειρότερη κατηγορία ανθρώπων. Κάτι παθαίνουν με την τεκνοποίηση, θα είναι ορμονικό.
Τέλος στο μυθιστόρημα έρχεται αντιστικτικά το χθες της χώρας με το σήμερα. Μιας χώρας στην κοινωνία της οποίας  η σιωπή μεταβιβάζεται όπως το γενετικό υλικό. Μιας κοινωνίας που ζει σ’ ένα κλίμα υποταγής στην κυρίαρχη τάξη, κάθε φορά, όποια κι αν είναι αυτή, και στην ιδεολογία της. Μια χώρα που έχει αναγάγει την ετερονομία ως βασική αρχή της διακυβέρνησης, σε τρόπο ώστε η θεσμική λειτουργία στο επίπεδο αποφάσεων να γίνεται στη βάση υπολογισμών για το ποιο είναι το μικρότερο κακό για τα κατεστημένα συμφέροντα.
Άμεσα ανιχνεύσιμες είναι οι αντιστοιχίες του μυθιστορηματικού και ταυτόχρονα ιστορικού χθες με το σήμερα.
Τότε η παρουσία του ξένου παράγοντα εκφραζόταν με την επικυριαρχία των αμερικανών και με την τοποθέτηση «ειδικών» στις κρατικές θεσμικές δομές. Τότε οικονομική βοήθεια και δανεισμός από τις ΗΠΑ. Τότε ρεμούλα πολιτικών της δεξιάς στο δημόσιο χρήμα και στα δολάρια της οικονομικής βοήθειας.  
Σήμερα η παρουσία του ξένου παράγοντα εκφράζεται με την επικυριαρχία των εκφραστών της οικονομικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης και με την τοποθέτηση «ειδικών» στις κρατικές θεσμικές δομές. Σήμερα επιβολή Μνημονίων και δανεισμός. Σήμερα η χώρα σε πτωχεία που είναι το αποτέλεσμα της κακοδιαχείρισης, της απρονοησίας και τη ρεμούλας που συντελέστηκαν από τους διαχειριστές του πολιτικού συστήματος στη Μεταπολίτευση.
Πάντα στο όνομα της σωτηρίας της χώρας. Τότε από τον κομμουνιστικό κίνδυνο. Τώρα από το λόμπυ της δραχμής.
 
Τότε Χόρευαν οι ελέφαντες μέσα στην τρέλα του εμφύλιου σπαραγμού και της αναδιάταξης συμφερόντων στα Βαλκάνια και την πλήρωναν τα μυρμήγκια, ο Πολκ, ο Στακτόπουλος, χιλιάδες νεκροί, χιλιάδες χαμένες ζωές στο βρόντο.

Σήμερα Μαλώνουν –για να χρησιμοποιήσω το αντίστοιχο της παροιμίας που έδωσε τον τίτλο στο μυθιστόρημα- τα βουβάλια στον βαλτότοπο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Δ.Ν.Τ., των περίφημων αγορών και την πληρώνουν τα βατράχια, την πληρώνουν οι πολίτες. Χειρότερα απ’ όλους οι νέοι άνθρωποι, η γενιά του Μηνά, ο οποίος καθώς περνούσε μπροστά από την τηλεόραση, την ώρα που σε κάποιο πάνελ κόπτονταν για το εθνικό συμφέρον και αγόρευαν για το πόσα διακυβεύονται τώρα που η χώρα έφτασε στα έσχατα, έβγαλε ένα πιφ. […]. –Να σώσουμε τη χώρα, κορόιδεψε τη φράση που πιπίλιζαν στην τηλεόραση. Βαρέθηκα να τα’ ακούω. Τα ίδια έλεγαν κι όταν πέταξαν στα σκυλιά τον Γκρη. Πενήντα χρόνια η ίδια ηλιθιότητα. Από ανθρώπους που είναι διαρκώς πρόθυμοι να θυσιάσουν τα πάντα οι άλλοι. Πιάσαμε πάτο, ωραία, το καταλάβαμε. Ξανά οι ίδιες παπαριές. Οι ιδέες πάνω απ’ τις ζωές και η χώρα πάνω απ’ τους ανθρώπους. Σιγά μη λύσουν έτσι το πρόβλημα. Άντε μην τα πάρω τώρα.

«Όλοι οι απατεώνες στην Ελλάδα είναι στην κυβέρνηση». Μ’ αυτή τη φράση ξεκινάει το βιβλίο. Την είπε ένας χωρικός το 1948 στον δημοσιογράφο του CBS και η συγγραφέας βεβαιώνει ότι πραγματικά ειπώθηκε, την βρήκε ερευνώντας για την υπόθεση Πολκ. Μια φράση που κατά κόρο λέγεται και σήμερα. Λες και δεν άλλαξε τίποτα.
Το μυθιστόρημα, ωστόσο, τελειώνει μ’ ένα φωτεινό τρόπο, με μια δέσμη φωτός από το ζοφερό παρόν προς το μέλλον. Ο Μηνάς και η Εβελίνα ζουν την καλύτερη κατάσταση που αξιώνονται οι άνθρωποι. Ζουν τον έρωτά τους. Περνώντας, αγκαλισμένοι, την πύλη του εξεταστικού κέντρου για να δώσουν Πανελλαδικές η Εβελίνα, έτσι σαν άσκηση επανάληψης της τελευταίας στιγμής, του λέει:  Πίμπλημι. –Γέμω και πλήθω, της απαντάει ο Μηνάς.     

Αληθινά, με τι άλλο πέρα από τον έρωτα μπορεί ο νέος άνθρωπος να γέμει και να πλήθει, να είναι πλήρως ικανοποιημένος; Ποιον αποτελεσματικότερο βατήρα, από την ομορφιά του έρωτα, να βρει για να ορμήσει στη ζωή; Για να πιστέψει ότι μπορεί ν’ αλλάξει τα πάντα.

Για να πραγματωθεί ο λόγος του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, μέσ’ από την περσόνα του Μίσκιν, ότι η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο.  

Γιώργος Χ. Θεοχάρης
Λιβαδειά
25 Νοεμβρίου 2012
στο βιβλιοπωλείο Σύγρονη έκφραση
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: