Κυριακή, 2 Μαρτίου 2008

ΠΑΝΔΑΙΜΟΝΙΟ : Κριτική παρουσίαση στο βιβλιοπωλείο

Παραθέτουμε τα κείμενα των εισηγήσεων στην παρουσίαση του βιβλίου ΠΑΝΔΑΙΜΟΝΙΟ του Κώστα Ακρίβου (βιογραφικό) - φωτο από την εκδήλωση - από τις επίκουρες καθηγήτριες του Παν/μίου Θεσσαλίας
Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στο χώρο του βιβλιοπωλείου ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ της Λιβαδειάς τη Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2008.

Τασούλα Τσιλιμένη, Επίκουρη Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Συγγραφέας


Διαβάζοντας ένα μυθιστόρημα που μας φαίνεται εκ πρώτης όψεως ενδιαφέρον, συνήθως παρασυρόμαστε και εγκλωβιζόμαστε στο περιεχόμενο, εξαντλώντας εκεί κάθε είδους παρατηρήσεις και εικασίες, αγνοώντας τον παράγοντα που μας έχει οδηγήσει στο συγκεκριμένο πλαίσιο, το στοιχείο δηλαδή που το έχει στοιχειοθετήσει, το έχει χρωματίσει έτσι , ώστε να μας προκαλεί δημιουργικά.
Και φυσικά εννοώ τα αφηγηματικά τεχνάσματα, τα οποία σε συνδυασμό με τη γλώσσα απογειώνουν ένα κείμενο και το κάνουν ξεχωριστό.
Η μικρή αυτή εισαγωγή επιβάλλεται, καθώς το μυθιστόρημα του Κώστα Ακρίβου, εκτός από την ευρηματικότητα της πλοκής, την τολμηρότητα του θέματος και των άλλων στοιχείων που το απαρτίζουν, χαρακτηρίζεται και από μια πληρότητα μορφικών τεχνασμάτων.
Αυτά τα αφηγηματικά τεχνάσματα είναι εκείνα που αναδεικνύονται στο Πανδαιμόνιο, καθώς ο Ακρίβος υπερασπίζεται, αλλά εξ ίσου αμφισβητεί την ανεξαρτησία των χαρακτήρων, την αυθεντία του συγγραφέα. Αφού «ανά πάσα στιγμή ένας ΄ήρωας΄ μπορεί να ξεστρατίσει και να οδηγηθεί σε εντελώς διαφορετική δράση απ΄ό,τι αρχικά είχε κανονίσει ο συγγραφέας»(Πανδαιμόνιο, σελ. 385).
Η παντοδυναμία του συγγραφέα είναι ζήτημα που έχει απασχολήσει και συνεχίζει να απασχολεί τους δημιουργούς. Ας θυμηθούμε το «έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα» του Πιραντέλο, αλλά και την Ευγενία Φακίνου που στο βιβλίο της «Η Μερόπη ήταν το πρόσχημα», κάνει λόγο για τη δύναμη του αφηγητή/συγγραφέα.
Ο Ακρίβος εδώ, ενώ βάζει τελεία στο μυθιστόρήμα του, συνεχίζει δίνοντας το λόγο σε εκείνον που είναι πάνω απ΄το λόγο, πάνω απ΄όλα και όλους, στο Πνεύμα. Κι είναι σαφές ότι πρόκειται για το Άγιο Πνεύμα, που απευθύνεται στον συγγραφέα, λέγοντας «Εγώ αυτοπροσώπως. Δηλαδή όχι ακριβώς αυτός που αναφέρεις στο τέλος του βιβλίου σου(τον Πατέρα θεό δηλαδή) αλλά ένα τμήμα του. Για την ακρίβεια το εν τρίτον. Ισάξιο όμως και ομοούσιο. Ισοδύναμο. Πνεύμα εγώ το άγιο…σελ. 383). Η μυθοπλαστική πρόθεση του Ακρίβου είναι έξω από όρια και είναι αυτή η παρέμβαση του Αγίου Πνεύματος ένα ακόμη αφηγηματικό τέχνασμα. Βρίσκει έναν τρόπο ο Ακρίβος να ανακινήσει προβληματισμούς περί της αλήθειας που καταθέτουν οι ήρωες ή οι συγγραφείς/αφηγητές εκάστοτε στις ιστορίες. Γίνεται αναφορά στις αρχικές προθέσεις και στα μυθοπλαστικά σχεδιάσματα του συγγραφέα, τα οποία στη συνέχεια εξ αιτίας κάποιου άλλου παράγοντα ανατρέπονται εξ ολοκλήρου. Και ρωτά το Άγιο Πνεύμα τον συγγραφέα «ποιο το όφελος από την πάλη με τα δημιουργήματα της φαντασίας σου. Από την πάλη με τον ίδιο σου τον εαυτό;»(σελ. 385), αφού «…ο πιο ισχυρός{είναι}, αυτός που έχει το γενικό πρόσταγμα(…) είναι Εκείνος. Ο πρώτος των πρώτων. Εκείνος που δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος. Που δεν Τον χωράει ανθρώπου νους…(σελ. 383)». Αποκαλύπτει με τα λόγια αυτά ο Ακρίβος τη βάσανο της γραφής. Και παίζει ο συγγραφέας με το Εκείνος, αφήνοντας τον αναγνώστη να υποθέσει για την ταυτότητά του. Προσωπικά θεωρώ ότι δεν εννοεί το αυτονόητο(τον θεό). Θέτει στο επίκεντρο το ζήτημα του τυχαίου, με τη δική του παντοδυναμία.
Το πιο δυνατό σημείο του συγγραφέα στο μυθιστόρημα αυτό, είναι 8 1/2 σελίδες με τις οποίες επιλέγει να κλείσει το βιβλίο του, οι οποίες αποκαλύπτουν την πολυσημία της γραφής του συγκεκριμένου μυθιστορήματος, τον τρόπο γραφής του, το θέμα της πολλαπλότητας των εκδοχών αλλά κυρίως γιατί αποκαλύπτουν βασικά ζητήματα της τέχνης της μυθοπλασίας. Αποκαλύπτονται μυστικά όπως, ότι χρειάστηκε μελέτη και τρία χρόνια για να ολοκληρωθεί αυτό το μυθιστόρημα. Για να καταλήξει ο Ακρίβος, ξανά στον συγγραφέα δημιουργό, αφού εικόνες και λόγια που στοιχειώνουν στο μυαλό του συγγραφέα, είναι εκείνα που δημιουργούν την Αρχή, τη γέννηση μιας ιστορίας. Αυτές οι συγγραφικές εμμονές σημειώνονται χαρακτηριστικά στην τελευταία φράση του Πνεύματος, όταν απευθύνεται στον συγγραφέα (σελ. 391). «Και επιτέλους. σταμάτα να κοιτάς συνέχεια έξω απ΄το παράθυρο το χιόνι που πέφτει. Ώστε έτσι έ; . Αλλάζουν φτερά οι άγγελοι…». Και τέλος. Το τέλος του βιβλίου.

Αλλάζουν φτερά οι άγγελοι…
Μια φράση καθοριστικής σημασίας για τον βασικό ήρωα του μυθιστορήματος, τον μοναχό Νήφωνα, φράση της μητέρας του, που τον συνοδεύει και είναι εκεί στο μυαλό του τη στιγμή που περπατά μέσα στο χιόνι, στο Άγιο Όρος, για να πάει στον αρσανά, να τραβήξει τη βάρκα του, να την προφυλάξει από την κακοκαιρία. Με αυτή τη φράση σχεδόν ξεκινά και η ιστορία.
«…Αλλάζουν φτερά οι άγγελοι. Φυτρώνουν καινούργια στους ώμους τους, κάτασπρα και πουπουλένια. Τα παλιά τρίβονται σε μικρά κομματάκια και σκορπίζουν στον ουρανό. Την ώρα που πέφτουν στη γη, παγώνουν και γίνονται οι νιφάδες που σκεπάζουν τα σπίτια, τα δέντρα, τα βοσκοτόπια, πολλές φορές τις βάρκες ακόμα. Λίγοι άνθρωποι ξέρουν πως γίνεται το χιόνι…(σελ. 16).
Λόγια, που χαράχτηκαν στην ψυχή του ήρωα, λόγια επεξηγηματικά μητέρας προς το παιδί, που ζητά να συλλαβίσει τη ζωή, τη φύση... Λέξεις που τις δένουμε με πρόσωπα και για ανεξήγητους λόγους μας κυνηγούν για μια ζωή, όπως το Νήφωνα τα λόγια αυτά για τους αγγέλους. Εξηγεί η μάνα, όπως και ο συγγραφέας προσπαθεί να ερμηνεύσει την πραγματικότητα, καταφεύγοντας σε μυθοπλασίες, φτιάχνοντας εικόνες, ακροβατώντας στο λόγο.
Άγγελος ή σατανάς τελικά είναι η νεαρή γυναίκα, η Δόμνα, που θα αντικρύσει ο Νήφωνας στον αρσανά, σε μια άλλη ξένη βάρκα; Η παρουσία της θα φέρει τα πάνω κάτω στη ζωή του Νήφωνα και στην κοινωνία του Αγίου Όρους. Εκείνο που κυρίως καταφαίνεται σε όλο του το μεγαλείο είναι ο έρωτας, ο γήινος έρωτας μεταξύ άνδρα και γυναίκας. Το συναίσθημα αυτό θα γίνει αιτία να συμβούν όσα ανήκουστα εξιστορεί τούτο το μυθιστόρημα.
Η μορφή του αγγέλου παρούσα και αινιγματική στο μυθιστόρημα, καθώς σημαδεύει τον Νήφωνα, όχι μόνο μέσα από την αναφορά στα λόγια της μάνας του για τον άγγελο και το χιόνι, όχι μόνο γιατί ο ίδιος αποδεικνύεται «άγγελος εξ ουρανού» για τη Δόμνα(αφού τη σώζει), αλλά και γιατί ο ίδιος φέρει στο σώμα του το σημάδι «το φίλημα του αγγέλου», όπως το είπε η μάνα του. Διαβάζουμε: «…Όταν ήμουν μικρός, συνήθιζε να με πλένει στη σκάφη. Εκεί μέσα με έλουζε και με σαπούνιζε. Κάθε φορά που τα χέρια της έφταναν στα πλευρά μου σταματούσε. Κοίταζε και ξανακοίταζε ένα μαύρο σημάδι που έχω κάτω απ΄την αριστερή μασχάλη. Η μητέρα το ονόμαζε ‘το φίλημα του αγγέλου’. Έλεγε πως αυτό το σημάδι το έχουν λίγοι άνθρωποι στον κόσμο. Μονάχα όσοι ήρθαν στη γη για έναν μεγάλο σκοπό. Έτσι έλεγε…»(σελ. 287).
Αγγέλλους θα δει ο Νήφωνας να περικυκλώνουν τη βάρκα για να προφυλάξουν αυτόν και τα μωρά από το «αιμοσταγές θηρίο» κατά μεσής του πέλαγους. Και είναι αυτό το σημάδι που θα αντικρύσει με έκπληξη στην αριστερή μασχάλη του νεογέννητου γιού του, στο κελί του, σημάδι που θα ενισχύσει την πίστη του στην προφητεία που για χάρη της ο Γεδεών, άλλος γέροντας του Όρους και εξομολογητής του Νήφωνα, θα πάρει όλο το κρίμα πάνω του.
Άγγελος κοσμεί και το εξώφυλλο του βιβλίου, ένας πίνακας του 1903, του συμβολιστή ζωγράφου Hugo Simberg, έργο ιδιαίτερα συμβολικό και ταιριαστό με το μυθιστόρημα.
Χρόνος της ιστορίας είναι ο χρόνος του συγγραφέα, το σήμερα. Αναφορές όπως αυτές για την πρόταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για άρση του άβατου, οι τουρκικές γνωστές εναέριες παρεμβάσεις του ελληνικού χώρου κ.λπ., καταφέρνουν να κάνουν τον αναγνώστη να νιώσει ότι όλα συμβαίνουν τώρα, σήμερα ή μόλις χτες.
Πάνω από είκοσι χαρακτήρες παρελαύνουν στο μυθιστόρημα αυτό, ολοκληρωμένοι, είτε μέσα από τη δράση τους στην κοινωνία του Αγίου Όρους, είτε μέσα από αναφορές στην προηγούμενη ζωή των μοναχών, κινούνται και εξελίσσουν το μύθο δυναμικά. Τον βίο και την πολιτεία των μελών της κοινωνίας του Αγίου Όρους χρησιμοποιεί ο συγγραφέας για να απαντήσει στο προσωπικό του ερώτημα-σπέρμα του μυθιστορήματος, όπως αυτό αναφέρεται στη σελίδα 385: «τι είναι εκείνο που κάνει κάποιον να αφήσει τα εγκόσμια και να γίνει μοναχός;».
Εξιστορεί τους λόγους που οδήγησαν τους ήρωες στην επιλογή του μοναχικού βίου, περιγράφει τις ασχολίες τους εκεί, εάν και σε ποιο βαθμό το Όρος ήταν τόπος εξορίας που η ψυχή ή η κοινωνία επέβαλε, τόπος διεξόδου πνευματικών αναζητήσεων, ή τόπος καλύπτρα των ανομολόγητων παθών, από τα οποία δεν κατάφεραν ούτε εκεί να απαλλαγούν, τους συνοδεύουν και τους τυραννούν εξ ίσου με πριν.
Ο αφηγητής, σε πρώτο πρόσωπο, ομοδιηγητικός, αλλά και τριτοπρόσωπος, άλλοτε να παρακολουθεί και απλά να εκθέτει, άλλοτε όμως να γνωρίζει καλά τι μέλλει γενέσθαι, ξετυλίγει το μίτο της εξιστόρησης, οδηγώντας τον αναγνώστη στο άβατο της μυθοπλασίας. Χρησιμοποιεί ευρηματικά την ομοδιηγητική αφήγηση ο Ακρίβος σε δώδεκα από το 24 κεφάλαια, αποκαλύπτοντας την ιδιαιτερότητα και τις απαιτήσεις του εσωτερικού μονόλογου, συχνά με τη μορφή της εξομολόγησης, της προσευχής(σελ. 39), τέχνασμα ταιριαστό με τη θεματική της ιστορίας. Η επιστολική αφήγηση, η γραφή εν είδη ημερολογίου, καθώς και η χρήση του πλέον σύγχρονου τρόπου επικοινωνίας, μέσω SMS, είναι σημεία που φανερώνουν την πολυμορφική γραφή του συγγραφέα.
Το μυθιστόρημα εκτυλίσσεται σε 24 κεφάλαια, όσα και τα γράμματα του Αλφαβήτου. Αριθμείται καθένα με ένα γράμμα, από το Α ως το Ω. Κάθε γράμμα και ένας τίτλος, σημασιολογικά αντίστοιχα με τα συμβάντα κάθε κεφαλαίου.
Έναν ύμνο στην αγάπη, στη δύναμη του έρωτα, θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς αυτό το μυθιστόρημα, μιας αγάπης που προϋποθέτει την ύπαρξη μιας γυναίκας σε ένα μέρος απ΄όπου έχει αποκλεισθεί, όπου θεωρείται μίασμα, η μέγιστη αμαρτία. Η γυναίκα παρουσιάζεται ως η πηγή των κακών που θα συμβούν λόγω της παραβίασης του άβατου και ίσως γιαυτό τιμωρείται τελικά με θάνατο. Αλλά η παρουσία της Δόμνας στο Όρος, η παραβίαση του άβατου εκ μέρους της, μπορεί να θεωρηθεί ως ένα γεγονός που είναι έξω από τη δική της βούληση. Άλλος κινεί τα νήματα, άλλος αποφασίζει. Κι αυτός ο Άλλος επινοεί την καταιγίδα, που είναι η αφορμή να συναντηθούν Νήφωνας και Δόμνα. Άμοιρη ευθυνών, αθώα και θύμα θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι είναι η γυναίκα εδώ. Ταυτόχρονα όμως αποθεώνεται από τον συγγραφέα η φύση της, αφού είναι εκείνη που απελευθερώνει την ψυχή του Νήφωνα, υλοποιεί όνειρα, φέρνει στην επιφάνεια την καταπιεσμένη αλήθεια, πλαταίνει ή αποκαλύπτει τον ορίζοντα των προσδοκιών κάποιων άλλων, και καταδεικνύει τα άγνωστα μέχρι τότε όρια της δύναμης και της τόλμης για την πραγματοποίηση ενός οράματος, όπως αυτό, του άλλου σημαντικού ήρωα της ιστορίας, του Γεδεών, για την επανανάκτηση της Βασιλεύουσας.
Για κάθε έναν ήρωα λειτουργεί διαφορετικά η γυναίκα. Μύθοι, θρύλοι, όνειρα εθνικά και θρησκευτικά, αυταπάτες, που αντέχουν στο χρόνο και στις οποίες βρίσκουν καταφύγιο ψυχές βασανισμένες, όπως του Γεδεών, εσφαλμένες και αυθαίρετες ερμηνείες φράσεων, όπως αυτή που αφορά «τον κήπον της Μητρός», αλήθειες και ψέματα, εικασίες και δημιουργήματα της φαντασίας.
Η αμφισβήτηση του κανόνα, η ενοχή, αλλά κυρίως η πάλη μεταξύ του υποκειμενικά ή αντικειμενικά ηθικά ορθού, είναι ζητήματα που αναδύονται στο μυθιστόρημα. Σκιαγραφεί ο συγγραφέας την εσωτερική πάλη του ‘πρέπει’, του Νήφωνα, που επιβάλλεται από τους νόμους των ανθρώπων και του ‘πρέπει’ που προστάζει ο θεός, ή αλλιώς η φύση.
Ο Ακρίβος δημιουργεί ένα μυθιστόρημα που καταφέρνει να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη –κάθε αναγνώστη- του απλού ή του «υποψιασμένου», από τις πρώτες μέχρι και τις τελευταίες σελίδες του βιβλίου. Όχι μόνο με το εύρημα του μύθου, όχι μόνο με την πολυφωνία και τις πολλαπλές οπτικές αφήγησης, το προσωπικό του ύφος, αλλά με πλήθος άλλα ευφάνταστα ευρήματα, όπως αυτό της παράθεσης αποσπασμάτων από κείμενα των γραφών. Δεν πρόκειται για μια απλή παράθεση κειμένων για χάρη της εντύπωσης, αλλά για ουσιαστική χρήση και σύνδεση με την εξέλιξη της ιστορίας, όπως αποδεικνύεται με τη φράση «Τα σα εκ των σων!...»με την οποία κλείνει (εν μέρει) το μυθιστόρημα.
Αν ο Εμμανουήλ Ροϊδης γράφει μια Πάπισσα Ιωάννα, αν ο Ουμπέρτο Έκο επινοεί ένα χειρόγραφο για θα θίξει τις έριδες της Καθολικής εκκλησίας, ο Κώστας Ακρίβος, εν τω ελέω της έμπνευσης, ή αλλιώς όταν η έμπνευση αποφάσισε να τον επισκεφτεί, αυτός ήταν στο γραφείο του κι δέχτηκε με ευγνωμοσύνη –υποθέτω-την ιεροτελεστία της συνεύρεσης, για να κυοφορήσει τελικά μια ιδέα πιο ενδιαφέρουσα απ΄αυτή του Ροϊδη και του Έκο. Αποτέλεσμα αυτής της κυοφορίας είναι Το πανδαιμόνιο, ένα μυθιστόρημα που θα κάνει κριτικούς και αναγνώστες να αναρωτιούνται εάν πρόκειται εν τέλει για ένα θρησκευτικό, ιστορικό ή ένα ερωτικό μυθιστόρημα αστυνομικής απόχρωσης.
Μαρίτα Παπαρούση, Επίκουρη Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί φίλοι και φίλες, επιτρέψτε μου να ξεκινήσω από μια προσωπική παρατήρηση. Ο Κώστας Ακρίβος είναι ένας από τους σύγχρονους έλληνες συγγραφείς για το έργο των οποίων τρέφω ιδιαίτερη εκτίμηση, όσον αφορά τόσο τη θεματολογία του όσο και τους τρόπους που επιλέγει για την αισθητική μορφοποίηση του υλικού του. Και αν η αφορμή για τη γνωριμία με το έργο του, μου δόθηκε χρόνια πριν, όταν διάβασα τη συλλογή διηγημάτων του ΑΛΛΟΔΑΠΗ και μοιράστηκα μαζί του την ευαίσθητη ματιά του πάνω σε θέματα που αφορούν την ετερότητα, ενώ το ΚΙΤΡΙΝΟ ΡΩΣΙΚΟ ΚΕΡΙ μου κέντρισε την προσοχή εξαιτίας του ενδιαφέροντος σε επίπεδο αφηγηματικών τρόπων, λίγα χρόνια πριν ενθουσιάστηκα διαβάζοντας τη ΣΦΑΙΡΑ ΣΤΟ ΒΥΖΙ, που το θεωρώ σαν ένα από τα αξιολογότερα δείγματα της σύγχρονης πεζογραφίας μας, ένα κείμενο που με συγκίνησε, με γοήτευσε, με προκάλεσε αναγνωστικά έτσι όπως με έθεσε αντιμέτωπη με ιστορικά πρόσωπα και με πλασματικά συμβάντα, με ερωτικές στιγμές αλλά και με την περιπέτεια της γραφής. Δεν μου δόθηκε τότε η ευκαιρία να μιλήσω για το βιβλίο αυτό. Είναι αυτό όμως που μου δημιούργησε τη βεβαιότητα ότι ο Ακρίβος έχει κατακτήσει πια την τεχνική του και με έκανε να περιμένω με ενδιαφέρον ό,τι καινούργιο θα εξέδιδε. Αν προσθέσω δε στα παραπάνω και το ΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΕΚΤΗΣ ΜΕΡΑΣ, μυθιστόρημα στο οποίο είναι έκδηλη η υπαρξιακή αγωνία, μπορώ να πω ότι προσεγγίζοντας το ΠΑΝΔΑΙΜΟΝΙΟ οι αναγνωστικές μου προσδοκίες κινούνταν προς δύο κατευθύνσεις, διαφορετικές αλλά και διασταυρούμενες : αναρωτιόμουν ποια θα ήταν τα αφηγηματικά επιτεύγματα του Ακρίβου στην προκειμένη περίπτωση –και δεν προτάσσω τυχαία το ζήτημα της μορφής, αφού είναι έκδηλος κάθε φορά ο προβληματισμός του αλλά και ο συγγραφικός μόχθος όσον αφορά την επεξεργασία του υλικού του– αλλά και να καταλάβω τι ακριβώς είναι αυτό που τον έκανε να αναπαραστήσει μέσω της γραφής μια ιστορία που, όπως διάβασα στο οπισθόφυλλο όταν πρωτοπήρα το βιβλίο στα χέρια μου, αφορά την ανακάλυψη ενός πτώματος γυναίκας σε ένα κελί στο Άγιο Όρος. Προβληματισμός που εντάθηκε και από τα ερωτήματα που ηθελημένα συντροφεύουν αυτή την πρώτη επιγραμματική αναφορά στην υπόθεση, απλώνοντας μπροστά μου ποικίλες εκδοχές γι’ αυτό που θα άρχιζα να διαβάζω. Τι θα έπρεπε να περιμένω; ένα ερωτικό μυθιστόρημα; Ένα θρίλερ με προεκτάσεις εκκλησιαστικές ή ευρύτερα θεολογικές; ένα μυθιστόρημα αλληγορικό ίσως;
Τι είναι τελικά το ΠΑΝΔΑΙΜΟΝΙΟ τώρα που το έχω διαβάσει; Είναι καταρχάς το προφανές : η ερωτική ιστορία ανάμεσα σε ένα νεαρό μοναχό, τον Νήφωνα, και μια κοπέλα από τη γειτονική Θάσο, τη Δόμνα. Είναι ταυτόχρονα η ιστορία εξιχνίασης του μυστηρίου που αφορά το θάνατο της κοπέλας και της αποτύπωσης των ποικίλων πτυχών που συνδέονται με το γεγονός αυτό και με τα παρεπόμενά του. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι δεν πρόκειται για μια απλή ερωτική ιστορία ανάμεσα σε δυο νέους ανθρώπους, αλλά για έναν καταρχήν σκανδαλώδη έρωτα που αγγίζει και ένα θέμα – ταμπού της Ορθοδοξίας : την κατάλυση του άβατου του Αγίου Ορους, γι’ αυτό και η πλοκή που αφορά την επίλυση του μυστηρίου και την αναζήτηση της αλήθειας είναι αξεδιάλυτα δεμένη τόσο με την απόδοση του δοκιμαζόμενου ψυχισμού των άμεσα εμπλεκόμενων όσο και με την καταγραφή του αντίκτυπου που έχει ένα τόσο απροσδόκητο, ή και βλάσφημο για κάποιους, θέμα. Το ΠΑΝΔΑΙΜΟΝΙΟ είναι όμως και ένα κείμενο που μιλάει για τη χριστιανική και εθνική αδιαλλαξία, για το ακραία φανατικό συνταίριασμα ορθοδοξίας και μεγαλοϊδεατισμού, έτσι όπως αυτό ενσαρκώνεται στην πολύ ενδιαφέρουσα μορφή του γέροντα μοναχού Γεδεών που μισεί τους Τούρκους και τους Δυτικούς, τις «σειρήνες της Εσπερίας», αγαπά τους ορθόδοξους Ρώσους αδελφούς και ονειρεύεται την ημέρα που θα ξαναγίνει δικιά μας η Βασιλεύουσα. Ένα κείμενο δηλαδή που μιλάει και για τον εμπράγματο χριστιανισμό του Ορους, χωρίς να χάνεται στη σφαίρα της θεωρίας και των αφηρημένων αναζητήσεων, αλλά καταφέρνοντας παρόλα αυτά να προσφέρει χαρακτηριστικές εκφάνσεις των μοναστικών ταλαντεύσεων ανάμεσα στον «αυτοαποκλεισμό» της ορθόδοξης παράδοσης και τη «συμμόρφωση με τα κελεύσματα των νέων καιρών» και, πάνω από όλα, να σκιαγραφήσει, χωρίς σε καμία περίπτωση να προκαλέσει, περιπτώσεις χριστιανών πειραζόμενων, ανθρώπων που δοκιμάζονται από τα πάθη τους, όπως ο Νήφωνας, ανθρώπων που έχουν καταφύγει στο Ορος σε μια προσπάθεια αυθυπέρβασης. Το ΠΑΝΔΑΙΜΟΝΙΟ είναι ταυτόχρονα και ένα κείμενο που μιλάει για την πράξη και τη σημασία της γραφής, θέτοντάς μας αντιμέτωπους με την υπονόμευση της κειμενικής αυθεντίας· ο δαίμονας που ταλανίζει το συγγραφέα μοιάζει να είναι ο προβληματισμός γύρω από τη δυνατότητα, τις ποικίλες δυνατότητες μάλλον, γραπτής αναπαράστασης της πραγματικότητας.
Κάποιοι θα μπορούσαν να ισχυριστούν, βασιζόμενοι στη θεματική του, ότι το ΠΑΝΔΑΙΜΟΝΙΟ είναι ένα κείμενο που ακολουθεί την παράδοση της ΠΑΠΙΣΣΑΣ ΙΩΑΝΝΑΣ του Ροίδη ή του ΟΝΟΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΡΟΔΟΥ του Εκο. Θεωρώ ότι αν εξαιρέσουμε τα στοιχεία εκείνα που μας φέρνουν αντιμέτωπους και στην περίπτωση του ΠΑΝΔΑΙΜΟΝΙΟΥ με την περσόνα ενός συγγραφέα που είναι ταυτόχρονα και αναγνώστης-κριτικός του κειμένου του, το επίτευγμα του Ακρίβου είναι ότι καταφέρνει να πλάσει έναν κόσμο που φέρει την προσωπική του σφραγίδα –έναν κόσμο που δεν είναι καθόλου σκοτεινός ή προκλητικός. Αν και το θέμα του μοιάζει να προκαλεί τις αρχές της χριστιανικής ηθικής, σε καμία περίπτωση δεν σκανδαλίζει –κάτι που θα μπορούσε να πετύχει πολύ εύκολα, αν αυτός ήταν ο στόχος του– ούτε χαρακτηρίζεται από αντιθρησκευτικότητα. Καταφέρνει, και αυτό είναι πράγματι ενδιαφέρον όσον αφορά την ανίχνευση του συγγραφικού στόχου, να αποδώσει με γνήσια συγκίνηση, με ευαισθησία και ένταση, με τρόπο σχεδόν ρομαντικό, την ερωτική ιστορία ενός άνδρα και μιας γυναίκας, χωρίς να παραλείπει να χρωματίσει με επιδεξιότητα όλους τους εσωτερικούς κραδασμούς που δημιουργεί στον άνδρα η μοναχική του ιδιότητα αλλά και χωρίς να προσδίδει στον έρωτα αυτό τη χροιά της απόλυτης αμαρτίας. Το θέμα του μυθιστορήματος δεν είναι σε καμία περίπτωση, άλλωστε, η έκλυση των εκκλησιαστικών ηθών, ούτε η αφηγηματοποίηση του προαιώνιου αγώνα ανάμεσα στο καλό και το κακό, ανάμεσα το σώμα και το πνεύμα, το θείο και το πονηρό. Το πραγματικό βάρος πέφτει αλλού : στην αναζήτηση των ορίων ανάμεσα στο καλό και το κακό, στο ορθό και το λάθος, στο νέο και στο παλιό, ανάμεσα σε ό,τι πιστεύουμε και σε ό,τι είναι στην πραγματικότητα –και όλα αυτά μέσα σε ένα πλαίσιο, το πλαίσιο του Αγίου Ορους και της θρησκείας, απόλυτο στην πιο ακραία του μορφή και γι’ αυτό ακριβώς το λόγο και πιο προκλητικό όσον αφορά την όποια υπονόμευσή του.
Από την άλλη πλευρά, αυτό που είναι εξίσου ενδιαφέρον στο ΠΑΝΔΑΙΜΟΝΙΟ είναι η αφηγηματοποίηση της ιστορίας, η αφήγηση και οι τεχνικές της, αφού το μυθιστόρημα αυτό είναι από τα λογοτεχνικά έργα που αποδεικνύουν ότι το να μιλάει κανείς μόνο γι’ αυτό καθαυτό το περιεχόμενο ισοδυναμεί με το να μη μιλάει για τέχνη αλλά για απλή καταγραφή εμπειρίας. Η αφηγηματική τεχνική, άλλωστε, δεν είναι ένα εξωτερικό, διακοσμητικό στοιχείο της λογοτεχνικής δημιουργίας, αλλά ο κατεξοχήν χώρος παραγωγής του νοήματος, και ελπίζω όσα θα πω στη συνέχεια να σας πείσουν ότι σημασία σε ένα λογοτεχνικό έργο δεν έχει μόνο το τι λέει αλλά και όλα όσα (ιδέες, συστήματα αξιών, κοσμοθεωρητικές θέσεις) εγγράφονται και οργανώνονται στη μορφή διαμέσου της γλώσσας.
Το αν, για παράδειγμα, ο Ακρίβος επέλεγε για το σύνολο του μυθιστορήματός του μια τριτοπρόσωπη αφήγηση μέσα από έναν παντογνώστη αφηγητή, για να διασφαλίσει μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αίσθηση αντικειμενικότητας στην ιστορία του, ή μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση (και σας αφήνω να φαντασθείτε τι θα προτιμούσατε σαν πηγή της αφήγησης, τον Νήφωνα, τη Δόμνα ή το γέροντα Γεδεών) για να αφήσει τον αναγνώστη να καταποντισθεί στους δαιδάλους της προσωπικής αλήθειας, δεν είναι ζήτημα προσωπικής προτίμησης του συγγραφέα ή εκμετάλλευσης των όποιων αφηγηματικών ευκολιών του, αλλά μια αναγκαιότητα που επιβάλλεται από το ίδιο το θέμα. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Ακρίβος μιλά στο ΠΑΝΔΑΙΜΟΝΙΟ για τον έρωτα και το πάθος, το πάθος σε όλες του τις εκφάνσεις, για την πίστη, τον πειρασμό και την αμαρτία, για την επιθυμία και την απαγόρευση με άλλα λόγια, για τη συνάντηση αλλά και την πάλη του ανθρώπου με το θείο και με τον ίδιο του τον εαυτό, για το διάλογο ανάμεσα στο παλαιό και το νέο, το φανατισμό και την ανεκτικότητα, την εσωστρέφεια και το άνοιγμα προς τα έξω, για τη φανατική προσήλωση σε ιδέες, πιστεύω, προφητείες αλλά και για τις παρανοήσεις που μπορεί να γεννήσουν όλα αυτά. Ολα αυτά αποφασίζει να τα αποδώσει χρησιμοποιώντας μια πολυφωνική αφηγηματική τεχνική, εναλλάσσοντας φωνές αφηγητών και προσληπτικά πρίσματα, σε μια απόπειρα απόδοσης όλων των διαφορετικών, αντιθετικών συχνά, πλευρών της πραγματικότητας, που έχει ως συνέπεια για τον αναγνώστη και να διατηρείται άσβεστο το ενδιαφέρον του έως το τέλος –κάτι που συνάδει άλλωστε απόλυτα και με τον χαρακτήρα μυστηρίου που προσφέρει στο κείμενο το κεντρικό γεγονός του θανάτου. Ολα αυτά αποφασίζει να τα αποδώσει μέσα από μια πλοκή που μοιάζει κατακερματισμένη έτσι όπως στηρίζεται στη σύνθεση πολλών και διαφορετικών επιμέρους ψηφίδων και αυτό το κάνει, πιστεύω, για να δημιουργήσει μια αποσπασματική, πλούσια μέσα στην ετερογένειά της, αίσθηση της πραγματικότητας, αλλά και την αίσθηση της απόστασης που υπάρχει ανάμεσα στην ‘αλήθεια’, την όποια αλήθεια, του γεγονότος και την αναπαράστασή του –ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ένα θέμα προκλητικό και αμφιλεγόμενο.
Πιο συγκεκριμένα, τα 24 κεφάλαια της ιστορίας, όσα και τα γράμματα της αλφαβήτου (τα οποία, άλλωστε, χρησιμοποιούνται για να σημανθούν τα κεφάλαια και να συνδηλώσουν ίσως την αρχή και το τέλος, τη ζωή και το θάνατο) συγκροτούν μια αφηγηματική σύνθεση που στηρίζεται στην εναλλαγή τριτοπρόσωπων και πρωτοπρόσωπων αφηγήσεων. Και το ενδιαφέρον είναι ότι σε αντίθεση με ό,τι ίσως θα μπορούσε κανείς καταρχήν να περιμένει, οι πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις δεν αφορούν τα πρωταγωνιστικά πρόσωπα της ιστορίας αλλά μια πληθώρα δευτερευόντων προσώπων που κινούνται γύρω από τον Νήφωνα, τη Δόμνα και τον Γεδεών. Το κεντρικό νήμα της ιστορίας το ακολουθούμε, βέβαια, έχοντας σαν οδηγούς αυτά τα τρία πρωταγωνιστικά πρόσωπα. Και έχει σημασία ότι ο Ακρίβος αποφασίζει να θέσει και τους τρεις στο αφηγηματικό προσκήνιο, όχι μόνο για το προφανές –γιατί δηλαδή με τον τρόπο αυτό όλοι εμείς έχουμε την ψευδαίσθηση ότι είμαστε αυτόπτες μάρτυρες της συναισθηματικής και ψυχικής κατάστασης στην οποία βρίσκονται, ιδιαίτερα σε σημεία καίρια της ιστορίας, με αποτέλεσμα αν όχι να ταυτιζόμαστε και με τους τρεις, οπωσδήποτε να ελκύεται η συμπάθειά μας για τις επιθυμίες, τις αμφιταλαντεύσεις, τους φόβους, τα πιστεύω, τις αδυναμίες τους– αλλά και γιατί με τον ευφυή αυτό τρόπο καταφέρνει να ισοζυγίζει αφηγηματικά το ερωτικό με το θρησκευτικό, το ατομικό με το ελληνικό/ εθνικό, το νέο με το παλιό.
Από την άλλη πλευρά, μια σειρά πρωτοπρόσωπων αφηγητών (όπως ο αστυνόμος που καλείται να διερευνήσει την υπόθεση και εκκινεί τον αφηγηματικό χορό γνωστοποιώντας το συμβάν του θανάτου, ο μητροπολίτης που έχει βρεθεί στο Όρος για εκκλησιαστικές υποθέσεις που αποτελούν σημείο σύγκλισης του πλασματικού με το πραγματικό αφού καταγίνεται με τις προσπάθειες σύγκλησης Συνόδου με την σταζιάζουσα Μονή Εσφιγμένου, ο καθολικός μοναχός Λορέντζο που βρίσκεται στη μονή επιφορτισμένος με την αποκατάσταση παλαιών χειρογράφων και είναι αυτός που φέρνει στην επιφάνεια την προφητεία που θα παίξει καταλυτικό ρόλο στην κορύφωση της πλοκής, ο μοναχός Αρσένιος που κατατρύχεται από την ερωτική επιθυμία που του έχει γεννήσει η παρουσία του Νήφωνα, ανάμεσα σε πολλούς άλλους) έρχονται να προσφέρουν στον αναγνώστη, ο καθένας με τον δικό του αφηγηματικό τρόπο και γλωσσικό κώδικα (αστυνομική αναφορά, επίσημη εκκλησιαστική επιστολή στον Πατριάρχη, ημερολογιακές σημειώσεις, e-mail, ακόμα και sms, αλλά και ένα πλήθος εσωτερικών μονολόγων που φέρνουν στην επιφάνεια ψυχικές συγκρούσεις και προβληματισμούς ταλανιζόμενων συνειδήσεων) ένα πλήθος λεπτομερειών που αφορούν το παρελθόν των πρωταγωνιστικών προσώπων ή τα επακόλουθα του θανάτου, αλλά και έτσι όπως συγκροτούν ένα μωσαϊκό διαφορετικών αφηγηματικών ειδών να αμφισβητήσουν ταυτόχρονα και τα όρια ανάμεσα στα αφηγηματικά είδη, να υπονομεύσουν δηλαδή το κλειστό σύστημα του ενός και μοναδικού αφηγηματικού τρόπου, προβάλλοντας αφηγηματικά την αναγκαιότητα της πολλαπλότητας και την ετερογένειας.
Το δε καταληκτικό κομμάτι της αφήγησης –και λέω αφήγησης γιατί το τέλος της ιστορίας, αυτό το ανοιχτό τέλος που αφήνει απεριόριστο χώρο ανάπτυξης σε αναγνωστικές προσδοκίες εντελώς διαφορετικές, έχει ήδη δοθεί– με τον πλασματικό συγγραφέα να έρχεται στο προσκήνιο για να συνομιλήσει με το Άγιο Πνεύμα, έτσι όπως μας φέρει αντιμέτωπους με τη μυθοπλαστική διαδικασία αναδεικνύει έναν ιδιαίτερα γοητευτικό προβληματισμό γύρω από την πράξη και τη σημασία της γραφής. Το ΠΑΝΔΑΙΜΟΝΙΟ σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει σε ένα παραδοσιακό μυθιστόρημα, έρχεται να δυναμιτίσει στις τελευταίες του σελίδες τη ρεαλιστική ψευδαίσθηση, υπενθυμίζοντάς μας ότι έχουμε να κάνουμε με κάτι πεποιημένο, με μια κατασκευασμένη ιστορία που θα μπορούσε να τελειώσει οδηγώντας μας σε πολλές άλλες, διαφορετικές από ό,τι μόλις διαβάσαμε, ατραπούς. Με τον τρόπο αυτό προβάλλει βέβαια όλες αυτές τις ιδιαίτερες δυνατότητες που προσφέρει το μυθιστορηματικό είδος, ανοίγοντας έναν διάλογο εντελώς αυτο-αναφορικό στην ουσία αλλά και προκλητικά ‘ανοιχτό’, αφού εκθέτει ποικίλες εναλλακτικές εκδοχές, ό,τι θα μπορούσε επίσης να έχει συμβεί –αφού η κάθε μια από αυτές τις εκδοχές είναι οργανικά δεμένη με όσα έχουν προηγηθεί– αλλά ο συγγραφέας για τους δικούς του λόγους δεν προέκρινε. Με άλλα λόγια, αυτά που η δομούσα αρχή της ιστορίας προτίμησε να απορρίψει γιατί θα την οδηγούσαν σε δρόμους διαφορετικούς, προτείνονται ως εν δυνάμει συστατικά στοιχεία της αφηγηματικής σύνθεσης, ενδυναμώνοντας τον ήδη έντονο πολυφωνικό χαρακτήρα του κειμένου –και κατά συνέπεια την ‘αλήθεια’ του συγκεκριμένου μυθοπλαστικού κειμένου, που δεν είναι άλλη από την αλήθεια όπως βιώνεται από τα διαφορετικά πρόσωπα της ιστορίας και παρουσιάζεται μέσα από ό,τι για το καθένα από αυτά είναι το ουσιώδες.
Τελειώνοντας, θα ήθελα να πω ότι είναι πάντα χαρά μου να μοιράζομαι ευτυχείς αναγνωστικές εμπειρίες, να μιλάω για βιβλία που τολμούν να αναμετρηθούν με αιχμηρά θέματα, να τα κρίνουν αλλά και να κρίνονται από αυτά μέσα από το παιχνίδι της ίδιας τους της αφήγησης. Όπως έχει γράψει ο Π. Ρικέρ, η μυθοπλασία ως δημιουργική φαντασία δεν αντιγράφει την πραγματικότητα, αλλά υποδεικνύει μια νέα ανάγνωσή της. Πιστεύω ότι το ΠΑΝΔΑΙΜΟΝΙΟ καταφέρνει να μας οδηγήσει σε μια παρόμοια κατεύθυνση, εγείροντας προβληματισμούς σε θέματα ζωτικά για την ταυτότητά μας. Και αυτό είναι σημαντικό, γιατί δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι το πετυχαίνουν τα βιβλία πια όσα συχνά θα επιθυμούσαμε.

ΚΩΣΤΑΣ ΑΚΡΙΒΟΣ,
ΠανΔαιμόνιο, μυθιστόρημα,
εκδόσεις Μεταίχμιο,
σελίδες 393
τιμή 17,00 €

Δεν υπάρχουν σχόλια: