Πέμπτη 5 Μαΐου 2011

Και στη Λιβαδειά ... μαζέψαμε ό,τι συνήθως αποδοκιμάζουν οι λεηλατούντες ... κατά την παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Γ. Θεοχάρη "Από μνήμης"


Αυτή τη φορά, Δευτέρα 2 Μαΐου, είχαμε τη χαρά να φιλοξενήσουμε στο βιβλιοπωλείο τον φίλο μας ποιητή Γιώργο Θεοχάρη και να παρουσιάσουμε την ποιητική του συλλογή "Από μνήμης".
Τον Γ. Θ. προλόγισε όπως είχαμε προαναγγείλλει ο Λουκάς Παπαδάκης. Η Μαρώ Τριανταφύλλου δεν κατάφερε να έρθει αλλά πρόλαβε να στείλει το κείμενό της το οποίο διάβασε η Αρετή Κελερμένου και το οποίο παραθέτουμε.

Η ποίηση του Γιώργου Θεοχάρη
  
Εντύπωση στην ποίηση του Γιώργου Θεοχάρη μου κάνει πώς κυκλώνει συλλογή τη συλλογή την έννοια της μνήμης. Από την πρώτη ακόμη συλλογή του, το Πτωχόν Μετάλλευμα, αλλά πολύ περισσότερο στις δύο τελευταίες, το  Ενθύμιον  και πιο έντονα τώρα, στο Από μνήμης,  η έννοια της μνήμης γίνεται κραταιά και κυβερνήτρα της ποίησής του. Άλλωστε αυτό φαίνεται και από την παρουσία της έννοιας  στους τίτλους των συλλογών, πιο στατικός ο πρώτος, ενθύμιο, αυτό που βοηθά τη μνήμη, που εγκλείει και διαφυλάσσει την ανάμνηση και λειτουργεί υπομνηστικά.  με μεγαλύτερη προφάνεια στην τελευταία, όπου φαίνεται πως το ποίημα πηγάζει από τη μνήμη, διατηρεί τη μνήμη και διαφυλάσσει το γεγονός ως θεματοφύλακας του προσωπικού ή του ιστορικού βιώματος.
Η μνήμη είναι μια παράξενη λέξη. Η ρίζα της συνδέεται με έννοιες σπουδαίες, μάθηση ας πούμε. Πώς θα μαθαίναμε, αν δεν θυμόμασταν; Τα πανάρχαια χρόνια, όταν οι άνθρωποι ζούσαν ακόμα μέσα σε σπηλιές, οι γραίες, οι γυναίκες που δεν ήταν πια σε παραγωγική ηλικία, μάζευαν στο νου τις γνώσεις μιας ζωής –για τα σημαντικά βότανα που γιάτρευαν τις πληγές, για τις τεχνικές του τοκετού, για τα ξόρκια που απόδιωχναν τα θεριά αλλά έφερναν πλούσιο κυνήγι για τις ανάγκες της μικρής κοινωνίας της σπηλιάς, τους θρήνους για τους νεκρούς (γιατί τους ‘θάβαν τους νεκρούς από πολύ παλιά, μες στις σπηλιές της παλαιολιθικής εποχής βρίσκουμε ταφές, κουκουβισμένα υπολείμματα σκελετών και γύρη από λουλούδια και κόκκαλα και καρπούς σαν προσφορές σ’ αυτούς που έφυγαν). Θυμόντουσαν και μετέφεραν τις μνήμες τους στους νεότερους, ως γνώσεις απαραίτητες για την επιβίωση της ομάδας, οι γραίες, που μετά τις είπαν μάγισσες. Η αρχαία θρησκεία έχει στρώματα για τα οποία ξέρουμε πολύ λίγα πράγματα. Πριν έρθουν οι Ολύμπιοι θεοί, θεοί μιας πατριαρχικής κοινωνίας, υπήρχαν, λένε οι ειδικοί, οι ιστορικοί των θρησκειών, άλλες θρησκείες στη Μεσόγειο, στις οποίες κυριαρχούσαν γυναικείες θεότητες. Μια τέτοια ήταν η πάνσοφη, η πονηρή Μήτις. Θεά της σοφίας και της πανουργίας, της πάσης γνώσης. Και το δικό της όνομα την ίδια ρίζα έχει με τη μνήμη και η μάθηση. Έγκυος στο παιδί του Διός, που ο χρησμός είπε ότι θα πάρει του πατέρα του τη θέση, ο Δίας κατάπιε τη θεά και, πραγματοποιώντας το όνειρο του αρσενικού, γέννησε αυτός απ’ το κεφάλι του το παιδί της πάνσοφης, ένα αντροκόριτσο, την Αθηνά, που πήρε τη σοφία της μάνας της.  Η μνήμη έχει επίσης κοινή ρίζα με την μήνιν, το θυμό δηλαδή, «βόηθα με, Μούσα, να ψάλλω του Αχιλλέα το θυμό» δεν λέει ο Όμηρος στο Προοίμιο της Ιλιάδας;  Αλλά έχει σχέση και με την τρέλα, την μανία, όπως την έλεγαν οι αρχαίοι και δεν είναι τυχαίο που σιγά-σιγά θεώρησαν οι άνθρωποι πως το στόμα των τρελών ξεστομίζει αλήθειες μεγάλες και δύσκολες.
 Η ποίηση έλεγε ο Αριστοτέλης συγκρίνοντας την με την Ιστορία είναι φιλοσοφότερη, γιατί η ποίηση παρουσιάζει τα γενικά και τα μεγάλα ενώ η ιστορία τα καθ’ έκαστον. Δεν θα σχολιάσουμε περαιτέρω την αποστροφή του φιλοσόφου, αλλά πήγε κατά κει ο νους μας, γιατί στη δημιουργία του Θεοχάρη η ποίηση χαμογελά στην ιστορία, την αγκαλιάζει και τη διασώζει. Πρόκειται, όπως το λέει ο ίδιος στο εναρκτήριο ποίημα της συλλογής, το μότο αν θέλετε όλης της δουλειάς του, με τον τίτλο «μνημόσυνα»: «Γράφουμε ποιήματα,/ βότσαλα μνήμης ρίχνουμε / στον σιωπηλό βυθό/ του χρόνου». Το ποίημα για τον Θεοχάρη διαφυλάσσει μια μνήμη, μιλά γι’ αυτό που έγινε ως ένα διαρκές «τώρα» που αναταράσσει με την αμεσότητα και την ξαφνιαστική ίσως επιλογή στη θάλασσα των αδιαβάθμητων γεγονότων.
Η ιστορία που απασχολεί το Γιώργο Θεοχάρη αρθρώνεται σε δυο επίπεδα: το ένα είναι η μικροϊστορία, το οικογενειακό μυθιστόρημα, το προσωπικό αγιολόγιο των ανθρώπων, το ταξίδι σε πρόσωπα που γνώρισε και αγάπησε ως φυσικές οντότητες ή ως συμβολικές παρουσίες και που επέδρασαν στη διαμόρφωση της προσωπικότητας, της ιδεολογίας και της ευαισθησίας του. Το άλλο είναι η μεγάλη Ιστορία, αυτή που γράφεται στα βιβλία από τους νικητές και που τις μυστικές πλευρές της, τις αόρατες, τις μουρμουράνε οι ηττημένοι σαν παραμύθι στα παιδιά τους. Η ποίησή του λειτουργεί ως ενωτικό έμβολο ανάμεσα στα δύο επίπεδα. Διαλέγει να μιλήσει για τα μέρη που γεννήθηκε και μεγάλωσε, για τους ανθρώπους που γνώρισε ή έμαθε για τους μύθους τους από τους παλιότερους.  Τους ξεκολλάει από τη λήθη, ξεριζώνει το βασίλειο του θανάτου και της σιωπής. Προσπαθεί με αγωνία και νοσταλγία να κρατήσει στη μνήμη των ανθρώπων αυτό που η δική του μνήμη επέλεξε να κρατήσει και κατά κάποιο τρόπο συναντά τον Ηρόδοτο που στο προοίμιο της Ιστορίης  του ήθελε να γράψει ώστε «τα γενόμενα εξ ανθρώπων τω χρόνω εξίτηλα γένηται». Συναντά επίσης τον πόνο των Ιρλανδών, σαν τον Φρίελ των Ονομάτων και του Θαυματοποιού. Ταξιδεύοντας στα ρουμάνια της Στερεάς Ελλάδας, στα χωριά της Φωκίδας, στα μονοπάτια του Παρνασσού, αφουγκράζεται μια ταυτότητα που χάνεται και αγωνίζεται να κρατηθεί όχι ως εμμονική παράδοση αλλά ως υπόστρωμα νέων συναντήσεων και γόνιμων γεννημάτων.
«Μαζεύω ελιές με τη μάνα μου. Τα λιόδεντρα είναι μέρος της προίκας της. Όλα κάποτε αλλάζουν, σκέπτομαι. Η μνήμη μόνο επιμένει. Το πατρικό μου σπίτι πουλήθηκε όταν ήμουνα έφηβος. Άνθρωποι που αγάπησα φεύγουν από τη ζωή.  Πόσοι νεκροί… πόσοι λησμονημένοι…  Τα δέντρα τούτα ριζωμένα εδώ αιώνες.  Πόσοι πριν από μένα έσκυψαν κάτω από το δασύ φύλλωμά τους. Πόσοι με ευλαβικές μετάνοιες μάζεψαν τον καρπό τους. Πού είναι ο πατέρας μου που τα περιποιήθηκε; Πού ο παππούλης μου που έφτιαξε τους αναβαθμούς και τις ξερολιθιές των συνόρων τους; Πού θα βρίσκεται η μάνα μου αύριο; Πού εγώ;» («Σημειώσεις για ένα κείμενο»)
Για το Γιώργο Θεοχάρη, η ιστορία είναι μια συνεχής αλυσίδα ανθρώπων και των έργων τους, μέρος της οποίας αποτελεί τόσο ο ίδιος όσο και το μέλλον που δεν υπάρχει ως κυριολεκτική στο έργο του –σπάνιοι οι μελλοντικοί χρόνοι και εκφράσεις στη δουλειά του- αλλά υπονοείται έντονα από την έννοια της συνέχειας.
Μιλώντας παραπάνω για την παράδοση,  δεν πρέπει να λησμονήσουμε να αναφερθούμε και σε  τούτο: η συνέχεια παίρνει τη μορφή και μιας αναφοράς στην παράδοση της ποίησης. Τόσο με την επιλογή ενός έμμετρου ξεκινήματος των μερών της συλλογής («Σονέτο της θερινής απελπισίας»,  «Μπαλάντα του λυπημένου παραθεριστή»), όπου  επεξεργάζεται συγκεκριμένες ποιητικές φόρμες, όσο και με τις φωνές παλαιότερων ποιητών που ακούγονται διακριτικά αλλά με σημασία μέσα στα ποιήματα. Προσωπικά με εντυπωσίασε η παρουσία του Μαλακάση στο ποίημα «Γενικό Νοσοκομείο Λειβαδιάς»
«Φέρνω στο νου ένα σωρό ασπρόμαυρες φωτογραφίες σου. Ιδιαίτερα σ’ εκείνες του στρατού με το κατάμαυρο πυκνό μαλλί και το δασύτριχο μουστάκι, ποζάρεις με τη βεβαιότητα του κεκυρωμένου. Αλλά και σε άλλες, σε άλλο χρόνο, αργότερα, αγέρωχος κανοναρχείς με την κιθάρα και τη φωνή σου την κομπανία. Μιλώ για μια φωτογραφία του 1958 στο κέντρο «Εξοχικόν» της Δεσφίνας. Εσύ με την κιθάρα και δίπλα σου ο Ταξιάρχης Ματζώρος λαούτο, ο Κώστας Παππάς  σαντούρι και στο βιολί ο Γιώργης Μαργαρίτης. Γάμος πρέπει να γίνεται. Χορεύουν κάμποσοι κι είναι στο πλάνο αρκετοί από τους καλεσμένους. Και είναι όλοι πεθαμένοι σου λέω. Και χορευτές και νιόπαντροι και θεατές κι οργανοπαίχτες. Κι ο φωτογράφος νεκρός κι αυτός. Μονάχα η οβάλ σφραγίδα του στο πίσω μέρος της φωτογραφίας διατηρεί ζωντανό το μελάνι της:  «Φωτο-Μοντέρνο Ευσταθίου Κάτσου». Σε θυμάμαι σε μια φωτογραφία ακόμη. Πάσχα έξω από την ταβέρνα «Χαμομήλια», στην Αντίκυρα. Χορεύει τσάμικο ο Παναγιώτης Καλλιακούδας. Τονε κρατάς με το μαντήλι. Φεγγοβολάτε από βεβαιότητα και οι δυο. Κι ας ξέρατε. Τι κι αν τονε κρατάς! Κι αν έχεις φέρει γύρα το μαντήλι στην παλάμη σου να μη σου φύγει ο χορευτής στο τσάκισμα. Κοντά τριάντα χρόνια ο Παναγιώτης πεθαμένος».
Και γράφει στο «Μπαταριά» του ο Μαλακάσης
Ἕνα Σάββατο βράδυ,
Μι
ὰ Κυριακὴ πρωί...Ὁ Μπουκουβάλας ὁ μικρὸς κι ὁ Κλὴς τοῦ Τσαγκαράκη
Κι
ὁ Νίκος τοῦ Βρανᾶ,
Σάββατο βράδυ, κάποτε, τ
ὸ ῾ρίχναν στὸ μεράκι,
Στο
ῦ Βλάχου κουτσοπίνοντας κρυφά.
Κι
ὡς ἤσανε ἀρχοντόπουλα κ᾿ οἱ τρεῖς, στὸ κέφι ἀπάνω,
Στέλναν γι
ὰ τὰ βιολιά,
Κα
ὶ μὲς σὲ λίγο βλέπανε τὸν Κατσαρὸ τὸν Πάνο,
Κα
ὶ πίσω τὸ Θανάση Μπαταριᾶ.
Κι
ἀμέσως μὲ τὸ βιολιτζὴ καὶ μὲ τὸ λαουτέρη,
Κα
ὶ μ᾿ ἕναν πιφιρτζῆ,
Γι
ὰ τὸ βιλούχι κίναγαν τοῦ Κώστα Καλιαντέρη,
Πο
ὺ σίγουρα τὸν εὕρισκαν ἐκεῖ.
Κι
ὁ Κώστας, λαγοκοίμητος, πάντα μὲ τὴν ποδιά του,
Το
ὺς δέχονταν ὀρθός,
Κα
ὶ τὸ τραπέζι ἑτοίμαζε πρὸς τὰ᾿ ἁρμυρίκια κάτου,
Στ
ῆς ἅπλας λιμνοθάλασσας τὸ φῶς.
Ενώ το τέλος του «Τάκη Πλούμα» συναντά τον νεκρό Παναγιώτη:
 Ὢ τὸ λεβέντη τοῦ Μεσολογγιοῦ μας,
Τ
ὸν ἥλιο τῆς αὐγούλας μου ζωῆς!
Κα
ὶ νὰ μετρῶ καὶ νἆναι ὁ Τάκη - Πλούμας
Τριάντα τρία χρόνια μ
ὲς στὴ γῆς...

Στα όσα είπαμε παραπάνω για την σχέση της ποίησης του Θεοχάρη με την Ιστορία ας προσθέσουμε και τούτο: την επιμονή στα ονόματα. Σε ολόκληρα τα ονόματα. Βαφτιστικό και επώνυμο και όπου μπορεί επάγγελμα ή μεράκι. Να κρατηθεί το πρόσωπο και η εικόνα του, να μείνει ανεξίτηλο στη μνήμη των ανθρώπων. Κατά το σεφερικό «Μη μας ξεχνάτε».
Ο ποιητής ξεκινά συνήθως από τον προσωπικό του χώρο. Ο πατέρας, γλυκιά παρουσία αλλά και κραταιή φιγούρα, ο πατέρας όχι ως τρομακτικό υπερεγώ αλλά ως παρουσία παραμυθένιας σοφίας και καλοσύνης, δουλευτής, κυρίως δουλευτής και η μητέρα, τρυφερή και σταθερή, όχι η ευνουχιστική μητέρα της ψυχανάλυσης αλλά η μάνα ως απαντοχή και λιμάνι. Φιγούρες και οι δυο βγαλμένες λες από την ηθογραφία των αρχών του 20ου αιώνα, με μια πάλλουσα ελληνικότητα, που σε τίποτα όμως δεν ξεπέφτει σε φτηνά εθνικά ιδεολογήματα. Γιατί κι αυτό είναι επίσης ένα σημαντικό σημείο της ποίησης του Θεοχάρη, η αναζήτηση της ελληνικότητας. Άλλωστε με όσα έχουμε ως τώρα πει, αυτό δεν μας ξενίζει. Ξεκινά, λοιπόν, από την οικογένεια και με ομόκεντρους κύκλους όλο και μεγαλύτερης ακτίνας ανοίγεται στον κόσμο: φίλοι, συνεργάτες, ποιητές,  νεκροί τοπικοί ήρωες… («Σημειώσεις για ένα άλλο κείμενο»,  «Εκδρομή στην άλλη μνήμη», «Σ’ εσέ που με ταχύτητα περνάς απ’ την Αράχωβα», που προσωπικά το θεωρώ ως το χαρακτηριστικότερο αυτής της συλλογής τόσο μορφικά –η επιλογή του πλησιάσματος του πεζού λόγου όπου το μόνο που διαφυλάσσει ακέραια την ποιητικότητα είναι ένας εσωτερικός ρυθμός που κάνει τις λέξεις όχι να περπατούν αλλά να χορεύουν, κατά πως θα ‘λεγε ο Σεφέρης-  τόσο μορφικά λοιπόν, όσο και εννοιολογικά, αφού περικλείει το σύνολο των θεμάτων αυτής της συλλογής, μνήμη, ιστορία, θάνατος, οικογένεια, θυσία). Η οικογένεια στο Θεοχάρη δεν είναι η πυρηνική οικογένεια της κοινωνιολογίας και της ανθρωπολογίας. Έχει μια ιδιάζουσα εκτεταμένη μορφή: περιλαμβάνει προνομιακά τους φίλους του ποιητές, στους οποίους αφιερώνει γενναιόδωρα ποιήματα που τους αφορούν, τους περιλαμβάνουν ή τους έχουν ως έναυσμα,  αλλά και πρόσωπα της τοπικής ιστορίας που μπορεί να μη γνώρισε ποτέ και απλούς καθημερινούς ανθρώπους που συναπαντήθηκε μαζί τους στο χωράφι και  το καφενείο ή στιες σελίδες των βιβλίων.
Μόλις αναφέρθηκα στο θάνατο και δεν μπορώ να μη σταθώ για ένα λεπτό εδώ: τα ποιήματα του Γιώργου είναι ελεγείες κι ανάμεσά τους κάποια είναι νοσταλγικά επιτύμβια. Ο μόνος τρόπος να νικήσεις το θάνατο είναι να μην αφήσεις να ξεχαστούν πρόσωπα και πράγματα κι αυτό ακριβώς επιχειρεί ο Γιώργος. Παλεύει με το θάνατο και τον νικά επιβάλλοντας την θύμηση. «Τον είδα να έρχεται από το βάθος του δρόμου» γράφει στο ομώνυμο του τίτλου ποίημα «[…] Καλημέρα, Γιώργο, του είπα. Καλημέρα, Γιωργούλη, μ’ αντιχαιρέτησε. Προχώρησε στο χωματόδρομο. Μπήκε στο μαγικό κόσμο του κουρείου. Ο πατέρας του έβαζε ταλκ στο φρεσκοκουρεμένο πελάτη.  Κόλλησα το μούτρο για λίγο στο τζάμι του μαγαζιού. Ο Γιώργος πλησίασε και μου ψιθύρισε: «Όταν μεγαλώσουμε θα τα ιστορήσω όλα τούτα. Μην κάθεσαι στο κρύο, θα τα διαβάσεις τότε. Τρέξε κι εσύ να αποταμιεύσεις μνήμες».
Όχι, ο ποιητής δεν ζει για να θυμάται και να γράψει μετά. Δεν ζει για να τα γράψει. Ζει και θυμάται. Ζει και γράφει. Η ζωή προηγείται. Ίσως γι’ αυτό όλο και περισσότερο η ποίησή του γίνεται αφηγηματική, όλο και περισσότερο παρεισφρέει στην αφηγηματικότητα το δραματικό στοιχείο. Πρόσωπα μιλούν και δρουν σε ένα μεγάλο δύσκολο θέατρο, που είναι την ίδια ώρα η ζωή και η αναπαράστασή της.
Μαρώ Τριανταφύλλου, συγγραφέας

Σάββατο 30 Απριλίου 2011

Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής "ΑΠΟ ΜΝΗΜΗΣ" του Γιώργου Θεοχάρη τη Δευτέρα 2 - 5 - 2011



Το βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ και οι εκδόσεις ΜΕΛΑΝΙ
σας προσκαλούν στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής

ΑΠΟ ΜΝΗΜΗΣ
του Γ. Χ. ΘΕΟΧΑΡΗ
Για το βιβλίο θα μιλήσουν:
η Μαρώ Τριανταφύλλου και ο Λουκάς Παπαδάκης

τη Δευτέρα 2 Μαΐου 2011, ώρα 8.30 μ.μ.
στο βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ,
Δημάρχου Ι. Ανδρεαδάκη 49, (πρώην Πεσ. Μαχητών), Λιβαδειά.
Το βάρος της Ιστορίας* 
Η ποίηση του Γιώργου Θεοχάρη ασφαλώς και δεν αναφέρεται πρωτίστως σε βιώματα, όπως θα μπορούσε κανείς να συμπεράνει διαβάζοντας βιαστικά το έργο του, αλλά σε εσωτερικές συ-γκρούσεις και ανασφάλειες. Ο ποιητής μάχεται με τον εαυτό του, το παιδί που κρύβεται μέσα του παλεύει με τον ενήλικο που έχει βολευτεί στο αντιποιητικό παρόν. Οι μυθικές αφηγήσεις και η προεπιστημονική αντίληψη της ιστορίας, που κάποτε τον μάγευαν, έχουν αντικατασταθεί από τις ειδήσεις της τηλεόρασης και τα πολιτικά παιχνίδια στα οποία γίναμε άθελά μας βουβοί παρατηρητές. Ξαναφέρνει στη ζωή του τον μύθο σαν ένα λουλούδι μαραμένο από καιρό, που με τη φαντασία του το βλέπει ζωντανό. Τραγικότητα και καθήλωση σε εικόνες του παρελθόντος που ο χρόνος έχει εξιδανικεύσει ή έχει κάνει ακόμη πιο σκοτεινές (ποτέ όμως δεν τις έχει σβήσει), ενδιαφέρουσα τεχνική και ταυτόχρονα απώθηση και αποσιώπηση σημερινών καταστάσεων που πληγώνουν, αφού το παρελθόν είναι ένα «ασφαλές» καταφύγιο, όπου δεν μπορούμε να παρέμβουμε, αλλά μόνο να το μνημονεύουμε ή να το αναλύουμε. Πρόκειται για ένα γνώριμο τοπίο, στο οποίο κινούνται και άλλοι ποιητές της γενιάς του ’70.
Η Ιστορία είναι παρούσα στα κείμενα της συλλογής ως βίωμα προσωπικό και ως μνήμη συλλογική. Το μόνο που μοιάζει να λείπει είναι το Παρόν. Η αίσθηση του παρόντος δημιουργείται από ένα ψηφιδωτό, στο οποίο όλες οι ψηφίδες απεικονίζουν κομμάτια του παρελθόντος. Η μνήμη λειτουργεί επιλεκτικά και δίνει υπόσταση ακόμη και σε όνειρα. Η μνήμη είναι ο πρωταγωνιστής που καλεί σε κοινό τραπέζι πρόσωπα και γεγονότα που κάποτε επηρέασαν συνειδητά και υποσυνείδητα τον ποιητή. Το λέει και ο ίδιος: «Ό,τι θυμάμαι είμαι/ κι ό,τι φαντάζομαι» (σ. 53).
Παραδόξως, σε μία ποιητική συλλογή που είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου γραμμένη σε ελεύθερο στίχο ή με πεζόμορφα ποιήματα, μου άρεσε περισσότερο ένα τετράστιχο (μέρος του ποιήματος Κβαντομνημονική) που έχει ομοιοκαταληξία:
Αυτό που τώρα θάλλει,
               αύριο θα ’ν’ αιθάλη
                                         κι εκείνο που θ’ ανθίσει,
                                                         το βράδυ θα μαδήσει.
"Βίος θάνατος βίος" θα ήθελα να συμπληρώσω, με τα λόγια των αρχαίων Ορφικών, για να μείνει ένα μικρό παράθυρο ανοιχτό στην ελπίδα. ΔΣ
* [Γιώργος Χ. Θεοχάρης, Από μνήμης, εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα 2010]
Αναρτήθηκε από editor 
http://out-of-the-walls.blogspot.com/2011/03/blog-post.html

Τετάρτη 27 Απριλίου 2011

Σταδιακά μπορεί να πέφτει ο αριθμός των αναγνωστών που δεν διαβάζουν τίποτα αλλά το τι διαβάζουν είναι, ίσως, απογοητευτικό.

O πρόεδρος Δ.Σ. Τάκης Θεοδωρόπουλος και η διευθύντρια του ΕΚΕΒΙ Κατρίν Βελισσάρη προλόγισαν τα αποτελέσματα της Γ' Πανελλήνιας Έρευνας Αναγνωστικής Συμπεριφοράς και Πολιτιστικών Πρακτικών 2010 σε συνέντευξη Τύπου που πραγματοποιήθηκε τη Δευτέρα 4/4/11, στην αίθουσα εκδηλώσεων του ΕΚΕΒΙ. 

Τα αποτελέσματα της Γ΄ Πανελλήνιας Έρευνας Αναγνωστικής Συμπεριφοράς και Πολιτιστικών Πρακτικών του ΕΚΕΒΙ που δημοσιεύθηκαν πρόσφατα, είναι ιδιαιτέρως ενδιαφέροντα και προσφέρονται στους ενδιαφερόμενους για μελέτη, αξιοποίηση και χρήσιμα συμπεράσματα. Μπορείτε να αντλήσετε την έρευνα με κλικ ΕΔΩ.

Ο Διευθυντής του περιοδικού ΔΙΑΒΑΖΩ Γιάννης Μπασκόζος έκανε κάποιες πρώτες επισημάνσεις - που θεωρούμε σημαντικές - στις στήλες του περιοδικού και είχε την καλοσύνη να μας παραχωρήσει προς αναδημοσίευση.


Προς τα πού «γέρνει» ο αναγνώστης;
Η έρευνα αναγνωσιμότητας που δόθηκε στη δημοσιότητα από το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, έξι χρόνια μετά την προηγούμενη, παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον και απαιτεί ενδελεχή ανάγνωση και συζήτηση. Παρουσιάζει θετικά και αρνητικά αποτελέσματα, τα οποία χρειάζονται μεν αποκωδικοποίηση αλλά και στάθμιση σε σχέση με την ελληνική κοινωνία και τα προβλήματά της σήμερα. Σε μια πρώτη ανάγνωση βλέπουμε ότι αυξάνονται αυτοί που «κάτι» διαβάζουν και μειώνονται αυτοί που δεν διαβάζουν καθόλου. Από την άλλη μεριά διαφαίνεται ότι ο «σκληρός πυρήνας» των αναγνωστών μειώνεται ελαφρώς. Να σημειώσουμε ότι δεν είναι και τόσο «σκληρός», αφού για μας σε αυτόν συγκαταλέγονται όσοι διαβάζουν πάνω από 10 βιβλία ετησίως, ενώ για άλλες δυτικές χώρες είναι όσοι διαβάζουν πάνω από 25 βιβλία ετησίως. Αντίθετα, αυξάνει σε ποσοστό ο αριθμός των «χαλαρών» αναγνωστών που διαβάζουν μέχρι εννέα βιβλία το χρόνο. Αυτό μαζί με τις προτιμήσεις τους (βλέπε και στα σχόλια αυτού του τεύχους) φανερώνουν μια τάση διαμόρφωσης του ευκαιριακού αναγνώστη, ο οποίος διαβάζει κάποιο βιβλίο της μόδας, της ελαφριάς λογοτεχνίας ή διαβάζει μόνον εποχιακά, π.χ. το καλοκαίρι. Θα πείτε, μήπως μια τέτοια τάση δεν την βλέπουμε και στα ευπώλητα; Φυσικά και αυτό δείχνει ότι σταδιακά μπορεί να πέφτει ο αριθμός των αναγνωστών που δεν διαβάζουν τίποτα αλλά το τι διαβάζουν είναι, ίσως, απογοητευτικό. Η έρευνα έχει πολλά ακόμα στοιχεία με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όπως ο ρόλος του εργάσιμου χρόνου σε σχέση με την ανάγνωση, το πώς διαμορφώνονται οι αναγνώστες σε διαφορετικές ηλικίες κ.ά. που απαιτούν την προσοχή όλων των ενδιαφερομένων.

Γιάννης Ν. Μπασκόζος
Σας παρουσιάζουμε ένα εντυπωσιακό πίνακα, εύρημα της έρευνας, 

... και ακολουθούν κάποια σχόλια του κ. Γ. Μπασκόζου από άλλες στήλες του περιοδικού ΔΙΑΒΑΖΩ.

Ποιο είναι το αναγνωστικό κοινό

Σύμφωνα με την έρευνα του ΕΚΕΒΙ (Μέτρον Ανάλυσις, 2010) υπάρχει μια βελτίωση στον τομέα της ανάγνωσης, καθώς ένα 57% δηλώνει ότι δεν διαβάζει καθόλου έναντι 66% στην αντίστοιχη έρευνα του 2004. Ο «σκληρός πυρήνας» των αναγνωστών, που διαβάζει πάνω από 10 βιβλία το χρόνο, έχει μια μικρή μείωση στο 8,1% το 2010 από 8,5% το 2004. Με αναγωγή στο σύνολο του πληθυσμού που είναι άνω των 15 ετών, αυτό αντιπροσωπεύει ένα πλήθος 780.000 αναγνωστών. Καθόλου ευκαταφρόνητος αριθμός. Παρουσιάζει αύξηση, όμως, το ποσοστό των «χαλαρών αναγνωστών», που διαβάζουν 1- 10 βιβλία ετησίως, στο 34% το 2010 από 25% το 2004.

Ποιοι διαβάζουν πιο πολύ
Σύμφωνα με την ίδια έρευνα, οι ηλικίες με τα μεγαλύτερα ποσοστά διαβάσματος είναι αυτές των 35-54 ετών, που διαβάζουν πάνω από 10 βιβλία τον χρόνο σε ποσοστό έως και 13%. Αντίθετα, οι μικρές ηλικίες, μαθητές - φοιτητές, 15-24 ετών, σημειώνουν μεγάλα ποσοστά στο διάβασμα στην κατηγορία 1-10 βιβλία το χρόνο, ενώ πάνω από δέκα βιβλία διαβάζει σε αυτές τις ηλικίες μόνον το 6%.

Γιατί δεν διαβάζουν;
Το ότι τα ποσοστά αναγνωσιμότητας είναι χαμηλά σε σχέση με τα ευρωπαϊκά στάνταρ μπορεί να αποδοθεί και στην έλλειψη χρόνου, αφού 50% των ερωτώμενων δηλώνει ότι δουλεύει 40 ώρες την εβδομάδα, 30% δουλεύει 40-50 ώρες την εβδομάδα, 10% δουλεύει 50-60 ώρες και ένα 7,3% δουλεύει πάνω από 60 ώρες την εβδομάδα. Η άλλη αιτία, βεβαίως, είναι η έλλειψη αναγνωστικών κινήτρων και σχετικών προγραμμάτων στις μικρές ηλικίες.

Το φαινόμενο «Μαντά»
Στην έρευνα αναγνωσιμότητας του ΕΚΕΒΙ υπάρχει μια ερώτηση «ποιος συγγραφέας σας έχει επηρεάσει». Οι απαντήσεις στο σύνολο των ερωτώμενων σε απόλυτους αριθμούς είναι: Καζαντζάκης 95, Κοέλιο 47, Λουντέμης 42, Παπαδιαμάντης 28 και Μαντά 28. Έτσι ενώ οι τρεις προτιμήσεις από αυτές δηλώνουν επιρροή μάλλον από νεανικά διαβάσματα, οι δύο άλλες (Κοέλιο, Μαντά) φανερώνουν την επιρροή της σύγχρονης μαζικής, όσο και light λογοτεχνίας. H πεντάδα συγγραφέων στο «σκληρό πυρήνα» των αναγνωστών είναι κατά σειρά: Καζαντζάκης, Ντοστογιέφσκι, Μαντά, Καβάφης και Λουντέμης, που ισοβαθμεί με Χίσλοπ, Μυριβήλη και Γιάλομ. Αυτό σημαίνει, ίσως, ότι οι σύγχρονοι αναγνώστες είναι διαφοροποιημένοι από παλιότερα και ένα κομμάτι από αυτούς προσελκύεται από τη λογοτεχνία των μπεστ σέλερ. 

Σάββατο 23 Απριλίου 2011

ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΤΕΧΝΕΣ ..... (6) Η μάνα του Χριστού

Χαρακτικό της Βάσως Κατράκη
Η ΜΑΝΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Πώς οι δρόμοι εβωδάνε με βάγια στρωμένοι,
ηλιοπάτητοι δρόμοι και γύρω μπαξέδες !
Η χαρά της γιορτής όλο πιότερο αξαίνει
και μακριάθε βογγάει και μακριάθε ανεβαίνει.


Της οργής και του μίσους τη θρέψαν οι αέρες
τη χαρά της λαοθάλασσας τούτης που βόγγει.
Πόσες νύχτες λεφκές, πόσες μάβρες ημέρες
οι κρυφές, οι μουγγές τήνε θρέψαν φοβέρες.


Α ! πώς είχα σα μάνα κ' εγώ λαχταρήσει
(είταν όνειρο κ' έμεινεν, άχνα και πάει)
σαν και τ' άλλα σου αδέρφια να σ' είχα γεννήσει
κι' από δόξες αλάργα κι' αλάργ’ από μίση !
Ένα κόκκινο σπίτι σ' αβλή με πηγάδι. . .
και μια δράνα γιομάτη τσαμπιά κεχριμπάρι. . .
νοικοκύρης καλός να γυρνάς κάθε βράδι,
το χρυσό, σιγαλό και γλυκό σαν το λάδι.


Κι' άμ' ανοίγεις την πόρτα με πριόνια στο χέρι,
με τα ρούχα γεμάτα ψιλό ροκανίδι,
(άσπρα γένια, άσπρα χέρια) η συμβία περιστέρι
ν' ανασαίνει βαθιά τ' όλο κέδρον αγέρι.
Κι' αφού λίγο σταθείς και το σπίτι γεμίσει
τον καλό σου τον ήσκιο, Πατέρα κι' Αφέντη,
η ακριβή σου να βγάνει νερό να σου χύσει,
ο ανυπόμονος δείπνος με γέλια ν' αρχίσει.


Κι ο κατόχρονος θάνατος θα ΄φτανε μέλι
και πολλή φύτρα θ' άφηνες τέκνα κι' αγγόνια
καθενού και κοπάδι, χωράφια κι' αμπέλι,
τ' αργαστήρι εκεινού, που την τέχνη σου θέλει.


Κατεβάζω στα μάτια τη μάβρην ομπόλια,
για να πάψει κι' ο νους με τα μάτια να βλέπει. . .
Ξεφαντώνουν τ' αηδόνια στα γύρω περβόλια,
λεϊμονιάς σε κυκλώνει λεπτή μοσκοβόλια.


Φέβγεις πάνω στην άνοιξη, γιέ μου καλέ μου,
Άνοιξή μου γλυκιά, γυρισμό που δεν έχεις.
Η ομορφιά σου βασίλεψε κίτρινη, γιέ μου,
δε μιλάς, δεν κοιτάς, πώς μαδιέμαι, γλυκέ μου!


Καθώς κλαίει, σαν της παίρνουν το τέκνο, η δαμάλα,
ξεφωνίζω και νόημα δεν έχουν τα λόγια.
Στύλωσέ μου τα δυο σου τα μάτια μεγάλα:
τρέχουν αίμα τ' αστήθια, που βύζαξες γάλα.
Πώς αδύναμη στάθηκε, τόσο η καρδιά σου
στα λαμπρά Γεροσόλυμα Καίσαρας να ’μπεις !
Αν τα πλήθη αλαλάζανε ξώφρενα (αλιά σου !)
δεν ήξεραν ακόμα ούτε ποιο τ' όνομά σου !
Κει στο πλάγι δαγκάναν οι οχτροί σου τα χείλη. . .
ολερά ξεσηκώσανε τ' άγνωμα πλήθη
κι' όσο ο γήλιος να πέσει και να ’ρθει το δείλι,
το σταβρό σου καρφώσαν κι οχτροί σου καί φίλοι.


Μα γιατί να σταθείς να σε πιάσουν ! Κι' ακόμα,
σα ρωτήσανε : «Ποιός ο Χριστός;» τι ’πες «Νά με !»
Άχ ! δεν ξέρει, τι λέει το πικρό μου το στόμα !
Τριάντα χρόνια παιδί μου δε σ' έμαθ' ακόμα !

Κώστας Βάρναλης
Από «Το φως που καίει» εκδ. ΚΕΔΡΟΣ 2003

Παρασκευή 22 Απριλίου 2011

ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΤΕΧΝΕΣ ..... (5) Στ' Όσιου Λουκά το Μοναστήρι

Φωτο: chrisanthos

Φωτο:chrisanthos
Στ' Όσιου Λουκά το Μοναστήρι

Στ' Όσιου Λουκά το μοναστήρι, απ' όσες
γυναίκες του Στειριού συμμαζευτήκαν
τον Eπιτάφιο να στολίσουν, κι όσες
μοιρολογήτρες ώσμε του Mεγάλου
Σαββάτου το ξημέρωμα αγρυπνήσαν,
ποια να στοχάστη - έτσι γλυκά θρηνούσαν! -
πως, κάτου απ' τους ανθούς, τ' ολόαχνο σμάλτο
του πεθαμένου του Άδωνη ήταν σάρκα
που πόνεσε βαθιά;


Γιατί κι ο πόνος
στα ρόδα μέσα, κι ο Eπιτάφιος Θρήνος,
κ' οι αναπνοές της άνοιξης που μπαίναν
απ' του ναού τη θύρα, αναφτερώναν
το νου τους στης Ανάστασης το θάμα,
και του Xριστού οι πληγές σαν ανεμώνες
τους φάνταζαν στα χέρια και στα πόδια,
τι πολλά τον σκεπάζανε λουλούδια
που έτσι τρανά, έτσι βαθιά ευωδούσαν!


Aλλά το βράδυ το ίδιο του Σαββάτου,
την ώρα π' απ' την Άγια Πύλη το ένα
κερί επροσάναψε όλα τ' άλλα ως κάτου,
κι απ' τ' Άγιο Bήμα σάμπως κύμα απλώθη
το φως ώσμε την ξώπορτα, όλοι κι όλες
ανατριχιάξαν π' άκουσαν στη μέση
απ' τα "Xριστός Aνέστη" μιαν αιφνίδια
φωνή να σκούξει: "Γιώργαινα, ο Bαγγέλης!"


Kαι να• ο λεβέντης του χωριού, ο Bαγγέλης,
των κοριτσιών το λάμπασμα, ο Bαγγέλης,
που τον λογιάζαν όλοι για χαμένο
στον πόλεμο• και στέκονταν ολόρτοςστης εκκλησιάς τη θύρα, με ποδάρι
ξύλινο, και δε διάβαινε τη θύρα
της εκκλησιάς, τι τον κοιτάζαν όλοι
με τα κεριά στο χέρι, τον κοιτάζαν,
το χορευτή που τράνταζε τ' αλώνι
του Στειριού, μια στην όψη, μια στο πόδι,
που ως να το κάρφωσε ήταν στο κατώφλι
της θύρας, και δεν έμπαινε πιο μέσα!



Ο ΕΝΤΑΦΙΑΣΜΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ : BARTOLOMINEO

Kαι τότε - μάρτυράς μου νά 'ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -
απ' το στασίδι πού 'μουνα στημένος
ξαντίκρισα τη μάνα, απ' το κεφάλι
πετώντας το μαντίλι, να χιμήξει
σκυφτή και ν' αγκαλιάσει το ποδάρι,
το ξύλινο ποδάρι του στρατιώτη,
- έτσι όπως το είδα ο στίχος μου το γράφει,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -,
και να σύρει απ' τα βάθη της καρδιάς της
ένα σκούξιμο: "Mάτια μου… Bαγγέλη!"

Kι ακόμα, - μάρτυράς μου νά 'ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -,
ξοπίσωθέ της, όσες μαζευτήκαν
από το βράδυ της Mεγάλης Πέφτης,
νανουριστά, θαμπά για να θρηνήσουν
τον πεθαμένον Άδωνη, κρυμμένο
μες στα λουλούδια, τώρα να ξεσπάσουν
μαζί την αξεθύμαστη του τρόμου
κραυγή που, ως στο στασίδι μου κρατιόμουν,
ένας πέπλος μου σκέπασε τα μάτια!…

Σικελιανός Άγγελος
(από τον Λυρικό Bίο, E΄, Ίκαρος 1968)

Πέμπτη 21 Απριλίου 2011

ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΤΕΧΝΕΣ ..... (4) Η ΣΤΑΥΡΩΣΗ ΚΑΙ Η ΑΠΟΡΙΑ ΤΟΥ ΛΗΣΤΗ

Οι σκέψεις του στοχαστή - συγγραφέα Νίκου Δήμου, όπως τις αλιεύσαμε από τις ιστοσελίδες του, δικαιωματικά θα συνοδεύσουν τον πίνακα του Da Messina.

ΝΙΚΟΣ ΔΗΜΟΥ
Η απορία του ληστή
Από μικρό παιδί, όταν άκουγα τα Ευαγγέλια της Μεγάλης Πέμπτης ένιωθα συμπάθεια για τον αντιπαθέστερο ληστή. Όχι εκείνον που είπε το περίφημο “Μνήσθητί μου Κύριε…”, αλλά τον άλλο που “εβλασφήμει... λέγων: ει συ ει ο Χριστός, σώσον σεαυτόν και ημάς”.Αυτόν δεν τον πήρε μαζί του ο Ιησούς στον Παράδεισο, όπως τον πιο θεοφοβούμενο ομότεχνό του (“...σήμερον μετ'εμού έση εν τώ παραδείσω”). Τότε έβρισκα άδικη αυτή την προτίμηση. Γιατί να μην αξιωθεί κι ο άλλος αμαρτωλός την σωτηρία; Έστω κι αν είχε “βλασφημήσει”. (Πού; Πώς; Κι αυτό μου φαινόταν ασαφές.)Δεν ξέρω πόσο καλά θυμόσαστε τη σκηνή (Λουκ. κγ' 39-44): Στον “Κρανίου Τόπον” σταυρώνεται ο Ιησούς, μαζί του και οι δύο “κακούργοι”. “Ον μεν εκ δεξιών ον δε εξ αριστερών”. Ο πρώτος κάνει τη βλάσφημη ερώτηση. Ο δεύτερος τον επιπλήττει: “Ουδέ φοβεί συ τον Θεόν;...”. Εμείς, συνεχίζει, δίκαια τιμωρούμεθα “ούτος δε ουδέν άτοπον έπραξε.” Και, στρεφόμενος προς τον Ιησού: “Μνήσθητί μου Κύριε όταν έλθεις εν τη βασιλεία σου”.Τώρα, μετά τόσα χρόνια, μπόρεσα να εντοπίσω την δυσφορία μου. Ο “βλάσφημος” ληστής, με την ωμή, πραγματιστική απορία του, εκφράζει κάτι πολύ ανθρώπινο: τον ορθό λόγο. Τιμωρείται επειδή σκέπτεται λογικά - με τον τρόπο δηλαδή που είμαστε προγραμματισμένοι να λογιζόμαστε.Γιατί, όσο κι αν φαίνεται αφελής η ερώτησή του, δεν παύει να είναι ακλόνητα λογική. Δεν αρνήθηκε, ούτε καν αμφισβήτησε την θεότητα του Ιησού. Την έθεσε σε απορητική δοκιμασία. (Αν...) Η βλασφημία του ήταν ότι δεν μπόρεσε να δεχθεί σαν δεδομένο το απίθανο - το ότι σταυρώνεται δίπλα του ο Υιός του Θεού!Αν μάλιστα προεκτείνει κανείς περισσότερο την απορία του ληστή, μπορεί να περιλάβει όλο το “παράδοξο” (που θα έλεγε ο Kierkergaard) ή το “παράλογο” (absurdum, Τερτουλλιανός) του Χριστιανισμού. Γιατί ο παντοδύναμος και πανάγαθος Θεός έπρεπε να διαλέξει ένα τόσο έμμεσο, περίπλοκο (και παράξενο!) δρόμο για την λύτρωση του ανθρώπου;Ενανθρώπιση, Σταύρωση, Ανάσταση - τόσα θαύματα παρά την λογικήν - κι ακόμα ο πόνος κι η οδύνη περισσεύουν!Μπορούσε, απλούστερα, ο Ποιητής των Πάντων, να καταργήσει το Κακό στον κόσμο. Μπορούσε (να η αφελής, βλάσφημη, ευθύγραμμη λογική) να ακυρώσει την αμαρτία. Γιατί να μην είναι αυτός ο κόσμος Παράδεισος; Τι νόημα έχει που αφήνει τον άνθρωπο να βασανίζεται; Τι εξυπηρετεί ο πόνος κι ο θάνατος αθώων; Κι αυτός ακόμα ο “κακός” ληστής, πόσο υπεύθυνος είναι για την κακία του - όταν τον έχει πλάσει μια πανάγαθη και πανίσχυρη βούληση;Βέβαια ο ληστής, αν ήταν διανοούμενος, θα μπορούσε να πει με τον Τερτουλλιανό: “δύναμαι να το πιστέψω, επειδή είναι ανόητο (quia ineptum est)” ή “το θεωρώ σίγουρο διότι είναι αδύνατο (quod impossibile est)”. Μη ων σοφός, είπε αυτό που θα έλεγε κάθε άνθρωπος, ακολουθώντας τους νόμους της σκέψης. Είπε (κι αυτό μέσα στον πόνο, στο μαρτύριό του): “Αν είσαι ο εκλεκτός, τότε σώσε τον εαυτό σου και μας”. Και για αυτή του τη σκέψη, δεν αξιώθηκε τον Παράδεισο.Ίσως ξενίζει που ονομάζω αυτόν τον άξεστο άνθρωπο ορθολογιστή. Όμως η πρόταση “αν... τότε” βρίσκεται στη βάση κάθε ανθρώπινης συλλογιστικής και επιστήμης. Η (όποια) θεωρία ξεκινάει με μία υπόθεση (αν) και ολοκληρώνεται με κάποια δοκιμή (τότε). Ο ληστής, όπως κι ο άλλος ορθολογιστής, ο Θωμάς, γύρευε κάποια απόδειξη. (Αν και, μέσα στο μαρτύριό του, μπορεί ακόμα περισσότερο να ζητούσε μια σωτηρία.)Θαυμάζω αυτούς που, σαν τον καλό ληστή, πιστεύουν στο απίθανο χωρίς τεκμήρια. Πολλές φορές λυπάμαι που δεν μπορώ να τους ακολουθήσω. Θα ήταν σίγουρα πολύ πιο άνετη μία ζωή χωρίς τον καταναγκασμό της λογικής. Αλίμονο - όσο κι αν προσπάθησα, δεν κατόρθωσα να ξεφύγω από τον κλοιό της. (Παρά μόνο στους χώρους της Τέχνης. Το δικό της Θαύμα με πείθει.)Φυσικό λοιπόν να συμπαθώ όσους μου μοιάζουν. Σαν τον "κακό" ληστή. Φοβάμαι πως, στην θέση του, τα ίδια θα έλεγα (αν τα κατάφερνα να μιλήσω. Δεν αντέχω τον πόνο.) Έστω, θα τα σκεφτόμουνα. Και θα έχανα τον Παράδεισο.Κι ας μην σκεφθεί κανείς πως δεν εκτιμώ το κήρυγμα της Αγάπης. Ίσα-ίσα, που είμαι φανατικός οπαδός της. Ακριβώς επειδή υπάρχει ο πόνος στον κόσμο κι επειδή είναι παράλογος (κι ο πόνος κι ο κόσμος) η αγάπη είναι η μόνη καταφυγή. Την βλέπω όμως όχι σαν δοξολόγηση της κατάστασης των πραγμάτων - αλλά σαν διαμαρτυρία εναντίον της. Γιατί αν δεν ήταν ο κόσμος άδικος και παράλογος, τι θα χρειαζόταν η αγάπη;Και γι αυτό (επειδή πιστεύω στην αγάπη) τρέφω ακόμα την παλιά παιδική μου πεποίθηση. Πως ο Χριστός, αφού τέλειωσαν όλα, θα ξαναθυμήθηκε και τον "κακό" ληστή. Και θα τον φώναξε κοντά του, στον Παράδεισο.
(Πάσχα 1986)


Για ακόμα περισσότερα για το θέμα απο τον Νίκο Δήμου συνδεθείτε πατώντας εδώ.
Επίσης εδώ για το δικτυακό του τόπο.

Βιογραφικά στοιχεία του Νίκου Δήμου
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1935. Τελείωσε το Κολλέγιο Αθηνών, ενώ παράλληλα σπούδαζε γαλλική φιλολογία στην Αθήνα.
1954-1960: φιλοσοφία και αγγλική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου. Το πρώτο του βιβλίο εκδόθηκε το 1953. Ακολούθησαν άλλα πενήντα επτά που έχουν κάνει πολλές ανατυπώσεις.
Γνωστότερα στο ευρύ κοινό είναι τα βιβλία όπου αναλύει και κρίνει την Ελληνική πραγματικότητα: "Η Δυστυχία του να είσαι Έλληνας", "Οι Νέοι Έλληνες", "Η Χαμένη Τάξη", "Απολογία ενός Ανθέλληνα", κ.α.Πεζά: "Παρ' όλα αυτά", "Μικρά Βήματα", "Το Ημερολόγιο του Καύσωνα", "Τολμηρές Ιστορίες". Φιλοσοφία: "Ο Έλληνας Βούδδας", "Το Απόλυτο και το Τάβλι", "Τρίπτυχο: Επικοινωνία, Αγάπη, Ελευθερία". Ποίηση: "Το Βιβλίο των Γάτων", "Ποιήματα 1950-1990", "Λίστες". Δοκίμια: "Προσεγγίσεις", "Οδυσσέας Ελύτης", "Τα Πρόσωπα της Ποίησης", "Η Τέλεια Διαδρομή", "Ψηφιακή Ζωή", "Από την Πορνογραφία στα Κόμικς".Αυτοβιογραφία: "Από την Μιχαήλ Βόδα στην Σύρου", "Από την οδό Ρήνου στην Ες Στράσε", "Οδός Γαλήνης".Το 2004 οι τρεις πρώτοι τόμοι μαζί με έναν ανέκδοτο τεταρτο ("Οδός Παράσχου") και άλλο υλικό, κυκλοφόρησαν σε μία συνολική οριστική έκδοση με τίτλο "Οι Δρόμοι μου". 'Έχει δημοσιεύσει μεταφράσεις ποιημάτων από Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Λατινικά κι έχει επίσης μεταφράσει τις "Φωνές του Μαρακές" του Elias Canetti.

Ο Νίκος Δήμου μίλησε το 1996 στο βιβλιοπωλείο μας με θέμα Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ.

Τετάρτη 20 Απριλίου 2011

ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΤΕΧΝΕΣ ..... (3) ΤΟ ΦΙΛΙ ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ


Ιησούς και Ιούδας πίνακας του Giotto
Ιούδας ο παράνομος … επί το νίψαι τον Δεσπότην, κατεφίλησε δολίως, εις το προδούναι τοις ανόμοις …

Ο Ιούδας σύμβολο σκοτεινό και προσωποποίηση του κακού πρέπει να τιμωρηθεί. Στο πρόσωπό του, δια της μεθόδου της συλλογικής ευθύνης ευκαιρία άδραξαν οι οπαδοί του αντισημιτισμού, να δαιμονοποιήσουν ολόκληρη τη φυλή του, τόσο μέσα από τραγούδια και γραπτά έργα όσο και από τη στήριξη του πασίγνωστου ανά την Ελλάδα εθίμου του καψίματος ανθρώπινου ομοιώματός του. Χλευασμός και διαπόμπευση τη νύχτα της Ανάστασης. Τη νύχτα της αγάπης και της συγχώρεσης. Τη νύχτα της λύτρωσης.

Παραθέτουμε δυο χαρακτηριστικά δείγματα γραφής. Ένα λόγιο και ένα λαϊκό.

α) Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος από το βιβλίο «Η Αγία και Μεγάλη εβδομάς»

Ω της Ιούδα δε αθλιότητος! Εθεώρει την αμαρτωλόν φιλούσαν τους πόδας και εσκέπτετο δολίως της προδοσίας το φίλημα* εκείνη τους πλοκάμους έλυε, και ούτος υπό πονηρού πνεύματος εδεσμείτο* μύρα εκείνη έφερεν, ούτος δυσώδη κακίαν* ήπλωσεν η πόρνη τας τρίχας τω δεσπότη, ήπλωσε και Ιούδας τας χείρας τοις παρανόμοις* η μεν του λαβείν άφεσιν, ο δε του λαβείν αργύρια* η μεν έχαιρε κενούσα το πολύτιμον μύρο, ο δε έσπευδε να πωλήσει τον Ατίμητον* αύτη τον δεσπότην επεγίγνωσκεν, ούτος του δεσπότου εχωρίζετο* αύτη ελευθερούτο, εκείνος εδουλούτο τω πάθει. Προδότης Ιούδας, οποίαν φρίκην προξενεί παντί η παροιμιώδης μείνασα αύτη φράσις!

β) Από την ελληνική λαϊκή παράδοση

Σήμερα μαύρος Ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,
σήμερα όλοι θλίβουνται και τα βουνά λυπούνται,
σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι Εβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλιά κι' οι τρισκαταραμένοι.
































«Στην [ελληνική] λαϊκή παράδοση, οι βασικότερες κατηγορίες κατά των Εβραίων σχετίζονται με τη σταύρωση του Ιησού και η απήχησή τους υπήρξε ισχυρή. Στην Ακολουθία της Μεγάλης Πέμπτης εκτός από τις κατηγορίες κατά του Ιούδα γίνονται πολλές αναφορές και στο "γένος των Εβραίων", γένος υπεύθυνο για τη σταύρωση του Ιησού. Αποκαλούνται κατ' επανάληψη "θεοκτόνοι", "θεοστυγείς", "λαός δυσσεβής και παράνομος", και ζητιέται η τιμωρία τους: "Αλλά δος αυτοίς, Κύριε, κατά τα έργα αυτών, ό,τι κενά κατά σου εμελέτησαν".
(Για την εικόνα του Εβραίου στη λογοτεχνία σας προτείνουμε το βιβλίο της Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου Ο άλλος εν διωγμώ από το οποίο πήραμε το παραπάνω απόσπασμα).
Ας δούμε όμως και την προσέγγιση του θέματος από λιγότερο ή καθόλου θρησκευόμενους και ορθολογιστές. Προσπάθεια διερεύνησης και κατανόησης της ανθρώπινης υπόστασης, πνεύμα ταπεινότητας και περίσσευμα αγάπης χαρακτηρίζουν τα σπουδαιότερα από τα έργα τους που έχουν ως πηγή έμπνευσης τα πρόσωπα του Δράματος. Περίεργα πράγματα ε;

ΗΛΙΑΣ ΛΑΓΙΟΣ 1958-2005, ποιητής

Ματθ. κστ΄, 47-50, κζ΄, 3-10
Καθώς ο Ισκαριώτης βάδιζε στους κέδρους, είχεν απαντήσει στο πανάρχαιο δίλημμα·
 ήξερε, πια, πως δε διέθετε βούληση ελεύθερα, πως του Κυρίου καθολικώς ανήκει.
τι έμενε; όλος ο έρωτας κι η απιστία όλη κι η απελπισία να σμίξουν σ’ ένα φίλημα.
την ώρα που έκλινε για να τον ασπαστεί αποδέχτηκε με ανακούφιση (φρονώ)την καταδίκη.
αναλογίστηκε όσα όφειλε ν’ απαρνηθεί. τα χείλη του σχημάτισαν κάτι σαν ψέλλισμα.
άκουσε, σαν από απόσταση, ράβδους να βροντούν, μαχαίρια να κροτούν, χυδαία την κουστωδία,
τους ήχους βάναυσους, να ενορχηστρώνονται σ’ ένα (κοινό και για τους δυο) επιτάφιο μέλισμα.
πατήρ και διάολος, αντιστοίχως, προετοίμαζαν του ενός και του άλλου την κηδεία.
τότε, ευλογήθηκε να εννοήσει ότι τα πάντα έχουν προοριστεί, ότι θ’ ανταμειφθούν στο τίποτα.
προείδε τη μετάνοιά του, αλλόφρονη την είσοδό του μες στην αίθουσα του συμβουλίου,
σπασμένες τις φράσεις του ν’ αποπειρώνται να ταξινομήσουνε τ’ ανείπωτα.
εν τέλει, τα κουρασμένα μάτια του να θεωρούν, μ’ απάθεια, την έσχατη ανατολή του ήλιου.
τον αγρό του αίματος που εκχέρσωσε και έσπειρε και πότισε μ’ αργύρια τριάκοντα,
τα κλαδιά της συκιάς να θροούν, ανεπαίσθητα και τελεσίδικα, κατά τη μεριά του νότου,
τη μοίρα, τραχύτερη κι από τον δάσκαλό του, να τον κατευθύνει εκεί, εκόντα άκοντα.
και, πρόθυμα ή όχι, πάντως προχώρεσε για ν’ ανταμώσει τον σταυρό του.

Τρίτη 19 Απριλίου 2011

ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΤΕΧΝΕΣ (2) ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΔΕΙΠΝΟΣ

Η κατά Λεονάρντο Ντα Βίντσι απεικόνιση του Μυστικού Δείπνου.

Κάπως έτσι άρχισε το δράμα.
Και με αφορμή τον συγκεκριμένο πίνακα πολλά μυστήρια παραμένουν ακόμα άλυτα. 
Για τους λάτρεις της συνωμοσιολογίας, ο Νταν Μπράουν με το βιβλίο του «Ο κώδικας Ντα Βίντσι», έδωσε άλλη διάσταση, δύο χιλιάδες χρόνια μετά, στο ρόλο που διαδραμάτισε η Μαρία Μαγδαληνή.













Και οι ανακαλύψεις, του κώδικα Ναγκ Χαμαντί (συντηρημένο σύνολο Γνωστικών κειμένων που ανακαλύφθηκε στην Αίγυπτο το 1945), σε συνδυασμό με το χειρόγραφο Ευαγγέλιο του Ιούδα φέρνουν εκ νέου στο προσκήνιο απόψεις και θεωρίες των Γνωστικών.
Κοιτάξτε ΣΥΝ ΟΜΙΛΙΕΣ 
τεύχος 5 

Στις εκκλησίες ψάλλουν:
"Τον άρτο λαβών, εις χείρας ο προδότης, κρυφίως αυτάς, εκτείνει και λαμβάνει, την τιμήν του Πλάσαντος, ταις οικείαις χερσί τον άνθρωπον· και αδιόρθωτος έμεινεν, Ιούδας ο δούλος και δόλιος".

Δευτέρα 18 Απριλίου 2011

ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΤΕΧΝΕΣ (1)

Οι μέρες της Μεγάλης εβδομάδας αποτελούν μια ευκαιρία να παρακολουθήσουμε τα πάθη μέσα από τη λαϊκή παράδοση, τη γραφή της διανόησης και την αποτύπωση των καλλιτεχνών, εστιάζοντας κυρίως, όχι στον πρωταγωνιστή του δράματος αλλά στα άλλα πρόσωπα που εμπλέκονται.

Οι πόνοι της Παναγιάς : Κώστας Βάρναλης 

Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;
Σε ποιο νησί του Ωκεανού, σε ποια κορφήν ερημική;
Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ' άδικο φωνάξεις.
Ξέρω πως θα 'χεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή,
που με τα βρόχια της οργής ταχιά θενά σπαράξεις.

Συ θα 'χεις μάτια γαλανά, θα 'χεις κορμάκι τρυφερό,
θα σε φυλάω από ματιά κακή κι από κακόν καιρό,
από το πρώτο ξάφνισμα της ξυπνημένης νιότης.
Δεν είσαι συ για μάχητες, δεν είσαι συ για το σταυρό.
Εσύ νοικοκερόπουλο -όχι σκλάβος ή προδότης.
Τη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ,
να σκύβω την ανάσα σου ν' ακώ, πουλάκι μου ζεστό
να σου 'τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι,
κ' ύστερα απ' το παράθυρο με καρδιοχτύπι να κοιτώ
που θα πηγαίνεις στο σκολιό με πλάκα και κοντύλι

Κι αν κάποτε τα φρένα σου μ' αλήθεια, φως της αστραπής,
χτυπήσει ο Κύρης τ' ουρανού, παιδάκι μου να μη την πεις!
Θεριά οι ανθρώποι, δε μπορούν το φως να το σηκώσουν!
Δεν είν' αλήθεια πιο χρυσή σαν την αλήθεια της σιωπής.
Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν!

.
"Μάνα" πυρογραφία και χρώμα του Γ. Φαρσακίδη από το βιβλίο του
"Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη..."

Παρασκευή 8 Απριλίου 2011

Το κοιμητήριο της Πράγας. Κυκλοφόρησε το νέο μυθιστόρημα του Ουμπέρτο Εκο.

ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ
ΤΟ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΠΡΑΓΑΣ
ΟΥΜΠΕΡΤΟ ΕΚΟ

Στη διάρκεια του 19ου αιώνα, ανάµεσα στο Τορίνο, το Παλέρµο και το Παρίσι, συναντάµε µια υστερική σατανίστρια, έναν αβά που πεθαίνει δύο φορές, µερικά πτώµατα µέσα σ’ έναν υπόνοµο του Παρισιού, έναν Γαριβαλδίνο που ονοµάζεται Ιππόλυτος Νιέβο και χάθηκε στη θάλασσα κοντά στο Στρόµπολι, το ψεύτικο bordereau του Ντρέιφους για τη γερµανική πρεσβεία, τη σταδιακή µεγέθυνση του πλαστογραφήµατος που έγινε γνωστό ως Τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών, το οποίο θα εµπνεύσει στον Χίτλερ τα στρατόπεδα εξόντωσης, Ιησουίτες που δολοπλοκούν εναντίον των Μασόνων, Μασόνους, Καρµπονάρους και Ματσινιανούς που στραγγαλίζουν τους παπάδες µε τα έντερά τους, έναν Γαριβάλδη αρθριτικό και στραβοκάνη, τα σχέδια των Μυστικών Υπηρεσιών του Πιεµόντε, της Γαλλίας, της Πρωσίας και της Ρωσίας, τις σφαγές στο Παρίσι της Κοµούνας, όπου ο κόσµος τρώει τα ποντίκια, αηδιαστικά και ρυπαρά στέκια εγκληµατιών οι οποίοι, ανάµεσα στους ατµούς απ’ το αψέντι, καταστρώνουν εκρήξεις κι εξεγέρσεις στις πλατείες, ψεύτικες γενειάδες, ψεύτικους συµβολαιογράφους, ψεύτικες διαθήκες, διαβολικές αδελφότητες και µαύρες λειτουργίες.

✓Μεταφράζεται σε 40 γλώσσες.

✓Mόνο στην Ιταλία, το βιβλίο έφτασε στην 9η έκδοση και ξεπέρασε τα 650.000 αντίτυπα σε δυο μήνες.

✓Μόλις 4 ημέρες μετά την κυκλοφορία του, το βιβλίο άγγιξε την 370ή χιλιάδα.

Σχεδόν τριάντα χρόνια μετά Το όνομα του ρόδου,
το οποίο καθιέρωσε τον Ουμπέρτο Έκο
ως έναν από τους σημαντικότερους λογοτέχνες του εικοστού αιώνα,
το πολυαναμενόμενο Κοιμητήριο της Πράγας αποδεικνύει ότι το ταλέντο
του ιδιοφυούς Ιταλού διανοούμενου παραμένει αστείρευτο. 

“Πρόκειται για ένα βιβλίο που καθηλώνει τον αναγνώστη από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα. Τώρα το μόνο που μένει είναι να απαντηθεί η ερώτηση που σου έρχεται στο μυαλό: «Ποιος είναι τελικά ο Ουμπέρτο Έκο;» ΤΟ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΠΡΑΓΑΣ δίνει μερικές ενδείξεις. Ανατρέχουμε στις σελίδες. Τα μυστήρια δεν υπάρχουν, ή, καλύτερα, πίσω από τα μυστήρια υπάρχει το ασυνάρτητο παραλήρημα μερικών ανισόρροπων. Η μυστικότητα είναι μύθος. Δεν υπάρχουν μυστικά κρησφύγετα. Η πλοκή είναι απλή επινόηση ενός υγιούς μυαλού. Και η υπόθεση δεν αποκαλύπτεται παρά μόνο την κατάλληλη στιγμή."
IL GIORNALE

Ο ΟΥΜΠΕΡΤΟ ΕΚΟ γεννήθηκε στην Αλεσάντρια του Πιεµόντε το 1932. Από το 1975 έχει την έδρα του καθηγητή Σηµειωτικής στο Πανεπιστήµιο της Μπολόνια, ενώ από το 1988 είναι πρόεδρος του Διεθνούς Κέντρου Μελετών Σηµειωτικής στο Πανεπιστήµιο του Σαν Μαρίνο. Αν και αρχικά παρακολούθησε σπουδές Νοµικής, εγκατέλειψε αυτό τον τοµέα και ακολούθησε σπουδές Μεσαιωνικής Φιλοσοφίας και Λογοτεχνίας. Από το 1962 ως το τέλος του 1970 ο Έκο ανέπτυξε τη δική του θεωρία στη Σηµειολογία. Το 1965 εξελέγη καθηγητής Οπτικών Επικοινωνιών στη Φλωρεντία και το 1966 καθηγητής της Σηµειολογίας στο Μιλάνο. Το 1971 το Πανεπιστήµιο της Μπολόνια του προσέφερε τη θέση του τακτικού καθηγητή της Σηµειολογίας και το 1974 ο Έκο οργάνωσε τον Διεθνή Σύνδεσµο Σηµειολογικών Μελετών. Μέσα στη δεκαετία του ’70, άρχισε να γράφει τα µυθιστορήµατά του, κάνοντας την αρχή µε Το όνοµα του ρόδου, που τιµήθηκε µε το βραβείο Strega το 1981 και το Medicis Etranger το 1982, ενώ πούλησε εκατοµµύρια αντίτυπα σε όλο τον κόσµο. Ο Έκο περνάει τον καιρό του µε τη γυναίκα του και τα δύο παιδιά τους ανάµεσα στο σπίτι του στο Μιλάνο (ένα διαµέρισµα-λαβύρινθο µε µια βιβλιοθήκη 30.000 βιβλίων) και στο εξοχικό του στο Ρίµινι. Με το µυθιστόρηµα ΤΟ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΠΡΑΓΑΣ, οι Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ εγκαινιάζουν τη συνεργασία τους µε το συγγραφέα, καθώς ετοιµάζονται ήδη επανεκδόσεις των πιο σηµαντικών µυθιστορηµάτων του.


 

Δευτέρα 4 Απριλίου 2011

ΜΙΑ ΟΛΟΝΥΧΤΙΑ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΕΡΓΩΝ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ ΣΤΟΝ ΠΟΛΥΧΩΡΟ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ ΣΤΙΣ 8 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2011

ΜΙΑ ΟΛΟΝΥΧΤΙΑ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΕΡΓΩΝ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ ΣΤΟΝ ΠΟΛΥΧΩΡΟ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ ΣΤΙΣ 8 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2011

Κάθε επέτειος είναι μια αφορμή να (ξανα)θυμηθούμε και να (ξανα)διαβάσουμε τα έργα σπουδαίων δημιουργών. Ίσως, και μάλλον, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης να μην έχει ανάγκη από τέτοιες χρονικές αφορμήσεις· τα δικά του λόγια είναι βαθιά ριζωμένα στην αναγνωστική μας συνείδηση και με φυσικό τρόπο περνούν από γενιά σε γενιά.

Θέλοντας να ανάψουμε ένα μικρό κερί στη μνήμη του με αφορμή τη διπλή επέτειο (φέτος συμπληρώνονται 160 χρόνια από τη γέννησή του και 100 χρόνια από τον θάνατό του), στις 
8 Απριλίου 2011, το βράδυ, θα συγκεντρωθούμε στον ΠΟΛΥΧΩΡΟ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ (Ιπποκράτους 118, Αθήνα) και θα διαβάσουμε σελίδες από το έργο του σε μια ολονύχτια «αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι» που ίσως κρατήσει μέχρι το ξημέρωμα, ευχαριστώντας έτσι την καλή τύχη που μας αξίωσε να κατοικούμε την ίδια μ’ αυτόν γλώσσα.

Την επιμέλεια της εκδήλωσης έχει ο συγγραφέας 
Κώστας Ακρίβος.
Ώρα έναρξης: 
8 το βράδυ 
Θα διαβαστούν τα κείμενα: 
Ο ξεπεσμένος δερβίσης, Η φόνισσα, επιλογή από τα διηγήματα που περιλαμβάνονται στις ανθολογίες Να είχεν ο έρωτας σαΐτες και Τα σκοτεινά παραμύθια του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (εκδ. ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ).
Θα διαβάσουν μεταξύ άλλων: Ευριπίδης Γαραντούδης, Γιώργος Γιανναράκος, Σπύρος Γιανναράς, Πόπη Γκανά, Μιχάλης Γκανάς, Κωστής Γκιμοσούλης, Θοδωρής Γκόνης, Βασίλης Γκουρογιάννης, Άρης Δαβαράκης, Σωτήρης Δημητρίου, Άννα Δαμιανίδη, Μάνος Ελευθερίου, Σοφία Ζαραμπούκα, Ζυράννα Ζατέλη, Άλκη Ζέη, Αλέξης Ζήρας, Γιώργος Θεοχάρης, Γιάννης Καλπούζος, Κώστας Κατσουλάρης, Λώρη Κέζα, Λίλα Κονομάρα, Κώστια Κοντολέων, Μάνος Κοντολέων, Δημήτρης Κοσμόπουλος, Σωκράτης Κουγέας, Νίκος Κουνενής, Στάθης Κουτσούνης, Όλια Λαζαρίδου, Νίκος Λαμπρόπουλος, Δημήτρης Λάππας, Κώστας Λογαράς, Άννα Λυδάκη, Εριφύλλη Μαρωνίτη, Κώστας Μαυρόπουλος, Μιχαήλ Μήτρας, Μάριος Μιχαηλίδης, Γιάννης Ν. Μπασκόζος, Κωνσταντίνος Μπούρας, Γωγώ Μπρέμπου, Θανάσης Νιάρχος, Μαρίζα Ντεκάστρο, Χριστίνα Ντουνιά, Αθηνά Οικονομάκου, Νίκη Παλικαράκη, Αλέξης Πανσέληνος, Βασίλης Παπαβασιλείου, Βασίλης Παπαθεοδώρου, Λάκης Παπαστάθης, Νικήτας Παρίσης, Αργυρώ Πιπίνη, Μαρλένα Πολιτοπούλου, Ροσσάνα Πώποτα, Βασίλης Ρούβαλης, Θωμάς Σκάσσης, Ντίνος Σιώτης, Γιώργος Συμπάρδης, Μαρία Σφυρόερα, Μαρία Τσαγκαράκη, Διονύσης Τσακνής, Ευγενία Φακίνου, Ρένος Χαραλαμπίδης, Βασίλης Χατζηιακώβου, Τάκης Χατζόπουλος.

Τις αναγνώσεις συνοδεύουν μουσικά
η Βασιλική Αντωνάκη (κιθάρα, νέι) και η Κάλη Καμπούρη (κανονάκι). Τραγουδούν μελοποιημένο Παπαδιαμάντη από τον δίσκο 
Το σκοτεινό τρυγόνι.